Από www.kathimerini.gr
Του Θανου Bερεμη*
Μετά τη διάσωσή μας από την καταβαράθρωση προς τη δραχμή, θα μπορούμε πλέον να θεσπίσουμε την έκφραση «ακριβά την γλιτώσαμε» έναντι του παραδοσιακού «φτηνά την γλιτώσαμε». Το κόστος της σωτηρίας σταθμίζεται κυρίως από την απώλεια της εθνικής μας αξιοπιστίας και την απομείωση του αυτοσυναισθήματος αξίας. Πώς θα επανακτήσουμε τους άυλους αυτούς τίτλους αν όχι με μια πλήρη ανακαίνιση της νοοτροπίας μας και της προβληματικής μας εκπαίδευσης; Και πρώτα απ’ όλα πρέπει να θεσπίσουμε ένα νέο περιεχόμενο στο εκπαιδευτικό μας σύστημα, το οποίο να απαξιώνει τις πελατειακές σχέσεις που συνεισέφεραν στη διόγκωση του μετριοκρατικού μας συστήματος. Τα άτομα εκείνα που γαλουχήθηκαν με την πεποίθηση ότι μια θέση στο Δημόσιο εξασφαλίζει τους κατέχοντες από κάθε ανασφάλεια ισοβίως, δεν πρέπει να έχουν πια θέση πουθενά.
Η αδυναμία του μέσου Ελληνα να αντιληφθεί ότι τις περιττές θέσεις στο Δημόσιο συντηρούν οι φορολογούμενοι και όχι η θεία πρόνοια, κατασκεύασε το κράτος των ελλειμμάτων. Κάθε κοινωνική απολαβή χωρίς αντίστοιχη παραγωγή έργου, επιβαρύνει ανάλογα την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Η δομική αδυναμία του μέσου πολίτη να κατανοήσει την πολιτική οικονομία του Δημοσίου, οφείλει χάριτες στη χρόνια πολεμική που ασκεί η Αριστερά κατά της εκλογίκευσης της δημόσιας διοίκησης. Οι μαρξιστές στη χώρα μας αν και επιδίδονται σε οικονομικές ερμηνείες της ιστορίας αρνούνται να ποσοτικοποιήσουν τις επιδόσεις του κράτους φοβούμενοι μήπως έτσι το απαξιώσουν. Ωστόσο, η κοστολόγηση των υπηρεσιών του κράτους είναι το σοβαρότερο κριτήριο για τη διατήρησή τους ή την αντικατάστασή τους.
Οταν η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ αποφάσισε την ολέθρια κατάργηση των προτύπων δημοσίων σχολείων, υπάκουε σε μια άλλη παθογένεια της ελληνικής Αριστεράς, την ποιοτική ισοπέδωση. Ετσι, η αριστεία που απορρέει από την εύνοια την οποία η φύση κατανέμει ανεξαρτήτως κοινωνικών ή εκπαιδευτικών προνομίων, έπρεπε να αγνοηθεί ώστε να εξομοιωθεί η απόδοση όλων των παιδιών αδιακρίτως. Επρόκειτο για μια πράξη συμπίεσης των φυσικών ικανοτήτων προς τα κάτω, την οποία δεν διανοήθηκε να εφαρμόσει ποτέ κανένας αθλητικός σύλλογος ή η Eπιτροπή για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Δυστυχώς η κατάργηση των προτύπων δημοσίων σχολείων στέρησε την κοινωνία από τις υπηρεσίες των αρίστων των χαμηλών οικονομικά κοινωνικών στρωμάτων, υπέρ της μακροημέρευσης των ευνοημένων τάξεων. Ετσι, ενώ πριν από τριάντα χρόνια τα δημόσια γενικά προηγούνταν ποιοτικά των ιδιωτικών γυμνασίων και λυκείων, σήμερα, προς δόξα του σοσιαλιστικού ΠΑΣΟΚ, η εικόνα έχει αντιστραφεί. Η ανοησία εισβάλλει με διεκδικητική ορμή στο Δημόσιο. Είναι, πιστεύω, καιρός να αναθεωρήσουμε την πρακτική αυτή αναγνωρίζοντας και αξιοποιώντας τις ικανότητες των νέων που αποτελούν το σημαντικότερο κεφάλαιο της χώρας. Η επιλογή των προτύπων σχολείων πρέπει να επιστρέψει στις εξετάσεις για την επιλογή των μαθητών, αντί του ισχύοντος κλήρου. Ας αποκτήσει το υπουργείο Παιδείας το θάρρος να αναγνωρίσει το γεγονός ότι κάποια παιδιά διαθέτουν από την αφετηρία τους ικανότητες τις οποίες αν δεν αναδείξει η πολιτεία θα χαθούν ως κοινωνικό αγαθό, ή χειρότερα θα αποξενωθούν ολότελα από την κοινωνία.
Η εκπαιδευτική ισοπέδωση δεν αποτελεί προϊόν παρανόησης, αλλά συχνά κακόβουλης πολιτικής. Ο φθόνος τον οποίον προκαλεί η φυσική ικανότητα σε κάποιους λιγότερο ικανούς δεν θεραπεύεται με νομοθετικές πράξεις, αλλά με αναγνώριση ότι η κατηγορία των αρίστων αποτελεί κοινωνική ομάδα που χρειάζεται ειδική μεταχείριση. Οχι μόνο για να αξιοποιηθούν οι ικανότητές τους για το καλό του συνόλου, αλλά για να μη μεταλλαχθούν από την εγκατάλειψη σε προβληματικά άτομα. Για όποιον δυσπιστεί με την άποψη αυτή, ή την βρίσκει «ελιτίστικη», κάνω έκκληση στον κοινό νου του αναγνώστη αυτής της στήλης. Σκεφτείτε τους εκπροσώπους των κομμάτων στην κυβέρνηση ή τη Βουλή και πείτε στον εαυτό σας αν βλέπετε τις διαφορές ανάμεσα στους κ. Χατζηδάκη, Στουρνάρα και Δένδια έναντι των κ. Παναγιωτόπουλου και Ρουπακιώτη, τους κ. Σαχινίδη και Μανιάτη έναντι των κ. Παπουτσή και Σκανδαλίδη, τον κ. Σταθάκη έναντι του κ. Λαφαζάνη, το κόμμα της «Δράσης» έναντι του συνόλου των «Ανεξάρτητων Ελλήνων» κ.λπ., κ.λπ.
Θα τελειώσω εδώ την αναζήτηση της αριστείας στον κυβερνητικό χώρο, παρακαλώντας τον πρωθυπουργό να επιλέξει αυτή τη φορά τους αρίστους που διαθέτει η κοινωνία μας και όχι αναγκαστικά το κόμμα του, για τον ερχόμενο ανασχηματισμό. Η επιλογή είναι εύκολη όταν δεν σκιάζεται από την υστεροβουλία. Και επιτέλους υπάρχουν οι «τρελοί και αφοσιωμένοι» στον τόπο αυτό.
* O κ. Θάνος Βερέμης είναι αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ.