SurveyofGreekPhilosophyΗ συνάδελφος Χρυσούλα Μητσοπούλου για το μάθημα της φιλοσοφίας:

«Η προϊούσα κατεδάφιση του  δημόσιου σχολείου έχει βεβαίως αντίκτυπο και  στις  εργασιακές σχέσεις των εκπαιδευτικών. Πέρα από τα μείζονα εδώ, μια επιμέρους πλευρά  του προβλήματος είναι ότι  έχει πλέον γίνει καθεστώς το άγχος της «συμπλήρωσης ωραρίου» σε ένα σχολείο.

Συνέπεια  αυτής της κατάστασης, αλλά, δυστυχώς,  και δείκτης της κυρίαρχης  στάσης των εκπαιδευτικών απέναντι σε αυτή την  κατάσταση,  είναι ότι έχουν ξεσπάσει μικροί εμφύλιοι περί των λεγόμενων «αναθέσεων» των μαθημάτων  –ποιος διδάσκει τι.

Μέσα σε ένα τέτοιο σκηνικό, είναι προφανές ότι δεν πρυτανεύουν  οι παιδαγωγικές και επιστημολογικές σκέψεις περί του θέματος. Στους εκπαιδευτικούς,  η πλέον υψηλή, θεωρητικά,  επιχειρηματολογία περιστρέφεται γύρω από το  «πόσες ώρες  διδάχτηκες το τάδε αντικείμενο στο  Πανεπιστήμιο». Στους δε ιθύνοντες, ο  τραγέλαφος  που ζήσαμε,   να αλλάζουν διαρκώς οι αποφάσεις περί  αναθέσεων, μαρτυρά, εκτός από τη γνωστή  ασύγνωστη προχειρότητα,  το πόσο γρήγορα μπορεί να ανατρέπεται ο  συσχετισμός δυνάμεων ανάμεσα στα διάφορα «λόμπι» των επιστημονικών σωματείων των διαφόρων «ειδικοτήτων».

Στον δημόσιο λόγο,  αν έχει γίνει κάτι γνωστό από όλα αυτά, αφορά  το τόσο πολυσυζητημένο γενικότερα  μάθημα της ιστορίας. Κανείς δεν έχει ασχοληθεί, ωστόσο, με το  μάθημα της φιλοσοφίας,  και το ότι έχει ανατεθεί δευτερευόντως στους θεολόγους, ενώ πιο πριν «το είχαν» μόνο οι  φιλόλογοι.

Η  διδασκαλία της φιλοσοφίας στο σχολείο  είναι βεβαίως ένα μεγάλο θέμα, που ποτέ ουσιαστικά δεν συζητήθηκε. Και είναι γεγονός ότι η συζήτηση αυτή   θα έπρεπε, μεταξύ  άλλων,  να αμφισβητήσει την αποκλειστική -εκτός των ευάριθμων  αποφοίτων του ΜΙΘΕ- ανάθεση της φιλοσοφίας  στους  φιλολόγους (άλλο μεγάλο θέμα   προς συζήτηση ο σχολικός «φιλόλογος», αυτός ο ψευδο-παντογνώστης).  Αν μη τι άλλο, στο «λίκνο της φιλοσοφίας» θα πρέπει κάποτε να θυμηθούμε   ότι οι πρώτοι φιλόσοφοι ήταν «φυσικοί φιλόσοφοι».

Αλλά μια τέτοια συζήτηση   θα έπρεπε πλέον να έχει λυμένο  ένα στοιχειώδες  ζήτημα:  πως ό,τι κι αν είναι η  φιλοσοφία –μέγα φιλοσοφικό θέμα το ίδιο- πάντως αυτή εξ ορισμού δεν μπορεί να είναι «θεραπαινίδα της θεολογίας», όπως ήταν στον  Μεσαίωνα. Και ακόμα κάτι,  αν όχι εξίσου στοιχειώδες,  πάντως συνάδον με το προηγούμενο:  τη φιλοσοφία  μπορεί να τη θεραπεύει, και να τη διδάσκει, ο οιοσδήποτε –εξάλλου είναι ο πλέον «δημοκρατικός» κλάδος- αλλά όχι με τη  σφραγίδα του «θεολόγου» .

