Τι γιορτάζουμε την 25η Μαρτίου…

Η 25η Μαρτίου είναι ημέρα διπλής γιορτής. Έχει εθνικό και θρησκευτικό χαρακτήρα. Είναι θρησκευτική γιορτή, γιατί γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Είναι και εθνική γιορτή, γιατί η ημέρα αυτή σηματοδοτεί την έναρξη της Επανάστασης του σκλαβωμένου ελληνικού έθνους ενάντια στην οθωμανική αυτοκρατορία.


Ευαγγελισμός της Θεοτόκου

Στις 25 Μαρτίου γιορτάζουμε τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου. Τη χαρμόσυνη είδηση που έφερε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Παναγία, ότι μέσω αυτής θα ενσαρκωθεί ο Υιός του Θεού. «Ιδού νυν ευαγγελίζομαι χαράν μεγάλην», της είπε ο Αρχάγγελος.
Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι από τις μεγαλύτερες γιορτές της Εκκλησίας μας.
Είναι μέρα χαράς και αγαλλίασης. Η Εκκλησία επιτρέπει τη βρώση ψαριών,
ακόμα και αν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου «πέσει» μέσα στη Μεγάλη Εβδομάδα. Η ημέρα αυτή είναι και ημέρα αργίας. Η παράδοση λέει ότι αυτή την ημέρα ούτε τα χελιδόνια δεν χτίζουν τις φωλιές τους.

Έναρξη της Επανάστασης

Στις 25 Μαρτίου γιορτάζουμε την έναρξη της ελληνικής Επανάστασης του 1821, που έγινε εναντίον του τουρκικού ζυγού μετά από 400 περίπου χρόνια σκλαβιάς.

Οι Έλληνες ξεσηκώθηκαν και αποφάσισαν να πολεμήσουν σκληρά για την ελευθερία τους. Ορκίστηκαν “Ελευθερία ή Θάνατος“.

Τον δρόμο για την Επανάσταση είχε ήδη ανοίξει ο Ρήγας Φεραίος με τα επαναστατικά του ποιήματα και κυρίως με τον Θούριο. Σε διπλωματικό επίπεδο η Επανάσταση ξεκίνησε από τα τέλη Φεβρουαρίου του 1821 στη μακρινή Μολδοβλαχία από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Στην Ελλάδα η εξέγερση ξεκίνησε από την Πελοπόννησο και γρήγορα εξαπλώθηκε στη Στερεά Ελλάδα κι από εκεί σε ολόκληρη τη χώρα.

Στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, στα Καλάβρυτα ο μητροπολίτης Παλαιών Πατρών Γερμανός ύψωσε το λάβαρο της Επανάστασης στις 25 Μαρτίου του 1821, δίνοντας το έναυσμα για τον απελευθερωτικό αγώνα. Η ημερομηνία επιλέχθηκε αφενός λόγω της θρησκευτικής σημασίας της και αφετέρου γιατί πίστευαν ότι την ημέρα εκείνη θα μπορούσαν να κρύψουν την έναρξη της Επανάσταση μέσα στους θρησκευτικούς πανηγυρισμούς.

Η Επανάσταση κράτησε περίπου 9 χρόνια και το 1830 ιδρύθηκε το ελληνικό κράτος.

Χιλιάδες Έλληνες πολέμησαν ηρωικά και σκοτώθηκαν στις μάχες του απελευθερωτικού αγώνα. Από τους πιο γνωστούς ήρωες της Επανάστασης είναι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Ανδρέας Μιαούλης, η Μπουμπουλίνα και πολλοί πολλοί άλλοι.

Μπορείτε να διαβάσετε ποιήματα για την 25η Μαρτίου εδώ… 25 Μαρτίου 1821

Επίσης μπορείτε να διαβάσετε κείμενα και ποιήματα της ενότητας “Χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά” του βιβλίου της Δ΄Τάξης στη διεύθυνση:   http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSDIM-D109/706/4676,21183/

Το παραμύθι της ελιάς

Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε σε μια φτωχογειτονιά ένα καλόκαρδο κορίτσι που το έλεγαν Ελιά. Κάθε μέρα η Ελιά έβλεπε τον κόσμο στη γειτονιά της να ζει φτωχός και δυστυχισμένος. Γύριζε στο σπίτι της πολύ στενοχωρημένη και σκεφτόταν τι να κάνει για να βοηθήσει όσους έχουν ανάγκη.

Ένα πρωινό αποφάσισε να προσέξει τα παιδιά της γειτόνισσας, που έμενε δίπλα της, για να πάει να δουλέψει και να μπορεί να φέρει στα παιδιά της λίγο φαΐ. Μια άλλη μέρα πήγε στη γριούλα γειτόνισσά της, που ήταν άρρωστη, της μαγείρεψε, της σκούπισε το σπίτι, τη βοήθησε να πλυθεί και να φάει. Την άλλη μέρα πάλι έβγαλε τον ανάπηρο ηλικιωμένο γείτονά της με το καρότσι του βόλτα, για να πάρει καθαρό αέρα και να χαρεί το φως της ημέρας. Τα βράδια γύριζε κατάκοπη, μα ευχαριστημένη που είχε καταφέρει να δώσει λίγη χαρά στους φτωχούς ανθρώπους.

Οι μέρες περνούσαν κι η Ελιά όσο δούλευε, τόσο αδυνάτιζε. Μα έβλεπε πως ότι κι αν έκανε, ο κόσμος ήταν πάντα φτωχός και δυστυχισμένος. Αυτό τη στενοχωρούσε πάρα πολύ κι έτσι στενοχωρημένη κάθισε στην αυλή του σπιτιού της και συλλογιζόταν: «Τι να κάνω, τι να κάνω, δεν μπορώ να βλέπω τόση δυστυχία».

Το σπουργίτι, στο οποίο κάθε μέρα έριχνε σπόρους και ψίχουλα, δεν άντεχε να τη βλέπει τόσο στενοχωρημένη και πέταξε βαθιά στο δάσος. Εκεί βρήκε την καλή νεράιδα και της είπε:
– Τρέξε, καλή Νεράιδα, η Ελιά είναι πολύ στενοχωρημένη, χλωμή κι αδύνατη.

Η καλή νεράιδα ανήσυχη έτρεξε στην αυλή της Ελιάς και τη ρώτησε:
– Τι έχεις, Ελιά μου, κι είσαι τόσο λυπημένη;

– Αχ, καλή μου Νεράιδα. Δεν μπορώ να βλέπω τόση φτώχεια και δυστυχία γύρω μου.

– Και πώς θα ήθελες να βοηθήσεις τους γείτονές σου;

Θα ήθελα να είμαι χρήσιμη. Να τους προσφέρω κάτι πολύτιμο που θα τους δώσει ζωή και χαρά.

-Το θέλεις αλήθεια τόσο πολύ;

– Και βέβαια το θέλω, δε βλέπεις πώς έλιωσα από τη στενοχώρια μου;

– Τότε μη στενοχωριέσαι, θα σε κάνω αυτό που θέλεις!

Η νεράιδα την άγγιξε με το ραβδάκι της και τσουπ… η Ελιά έγινε ένα μεγάλο δέντρο, που έβγαλε φύλλα κι άσπρα άνθη, που έγιναν ελιές πράσινες, μωβ, μαύρες. Έπεσαν στη γη τα κουκούτσια, φύτρωσαν, έγιναν δεντράκια και σχημάτισαν έναν μεγάλο ελαιώνα.

Ήρθαν οι γείτονες, μάζεψαν τις ελιές, έβγαλαν λάδι, έφαγαν, χόρτασαν, ρόδισαν τα μαγουλά τους, ζωήρεψαν κι άρχισαν να χαμογελούν και να ζουν ευτυχισμένοι. Για να ευχαριστήσουν την ελιά και να της δείξουν την αγάπη τους, πήραν το λάδι της και το έβαλαν στο καντήλι, για να θυμίζουν στην Παναγιά και στο Χριστό, την καλοσύνη της ελιάς και την αγάπη της για τον κόσμο. Κι η Παναγιά με τη σειρά της την ευλόγησε. Κι ο Χριστός κάτω απ’ την ελιά ήρθε και ξεκουράστηκε.

Κι εκείνη καμάρωνε ευχαριστημένη στη μέση στον ελαιώνα και φρόντιζε, όταν έρχονται οι άνθρωποι να τη μαζέψουν να ‘ναι γεμάτη ελιές, να χορταίνουν οι φτωχοί, και να φωτίζονται απ’ τις καντήλες όλες οι εκκλησιές.

Τα «μαρτάκια» του Μάρτη

 Ο «Μάρτης» είναι ένα παμπάλαιο έθιμο. Πιστεύεται ότι έχει τις ρίζες του στην αρχαία Ελλάδα.

Σύμφωνα με το έθιμο, την 1η του Μάρτη, οι μητέρες φορούν στον καρπό του χεριού των παιδιών τους ένα βραχιολάκι, φτιαγμένο από στριμμένη άσπρη και κόκκινη κλωστή, τον Μάρτη ή Μαρτιά, για να τα προστατεύει από τον πρώτο ήλιο της άνοιξης, που είναι ιδιαίτερα βλαβερός, σύμφωνα με τις λαϊκές δοξασίες.

Τον φτιάχνουν την τελευταία μέρα του Φλεβάρη και τον φορούν την πρώτη μέρα του Μάρτη, πριν βγουν από το σπίτι.

Σε μερικές περιοχές ο Μάρτης φοριέται στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού σαν δαχτυλίδι για να μην σκοντάφτει ο κάτοχός του.

Το βραχιολάκι αυτό το βγάζουν στο τέλος του μήνα ή το αφήνουν πάνω στις τριανταφυλλιές όταν δουν το πρώτο χελιδόνι, για να τον πάρουν τα πουλιά και να χτίσουν τη φωλιά τους ή το καίνε με το αναστάσιμο φως του Πάσχα.