Ο καημός της κοιμωμένης

2 Οκτώβριος 2008

Δεν μπορείς να θυμηθείς τι σε έφερε ως εδώ.

Κι αυτό σε θλίβει ιδιαίτερα, να ξεκινά δηλαδή μια μετοικεσία με την απόρριψη του αυτονόητου.

Άσε που η κλειστή ξύλινη πόρτα δε σου δίνει τις απαντήσεις που γυρεύεις.

Τριξίματα, σκιές και υπόκωφα μουρμουρητά

ήταν μια γλώσσα που ποτέ δεν προσπάθησες να καταλάβεις.

Γυρίζεις την πλάτη στην έξοδο

και δε λες να το πάρεις απόφαση:

τι είναι πιο πιθανό να νιώσεις εδώ μέσα; Κλειστοφοβία ή αδιαφορία;

Αυτά τα δυο καρφιά σε κρατούν στο σταυρό με αξιοπρέπεια.

Γιατί ποτέ ένα χαμηλοτάβανο δωμάτιο δεν το φώτιζαν υψηλά ιδανικά αλλά λυχνίες υψηλής κατανάλωσης. Και τώρα το ερώτημα:

είναι δυνατό να σκεφτεί κανείς ότι θα καταδεχόταν ποτέ μια πριγκίπισσα να ζεσταθεί με τη βοήθεια μιας ηλεκτρικής σόμπας;

Λες γι?  αυτό να έκλεισε για πάντα τα μάτια στο βέβηλο φως και την αδημονία;

Τυλιγμένη με τις ξεφτισμένες κουρτίνες και την ξεκοιλιασμένη κουνουπιέρα,

προφυλαγμένη από την έκρηξη των παιδιών της γειτονιάς και το υπόδουλο φτάρνισμα της καμπάνας της ενορίας,

βαλσαμωμένη με το λιωμένο δωρικό σίδερο,

σχεδόν ξεγραμμένη μέχρι νεοτέρας.

Γιατί η ομορφιά ποτέ δεν ήταν πιο εκτυφλωτική από την ανάγκη.

Πέρσι του Αϊ-Γιαννιού ακολουθούσες με το μολύβι τη διαδρομή ενός ποταμού

που επέμενες ότι δεν υπήρξε ποτέ, εκτός από έναν παλιό χάρτη.

Και καθώς γύριζες την υδρόγειο,

το μόνο που γνώριζες, ήταν το σφύριγμα από το στραβωμένο άξονα

και τα ταξίδια που τόλμησες κάποτε να υποσχεθείς στον εαυτό σου.

Γιατί οι υποσχέσεις είναι σαν τα αποδημητικά πουλιά:

πάντα έβρισκαν το δρόμο να επιστρέψουν.

Τις κρύες νύχτες του χειμώνα η φάτνη υπήρχε μόνο για να ζεσταίνεις τα πόδια σου κάτω από τις κουβέρτες,

μέχρι τα καλοκαίρια με το φεγγάρι να θαμπώνεται από το σχήμα του κορμιού σου,

ζωγραφισμένο πάνω στα τσαλακωμένα σεντόνια με ιδρώτα και αϋπνίες.

Το πίστευες βαθιά: «όσο πιο πολύ κρατήσεις το φυλαχτό που σου έδωσε,

τόσο πιο λίγο θα τη θυμάσαι».

Επειδή δεν είναι η μνήμη που θα σε κρατήσει ζωντανό

ούτε η σεμνότητα που θα σε φέρει πίσω, ώστε να προσκυνήσεις,

αλλά η απορία που δε βρίσκει απόκριση:

«τι τέλος πάντων ήταν αυτό που σε γέννησε;»

Η Παναγία βρίσκεται πάντα εκεί, όπως την άφησες.

Στη γωνία που ποτέ δεν είδε τον ήλιο,

μέσα στην υγρασία και το μεγαλείο της αυταπάτης,

αγκαλιά με το μωρό,

με ένα βλέμμα γεμάτο υπομονή και περιφρόνηση.

