ΠΑΙΔΙ & ΠΑΙΧΝΙΔΙ
Σύμφωνα με τα Ηνωμένα Έθνη (1989), το παιχνίδι είναι δικαίωμα του παιδιού. Είναι έμφυτο στα παιδιά (Crain, 2010) και εκτυλίσσεται συχνά εκτός αν τεθούν αυστηροί περιορισμοί. Το παιχνίδι βοηθά τα παιδιά και τους ενήλικες να αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις της ζωής. Χωρίς αυτό, περιορίζεται η ικανότητα του παιδιού να συνειδητοποιήσει το πλήρες δυναμικό του (Brown, 2014).
Η Meckley (2002) όρισε το παιχνίδι δίνοντάς του τα εξής χαρακτηριστικά: Να είναι ελεύθερη επιλογή των παιδιών, να κατευθύνεται από εσωτερικά κίνητρα, να προσφέρει ευχαρίστηση και ικανοποίηση, να εμπλέκονται ενεργά οι παίκτες, να είναι αυτο-κατευθυνόμενο, να έχει νόημα για το παιδί.
Το παιχνίδι είναι σκόπιμο για το παιδί, καθώς ακολουθεί τα δικά του συμφέροντα με το δικό του τρόπο για τους δικούς του λόγους (Smidt, 2011). Τόσο ο Freud, όσο και ο Piaget (1962) αναγνώρισαν ότι το παιχνίδι είναι απολαυστικό. Η χαρά που το παιδί βιώνει, το παροτρύνει να παίζει (Krakowski, 2012).
Το παιχνίδι αφορά μία διαδικασία που έχει επιλεγεί από το παιδί, µε διάθεση να συμμετέχει. Χρειάζεται την περιέργεια για να εξελιχθεί και απαιτεί την ενεργητική εμπλοκή του παιδιού. Είναι επαρκώς ασφαλές και αποτελεί συνολική σωματική και πνευματική εμπειρία. Όταν το παιχνίδι εξελίσσεται, χάνεται η αίσθηση του χρόνου, προσφέροντας ευχαρίστηση. Το παιχνίδι είναι διαφορετικό για κάθε παιδί (Else 2014).
Οι ανάγκες του κάθε παιδιού για παιχνίδι διαμορφώνονται ανάλογα με τις προτιμήσεις του, τις ικανότητές του, την κατάσταση της υγείας, την ηλικία, το φύλο, το πολιτιστικό περιβάλλον, τα περιβάλλοντα ερεθίσματα, τις συνθήκες διαβίωσης και τα προσωπικά βιώματα (Donovan, 2016). Τα παιδιά δρουν µέσα και έξω από το παιχνίδι ανάλογα µε τις επιθυμίες τους και το περιβάλλον τους.
Το παιχνίδι είναι ουσιώδους σημασίας για τη σωματική, νοητική, ψυχολογική, κοινωνική ανάπτυξη και ευημερία του παιδιού (Krakowski, 2012). Το παιχνίδι συμβάλλει στην ενίσχυση της κοινωνικοποίησης των παιδιών, στη μείωση του άγχους, στη βελτίωση των εκτελεστικών λειτουργιών και στην αυτορρύθμιση (Russo, 2012). Μέσω του παιχνιδιού, τα παιδιά μαθαίνουν τον εαυτό τους και το περιβάλλον τους. Μέσα από τη διαδικασία εξερεύνησης και εκμάθησης της αντιμετώπισης νέων καταστάσεων, αναπτύσσονται η νοημοσύνη και η προσωπικότητά τους (Wheway & Millward, 1997).
Συνεπώς, τo παιχνίδι είναι ένας φυσικός τρόπος μάθησης για τα παιδιά. Παίζουν για να κατανοήσουν τον κόσμο και τα πάντα σε αυτόν (Krakowski, 2012). Το παιχνίδι συμβάλλει στην ενίσχυση της δημιουργικής σκέψης του παιδιού. Η δημιουργικότητα είναι μια μορφή αυτο-έκφρασης. Τα παιδιά λαμβάνουν μεγάλη ικανοποίηση όταν εκφράζονται ελεύθερα και άκριτα. Η ικανότητα δημιουργίας ενός πρωτότυπου προϊόντος είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας. Τα δημιουργικά παιδιά μπορούν να εκφράσουν και να αντιμετωπίσουν τα συναισθήματά τους αναπτύσσοντας παράλληλα τα ταλέντα τους. Η δοκιμή νέων τρόπων σκέψης και η επίλυση προβλημάτων είναι χαρακτηριστικά ενός δημιουργικού παιδιού (Altalib, AbuSulayman, & Altalib, 2013).
O Gray (2013) ορίζει πέντε ως τα πιο σημαντικά χαρακτηριστικά που κάνουν µια δραστηριότητα παιχνίδι. Αρχικά, τα παιδιά έχουν επιλέξει τη δραστηριότητα και είναι αυτο-κατευθυνόμενη. Το παιδί επιθυμεί να παίξει και δεν υποχρεώνεται από τους ενήλικες να το κάνει. Επιπλέον, δεν επιλέγει µόνο να παίξει, αλλά και τι θα παίξει. Σχετικά με τα ομαδικά παιχνίδια, είναι βασικό να υπάρχει η δυνατότητα να αποχωρήσει κάποιος χωρίς να διαταραχτεί η δομή και η συνέχεια του παιχνιδιού.
Συμπερασματικά, τα οφέλη του παιχνιδιού στη ζωή των παιδιών είναι αναρίθμητα. Σε μια καθημερινότητα με γρήγορους ρυθμούς, μερικές φορές το παιχνίδι «θυσιάζεται» στο βωμό των υποχρεώσεων. Το παιχνίδι εκτός από δικαίωμα, αποτελεί και ανάγκη των παιδιών: την ανάγκη να περνούν τον ελεύθερο τους χρόνο ευχάριστα.
«Όταν παίζουμε, ασχολούμαστε με την αγνότερη έκφραση της ανθρωπότητας, την πιο αληθινή έκφραση της ατομικότητάς μας. Δεν προκαλεί περιέργεια το γεγονός ότι συχνά οι στιγμές που νιώθουμε περισσότερο ζωντανοί, οι στιγμές που αποτελούν τις καλύτερες μας αναμνήσεις, είναι οι στιγμές του παιχνιδιού» (Brown & Vaughan, 2009).
Μαρία Βράιλα
Ψυχολόγος
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Altalib, H., AbuSulayman, A., & Altalib, O. (2013). Parent-Child relations: A guide to raising children. In H. Altalib, A., AbuSulayman, & O. Altalib (Eds.), Fostering creativity (396-409). London: International Institute of Islamic Thought.
Brown, S. L. (2014). Consequences of play deprivation. Scholarpedia, 9(5), 30449.
Brown, S., L., & Vaughan, C. (2009). Play: How it shapes the brain, opens the imagination, and invigorates the soul. New York: Penguin.
Crain, W. (2010). Is children’s play innate? Retrieved on 30-12-2020 from: http://www.pelinks4u.org/articles/Crain_Innate_Play.pdf
Donovan, J. (2016). Enabling play friendly places. Environment Design Guide, 87, 1- 18.
Else, P. (2014). Making sense of play. Maidenhead: Open University Press.
Freud, S. (1959). Creative writers and daydreaming. In J. Strachey (Ed.), The standard edition of the complete psychological works of Sigmund Freud (Vol. IX). London: Hogarth Press.
Gray, P. (2013). Free to Learn: Why unleashing the instinct to play will make our children happier, more self-reliant, and better students for life. New York: Basic Books (AZ).
Krakowski, P. (2012). Museum superheroes: The role of play in young children’s lives. The Journal of Museum Education, 37(1), 49-58.
Meckley, A. (2002). Observing children’s play: Mindful methods. The International Toy Research Association. London, United Kingdom.
Piaget, J. (1962). Play, dreams, and imitation in childhood. New York: Norton.
Russo, L. (2012). “Standardized” play and creativity for young children? The climate of increased standardization and accountability in early childhood classrooms. Counterpoints, 425, 140-156.
Smidt, S. (2011). Playing to learn: The role of play in the early years. New York: Routledge.
United Nations (1989). Convention on the rights of the child, Article 31. Retrieved on 30-12-2020 from:
https://www.ohchr.org/EN/ProfessionalInterest/Pages/CRC.aspx
Wheway, R., & Millward, A. (1997). Child’s play: Facilitating play on housing estates. London: Chartered Institute of Housing.
———-
ΟΤΑΝ ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΤΣΑΚΩΝΟΝΤΑΙ – ΤΡΟΠΟΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ
Τα αδέλφια είναι οι πρώτοι και κοντινότεροι συνομήλικοι που επιδρούν στην ανάπτυξη της προσωπικότητας των παιδιών. Μπορούν να μοιράζονται τις δυσκολίες της καθημερινότητας και να λειτουργούν ως στήριγμα ο ένας για τον άλλο. Σύμφωνα με έρευνες, τα αδέλφια που είναι πιο κοντά ηλικιακά έχουν πιο δυνατή σχέση (Sutton-Smith & Rosenberg, 1970). Ωστόσο, η σχέση μεταξύ των αδελφών δε διέπεται πάντα από ηρεμία και αρμονία. Τα αδέλφια με μικρή ηλικιακή διαφορά είναι πιθανότερο να έχουν διαμάχες, ακόμη και σε μεγαλύτερες ηλικίες, συγκριτικά με εκείνα με μεγάλη διαφορά ηλικίας.