Μια έστω και επεισοδιακή γνώση  της ιστορίας της φιλοσοφίας, όπως και η, έστω και στοιχειώδης,  κατανόηση του τι εστί φιλοσοφία, δείχνει ότι τα παραπάνω κάθε άλλο παρά σημαίνουν  ότι τη φιλοσοφία πρέπει να τη διδάσκει κάποιος άθρησκος ή άθεος.  Θα αρκούσε η παραπομπή στον Καντ για να φανεί πόσο λίγο πιστός στη φιλοσοφία   είναι όποιος  θα ζητούσε τέτοια διαπιστευτήρια. Αυτό όμως πόρρω απέχει του να διδάσκεται η φιλοσοφία από κάποιον που το αντικείμενό του έγκειται στην περιφρούρηση της πίστης αυτής καθεαυτήν.

Θα πει κανείς: Για το  άγχος συγκεκριμένων ανθρώπων  να συμπληρώσουν ωράριο, όλα αυτά δεν ακούγονται «φιλοσοφίες»;

 Μα,  για τη φιλοσοφία δεν συζητάμε; Αυτή πρωτίστως  δεν μας μαθαίνει να διακρίνουμε το  συγκεκριμένο από το αφηρημένο, το προσωπικό από το θεσμικό;  Είναι άλλο θέμα εάν θα μπορούσε κατά περίπτωση να διδάξει το μάθημα, με απόφαση του συλλόγου διδασκόντων, ένας θεολόγος, και άλλο θέμα η θεσμική επισημότητα που περιβάλλει την κίνηση,  όταν  ανοίγει το μάθημα και σε άλλες «ειδικότητες», η πρώτη εξ αυτών να είναι εκείνη  των θεολόγων.

Θα πει ένας άλλος: μήπως υπερ-θεωρητικοποιούμε ένα πολύ πιο απλό και πρακτικό ζήτημα; Απλώς φαίνεται κι εδώ  η ισχύς εντός της εκπαίδευσης του λόμπι των θεολόγων, και εν τέλει της Εκκλησίας.

Ακριβώς για την ισχύ αυτή μιλάμε, και για το ότι πρέπει κάποτε να την  αντιμετωπίσουμε περισσότερο συστηματικά, τουλάχιστον όσοι  υπερασπιζόμαστε τις αρχές εκείνης της φιλοσοφίας που συνδέθηκε με τη Γαλλική  επανάσταση,  δηλαδή της φιλοσοφίας του Διαφωτισμού. Αλλά,  αν θέλουμε να την  αντιμετωπίσουμε, θα πρέπει  οπωσδήποτε να δούμε και τις θεωρητικές παραμέτρους της. Το ότι δεν σκέφτηκε ποτέ κανείς, αντιστρόφως,  να αναθέσει ως  το μάθημα της θεολογίας και σε έναν φιλόλογο ή σε έναν  φυσικό δεν είναι μόνο ζήτημα ισχύος των διαφόρων εκπαιδευτικών «λόμπι», ούτε μόνο απόρροια  του γεγονότος  ότι οι θεολόγοι έχουν σχετικά λίγες ώρες στο σχολείο.  Είναι πάνω απ’όλα απόρροια της περιφρούρησης της αυτονομίας της θεολογίας, για την οποία οι θεράποντές της επαγρυπνούν. Το ερώτημα είναι: γιατί δεν κάνουν το ίδιο όσοι  ενδιαφέρονται για την αυτονομία της φιλοσοφίας, δηλαδή ένα θεμέλιο του λεγόμενου «νεωτερικού» κόσμου; «

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων