Η παράσταση Still είναι μια παράσταση που ξεπερνά τα εμπόδια της γλώσσας και υπηρετεί μια από τις σημαντικότερες λειτουργίες του θεάτρου, την επικοινωνία. Καταργεί τα σύνορα και τους γλωσσικούς περιορισμούς χρησιμοποιώντας δυο γλώσσες πανανθρώπινες. Το σώμα και τη μουσική. Με όχημα αυτά τα δυο το Still θα γνωρίσει τον κόσμο και μέσα από την ιστορία του τον γνωρίζουμε κι εμείς.
Αλλά ποιόν κόσμο θα γνωρίσουμε; Τον γνωστό μας κόσμο; Χώρες και πόλεις; Ή κάτι βαθύτερο; Τι είναι τελικά ο κόσμος; Και πώς τον γνωρίζουμε;
Ένα κορίτσι, προσπαθώντας να ξεφύγει από τη φρίκη του πολέμου, ξεκινά ένα ταξίδι προς το άγνωστο. Βρίσκει καταφύγιο σε μια ξένη χώρα και ξαπλώνει να ξεκουραστεί κάτω από το άγαλμα ενός στρατιώτη. Προς μεγάλη της έκπληξη, το άγαλμα ζωντανεύει. Μπορούν άραγε να γίνουν φίλοι και να γυρίσουν μαζί τον κόσμο; Μπορεί το κορίτσι να του μάθει πώς είναι να ζεις αληθινά; Θα καταφέρει να το πείσει να αφήσει το σπαθί από το χέρι του;
Η παράσταση, σε σκηνοθεσία του Κώστα Σιλβέστρου και χορογραφία του Παναγιώτη Τοφή, με πρωτότυπη μουσική του Θοδωρή Οικονόμου, ο οποίος παίζει ζωντανά πιάνο επί σκηνής, αφηγείται την ιστορία της μέσα από μια φανταστική, οικουμενική γλώσσα.
Πώς μαθαίνουμε τον κόσμο;
Προετοιμάζοντας τους μαθητές και τις μαθήτριες για αυτή την ιδιαίτερη θεατρική εμπειρία, θεώρησα σημαντικό να τους εξοικειώσω με την ιδέα ότι δεν θα παρακολουθήσουν μια παράσταση όπως αυτές που συνήθως έχουμε στο μυαλό μας όταν πηγαίνουμε στο θέατρο.
Ναι, θα υπάρχει σκηνή, ηθοποιοί και θεατές. Ναι, θα υπάρχουν κοστούμια, μουσική και ιστορία. Αλλά δεν θα υπάρχει λόγος, τουλάχιστον όχι με την έννοια που του δίνουμε στην καθημερινότητά μας. Η ιστορία θα ειπωθεί με άλλα λόγια, σε μια διαφορετική «γλώσσα».
Ξεκινήσαμε, λοιπόν, με ένα ερώτημα:
Αν ένα άγαλμα ήθελε να γνωρίσει τον κόσμο μας, τι θα του μαθαίναμε;
Η πρώτη απάντηση ήταν «να περπατάει». Αμέσως μετά ήρθαν το «να μιλάει» και, φυσικά, το «να παίζει».
Και αν θέλαμε να γνωρίσουμε εμείς έναν άλλο κόσμο, αν επισκεπτόμασταν μια ξένη χώρα, τι θα θέλαμε να δούμε και να μάθουμε;
«Αξιοθέατα», «τη φύση», «να δοκιμάσουμε τα φαγητά της χώρας», «να ακούσουμε τη μουσική που ακούν οι άνθρωποι εκεί», «να μάθουμε τις συνήθειές τους».
Κάπως έτσι γνωρίζουμε τον κόσμο όλοι μας. Παίζοντας, τρώγοντας, τραγουδώντας. Μέσα από την αλληλεπίδρασή μας με τους άλλους, μέσα από τις εμπειρίες που μοιραζόμαστε και τις φιλίες που δημιουργούμε. Κι έτσι ακριβώς μαθαίνει το κορίτσι τον κόσμο στο άγαλμα. Μέσα από τη σχέση τους, μέσα από το παιχνίδι και τη συντροφικότητα, οι δυο τους γίνονται φίλοι.
Τα παιχνίδια του εργαστηρίου
Στόχος του εργαστηρίου δεν ήταν να αποκαλύψω στα παιδιά την ιστορία της παράστασης, αλλά να εξοικειωθούν με την ιδέα ότι μπορούμε να επικοινωνούμε, να αφηγούμαστε και να μοιραζόμαστε εμπειρίες χωρίς να χρησιμοποιούμε απαραίτητα τη γνώριμη γλώσσα των λέξεων. Να ανακαλύψουμε πως το σώμα, η φωνή, ο ρυθμός, η μουσική και το παιχνίδι μπορούν να γίνουν τα δικά μας κοινά μέσα επικοινωνίας.
1. Μια ιστορία σε μια άγνωστη γλώσσα
Ξεκινήσαμε το εργαστήρι μας με το γνωστό προσκοπικό τραγούδι «Ο ι λιλι απεριτικιτογκα μπαλουί μπαλουά».
Χρησιμοποιώντας το ως μια άγνωστη γλώσσα, μιλούσα και τα παιδιά επαναλάμβαναν. Με κινήσεις, εκφράσεις και διαφορετικούς τόνους στη φωνή μου δημιουργούσα κάθε φορά μια διαφορετική «ιστορία».
Άλλοτε ψιθύριζα και κινούμουν σαν να εξερευνούσα μια σκοτεινή σπηλιά, μέχρι που ξαφνικά αντίκριζα ένα φάντασμα. Άλλοτε παρουσίαζα, με ενθουσιασμό και ζωηρές κινήσεις, τα συστατικά μιας συνταγής. Μετά μιλούσα σε ένα φανταστικό γείτονα και τον προσκαλούσα σπίτι να φάμε μαζί. Κι έπειτα διάβαζα ένα βαρετό βιβλίο ώσπου με έπαιρνε ο ύπνος μέχρι να …ξυπνήσω από έναν εφιάλτη!
Κάθε φορά τα παιδιά προσπαθούσαν να μαντέψουν τι είχαν ακούσει και τι είχαν δει. Τι συνέβαινε; Ποια ήταν η ιστορία;
Και κάπως έτσι, τα ίδια ακριβώς λόγια ξεδίπλωσαν μπροστά στα μάτια μας διαφορετικές ιστορίες, χωρίς να χρειαστούμε ούτε σκηνικά ούτε πραγματικές λέξεις.
Τα παιδιά ανακάλυψαν στην πράξη πως ο τόνος της φωνής, ο ρυθμός, η κίνηση και η έκφραση μπορούν να μεταφέρουν πληροφορίες, συναισθήματα και νοήματα, ακόμη κι όταν δεν καταλαβαίνουμε τις λέξεις που ακούμε.
2. Δημιουργούμε τις δικές μας ιστορίες σε μια φανταστική γλώσσα
Στη συνέχεια, τα παιδιά χωρίστηκαν σε ομάδες. Κάθε ομάδα ανέλαβε να δημιουργήσει και να παρουσιάσει μια μικρή ιστορία χρησιμοποιώντας τη δική της φανταστική γλώσσα.
Είχαν, μάλιστα, τη δυνατότητα να επισκεφθούν το βεστιάριο της αίθουσας Θεατρικής Αγωγής και να επιλέξουν κοστούμια και σκηνικά αντικείμενα που θα αξιοποιούσαν στις παρουσιάσεις τους.
Οι ομάδες μπορούσαν να επιλέξουν ανάμεσα σε διαφορετικές θεματικές:
α. Ετοιμάζω ένα τραγούδι
Η ομάδα δημιουργεί ένα τραγούδι σε φανταστική γλώσσα. Τους προτάθηκε να αξιοποιήσουν την ομοιοκαταληξία, αλλά και να οργανώσουν το τραγούδι τους σε κουπλέ και επαναλαμβανόμενο ρεφρέν.
Για παράδειγμα:
Εβε άστα βαρκαρόλα,
άχου τίμπου κατσαρόλα,
εστε βέτε αρπακόλα,
βαλιτάστε τροπατόλα!
β. Μαθαίνω σε κάποιον κάτι
Δημιουργώ μια σκηνή στην οποία προσπαθώ να διδάξω κάτι σε κάποιον άλλον. Μπορεί να είναι η αλφαβήτα, η οδήγηση, το πώς τρώμε με μαχαίρι και πιρούνι ή οτιδήποτε άλλο μπορεί να φανταστεί η ομάδα.
γ. Διηγούμαι μια ιστορία
Δημιουργώ μια σκηνή στην οποία αφηγούμαι σε κάποιον κάτι που συνέβη. Ένα ταξίδι, ένα ατύχημα που μόλις είδα στον δρόμο, μια απρόσμενη συνάντηση ή μια περιπέτεια.
δ. Παρουσιάζω ένα τελετουργικό
Δημιουργώ μια σκηνή που αναπαριστά ένα τελετουργικό, μια κοινωνική συνήθεια ή μια γιορτή. Έναν γάμο, ένα πάρτι γενεθλίων, ένα έθιμο ή μια οικογενειακή συγκέντρωση. Τα παιδιά υπήρξαν ιδιαίτερα ευφάνταστα! Μία από τις ομάδες παρουσίασε το τελετουργικό μιας φανταστικής αρχαίας φυλής, το οποίο περιλάμβανε το κυνήγι ενός ζώου και έναν ιδιαίτερο χορό γύρω από το θήραμα, μέσα από τον οποίο τα μέλη της φυλής πίστευαν ότι αποκτούσαν δύναμη
ε. Μαθαίνω σε κάποιον ένα παιχνίδι
Πώς μπορούμε να εξηγήσουμε τους κανόνες ενός παιχνιδιού χωρίς να χρησιμοποιήσουμε λέξεις; Η ομάδα επιλέγει ένα παιχνίδι που γνωρίζει, όπως το «Μ’ αγαπά – δε μ’ αγαπά», ένα κυνηγητό ή κάποιο άλλο ομαδικό παιχνίδι και προσπαθεί να το παρουσιάσει στους υπόλοιπους.
Οι θεατές καλούνται να παρατηρήσουν, να αποκωδικοποιήσουν τα μηνύματα και να καταλάβουν πώς παίζεται.
Χρειάζονται τελικά οι λέξεις για να επικοινωνήσουμε;
Μέσα από τα παιχνίδια αυτά τα παιδιά είχαν την ευκαιρία να πειραματιστούν με διαφορετικούς τρόπους επικοινωνίας, να ανακαλύψουν τις δυνατότητες του σώματος και της φωνής τους και να διαπιστώσουν πως μια ιστορία μπορεί να ειπωθεί με πολλούς διαφορετικούς τρόπους.
Τελικά είναι απαραίτητο να μιλάμε την ίδια γλώσσα για να επικοινωνήσουμε; Ή μήπως είναι πιο σημαντικό να είμαστε πρόθυμοι να παρατηρήσουμε, να ακούσουμε, να εκφραστούμε και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον;
Η ιστορία του STILL μας δείχνει πως η φιλία μπορεί να γκρεμίσει κάθε σύνορο και πως, ακόμη κι αν είμαστε πολύ διαφορετικοί μεταξύ μας, μπορούμε να βρούμε έναν κοινό τρόπο να συναντηθούμε.
Άλλωστε, ο κόσμος μαθαίνεται καλύτερα όταν τον μοιραζόμαστε!