Οι περισσότεροι γονείς έχουν παρευρεθεί σε τσακωμούς μεταξύ των παιδιών τους, μη γνωρίζοντας πώς να αντιδράσουν. Οι αιτίες μπορεί να είναι πολλές, από την αδελφική αντιπαλότητα μέχρι την επιλογή του ίδιου παιχνιδιού την ίδια στιγμή.
Στο συγκεκριμένο άρθρο θα αναφερθούμε σε συμβουλές που μπορεί να εφαρμόσει ένας γονιός τη στιγμή που ξεσπά ο καυγάς μεταξύ των παιδιών καθώς μερικές φορές είναι αδύνατο να αποφευχθεί κάτι τέτοιο. Άλλωστε γνωρίζετε αδέλφια που δεν έχουν τσακωθεί ποτέ μεταξύ τους ως παιδιά;
Συμβουλές προς τους γονείς:
- Σημαντικό είναι τη στιγμή του τσακωμού, να αποφύγετε να πάρετε το μέρος του ενός ή του άλλου. Στην προσπάθειά σας να ελέγξτε τη σύγκρουση, σας καθοδηγούν τα συναισθήματά σας, οπότε άθελά σας, θα αδικήσετε το ένα από τα δύο.
- Αποφύγετε ερωτήσεις όπως: «Ποιος το έκανε;» ή «Ποιος άρχισε πρώτος;». Δεν έχει σημασία αφού σήμερα ξεκίνησε ο ένας και αύριο θα κάνει το ίδιο ο άλλος. Επιπλέον, τέτοιες ερωτήσεις θα κάνουν τα πράγματα ακόμη χειρότερα σε βάθος χρόνου.
- Μην αναμιχθείτε στον τσακωμό, εκτός αν υπάρχει άμεσο ενδεχόμενο σωματικής ή συναισθηματικής ζημιάς. Εάν δεν επέμβετε, θα μάθουν τα ίδια να επιλύουν τους καυγάδες τους και θα αποδεχθούν ότι δεν μπορείτε να το κάνετε πάντοτε εσείς για λογαριασμό τους.
- Αν ο τσακωμός ξεφύγει πείτε: «Σταματήστε και οι δυο σας». Αυτό δείχνει ότι αναγνωρίζετε πως και τα δύο παιδιά είναι ατελή.
- Αν μαλώνουν για ένα παιχνίδι, μπορείτε να πείτε: «Το παιχνίδι είναι δικό σου. Δε σου το παίρνει κανείς. Όμως ο αδελφός σου θέλει να παίξει λίγο και μετά θα σου το ξαναδώσει». Έτσι το παιδί βλέπει ότι του αναγνωρίζονται τα δικαιώματά του ως ιδιοκτήτης του παιχνιδιού και το άλλο δε θεωρείται «απαιτητικό» και «κλαψιάρικο».
- Αν είναι μικρά σε ηλικία και δυσκολεύονται να μοιραστούν τα πράγματά τους, ενθαρρύνετέ τα να παίζουν με τα δικά τους παιχνίδια ή προτείνετε άλλες δραστηριότητες που δεν απαιτούν πολλή συνεργασία, όπως η ζωγραφική.
- Ενθαρρύνετε τη λήψη αποφάσεων για μερικές καταστάσεις, εκ των προτέρων. Για παράδειγμα, αν σκοπεύετε να πάτε κάπου με το αυτοκίνητο, πείτε τους ότι δε θα μπουν σε αυτό αν δεν έχουν αποφασίσει σε ποια θέση θα καθίσει ο καθένας. Προτρέψτε τα να διαπραγματευτούν πριν η κατάσταση εκτροχιαστεί.
- Αν η σύγκρουση φτάνει στα άκρα και υπάρχει σωματική βία, χωρίστε τα, σε διαφορετικά σημεία του σπιτιού, δίνοντας τους χρόνο να ηρεμήσουν. Όταν έχουν ηρεμήσει, προτείνετε να καθίσουν μαζί και να βρουν μια κοινή λύση. Αποφύγετε τη διπλωματία τη στιγμή της έντασης βάζοντάς τα να ζητήσουν συγγνώμη.
- Όταν η διαπραγμάτευση είναι αδύνατη ή είναι σε πάρα πολύ μικρή ηλικία για να διαπραγματευτούν, αποσπάστε την προσοχή τους για να λήξει η σύγκρουση. Προτείνετε άμεσες επιλογές, όπως: «Ποιος θέλει να με βοηθήσει να μαγειρέψουμε;».
- Χρησιμοποιήστε το χιούμορ για να τα αποσπάσετε. Όταν βλέπουν ότι δεν σας ανησυχούν και η συμπεριφορά τους σας φαίνεται αστεία, συχνά σταματούν.
- Αν η ηλικία των παιδιών το επιτρέπει, προτείνετε την αντιστροφή ρόλων. Έτσι, θα μπορέσουν να μπουν στη θέση του άλλου, καταλαβαίνοντας τα αισθήματά του.
- Αποφύγετε εκφράσεις όπως: «Παίξτε όμορφα», «Κόφτε το», «Να είστε καλά παιδιά», «Είστε αδέρφια, μη μαλώνετε». Αυτές οι δηλώσεις είναι πολύ ασαφείς για τα παιδιά.
- Στόχος είναι η επίλυση της σύγκρουσης. Δεν μπορείτε να αναγκάσετε τα παιδιά σας να νιώσουν αγάπη το ένα για το άλλο, αλλά μπορείτε να ενθαρρύνετε τη συνεργασία. Πείτε τους με κατανοητό τρόπο τι περιμένετε από εκείνα, λέγοντας: «Εάν πρόκειται να παίξετε μαζί, περιμένω ότι θα μιλάτε όσο μπορείτε καλά ο ένας στον άλλο».
Αν οι τσακωμοί είναι συχνοί ή ξεφεύγουν σε ένταση, κρίνεται σημαντικό να ανακαλύψετε την πηγή τους. Πολλές φορές μπορεί να υποβόσκουν αισθήματα που τα παιδιά δεν είναι σε θέση να εκφράσουν, όπως η ζήλεια. Επιπλέον, ποικίλοι εξωγενείς παράγοντες μπορεί να επηρεάζουν τη συμπεριφορά τους, όπως οι συχνοί τσακωμοί στο ζευγάρι ή κάποια αλλαγή στη ζωή τους. Στις συγκεκριμένες περιπτώσεις, χρειάζεται η διαχείριση των συνθηκών που διεγείρουν αντίστοιχες συμπεριφορές.
Μαρία Βράιλα
Ψυχολόγος
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Sutton-Smith, Β., & Rosenberg, Β. G. (1970). The Sibling. New York: Holt, Rinehart & Winston.
———
Ο ΕΡΧΟΜΟΣ ΝΕΟΥ ΠΑΙΔΙΟΥ ΣΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ – ΠΡΟΤΕΤΟΙΜΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΡΩΤΟΤΟΚΟ ΠΑΙΔΙ
Μία από τις ομορφότερες στιγμές μιας οικογένειας είναι όταν μεγαλώνει με τον ερχομό ενός νέου μέλους της. Τι συμβαίνει όμως στην περίπτωση που πολλά παιδιά αντιδρούν σε αυτό το γεγονός;
Στην ανακοίνωση του ερχομού ενός νέου παιδιού, το πρωτότοκο παιδί πιθανώς να βιώσει σύγχυση αφού τα πάντα αλλάζουν για το ίδιο. Συχνά μπορεί να αισθανθεί ζήλια, καθώς η προσοχή των γονέων που θεωρούσε ότι του άνηκε, δεν του ανήκει πλέον με τον ίδιο τρόπο. Το παιδί δεν κατανοεί την ανάγκη της οικογένειας για άλλα παιδιά, κυρίως όταν βλέπει ένα μωρό που είναι αδύναμο, αβοήθητο και δε μπορεί να παίζει μαζί του (Richardson & Richardson, 1998). Έτσι, αναρωτιέται γιατί οι γονείς του το επιθυμούν, γιατί είναι ικανοποιημένοι μαζί του και γιατί το χρειάζονται.
Ίσως το σημαντικότερο όλων είναι η κατάλληλη προετοιμασία των παιδιών, ο χώρος για την έκφραση των ερωτήσεών τους και η – όσο το δυνατόν – επίλυση αυτών.
Σε αυτό το σημείο, θα αναφερθούμε σε τρόπους προετοιμασίας του παιδιού για τον ερχομό του αδελφού/αδελφής του. Βέβαια, οι ακόλουθες συμβουλές προσαρμόζονται ανάλογα με την ηλικία του παιδιού.
Συμβουλές προς τους γονείς:
- Αναφορικά με την ανακοίνωση της εγκυμοσύνης, είναι απόφαση των γονέων για το πότε θα γίνει. Πολλοί γονείς ανακοινώνουν το γεγονός πολύ νωρίς (στο 1ο τρίμηνο). Η ανακοίνωση συνίσταται να γίνει πριν ακόμη αρχίσει να αλλάζει η σιλουέτα σας. Σημαντικό είναι να γίνεται μία στιγμή κατά την οποία έχετε βεβαιωθεί για την καλή έκβαση της εγκυμοσύνης. Επιπλέον, να θυμάστε ότι ο χρόνος για το παιδί μετρά διαφορετικά από ό,τι για τον ενήλικα, οπότε αν η ανακοίνωση γίνει πολύ νωρίς, η αναμονή θα του φανεί ατελείωτη. Μια καλή χρονική στιγμή θα μπορούσε να είναι περίπου στον 4ο – 5ο μήνα.
- Για τα μικρά παιδιά που μπορεί να μην έχουν δομήσει ακόμη την έννοια του χρόνου, είναι προτιμότερο να του πείτε ότι το αδελφάκι του θα γεννηθεί τα Χριστούγεννα ή όταν θα έχει ήλιο και πολλή ζέστη.
- Τα παιδιά μικρότερης ηλικίας των 2 ετών πιθανώς να μην κατανοούν ακόμη τι σημαίνει να έχουν ένα νέο αδελφάκι. Μπορείτε να κοιτάξετε μαζί εικονογραφημένα βιβλία για μωρά και οικογένειες.
- Μερικές ερωτήσεις που μπορεί να σας κάνει είναι: «Πώς μπήκε το μωρό στην κοιλιά σου;», «Γιατί θα μείνει τόσο καιρό το μωρό στην κοιλιά σου;», «Από πού θα γεννηθεί το μωρό;». Μπορείτε να χρησιμοποιήσετε βιβλία/ταινίες κατάλληλα για την ηλικία του ώστε να απαντήσετε στα ερωτήματά του.
- Επιπλέον, μπορείτε να του πείτε ότι: «Το μωρό είναι τώρα στη μήτρα της μαμάς, δηλαδή μέσα στην κοιλιά της και μεγαλώνει». Δείξτε του την κοιλιά σας που μεγαλώνει.
- Προετοιμάστε το περιγράφοντας τη δομή οικογενειών με περισσότερα από ένα παιδιά, αναφερόμενη σε παιδιά που γνωρίζετε και έχουν αδέρφια.
- Επισκεφθείτε φίλους που έχουν μωρό.
- Πείτε του ότι και αυτό ήταν μωράκι και δείξτε του φωτογραφίες από εκείνη την εποχή. Μιλήστε του για τη δική του γέννηση.
- Αν δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα, αποφύγετε την παροχή πολλών πληροφοριών.
- Πολλές φορές τα παιδιά νομίζουν ότι το μωρό θα είναι έτοιμο να παίξει μαζί τους. Αποφύγετε να χρησιμοποιήσετε εκφράσεις όπως: «Θα έχεις ένα αδερφάκι να παίζεις», καθώς για αρκετό καιρό δε θα είναι εφικτός αυτός ο τρόπος αλληλεπίδρασης και το παιδί θα απογοητευτεί αν έχει καλλιεργηθεί η συγκεκριμένη ιδέα.
- Αν έχετε αδιαθεσίες λόγω της εγκυμοσύνης, προσπαθήστε να μην τις αποδώσετε στην εγκυμοσύνη διότι πιθανώς να θεωρήσει υπεύθυνο το μωρό.
- Στο 3ο τρίμηνο θα είναι δύσκολο να το σηκώσετε αγκαλιά, γι αυτό φροντίστε να αναπληρώνετε με πολλά φιλιά και χάδια.
- Ενημερώστε το παιδί ότι το μωράκι ακούει και βάλτε μουσική να ακούσετε και οι τρεις.
- Ζητήστε του να σας βοηθήσει να αγοράσετε πράγματα για «το μωρό μας» ή να φτιάξετε μαζί το δωμάτιο του.
- Χρησιμοποιείστε μια κούκλα που «είναι σαν το μωρό μας», ώστε να δώσετε οδηγίες και να του δείξετε πως κρατάμε το μωρό, πως το κάνουμε μπάνιο, πως το ταΐζουμε. Πείτε του ότι τα μωράκια χρειάζονται προσοχή και δεν τα σφίγγουμε. Αυτό θα επιτρέψει στο παιδί να αποκτήσει μια πρώτη εμπειρία για το πώς θα είναι όταν το μωρό θα βρίσκεται μαζί σας.
- Ενημερώστε το παιδί ότι τον πρώτο καιρό το μωρό θα κλαίει αρκετά.
- Επιτρέψτε του να εκφραστεί και λύστε τους προβληματισμούς του παρέχοντάς του ασφάλεια. Διαβεβαιώστε το για την αγάπη σας.
- Πείτε του ποιος θα μένει μαζί του όταν θα είστε στο μαιευτήριο.
- Προτείνετέ του να βοηθήσει στην ετοιμασία της βαλίτσας που θα πάρετε στο μαιευτήριο.
- Παροτρύνετέ το, αν θέλει, να ετοιμάσει ένα δικό του μικρό δωράκι υποδοχής για το μωρό που θα έρθει, όπως μια ζωγραφιά, που θα την κολλήσετε στον τοίχο δίπλα στην κούνια του.
- Πριν πάτε στο μαιευτήριο αποχαιρετήστε το και εξηγήστε του ότι θα λείψετε για λίγο. Σε περίπτωση που ανακαλύψει ότι φύγατε ξαφνικά, θα πιστέψει ότι το εγκαταλείψατε και πιθανώς η ανασφάλειά του να ενταθεί.
Να θυμάστε ότι το αίσθημα της ζήλιας είναι μια υγιής και φυσιολογική αντίδραση του παιδιού. Απορρέει από το γεγονός ότι αγαπά τους γονείς του και καλείται να τους μοιραστεί. Σε περίπτωση που η ένταση των αρνητικών αισθημάτων και αντιδράσεων του παιδιού ξεφεύγει, προτείνεται η συνεργασία με ένα ειδικό ψυχικής υγείας για την αποτελεσματικότερη διαχείρισή της.
Η ψυχολόγος
Μαρία Βράιλα
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
- Richardson, R. W., & Richardson, L. A. (1998). ΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΔΕΛΦΙΑ ΣΑΣ. Αθήνα: ANUBIS.
————
ΕΝΙΣΧΥΟΝΤΑΣ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΟΤΗΤΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ:
Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΓΟΝΕΩΝ
Η δημιουργικότητα είναι μια μορφή αυτο-έκφρασης. Τα παιδιά λαμβάνουν μεγάλη ικανοποίηση όταν εκφράζονται ελεύθερα και άκριτα. Η ικανότητα δημιουργίας ενός πρωτότυπου προϊόντος είναι ένα σημαντικό χαρακτηριστικό της προσωπικότητας. Τα δημιουργικά παιδιά μπορούν να εκφράσουν και να αντιμετωπίσουν τα συναισθήματά τους αναπτύσσοντας παράλληλα τα ταλέντα τους (Altalib, AbuSulayman, & Altalib, 2013).
Η δημιουργική ή αποκλίνουσα σκέψη ξεκινώντας από την ίδια αφετηρία με την κριτική σκέψη, δηλαδή από την επεξεργασία της πληροφορίας, προσανατολίζεται στην αναζήτηση όλων των πιθανών απαντήσεων και λύσεων. Πρόκειται για την τάση του ατόμου να είναι διαρκώς και ενεργά ευαισθητοποιημένο στα προβλήματα του περιβάλλοντος, ανοιχτό στην πληροφορία και την εμπειρία, ώστε να διατυπώνει πολλαπλές και ποικίλες υποθέσεις ή ιδέες, να συνδυάζει ή να τροποποιεί τα διάφορα περιεχόμενα και να δημιουργεί νέα, πρωτότυπα, κατάλληλα προσαρμοσμένα και επεξεργασμένα προϊόντα (Ξανθάκου, 2011).
Σύμφωνα με τον Guilford η δημιουργική σκέψη χαρακτηρίζεται από επτά κριτήρια. Το πρώτο κριτήριο είναι η ευαισθησία στα προβλήματα του περιβάλλοντος. Η συγκεκριμένη ικανότητα αποτελεί την αφετηρία της δημιουργικής διαδικασίας, στο βαθμό που το άτομο μπορεί να διακρίνει ένα πρόβλημα, να συνειδητοποιήσει μια δυσκολία, να καταγράψει κάτι το ασυνήθιστο, να προβληματιστεί από ένα γνωστικό χάσμα, να αναζητήσει μια ερμηνεία, ενώ κάποιο άλλο άτομο δε θα επισημάνει τίποτα (Ξανθάκου, 2011). Το δεύτερο κριτήριο είναι η νοητική ευχέρεια. Η νοητική ευχέρεια έγκειται στην παραγωγή μεγάλου αριθμού ιδεών, απαντήσεων και λύσεων σε κάποιο πρόβλημα ή ερέθισμα μέσα σε προκαθορισμένο χρόνο. Η νοητική ευχέρεια συμβάλλει στην παραγωγή πολλών ιδεών κατά την επίλυση ενός προβλήματος (Ξανθάκου, 2011). Το τρίτο κριτήριο είναι η νοητική ευλυγισία/ευελιξία. Απομακρυσμένο από συμπεριφορές ρουτίνας και αποσπασμένο από τις νοητικές συνήθειες, το δημιουργικό άτομο μεταπηδά από τον ένα τρόπο σκέψης σε άλλον και δημιουργεί ποικιλία απαντήσεων. Η ποικιλία απαντήσεων προϋποθέτει την αλλαγή των νοημάτων, της ερμηνείας, της χρήσης ενός αντικειμένου, της κατανόησης ενός περιεχομένου και της υιοθέτησης μιας στρατηγικής (Ξανθάκου, 2011). Το τέταρτο κριτήριο είναι η πρωτοτυπία της σκέψης. Το άτομο δημιουργεί σπάνιες και μοναδικές παραγωγές (Ξανθάκου, 2011). Το πέμπτο κριτήριο είναι η ικανότητα σύνθεσης. Οι ιδέες οργανώνονται σε ευρύτερα και πιο περιεκτικά σχήματα. Πρόκειται για μια συνθετική και αναλυτική ικανότητα (Guilford, 1950). Η δημιουργική σκέψη έγκειται σε νέους συνδυασμούς, νέα ταξινόμηση και οργάνωση της εμπειρίας και νέα εγκαθίδρυση νοημάτων (Ξανθάκου, 2011). Το έκτο κριτήριο είναι η ικανότητα μετασχηματισμών. Πρόκειται για την ιδέα του επανορισμού και της αναδιοργάνωσης των ήδη οργανωμένων συνόλων (Guilford, 1950). Ένα δημιουργικό άτομο μπορεί να μετασχηματίσει ένα αντικείμενο σε κάποιο άλλο, του οποίου τροποποιείται η χρήση, η μορφή ή η λειτουργία (Ξανθάκου, 2011). Το έβδομο κριτήριο είναι η ικανότητα επεξεργασίας. Το δημιουργικό άτομο μπορεί να κάνει μια ιδέα βιώσιμη, να τη βελτιώσει, να αναπτύξει τις λεπτομέρειές της, να την ολοκληρώσει (Ξανθάκου, 2011).
Συνεπώς η δημιουργική σκέψη συνδέεται με τον αποκλίνοντα τρόπο σκέψης, που πρόκειται για ένα πιο ελεύθερο τύπο πνευματικής διεργασίας συγκριτικά με τη συγκλίνουσα σκέψη. Όταν το άτομο αντιμετωπίζει ένα πρόβλημα, αναζητά όλες τις πιθανές λύσεις, διερευνώντας αυτές ποικίλα και επιλέγοντας εν τέλει τις πιο κατάλληλες και προσαρμοσμένες στις ανάγκες της πραγματικότητας. Η δημιουργική σκέψη αλληλεπιδρά δυναμικά με τη μνήμη και την κριτική σκέψη (Ξανθάκου, 2011).
Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το δημιουργικό άτομο ως κάποιον που είναι περίεργος, απολαμβάνει τις προκλήσεις, είναι αισιόδοξος, παραμερίζει την κριτική και διαθέτει φαντασία. Οι δημιουργικοί άνθρωποι βλέπουν τα προβλήματα ως ευκαιρίες, αντιμετωπίζουν τις προκλήσεις, δουλεύουν σκληρά, δεν τα παρατάνε εύκολα και επιμένουν (Altalib et al., 2013).
Η συμβολή των γονέων στην ενίσχυση της δημιουργικής σκέψης των παιδιών τους είναι υψίστης σημασίας, τόσο ως προς τα προσφερόμενα ερεθίσματα όσο και ως προς τον τρόπο που διαχειρίζονται την τάση των παιδιών τους για δημιουργικότητα. Τα παιδιά χρειάζονται χρόνο, χωρίς βιασύνη, για να εξερευνήσουν και να αποδώσουν καλύτερα. Ενδείκνυται οι γονείς να μη διακόπτουν τα παιδιά τους όταν ασχολούνται με μια παραγωγική δραστηριότητα δημιουργικής εργασίας, ζητώντας τους να μετακινηθούν σε μια άλλη. Σε περίπτωση διακοπής, τα παιδιά χρειάζονται ένα μέρος όπου θα μπορούν να αφήνουν την ημιτελή εργασία τους, ώστε να συνεχίσουν αργότερα. Επιπλέον, χρειάζονται ένα χώρο που να τα εμπνέει να δημιουργήσουν την καλύτερη δουλειά τους. Ένα αποστερημένο σε ερεθίσματα οικιακό περιβάλλον δεν ευνοεί την ανάπτυξη της δημιουργικότητας. Τα παιδιά χρειάζονται ένα χώρο που να έχει φυσικό φως, αρμονικά χρώματα, άνετα καθίσματα και ειδικά διαμορφωμένους χώρους για παιδιά. Ενδείκνυται στο δωμάτιό τους να εκτίθενται προϊόντα της δουλειάς τους και άλλων (Altalib et al., 2013).
Για ένα μικρό παιδί η «εκτέλεση» μιας δραστηριότητας είναι πιο σημαντική συγκριτικά με το τελικό προϊόν, που έχει μικρότερο ενδιαφέρον. Οι γονείς ενδείκνυται να αποφεύγουν σχόλια που σχετίζονται με τον τρόπο διεξαγωγής μιας δραστηριότητας, π.χ. «Δούλεψες σκληρά για αυτό» και να επικεντρώνονται στην ανάδειξη της μοναδικότητας του προϊόντος. Πολλά ευαίσθητα παιδιά δεν εμπλέκονται σε δημιουργικές δραστηριότητες όταν αναμένεται από εκείνα να παράγουν «κάτι». Όταν ένα παιδί αρχίζει να δημιουργεί κάτι για να ευχαριστήσει έναν ενήλικα, έχει ήδη χάσει μεγάλο μέρος του ενθουσιασμού του για τη δημιουργικότητα (Altalib et al., 2013).
Όσο πιο συχνά είναι δυνατό, οι γονείς μπορούν να επιτρέπουν και να εκτιμούν τη δημιουργική χρήση των συνηθισμένων ειδών οικιακής χρήσης, όπως τηγάνια, γλάστρες, μαξιλάρια, καθώς και την ενασχόληση των παιδιών με υλικά τέχνης αντίστοιχα της ηλικίας τους (Altalib et al., 2013).
Η ενέργεια που «δαπανάται» για τη συμμόρφωση στους κανόνες τακτοποίησης αφαιρεί την ενέργεια για εξερεύνηση και πρωτοτυπία. Κάθε παιδί χρειάζεται να ξέρει τα δικαιώματα των άλλων και τους κανόνες ασφαλείας. Χωρίς ένα εύλογο πλαίσιο προσδοκιών, η εξερεύνηση και η πρωτοτυπία τείνουν προς το χάος. Ωστόσο, το υπερβολικά ελεγκτικό πλαίσιο, οδηγεί στη θυσία της πρωτοτυπίας και της εξερεύνησης για χάρη της συμμόρφωσης. Αν ένα παιδί αισθάνεται πως η έγκριση των γονέων του βασίζεται αποκλειστικά στην καθαριότητα και στην τακτικότητά του, τότε το θάρρος για δημιουργικότητα θα είναι ελάχιστο (Altalib et al., 2013).
Για την προώθηση της δημιουργικότητας των παιδιών από τους γονείς, ενδείκνυται η προσπάθεια των γονέων να προσαρμόσουν τους ίδιους στις ιδέες των παιδιών, αντί να προσπαθούν να προσαρμόζουν τις ιδέες των παιδιών σε εκείνους. Σημαντικό είναι να υποστηρίζουν τη φαντασία των παιδιών, να αποδέχονται τις ασυνήθιστες ιδέες τους και να τις συζητούν μαζί τους. Οι γονείς ενδείκνυται να επιτρέπουν στα παιδιά να πειραματιστούν, χωρίς να φοβούνται την αποτυχία μέσω διάφορων υλικών, βιβλίων, παιχνιδιών (Altalib et al., 2013). Επιπλέον, η έκθεση των παιδιών σε μια ποικιλία ερεθισμάτων όπως σε διαφορετικές εμπειρίες, πολιτισμούς, ανθρώπους, θρησκείες, τρόπους σκέψης, τους επιτρέπει να διαπιστώσουν ότι υπάρχουν διαφορετικοί τρόποι να σκεφτούν ένα πρόβλημα. Τα παιδιά από μικρή ηλικία χρειάζεται να ξέρουν ότι δεν είναι πάντα απαραίτητο να έχουν τη σωστή απάντηση σε ένα πρόβλημα. Πολλές φορές, οι καινοτόμες και μοναδικές προσεγγίσεις εκτιμώνται. Το μοίρασμα των καλλιτεχνικών, επιστημονικών ή δημιουργικών έργων των γονέων με τα παιδιά τους, θα τα ενθαρρύνει να δημιουργήσουν τα δικά τους προϊόντα. Συστήνεται οι γονείς να καλλιεργούν τις αξίες της επιμονής και της υπομονής στα παιδιά τους. Μπορούν να τα ενθαρρύνουν να ολοκληρώσουν ένα έργο, βοηθώντας τα να κατανοήσουν τα δυνατά και τα αδύνατά τους σημεία (Altalib et al., 2013).
Συνεπώς, η δημιουργικότητα απαιτεί ορισμένη ακαταστασία, θόρυβο και ελευθερία, χωρίς αυστηρό έλεγχο ή χαοτικές καταστάσεις. Οι γονείς χρειάζεται να αποδέχονται τα λάθη, να ενθαρρύνουν την ανάληψη ρίσκου εκ μέρους των παιδιών και να προωθούν τη μοναδικότητά τους. Ας μην ξεχνάμε ότι πολλές νέες γνώσεις και δεξιότητες επίλυσης προβλημάτων μπορούν να αναπτυχθούν με πρωτοτυπία και διασκέδαση (Altalib et al., 2013).
Μαρία Βράιλα
Ψυχολόγος
«Η δημιουργικότητα απαιτεί να έχουμε το θάρρος να εγκαταλείψουμε βεβαιότητες» (Έριχ Φρομ).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Altalib, H., AbuSulayman, A., & Altalib, O. (2013). Parent-Child relations: A guide to raising children. In H. Altalib, A., AbuSulayman, & O. Altalib (Eds.), Fostering creativity (396-409). London: International Institute of Islamic Thought.
Guilford, J. (1950). Creativity. The American Psychologist, 9, 444-454.
Ξανθάκου, Γ. (2011). Δημιουργικότητα και καινοτομία στο σχολείο και την κοινωνία (Επιμ. Γ. Ξανθάκου, F. Mönks & Μ. Καΐλα). Αθήνα: Διάδραση.