Τελικά, πόσο μονότονη πρέπει να είναι η υπομονή, ώστε να έχει αποτέλεσμα;

Και πόσο αλαζονική η περιφρόνηση, ώστε να ξυπνήσει την αμφιβολία;

Κάθε βράδυ το καντήλι σου έκαιγε το είδωλο της ολόγυμνης κόρης που λουζόταν στα κρύα νερά της απόγνωσης.

Γιατί η φιλοδοξία σου ήταν σαν το κυπαρίσσι: δεν ήξερε να λυγίζει

και όταν έσπασε, ήταν πια αργά, για να μάθει πόσο ζυγίζει η τύψη,

όταν κερδίζεις το δικαίωμα να απομείνεις μονάχος

και όταν η μετάνοια μοιάζει με λυμένο κεφαλομάντιλο

κόρης, έτοιμης

να μοιραστεί για πρώτη και τελευταία φορά τον ύπνο της με τη νιότη.

Καταλήγεις πως θέλεις χιλιάδες χρόνια ακόμα, για να σκαλίσεις στην πέτρα τα σκαλοπάτια της επίγνωσης.

Θυμάσαι που γέμιζες τα μαξιλάρια με αναμνήσεις, ελαφριές σαν πούπουλα.

Γιατί θέλει τόλμη να ονειρεύεσαι μέσα σε ένα ξυλοτάβανο δωμάτιο, όπως αυτό,

με τις σανίδες να τρίζουν σαν την πλώρη της Παράλου

και τα ποντίκια να ροκανίζουν τον ύπνο, το χάδι, την προσμονή.

Κάτω από το παλιό εικονοστάσι κρέμονται οι εικοσιτέσσερις ραψωδίες της εφηβείας και οι σχολικές κορδέλες που φορούσαν τα κορίτσια στα μαλλιά.

Και ανάμεσα στα εικονίσματα και τον ξύλινο σταυρό,

στρωμένο με φροντίδα σαν πασχαλινό τραπεζομάντιλο,

το ματωμένο λευκό πουκάμισο.

Από το στενό παράθυρο η θέα είναι θολή. Όλα ταιριάζουν στην ομίχλη.

Είναι και κουτσή. Το άλλο μισό το κρύβει η καπνοδόχος.

Κάποτε μέσα της χωρούσαν όλα τα τρελά πουλιά της άνοιξης των αρωμάτων.

Κι αργότερα, τον καιρό της αποδημίας, γινόταν τηλεσκόπιο για το ταξίδι στις νέες χώρες.

Τώρα μονάχα ένας κατασκουριασμένος συρμάτινος κόμπος δένει την παρουσία της με τη θλιβερή καταξίωση.

Όσο αντέχει τούτο το δέσιμο, δεν κινδυνεύει να λιώσει η σειρά με τις κούκλες, το κέρινο βασίλειο, στο πάνω πάνω ράφι.

Με ξεκούρδιστο λαιμό, με τα πόδια ανασηκωμένα ως τις μύτες και το χέρι σχεδόν ξεκούμπωτο από την εμμονή πάσχιζες να αγγίξεις το δέντρο του καλού και του κακού.

Την ώρα που πρόστυχα πασπατεύεις την κούκλινη υπόσχεση,

ανάμεσα στην καυτή επιθυμία και το παγερό χούφτιασμα,

διαλέγεις να κρατήσεις τη λαχτάρα του Οδυσσέα.

Και το ομοίωμα εκείνου του γερασμένου κόσμου μπαίνει ξανά με ευλάβεια

στο πάνω πάνω ράφι.

«Η μοναξιά δεν κρατά σημειώσεις· η απελπισία το κάνει».

Κουρασμένο καθρεφτίζεται απόψε το φεγγάρι στα δακρυσμένα σου μάγουλα.

