Κλίμακα Παιδικής Κατάθλιψης (Children Depression Inventory – CDI)

Η διάγνωση της παιδικής κατάθλιψης χρειάζεται χρόνο και την χρήση κατάλληλα διαμορφωμένων ψυχομετρικών εργαλείων. Οι επιστήμονες χρειάζεται να έχουν στην διάθεσή τους το ατομικό ιστορικό συμπτωμάτων και κρίσεων του παιδιού, το οικογενειακό ιστορικό και υπόβαθρο, να εξετάσουν τα σωματικά συμπτώματα, να παρατηρήσουν τη συμπεριφορά του παιδιού και να συζητήσουν με τους γονείς (Willis, 1996). Ένα από τα πιο διαδεδομένα ψυχομετρικά εργαλεία για την διάγνωση της παιδικής κατάθλιψης είναι το Ερωτηματολόγιο Παιδικής Κατάθλιψης (CDI: Children ’s Depression Inventory) (Kovacs, 1981).

 

 

Ιστορική αναδρομή

 

Η Κλίμακα Παιδική Κατάθλιψης κατασκευάστηκε με βάση το Ερωτηματολόγιο Κατάθλιψης του Beck, το οποίο όμως απευθυνόταν αποκλειστικά σε ενήλικες. Η κλινική αξιολόγηση της κατάθλιψης στο ερωτηματολόγιο του Beck στηρίζεται στις απαντήσεις αυτοαξιολόγησης των ενηλικών σε 21 ερωτήσεις (Beck, 1967).Η Maria Kovacs ξεκίνησε την κατασκευή του το 1975 για να καλυφθεί η ανάγκη διάγνωσης και αξιολόγησης της κατάθλιψης σε παιδιά και εφήβους, με ομάδες παιδιών που είχαν διαγνωστεί ότι έπασχαν από κατάθλιψη και παιδιά που δεν είχαν κάποια ψυχική διαταραχή. Χρησιμοποιήθηκαν οι 20 από τις 21 ερωτήσεις του ερωτηματολογίου του Beck, καθώς η 21η ερώτηση αφορούσε σε σεξουαλικό περιεχόμενο και αντικαταστάθηκε από μια ερώτηση περί της μοναξιάς που αισθάνονταν τα παιδιά που συμμετείχαν στην έρευνα. Επίσης, χρησιμοποιήθηκαν πέντε ερωτήματα για τη σχολική επίδοση και ένταξη (Kovacs Μ. &. Beck A.T., 1977). To 1976 και το 1977 έγιναν δύο αναθεωρήσεις με αντικατάσταση κάποιων ερωτήσεων και την προσθήκη τριών επιλογών ως απάντηση σε κάθε ερώτημα. Ταυτόχρονα γίνεται προσπάθεια να ελέγχονται η εγκυρότητα και η αξιοπιστία του ερωτηματολογίου (Γρηγοριάδου, 1999). Η τελική έκδοση του CDI έγινε τον Αύγουστο του 1979 (Kovacs, 2004).

Η προσαρμογή του ερωτηματολογίου στα ελληνικά έγινε από τους Κλεφταρά και Διδασκάλου και εφαρμόστηκε σε μαθητές δημοτικού (Kleftaras, G., & Didaskalou, E., 2006; Σταλίκας και συν., 2012).

 

Περιγραφή

 

Η κλίμακα παιδικής κατάθλιψης είναι ένα ψυχομετρικό εργαλείο αυτοαναφοράς και αυτοαξιολόγησης και απευθύνεται σε παιδιά ηλικίας από 7 έως 17 ετών. Είναι ένα ευρέως διαδεδομένο, έγκυρο, αξιόπιστο εργαλείο το οποίο μπορεί να χορηγηθεί τόσο ατομικά όσο και ομαδικά (Σταλίκας, Α., Τριλίβα, Σ., & Ρούσση, Π., 2012). Η χρήση του γίνεται με σκοπό να γίνει διερεύνηση, μέτρηση και αξιολόγηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων όπως καταθλιπτική διάθεση, ανηδονία, απαισιοδοξία, διαταραχές ύπνου, ανορεξία ή βουλιμία, αρνητική αυτοεικόνα και προβλήματα κοινωνικών σχέσεων, που παρουσιάζει ένα παιδί ή ένας έφηβος (Σταλίκας, Α., Τριλίβα, Σ., & Ρούσση, Π., 2012; Γρηγοριάδου, 1999).

Η χρήση του είναι εύκολη ακόμα και από παιδιά που δεν έχουν κατακτήσει πλήρως το μηχανισμό ανάγνωσης (Γρηγοριάδου, 1999). Το CDI έχει σχεδιαστεί ώστε να μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως ψυχοδιαγνωστικό εργαλείο επιπέδου Β σε διάφορα περιβάλλοντα όπως σε σχολικές δομές, κλινικές, κέντρα ειδικών θεραπειών, δομές Ειδικής Αγωγής και Εκπαίδευσης κ.ά. (Kovacs, 1992) (Muller, B.E. & Erford, B.T., 2012). Γεγονός παραμένει ότι το, αν και το εργαλείο αυτό πρέπει να χρησιμοποιείται σε συνδυασμό με άλλα σταθμισμένα ερωτηματολόγια, αποτελεί ένα μέσο σημαντικό για τη διάγνωση της κατάθλιψης, την πρώιμη ανίχνευση των συμπτωμάτων και την εφαρμογή του κατάλληλου θεραπευτικού προγράμματος (Sitarenios, G. & Stein, S., 2004; Kovacs, 1992)

 

Δομή, Περιεχόμενο και Διαδικασία Χορήγησης

 

Η κλίμακα καταγραφής της παιδικής κατάθλιψης C.D.I. αποτελείται από 27 ερωτήσεις στην πλήρη του μορφή και από 10 στη συντομευμένη. Η δομή του ερωτηματολογίου και το περιεχόμενο των ερωτήσεων αποσκοπούν στο να μετρήσουν την προσωπική εμπειρία του ατόμου με κατάθλιψη (Πούλου, 2013). Η ομαδοποίηση των ερωτήσεων έχει γίνει σε 5 υποκλίμακες, δηλαδή 5 κατηγορίες καθεμιά από τις οποίες αφορά σε κάποιο σύμπτωμα της κατάθλιψης (Γρηγοριάδου, 1999). Η πέντε υποκλίμακες αφορούν:

«Α) Αρνητική συναισθηματική διάθεση

Β) Διαπροσωπικά προβλήματα

Γ) Αναποτελεσματικότητα

Δ) Ανηδονία

Ε) Αρνητική αυτοεκτίμηση» (Γρηγοριάδου, 1999, σελ.89)

Η υποκλίμακα Α αξιολογεί την καταθλιπτική διάθεση, την απαισιοδοξία, την αυτοκατηγορία, τα ξεσπάσματα σε κλάματα, την ανησυχία και την αναποφασιστικότητα. Η υποκλίμακα Β αξιολογεί την κακή συμπεριφορά, το μειωμένο κοινωνικό ενδιαφέρον, την ανυπακοή και την εμπλοκή σε τσακωμούς. Η υποκλίμακα Γ αξιολογεί την αυτό-υποτίμηση, τις μαθησιακές δυσκολίες, τη μειωμένη σχολική απόδοση και την υποτίμηση του εαυτού έναντι των συνομηλίκων. Η υποκλίμακα Δ αξιολογεί την ανηδονία, τις διαταραχές του ύπνου, την κόπωση, την ελαττωμένη όρεξη για φαγητό, τις σωματικές ενοχλήσεις, το αίσθημα της μοναξιάς, την άρνηση για το σχολείο και την απουσία φίλων. Η υποκλίμακα Ε αξιολογεί την απαισιοδοξία, το μίσος για τον εαυτό, την αυτοκτονική διάθεση, την αρνητική εικόνα για το σώμα και την αίσθηση ότι δεν είναι αγαπητό. (Γρηγοριάδου, 1999)

Για κάθε κατηγορία προκύπτει ξεχωριστή βαθμολογία. Οι απαντήσεις στις ερωτήσεις τρεις πιθανές εκδοχές με καθεμία να δίνει διαφορετικό βαθμό. Η απάντηση που αντιστοιχεί στον βαθμό 0 δείχνει την απουσία του συμπτώματος, η απάντηση που αντιστοιχεί στον βαθμό 1 δείχνει την ήπια εμφανιση του συμπτώματος ενώ η απάντηση που αντιστοιχεί στον βαθμό 2 δείχνει την έντονη εμφάνιση του συμπτώματος (Γρηγοριάδου, 1999). Από το άθροισμα των βαθμών των επιμέρους ερωτήσεων προκύπτι η τελική βαθμολογία, η οποία μπορεί να κυμαίνεται από τους ο έως τους 54 βαθμούς, με το 54 να οδηγεί στη διάγνωση της σοβαρότερης μορφής κατάθλιψης (Σταλίκας, Α., Τριλίβα, Σ., & Ρούσση, Π., 2012; Kleftaras, G., & Didaskalou, E., 2006)

Το παιδί ή ο έφηβος καλείται να σημειώσει την απάντηση η οποία περιγράφει καλύτερα το πώς αισθάνεται για το σύπτωμα που περιγράφει η ερώτηση τις τελευταίες δύο εβδομάδες πριν τη συμπλήρωση του ερωτηματολογίου (Kovacs, 2004).  Η διαδικασία χορήγησης διαρκεί περίπου 10 – 15 λεπτά για την πλήρη μορφή του ερωτηματολογίου και 5 – 10 λεπτά για την σύντομη (Sun, S. & Wang, S. , 2015; Muller, B.E. & Erford, B.T., 2012). Οι ειδικοί (π.χ. κάτοχοι μεταπτυχιακού στη Συμβουλευτική ή την Ψυχολογία) που χορηγούν θα πρέπει να διασφαλίσουν κατάλληλες συνθήκες για τη διεξαγωγή του τεστ.Χρειάζεται ένα ήρεμο περιβάλλον το οποίο θα βοηθά στη συγκέντρωση του ατόμου στις ερωτήσεις (Muller, B.E. & Erford, B.T., 2012; Kovacs, 1992)

Έχουν δημιουργηθεί ακόμα δύο εκδόσεις του CDI: το DDI:P το οποίο απευθύνεται στους γονείς και το CDI:T το οποίο απευθύνεται στους εκαπιδευτικούς. Με τα δύο αυτά ερωτηματολόγια γίνεται η αξιολόγηση των καταθλιπτικών συμπτωμάτων από τους γονείς και τους εκπαιδευτικούς του ατόμου που προσήλθε για διάγνωση και υποβλήθηκε στο CDI. Οι εκδόσεις αυτές αποτελούνται από 17 και 12 ερωτήσεις αντίστοιχα και χρησιμοποιούν μια τετράβαθμη κλίμακα απόκρισης τύπου Likert (Sun, S. & Wang, S. , 2015; Muller, B.E. & Erford, B.T., 2012)

Παιδική Κατάθλιψη: Ορισμός, Αίτια, Συμπτωματολογία και Συνέπειες

Η κατάθλιψη είναι μια ψυχική νόσος που επιδρά αρνητικά στη διάθεση, τη συμπεριφορά, τον τρόπο σκέψης ενός ατόμου. Είναι μια κατάσταση μελαγχολίας και θλίψης. (Pachana et al., 2010) Έχει επιπτώσεις σε όλες τις πτυχές της ζωής του ανθρώπου, όπως τις διατροφικές συνήθειες, τον ύπνο, την αυτοεικόνα, τις αντιλήψεις και τις νοοτροπίες του (Ευθυμίου και συν., 2006). Είναι μια επίπονη κατάσταση, με συνέπειες στην οικογένεια, το σχολείο,  την εργασία, τη διατροφή, τον ύπνο και τη υγεία του ατόμου (Sadock, B. & Sadock, V., 2007).

Παλαιότερα, οι επιστήμονες της παιδικής ψυχοπαθολογίας δεν θεωρούσαν την κατάθλιψη ως μια διαταραχή που μπορεί να πλήξει παιδιά και εφήβους (Wilmshurst, 2011). Ωστόσο, με το πέρασμα των ετών και την εξέλιξης της παιδοψυχιατρικής, έγινε αντιληπτό ότι η παιδική κατάθλιψη υφίσταται και μάλιστα παρουσιάζει αυξητικούς ρυθμούς εμφάνισης (Maughan et al., 2013; Γαρύφαλλος, 2008).

