Από τον κ. Διονύσιο Χριστόπουλο ΠΕ70
Μια φορά κι έναν καιρό ο ήλιος άπλωσε την αγκάλη του για να κλείσει ένα σκυφτό, ντροπαλό παιδί. “Σήκωσε το κεφάλι σου, παιδί μου! ” του είπε. “Τι φοβάσαι;” Τότε το παιδί έσφιξε πιο δυνατά το χέρι του. Αυτό κοκκίνισε από την πίεση. “Τι έχεις αγόρι;” το ρώτησε ο ήλιος.
¨Σπό… σπόρους” απάντησε εκείνο και ξανακατέβασε το κεφάλι. “Τι σπόρους, παιδί μου;”
“Σπόρους μαγικούς που κάνουν τις ιστορίες να ανθίζουν. Φοβάμαι να τους φυτέψω στην κακία του κόσμου γιατί ίσως μαραθούν.”
Ο ήλιος συγκινήθηκε κι ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό του. Ύστερα ένα άλλο, κι άλλο κι άλλο… Το παιδί ξαφνιάστηκε. Δεν πίστευε ότι ο ήλιος μπορεί να κλάψει. Στο χώμα της ψυχής του μικρού παιδιού γεννήθηκε η ελπίδα.
“Φύτεψε τους σπόρους, παιδί μου, στην ψυχή σου και τα δάκρυά μου θα τους ποτίσουν. Φύτεψέ τους εκεί και οι ακτίνες μου θα τους ζεστάνουν. Φύτεψέ τους και θα γίνει η ζωή πιο όμορφη”
Το παιδί ζωγράφισε ένα χαμόγελο στο πρόσωπό του. Σταμάτησε να σφίγγει τη χούφτα του και απόθεσε τους σπόρους εκεί που του είπε ο ήλιος. Διάβαζε, διάβαζε να ποτίσει τους σπόρους, έγραφε, έγραφε για να ανθίσουν.
Ο ήλιος περήφανος για το παιδί έδινε τη θέρμη του και το παιδί βουτούσεστην παλέτα των χρωμάτων το μολύβι του για να δώσει χρώμα στις ιστορίες του. Τις χτένιζε, τις φρόντιζε, τις πότιζε κι αυτές άνθιζαν όχι μόνο στις 2 του Απρίλη αλλά κάθε μέρα, κάθε στιγμή. Το μολύβι του έγινε μαγικό ραβδί που έσπερνε θαύματα στη μέρα. Ο κόσμος έγινε πιο όμορφος, γεμάτος λουλούδια και ζωή,
Σήκωσε το βλέμμα το παιδί, κοίταξε τον ήλιο κι εκείνος χαμογελώντας του έκλεισε το μάτι…