Τι γυρεύεις μέσα σε ένα παλιό παιδικό δωμάτιο

με τον κουμπαρά να μη θυμάται πια τι πάει να πει κέρμα

και τα σκεπάσματα να υποφέρουν από τη διπλωμένη αμνησία της σιδερωμένης τακτοποίησης;

Απαγχονισμένα σε επάλληλα ικριώματα τα μικροσκοπικά ρουχαλάκια,

αφιερωμένα στον ασπρόμαυρο πυρετό και την ευλογία της ναφθαλίνης.

Έχουν πειστεί ότι χωρίς φως, χωρίς έξοδο δεν υπάρχει λόγος να πιστέψουν σε μια δεύτερη ανάσταση, μακριά από το σκοτεινό κελί τους.

Μέχρι και οι παντόφλες κοιτούν την ανατολή,

ίσως από συνήθεια,

ίσως κι από υποταγή σε μια τυφλή διαταγή που τις κρατά εκεί, χρόνια τώρα, στο ίδιο σημείο, ζυγισμένες, στοιχισμένες, με τη βεβαιότητα της ένστολης αχρηστίας.

Ένας ασβεστωμένος μαντρότοιχος σήκωσε το βάρος για όσα απαρνήθηκες,

προτού ο φόβος ανακατευτεί με το χνώτο σου για τρίτη φορά.

Ωραία κοιμωμένη, άραγε, γιατί σε φαντάστηκε γυναίκα;

Βραδινή προσευχή

2 Οκτώβριος 2008

Θέλω απόψε, μπαμπά, να μου πεις ένα παραμύθι απ?  αυτά που ξέρεις

πως με κάνουν να κοιμάμαι ήσυχα τα βράδια.

Θα είναι σαν να γράφω γράμμα σε μιαν άγνωστη αρετή που θα με κάνει καλύτερο άνθρωπο. Γιατί ?  δεν ξέρω αν συμφωνείς ? τα παιδιά έχουν ανάγκη

από ένα φίλο γεννημένο το Νοέμβριο μήνα, ντυμένο με πανοπλία αρχαίου πολεμιστή και νοσταλγία παλιού ποδηλάτου.

Θα ξεστρώσω το κρεβάτι μου για να σου κάνω χώρο. Θέλω να ξαπλώσεις δίπλα μου, όπως τότε που κύλησες πάνω στο γρασίδι και ωρίμασες ανάμεσα σε πλαστικές περγαμηνές και ψηφιακή αρρυθμία. Στην αγκαλιά μου θα κρατώ

το ξεσαμάρωτο γαϊδουράκι που έχω από το πανηγύρι με τα πολλά φώτα, τους λουκουμάδες και την εικόνα της Παναγίας στα σκαλοπάτια.

Να με κρατάς συνεχώς αγκαλιά. Έτσι κι αλλιώς την αγάπη δεν τη χορταίνεις.

Τη ζηλεύεις,

γιατί είναι πάντα πιο μεγάλη απ?  όσο τη μέτρησες.

Ελπίζω να μη σε ενοχλούν τα λερωμένα εσώρουχα και οι ζωγραφιές.

Είναι γεμάτο το πάτωμα, το ξέρω. Αλλά με κάποιο τρόπο πρέπει κι εγώ

να σου δείξω ότι υπάρχει λόγος σοβαρός που με έφερες στον κόσμο.

Γι?  αυτό επέλεξα να σου κάνω έκπληξη μεταξύ ξηράς και εφηβείας. Άλλωστε το απρόσιτο δεν ήταν πάντα και ενδιαφέρον.

Στο παραμύθι σου θέλω να μιλάς για όσα δεν μπόρεσες να κάνεις,

έτσι που να μοιάζει το ταβάνι με δρόμο που πάντα συνεχίζει. Μίλα μου σιωπηλά και χάιδεψέ μου το μέτωπο. Ίσως έτσι γλιστρήσει ο πυρετός και η παλάμη σου σηκώσει την παλέτα του νυχτερινού εφιάλτη. Και επειδή χαρίστηκα στην ευαισθησία,

αν τύχει και συγκινηθώ, ξέπλυνε με τα δάκρυα τις τύψεις για τις σπασμένες

σαπουνόφουσκες και τους κλεμμένους βώλους,

που αν και ποτέ δε συγκράτησα στις μικροσκοπικές μου χούφτες,

ωστόσο μου δίδαξαν ότι ο κόσμος και το φιλότιμο των ανασκαφών είναι σαν τα σουσαμένια, στρογγυλά κουλούρια.