Έρευνες που έχουν πραγματοποιηθεί σε βάθος χρόνου έχουν δείξει ότι τα αίτια που μπορεί να οδηγήσουν στην εμφάνιση της κατάθλιψης είναι πολυπαραγοντικά. Η κατάθλιψη θεωρείται ως το προϊόν αλληλεπίδρασης διαφόρων γενετικών – βιολογικών , ψυχοκοινωνικών παραγόντων με τον χαρακτήρα και την ψυχοσύνθεση του ατόμου (Ευθυμίου και συν., 2006). Ως γενετικοί παράγοντες αναφέρονται στη βιβλιογραφία ορισμένες ασθένειες που επιδρούν στο Κεντρικό Νευρικό Σύστημα και συγκεκριμένα στην εγκεφαλική περιοχή που ρυθμίζει τα συναισθήματα (Ευθυμίου και συν., 2006). Οι ψυχοκοινωνικοί παράγοντες που φαίνεται να οδηγούν συχνά σε κατάθλιψη είναι έντονες, αρνητικές εμπειρίες απώλειας στην πρώιμη παιδική ηλικία (θάνατος γονέα, διαζύγιο) και αρνητικά γεγονότα ζωής π.χ. θάνατος αγαπημένου προσώπου, σχολικός εκφοβισμός, ανεργία, οικονομικές δυσκολίες σωματική ή σεξουαλική κακοποίηση, μετανάστευση. Επιπλέον, η ύπαρξη καταθλιπτικού γονέα μπορεί να οδηγήσει ένα παιδί στην κατάθλιψη (Ουζούνη, Χ. & Νακάκης, Κ., 2008).

Ο Freud (1917), μέσα από τις ψυχοαναλυτικές και ψυχοδυναμικές θεψρίες, προσπάθησε να εξηγήσει την εμφάνιση της κατάθλιψης ως αντίδραση του ατόμου στην στέρηση του στοματικού σταδίου στην βρεφική ηλικία (Clewell, 2004). H Γενετική Θεωρία υποστηρίζει την κληρονομική βάση της νόσου (Kringlen, 1993).

Οι θεωρίες της Γνωστικής Συμπεριφοράς εστιάζουν στη συμπεριφορά του ατόμου, τον καταιγισμό αρνητικών ερεθισμάτων και το έντονο συανίσθημα του θυμού (Beck et al., 1979) .Σύμφωνα με τη θεωρία του Beck, το άτομο με κατάθλιψη κατακλύζεται από αρνητικά συναισθήματα και αρνητικές σκέψεις για τον ίδιο και για τους συνανθρώπους του, για τον κόσμο σήμερα αλλά και το μέλλον του φαίνεται ζοφερό και δυσοίωνο. Η εικόνα για τον εαυτό του είναι αρνητική, αισθάνεται ανεπαρκής, ανίκανος, τιποτένιος, ανήμπορος περιττός, νιώθει ότι υστερεί σε σωματικά, ψυχικά, νοητικά, ηθικά και κοινωνικά χαρίσματα (Ευθυμίου και συν., 2006). Θεωρεί ότι κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον του έχει υψηλές απαιτήσεις και αξιώσεις από τον ίδιο, ότι τον απορρίπτει ή ότι αποτελεί τροχοπέδη για τις προσωπικές του επιδιώξεις.

Οι σύγχρονοι μελετητές της κατάθλιψης στην παιδική ηλικία υποστηρίζουν ότι τα συμπτώματα που εμφανίζουν τα παιδιά είναι ίδια με αυτά που παρουσιάζονται στους καταθλιπτικούς ενήλικες. Εν τούτοις, υπάρχουν φορές που δεν γίνεται διάγνωση της κατάθλιψης στα παιδιά επειδή βρίσκονται σε πορεία ανάπτυξης και τα καταθλιπτικά συμπτώματα  είναι δυσδιάκριτα (Ουζούνη, Χ. & Νακάκης, Κ., 2008). Επίσης, τα συμπτώματα διαφέρουν ανάλογα με την ηλικία του παιδιού (Ουζούνη, Χ. & Νακάκης, Κ., 2008).

Το DSM -5 (2013) τονίζει ότι τα συμπτώματα χρειάζεται να εμφανίζονται σε μεγάλη διάρκεια, με αυξημένη ένταση και να έχουν οπωσδήποτε αξιολογηθεί μέσα από κλινική συνέντευξη του ατόμου για να ορισθεί ως καταθλιπτική διαταραχή. Δεν είναι απαραίτητο κάποιος να εμφανίζει όλα τα συμπτώματα, ούτε τα συμπτώματα εμφανίζονται με την ίδια ένταση σε όλους (Ευθυμίου και συν., 2006) Η κατάθλιψη δημιουργεί εκπτώσεις στην σχολική και κοινωνική ζωή του παιδιού και συνοδεύεται από αρνητικά συναισθήματα όπως μελαγχολία, θλίψη, θυμό, έντονη και εξακολουθητική λύπη, στεναχώρια, άγχος, ανησυχία, υπνηλία, πεσιμιστικές σκέψεις, ανασφάλεια, αισθήματα ενοχής κ.ά. (Κονιστή, 2010; Ευθυμίου και συν., 2006). Επίσης, φανερώνεται μέσα από την έλλειψη ευχαρίστησης (ανηδονία) ή ενδιαφερόντων, νευρικότητα, τάσεις κοινωνικής αποστροφής, απομόνωσης, μοναχικότητας, υποτονικότητα (Κονιστή, 2010). Κατά την εφηβεία, κάνουν την εμφάνισή τους και τάσεις για αυτοκτονία ή αυτοτραυματισμό. (Wilkinson et al., 2011; Kessing et al., 2009).

Ο Κλεφτάρας (1998) καταγράφει επιπλέον συμπτώματα που αφορούν στην εικόνα του παιδιού για τον εαυτό του όπως αισθήματα μειονεκτικότητας και χαμηλής αυτοεκτίμησης, αναξιότητα, ανημποριά και έντονη αυτοκριτική και αυτομομφή. Αναφορικά με τη σχολική ζωή, τα καταθλιπτικά παιδιά εμφανίζουν δυσκολία στη συγκέντρωση και στην προσοχή, γνωστικά ελλείματα και δυσχέρεια στην επίλυση προβλημάτων και στη λήψη αποφάσεων (Phillips, 2010). Τα συμπτώματα αυτά επηρεάζουν τις σχολικές επιδόσεις και κατά συνέπεια την αυτοεκτίμηση.

Τέλος, έχουν παρατηρηθεί και οργανικά / βιολογικά συμπτώματα, όπως βουλιμία ή ανορεξία, διαταραχές του ύπνου, σωματικοί πόνοι χωρίς παθολογικό υπόβαθρο.  Η κλινική αξιολόγηση και η παρακολούθηση της καταθλιπτικής συμπτωματολογίας στα παιδιά κρίνεται απαραίτητη και εξαρτάται από την ένταση, τη διάρκεια, την κρισιμότητα και την πρόοδο των συμπτωμάτων, καθώς και από τις επιπτώσεις που έχουν στην καθημερινή ζωή και τη συμπεριφορά του παιδιού. Τα σωματικά συμπτώματα εμφανίζονται συχνότερα στα παιδιά γιατί,  λόγω ηλικίας, δεν είναι εύκολο να εκφράσουν λεκτικά ακριβώς τα συναισθήματά τους (Ουζούνη, Χ. & Νακάκης, Κ., 2008).

Η κλινική κατάθλιψη δεν πρέπει να συγχέεται με το φυσιολογικό καταθλιπτικό συναίσθημα που μπορεί να νιώθει κάποιος σε περίπτωση κάποιας απώλειας. Το καταθλιπτικό συναίσθημα έχει παροδική επίδραση στην λειτουργικότητα του ατόμου στην καθημερινότητα, ενώ εμφανίζει και μικρότερη ένταση (WHO, 2020; Ευθυμίου και συν., 2006)

Η κατάθλιψη της παιδικής ηλικίας μπορεί να οδηγήσει σε δυσκολίες κατά τη διάρκεια της εφηβείας και της ενήλικης ζωής όπως υποτροπές, ζητήματα στο σχολείο, κάπνισμα, αλκοόλ, ναρκωτικές ουσίες και αυτοκτονική συμπεριφορά (WHO, 2020; Πήττα, Δ. & Σταύρου, Κ., 2015; Ουζούνη, Χ. & Νακάκης, Κ., 2008).

Η επιστημονική κοινότητα έχει καταφέρει να σημειώσει σημαντική πρόοδο στη μελέτη και αποσαφήνιση της παιδικής κατάθλιψης, καθώς και στη δημιουργία κατάλληλων τεστ και εργαλείων για την έγκαιρη και έγκυρη διάγνωσή της (Ehrenberg, 2013).