Κάνε τους ήρωες να τα έχουν όλα. Και βάλ?  τους να χαμογελούν με φόντο πολύχρωμα, φωτιζόμενα ψέματα, περήφανους για τη θριαμβική εξέλιξη μιας παιδικής επιθυμίας κι όμως ανυποψίαστους που αυτή έγινε σαν το δράκο του Αϊ-Γιώργη

που θέλει

να τους κατασπαράξει. Γιατί κυκλοφορεί μέσα στα εστιατόρια και τις ταβέρνες,

μέσα στα ζαχαροπλαστεία και τα αρτοποιεία,

μέσα στα καφενεία και τα ουζερί,

ανενόχλητη η αφέντρα του κόσμου με πορτοκαλί ξεφούσκωτο νάιλον,

η πρώτη και τελευταία αιτία της πίστης: η πείνα.

Εγώ θα αναπνέω στο ρυθμό της απόγνωσης για ένα ευτυχισμένο τέλος, με μια χαμογελαστή πριγκίπισσα πάνω σε πουπουλένια μαξιλάρια και πελώριους καθρέφτες.

Πάντα μου άρεσαν οι καθρέφτες. Γιατί δε δείχνουν ό,τι αρνηθήκαμε αλλά όσα θα θέλαμε να μη μας απαρνηθούν ποτέ.

Μόλις αποκοιμηθώ, κοίτα μη με ξυπνήσεις και πατώντας στις μύτες των ποδιών σβήσε το φως και κλείσε την πόρτα. Άσε με να πιστέψω σε ένα χρησμό.

Το έχω ανάγκη αυτό, όσο δε φαντάζεσαι. Γιατί η αξία σου είναι

σαν τη γιορτή σου που, όπως λες, δεν τη βρίσκεις σε κανένα ημερολόγιο.

Κι άσε με να ονειρευτώ ότι δε θα μεγαλώσω ποτέ,

όπως ήθελε η νονά μου που ούτε στιγμή δεν τη χώνεψα, γιατί με βάφτισε μέσα σε ξερά φασόλια και το μόνο δώρο που της κληρονόμησα, ήταν η πελώρια μαύρη ομπρέλα στην κηδεία της,

που με έκρυβε από τη βροχή.

Και να ?ξερε πόσο μου αρέσει η βροχή.

Θέλω απόψε, μπαμπά, να ξαγρυπνήσεις λιγάκι για μένα. Θαρρώ πως μου χρωστάς

λίγη από την υπόσχεση αυτού του κόσμου, πασπαλισμένη με ζάχαρη άχνη,

νεραϊδόχορτο και ξεχαρβαλωμένες κούκλες.

Ξεκίνα εσύ το παραμύθι σου και άσε με εμένα να κρεμιέμαι στην κούνια από κλωστή κεντήματος που φτιάξαμε μαζί: τι είναι πιο εύκολο να χαθεί;

Ένα φύλλο που αφήνει το δέντρο

ή μια ψυχή που αφήνει τον κόσμο;

Καληνύχτα, μπαμπά. Στα παραμύθια ποτέ δε σε συνάντησα.

Το λαχείο

2 Οκτώβριος 2008

Οι μπόμπιρες της γειτονιάς σου κρέμασαν λοφίο,

γιατί ήθελες να νιώθεις του κόσμου ο αφρός,

από τη μέρα που?  πιασες το κρατικό λαχείο,

θαρρώ πως παραστράτησε η σκούφια σου ελαφρώς.

 

Ένας χοντρός με κουστουμιά δίπλα σου ξεροβήχει

και σαν τον Καίσαρ δίψασες να πάρεις και νησί.

Ξέχασες πόσο πρόστυχα σου φέρεται η τύχη

που απ?  τις δύο όψεις της δε δίνει ούτε μισή.

 

Η δική σου η ζωή μοιάζει με εφηβεία:

ψώνια, σπυράκια στη σειρά και σκόρπιες σημειώσεις.

Για τα λεφτά ξεπούλησες την πρώτη σου συμβία.

Εσύ, στη θέση του κριτή, αντέχεις ν?  αθωώσεις;

 

Γουστάρεις αξιώματα και ρίχνεις στο ψαχνό

σαν κρύος επιβήτορας μιας νόθας κατοικίας,

μα η ορμή σου χώρεσε σε χάρτινο λαχνό

κι όχι σε στέπες αχανείς μιας νέας αποικίας.

 

«Θέλω, παίρνω, τρώω», τον κακό σου τον καιρό!

Τα κέρδη σε ρημάξανε μιας τυχερής πεντάδας.

Κατάφερες κι εσύ μια τρύπα στο νερό

και αξιώθηκες νωρίς λευκής, ψηλής λαμπάδας.

Χριστούγεννα

2 Οκτώβριος 2008

Άρχισε ήδη από νωρίς να πέφτει η πρώτη πάχνη

και πίσω απ? την τεράστια και φωτισμένη φάτνη,

δυο μέτρα από την αγκαλιά της ξαπλωτής Μαρίας,

έγειρε ν? αποκοιμηθεί ένας μικρός παρίας.

 

Φαντάστηκε πως τάχα με μία ομορφούλα

χαιρότανε τα κάστανα και μία γαλοπούλα.

Της χάρισε υποσχέσεις και όλο θαλπωρή,

της είπε πως γι?  αυτήν τα πάντα τα μπορεί.

 

Στολίσανε το δέντρο με μπάλες και γιρλάντες

και κοιμηθήκαν αγκαλιά ακούγοντας μπαλάντες.

Και δώρα μέσα σε κουτιά φωτίζαν τα φωτάκια:

αρώματα, χρυσαφικά και σέξι κιλοτάκια.

 

Απέξω πιτσιρίκια τραγούδαγαν τα κάλαντα,

με θράσος κυνηγούσαν τα ασημένια τάλαντα.

Μέχρι κι η φυσαρμόνικα ήτανε πλαστική

και η κλεφτή ματιά τους σαν χέλι ελαστική.

 

Κακόμοιρε παρία, σε κρύψαν τα κασόνια

που σου πετάξανε σωρό απ?  τα πολλά τα ψώνια.

Τι να σου κάνει ένας γυμνός, νιογέννητος Μεσσίας,

όταν για σένα αλλιώς προφήτευε ο γέρος Τειρεσίας;

Βραδινός απόπλους

2 Οκτώβριος 2008

Εύκολα και ανώδυνα το χνότο σου ρεζίλεψες

κι η αντοχή σου λύγισε στον πρώτο τον τριγμό.

Ποιο απ?  τα δύο έχασες, κυνήγησες και ζήλεψες;

Του Έκτορα τη δόξα ή του Πριάμου τον καημό;

 

Το λυχνάρι της οργής τρεμοσβήνει πάλι

και μια βροχή δειλή τον κόσμο σου πλημμύρισε.

Ήτανε τόσο φτωχά τα γυμνά σου κάλλη

που βρώμα αντί για ευωδιά στην αυλή σου μύρισε.

 

Ξύσε, σβήσε την ντροπή με την παλιά σου γόμα.

Όσο κι αν κρύψεις την πληγή, όσο κι αν συγυρίσεις,

σφραγίδα αξεθώριαστη από νερό και χώμα

θα σου καρφώσουν στα μαλλιά, την πλάτη σα γυρίσεις.

 

Καταιγίδα σκοτεινή το μυαλό συνεπαίρνει.

Ανάθεμα στη σιγουριά για το μεγάλο μίσος!

Το γράμμα «μ» σκύβει ξανά και μυστικά σου παίρνει

και βλέπεις ανορθόγραφο ένα κρυμμένο «ίσως».

 

Το πρώτο σου ταξίδι ποτέ να μην προδώσεις,

νεράιδα του δάσους, γοργόνα ματιασμένη.

Κι απόψε στην προβλήτα ποια προσευχή θα δώσεις;

Καλό ταξίδι στα νερά, αγάπη μουδιασμένη.

Ιούδας

2 Οκτώβριος 2008

Δε σε φοβίζει η άγνωστη φωνή της αμαρτίας;

Έτσι κι αλλιώς στις σκοτεινές σπηλιές κοιμούνται τα διαμάντια.

Θυμήσου τη συγκομιδή της πλήρους απαρτίας:

μια σκουριασμένη προσμονή σε δυο σκισμένα γάντια.

 

Σοβάτισε τη μνήμη σου με μια αποφράδα σκόνη

για να σου μείνει στην ποδιά ένα σφαγμένο χρέος

κι αν μία γέρικη συκιά το βάρος σου σηκώνει,

θυμήσου πως στα νιάτα σου βαφτίστηκες ωραίος.

 

Ορκίσου σε ό,τι καλύτερο κουβάλησες ποτέ σου,

μιαν άγνωστη αμαρτωλή προσκύνησες οσία,

στη χάρτινη καρέκλα σου κάθισε και βολέψου,

σε κήρυξαν ανυπότακτο στην πρώτη ορκωμοσία.

 

Το ψωμί που ζύμωσες με χολή και ξύδι

σκότωσε τη δίψα σου κάποιο μεσημέρι,

τότε που φαρμάκωσες ένα πελώριο φίδι

γιατί ένα ξύλο σταυρωτό σε πήγε σ?  άλλα μέρη.

 

Κράτησε δυο βότσαλα και πέτα τα κλειδιά σου.

Την Εύα δεν επέτρεψαν να τη φωνάζουν Εύη.

Μη σκέφτεσαι τα αστέρια που θα αφήσεις στα παιδιά σου,

σ?  αυτό τον κόσμο μονάχα η αγάπη μπορεί και ταξιδεύει.

 

Γρήγορα λησμόνησες τα λόγια κάποιου γέροντα

όταν κοκορευόσουνα πως ρίχνεις καθεστώτα:

«Η τρομερή σου δύναμη είναι χρόνου Μέλλοντα

και η κρυφή σου ασθένεια χρόνου Ενεστώτα».

Ο φάρος

2 Οκτώβριος 2008

Το φανάρι τρεμοσβήνει

στο βυθό της προσμονής

κι η ανάσα σου προδίνει

πως δε σ?  άκουσε κανείς.

 

Το ταξίδι περιμένεις

που σε πάει μακριά

σαν κουβάρι της ανέμης

που κλωτσάει μια γριά.

 

Φωτεινή μου σημαδούρα

καθρεφτίσου στα νερά,

του μυαλού μου ανεμοδούρα

ρίξ?  την άγκυρα γερά.

 

Τρίγωνη διαίσθηση

κρατά το στόμα σου κλειστό,

το όνειρό σου μια παραίσθηση,

θα το φτύσεις και θα πεις ευχαριστώ.

 

Κουβαλάς την κατάρα

μιας παλιάς ευλογίας.

Με τριήρεις και κάρα

σε κηδεύει ο Δίας.

 

Με την Κίρκη πάλεψε

που φιλά κουτοπόνηρα.

Το πεπρωμένο διάλεξε

να βουλιάζει στα όνειρα.

 

Δε θα ξεφύγεις και τι κρίμα,

είσαι μονάχα ένας φάρος,

ο καιρός σε πάει πρίμα,

μα το φως σου τρέμει από το βάρος.

Αναχώρηση

2 Οκτώβριος 2008

Ζύγισες τη μέρα που θέλεις να ξημερώσει

γιατί έμαθες πως μόνο στα όνειρα δεν πρέπει να λες: «εγώ σας πετώ».

Τις οφειλές που κληρονόμησες κανείς δε θα πληρώσει,

κατάφερες και στρίμωξες τα θέλω σου σε ένα κουρασμένο «απαιτώ».

 

Κούρδισες όπως έπρεπε τα πιο βαθιά σου αισθήματα,

ώσπου φίλιωσε ο θάνατος με τη σκιά κάποιας απελπισίας

κι έτσι αποφάσισες να βγάζεις το ψωμί σου γράφοντας ποιήματα,

για να καταλήξει ο Οιδίποδας ένας ακόμη γραφικός αντιρρησίας.

 

Σου προξένεψαν το σόι με την πιο απρόσμενη θυσία.

Είναι τυχαίο που τα πιο σπουδαία νοήματα χωρούν μέσα στην πιο μικρή αλήθεια;

Δυο χίμαιρες πεθύμησες, τη βολή σου και την αχώνευτη εξουσία.

Ήταν αιώρα αυταπάτης μια περιστρεφόμενη καρέκλα πάνω σε δυο μεγάλα στήθια.

 

Χαμογελάς γιατί πήρες περισσότερα από όσα έδωσες.

Την εφήμερη πίστη σου ποιος χρησμός θα μπορέσει να αλλάξει;

Έσμιξες την προδοσία με το φιλί και τη χαρακιά σου σε ουλή την ένωσες.

Δεν είσαι εσύ κάτω από τον ήλιο και κανείς δε θα κινήσει να σε ψάξει;

 

Προσάραξε το καράβι σου στα ανοιχτά της αμφιβολίας.

Μήπως άραγε γι?  αυτό την κρίση του καθρέφτη αποφεύγεις;

Τι σε τάισαν οι ευνούχοι σου και ψήνεσαι σαν οβελίας;

Λοιπόν, μιας και δεν αναστήθηκες ποτέ, καλύτερα να φεύγεις.

2 Οκτώβριος 2008

Η ζωή είναι άδικη

Γι? αυτό δεν είναι ποτέ αρκετή

Πώς να μοιραστώ μαζί σου τη ζωή μου όλη

Όταν δε με αφήνεις να μοιραστώ κάτι τόσο απλό όσο η αναπνοή

Τη σκέψη

Η ευτυχία ποτέ δεν έκανε θόρυβο φεύγοντας

Μα τίποτα δε σε καθηλώνει τόσο όσο η απουσία

Γιατί η απώλεια τότε βαραίνει περισσότερο

Στην επόμενη χαρά

Πόσο βαρύ μερίδιο σήκωσες από τα θέλω σου

Τελικά στη ζωή σου το μόνο που κατάφερες ήταν να πιάσεις χώρο σε ένα στενό δωμάτιο

Λες γι? αυτό και οι Κυριακές να φτιάχτηκαν μονάχα ή για να πας βόλτα ή για να πεθάνεις

Γιατί πάντα σου ταίριαζε ή το ταξίδι ή η μελαγχολία

Μια Κυριακή λοιπόν κι εγώ θα σε φιλήσω σταυρωτά

Για να σου πω αντίο

2 Οκτώβριος 2008

Ο θάνατος είναι δωρεάν

Δεν έχει εισιτήριο

Με όρισε το μήπως και το αν

Για να μου παίξεις ένα πένθιμο εμβατήριο

Μονάχα γι? αυτό σε γνώρισα

Της ζωής μου αυτοκρατόρισσα

 

Τέτοια κληρονομιά

Δεν μπορώ να τη βαστήξω

Θα μου? ρθει λιποθυμιά

Σαν το μυαλό μου στύψω

 

Θα σου τραγουδήσω

Μονάχα μια φορά

Τι κι αν σε εμποδίσω

Η ανάγκη πια δε σε χωρά

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση