sntoumanis's blog

Αναδημοσίευση άρθρων για την εκπαίδευση

Αρχεία για Οκτώβριος, 2010


Μεταβολές στην ανώτατη παιδεία: σπεύδετε βραδέως Tου Δημητριου Τριχοπουλου*

Από www.kathimerini.gr

Ο υπογράφων υπηρετεί σε διακεκριμένο πανεπιστήμιο των ΗΠΑ, όπως και εκατοντάδες άλλοι Ελληνες επιστήμονες. Ενα στοιχείο που διαφοροποιεί την εμπειρία του από εκείνη των περισσοτέρων συναδέλφων του είναι ότι υπηρέτησε προηγουμένως επί μακρόν σε ανώτατη καθηγητική θέση στη χώρα μας. Το γεγονός αυτό του επιτρέπει μια συγκριτική αξιολόγηση, οπωσδήποτε με μεθοδολογικές ατέλειες, της σημερινής κατάστασης στην Aνώτατη Παιδεία στην Ελλάδα και στις ΗΠΑ. Οι σκέψεις αυτές θα μπορούσε να είναι χρήσιμες στη σχεδιαζόμενη, και επιβαλλόμενη, αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου για την ανώτατη εκπαίδευση στη χώρα μας.

Το επίπεδο των φοιτητών στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι υψηλό, κατά τη γνώμη μου υψηλότερο εκείνου των καλών αμερικανικών πανεπιστημίων. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στην παιδειοκεντρική φιλοσοφία της ελληνικής οικογένειας, αλλά και στο γεγονός ότι οι εισαγωγικές εξετάσεις για τα πανεπιστήμιά μας είναι αδιάβλητες, δίκαιες και κατά συνέπεια αξιοκρατικές. Αν δεν υπήρχαν τα μετά τις εισαγωγικές «παράθυρα», η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει παγκόσμια πρωτοπορία όσον αφορά την ποιοτική στάθμη του προπτυχιακού φοιτητικού σώματος στα πανεπιστήμια.

Στους εκπαιδευτές υπάρχει ετερογένεια. Οι περισσότεροι είναι αφοσιωμένοι και ικανοί, αλλά και αυτοί προσπαθούν να λειτουργήσουν σε ένα κλίμα απογοήτευσης που δημιουργείται από την αδυναμία πραγμάτωσης ενός προγράμματος που συνεχώς διακόπτεται και συντέμνεται και ουδέποτε αξιολογείται ορθολογικά. Στις ΗΠΑ, τα διδακτικά προγράμματα δημοσιοποιούνται στις αρχές του ακαδημαϊκού έτους και εφαρμόζονται ευλαβικά, εκτός αν υπάρχει χιονοθύελλα ή κάποιο αντίστοιχο γεγονός. Στη χώρα μας δεν μπορώ να θυμηθώ έστω και μια χρονιά στην οποία το εκπαιδευτικό πρόγραμμα εφαρμόστηκε αδιάλειπτα, με συνέπεια την αποδιοργάνωση τόσο της εκπαίδευσης και της έρευνας, όσο και των διεθνών υποχρεώσεων του εκπαιδευτικού και ερευνητικού προσωπικού.

Για την έρευνα θα χρησιμοποιήσω δύο οικονομικούς όρους, όπως τουλάχιστον τους καταλαβαίνω. Η αποτελεσματικότητα (επίδοση) της έρευνας στα ελληνικά πανεπιστήμια είναι μέτρια, αλλά η αποδοτικότητά της, στην οποία η αποτελεσματικότητα διαιρείται με τους διατιθέμενους πόρους, είναι σχετικά υψηλή, αφού οι πόροι είναι τόσο περιορισμένοι. Και, πάντως, φαίνεται ότι η αποτελεσματικότητα παρουσιάζει διαχρονική ανοδική πορεία.

Εκεί όπου η Aνώτατη Παιδεία υστερεί σημαντικά σήμερα στην Ελλάδα είναι η διοίκηση των πανεπιστημίων. Αυτό δεν οφείλεται στην ποιότητα των εκλεγέντων στη διοίκηση. Στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι πρυτάνεις, πρόεδροι κ. λπ., τουλάχιστον αυτοί τους οποίους γνώρισα, ήταν προικισμένοι και αναγνωρισμένοι επιστήμονες. Το πρόβλημα βρίσκεται στο σύστημα. Στις ΗΠΑ, οι πρυτάνεις και οι κοσμήτορες επιλέγονται από σώματα τα οποία δεν έχουν άμεση εξάρτηση από τους καθηγητές και βέβαια τους φοιτητές, ενώ στην Ελλάδα συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο. Στη χώρα μας, το σύστημα για την εκλογή βουλευτών έχει κατηγορηθεί ότι προάγει τις πελατειακές σχέσεις, παρ’ όλο που η εκλογική βάση αφορά πολλές χιλιάδες ψηφοφόρους. Σκεφτείτε πόσο εντονότερη μπορεί να είναι η πελατειακή αυτή σχέση όταν αφορά μερικές εκατοντάδες ψηφοφόρους, πολλοί από τους οποίους (κυρίως στο φοιτητικό σώμα) κινούνται ομαδικά προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση.

Η φοιτητική ζωή σε ολόκληρο τον κόσμο υπαγορεύεται κατά 80% από τα νιάτα των φοιτητών – και έτσι πρέπει. Το υπόλοιπο 20% της φοιτητικής ζωής, όμως, οργανώνεται διαφορετικά στις ΗΠΑ απ’ ό, τι στην Ελλάδα. Στην Αμερική είναι ενταγμένο στη ζωή του πανεπιστημίου ενώ στην Ελλάδα, και όταν ακόμα είναι, εκφράζει συνήθως μια αντιπαλότητα, σαν να μην αποτελούν οι εκπαιδευόμενοι τη συνέχεια και τη δικαίωση των εκπαιδευτών τους.

Η μεταρρύθμιση που ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στην Aνώτατη Παιδεία ήταν απαραίτητη αλλά, όπως έγινε, είχε περισσότερες αρνητικές παρενέργειες παρά θετικές συνέπειες. Η μεταρρύθμιση έγινε με βασικό σκεπτικό την άρση της «μονοκρατορίας» της πανεπιστημιακής έδρας, δηλαδή των τότε τακτικών καθηγητών, που ήταν και οι διευθυντές των αντίστοιχων ακαδημαϊκών μονάδων. Η συγκεκριμένη μονοκρατορία καταλύθηκε, αφού έχουν γίνει πλέον πολλαπλάσιοι καθηγητές στην ανώτατη βαθμίδα – πράγμα επιθυμητό, με την προϋπόθεση ότι υπάρχει διαφάνεια και τηρούνται αξιοκρατικά κριτήρια. Ατυχώς, όμως, η μονοκρατορία δεν εξέλιπε – αντίθετα ισχυροποιήθηκε, αφού μετακινήθηκε στους λίγους εκλεγμένους στη διοίκηση των πανεπιστημιακών τμημάτων, στους οποίους μεταφέρθηκε η εξουσία.

Είναι θετικό μια διακεκριμένη υπουργός να ασχολείται σοβαρά με την αναμόρφωση της Aνώτατης Παιδείας στη χώρα και είναι εύλογο η υπουργός να επιθυμεί τη διαμόρφωση ενός φιλόδοξου πολυνομοσχεδίου για να επιτύχει τον στόχο αυτό. Ενα πολυνομοσχέδιο, όμως, κρύβει πολλές παγίδες για την ανάδυση των κατά Merto«απροσδόκητων συνεπειών». Αν ορισμένα άρθρα, ή η συνέργεια μεταξύ των διαφόρων άρθρων, αποδειχθούν αναποτελεσματικά ή βλαπτικά, θα αμαυρώσουν την εικόνα της όλης προσπάθειας. Ως παράδειγμα, η μετάκληση ξένων επιστημόνων ως κριτών σε εκλογές είναι, βέβαια, επιθυμητή, αλλά εξαιρετικά δύσκολο να πραγματωθεί, ακόμη κι αν μπορούσαν να διατεθούν τα απαιτούμενα (πολλά) χρήματα. Ούτε η τηλεδιάσκεψη αποτελεί λύση – η προσωπική μου εμπειρία από τηλεδιασκέψεις είναι ότι συμμετέχουν συνήθως τα 2/3 των προσκληθέντων και αρκετοί από τους συμμετέχοντες δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένοι. Η μόνη εφικτή λύση -και αυτή που χρησιμοποιείται σε πολλά ξένα πανεπιστήμια- είναι η σύνταξη επιστολών αξιολόγησης με διαβαθμιζόμενες θετικές ή αρνητικές τοποθετήσεις. Και θα πρέπει, βέβαια, να συνεκτιμηθεί, ενδεχομένως ακόμη και με αρνησικυρία, η άποψη των Ελλήνων συναδέλφων τους.

Η κατάσταση της Aνώτατης Παιδείας στη χώρα μας δεν είναι τόσο κακή όσο συχνά αναφέρεται, αλλά είναι επιδεκτική σημαντικών βελτιώσεων. Θα είναι κρίμα να χαθεί μια ευκαιρία τώρα που οι συνθήκες έχουν ωριμάσει και υπάρχουν πολλοί νέοι άνθρωποι, σε πολλά επίπεδα, έτοιμοι να επωμισθούν το βάρος μια νέας προσπάθειας. Η γνώμη του υπογράφοντος είναι οι μεταβολές να γίνουν σταδιακά, ώστε να υπάρχει κάθε φορά δυνατότητα ήπιων διορθωτικών παρεμβάσεων χωρίς να κλονίζεται ένα μείζον νομοθετικό οικοδόμημα: σπεύδετε βραδέως.

Τα ψιλά γράμματα της Ιστορίας

Από www.kathimerini.gr

Tου Ηλια Μαγκλινη

Τελικώς, το μάθημα της Ιστορίας παραμένει υποχρεωτικό στο λύκειο, μολονότι το υπουργείο είχε προσανατολιστεί στη μετατροπή του σε μάθημα επιλογής. Σε χθεσινό ρεπορτάζ του στην «Κ», ο Απ. Λακασάς σχεδόν προέβλεψε ότι η συγκεκριμένη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση θα ακυρωνόταν προτού ακόμη ξεκινήσει, «λόγω των “κραυγών” που υιοθετούν τα ελληνικά κόμματα», μολονότι το σκεπτικό των υπευθύνων του υπουργείου ήταν «λιγότερα υποχρεωτικά μαθήματα, περισσότερα μαθήματα επιλογής και μεγαλύτερη εμβάθυνση», κάτι που εκ πρώτης όψεως δεν είναι κακό. Η δική μου καχυποψία απέναντι σε τούτη την πρωτοβουλία έχει να κάνει κυρίως με το πώς θα σχεδιαζόταν όλο αυτό, πόσο μεθοδικά θα κινούνταν το υπουργείο, με το αν στόχευε σε ένα ευέλικτο, δραστικό σχήμα διδασκαλίας, αποφεύγοντας μιαν ακόμη απονεύρωση και αφυδάτωση της γνώσης. Αλλά μετά την υπόθεση με τη «βάση του δέκα», πώς να μην είσαι καχύποπτος;

Σε κάθε περίπτωση, εάν επρόκειτο το μάθημα της Ιστορίας να τύχει μεγαλύτερης εμβάθυνσης, όπως αναφέρθηκε, εάν επρόκειτο να το παρακολουθούν μαθητές που το είχαν επιλέξει συνειδητά, τότε ίσως ήταν καλύτερο ένα μάθημα που γίνεται μέσα σε ένα πνεύμα τυπολατρικής υποχρέωσης και ψυχαναγκασμού να μετατραπεί σε μάθημα επιλογής.

Η Ιστορία είναι βέβαια πονεμένη υπόθεση. Θυμάμαι από τα δικά μου μαθητικά χρόνια, στο λύκειο, κατά το δεύτερο μισό της δεκαετίας του ’80, πόσο διαχωρισμένα ήταν μέσα μου, από τη μια πλευρά, η διδασκαλία της Ιστορίας στο σχολείο και, από την άλλη, τα συναρπαστικά ιστορικά αναγνώσματα που έβρισκα στην πατρική βιβλιοθήκη: τα «Φοβερά Ντοκουμέντα», με τις έξοχες αφηγήσεις των Σόλωνα Γρηγοριάδη, Δημήτρη Φωτιάδη, Αλέξανδρου Κοτζιά και των άλλων ξένων συγγραφέων, με τον «Σαγγάριο», τον «Επίλογο στο Γουδί», τους «Βαλκανικούς Πολέμους», τη «Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών» κ. ά., ο δίτομος, γλαφυρός «Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος» του Ρεϊμόν Καρτιέ (από τον Πάπυρο – με υπέροχη εικονογράφηση), η μετ’ εμποδίων, αλλά όμως πάντοτε συγκλονιστική καθαρεύουσα της «Ανόδου και της Πτώσης του Γ΄ Ράιχ» του Ουίλιαμ Σίρερ (τρεις σκληρόδετοι τόμοι με πρωτόγονες εκτυπώσεις από τις εκδόσεις Αρσενίδη – αν δεν με απατά η μνήμη μου), ακόμα και τα τεύχη της κλασικής σήμερα «Ιστορίας Εικονογραφημένης», επίσης από τις εκδόσεις Πάπυρος, όλα συνέθεταν στον άγουρο νου ενός περίεργου εφήβου ένα σύμπαν εξόχως μυθιστορηματικό. Το πιο συγκλονιστικό όμως ήταν ότι όλα αυτά που διάβαζα είχαν συμβεί στ’ αλήθεια. Και η Ιστορία ήταν όντως ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα.

Αλλη κουβέντα, λοιπόν, η σχολική Ιστορία και άλλη αυτή που διάβαζα σπίτι. Και πάλι όμως, χρειάστηκε να περάσουν κάμποσα χρόνια για να συνειδητοποιήσω ότι η Ιστορία δεν είναι κάτι ξένο και παγωμένο, που αφορά επώνυμους και μεγάλους ηγέτες. Οτι η Ιστορία συνιστά κυρίως αυτή τη μυστική σύνδεση των κορυφαίων γεγονότων με τους μικρούς και ασήμαντους, της «επίσημης» μνήμης, των βουβών κινηματογραφικών επίκαιρων και των ασπρόμαυρων φωτογραφιών με τα θαμμένα οικογενειακά κειμήλια, ξεθαμμένες προσωπικές διηγήσεις και μνήμες, αόρατα τραύματα και παρακαταθήκες που από νεκρές οικογενειακές φύσεις μεταμορφώνονται σε κάτι ζωντανό και παλλόμενο: σε αφηγήσεις με συλλογικό, ενίοτε οικουμενικό χαρακτήρα.

Ο Αμερικανός κομίστας Αρτ Σπίγκελμαν, μεταφέροντας στο διάσημο πια «Maus» την ιστορία του πατέρα του από το Ολοκαύτωμα, ξεκίνησε με την εξής εμβληματική φράση: «Ο πατέρας μου αιμορραγεί Ιστορία» (My father bleeds History). Κάτι ανάλογο έδειξε και ο Βρετανός Γκρέιαμ Σουίφτ στο καλύτερό του μυθιστόρημα, την «Υδάτινη χώρα», το 1983.

Με άλλα λόγια, η Ιστορία δεν είναι κάτι εκεί έξω – είναι στο σπίτι του καθενός μας. Και οι αφηγήσεις της είναι οι δικές μας μνήμες και αναπλάσεις. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι απλώς αν η Ιστορία πρέπει να είναι υποχρεωτική ή προαιρετική στο λύκειο. Το ερώτημα είναι εάν μπορεί το νέο λύκειο που οραματίζεται το υπουργείο να ενσταλάξει στους μαθητές μια άλλου τύπου αντίληψη γύρω από την Ιστορία. Να τους υποψιάσει ως προς τη βαθύτερη δυναμική της, αναδεικνύοντας τη γοητεία της. Ψιλά γράμματα; Μάλλον.

Πρωινό και γυμναστική στα σχολεία

Από το www.tovima.gr
Νομοσχέδιο του υπουργείου Υγείας φιλοδοξεί να αλλάξει τις διατροφικές συνήθειές μας και την καθημερινότητά μας
ΡΕΠΟΡΤΑΖ Ν. ΧΑΣΑΠΟΠΟΥΛΟΣ | Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

Πρωινό, απόσυρση όλων των ανθυγιεινών τροφών από τα σχολικά κυλικεία και υποχρεωτική γυμναστική σχεδόν κάθε ημέρα επί μία ώρα σε όλα τα δημόσια σχολεία επιβάλλει η κυβέρνηση με νομοσχέδιο που εισάγει στη Βουλή με στόχο να αλλάξει ριζικά τις συνήθειες των Νεοελλήνων. Πρόκειται για ένα επαναστατικό, όπως χαρακτηρίζεται, σχέδιο επιβολής νέων διατροφικών συνηθειών, το οποίο ήδη έχει εφαρμοστεί σε ορισμένες ευρωπαϊκές χώρες και κυρίως στο Ηνωμένο Βασίλειο, επί πρωθυπουργίας του κ. Τόνι Μπλερ. Η κυβέρνηση επείγεται να εφαρμόσει το σχέδιο, θεωρώντας ότι όχι μόνο θα βοηθήσει στην υγεία των Ελλή νων (και κυρίως των παιδιών), αλλά θα εξοικονομήσει και πόρους, αφού πολλές ασθένειες προέρχονται από την παχυσαρκία.

Το σχέδιο που εισάγει το υπουργείο Υγείας, Αθλησης και Διατροφής βασίζεται σε μελέτη για τις ως τώρα διατροφικές συνήθειες των Ελλήνων, όπως δηλώνει στο «Βήμα» ο υφυπουργός κ. Χρ. Αηδόνης. Από τα πρώτα στοιχεία προκύπτει ότι το 75% των ελλήνων δεν λαμβάνει πρωινό, ένα 54% προτιμά ως κύριο γεύμα το λεγόμενο junk food, ένα 48% αποφεύγει να γυμνάζεται- ενώ ένα υπολογίσιμο ποσοστό των μαθητών εφευρίσκει διάφορες δικαιολογίες για να αποφύγει την υποχρεωτική γυμναστική στα σχολεία.

Με το σχέδιο αναμένεται σε λίγες εβδομάδες να υπάρξει ένας «βομβαρδισμός» των τηλεθεατών από έξι τηλεοπτικά σποτ- τα οποία ετοιμάζει δωρεάν η ΕΡΤ. Θα προβάλλουν την υγιεινή διατροφή, ενώ άλλα θα προτρέπουν τους Ελληνες να λαμβάνουν πρωινό και να… γυμνάζονται. Στο νομοσχέδιο, επιβάλλεται επίσης:

* Χαμηλός συντελεστής ΦΠΑ για όλα τα τρόφιμα τα οποία θεωρούνται «υγιεινά».

* Αύξηση του συντελεστή ΦΠΑ σε τρόφιμα με μεγάλη περιεκτικότητα σε λιπαρά.

* Απόσυρση όλων των λεγόμενων ανθυγιεινών τροφών από τα κυλικεία. * Καθιέρωση πέντε ώρες την εβδομάδα υποχρεωτικής γυμναστικής σε όλα τα δημόσια σχολεία και αναβάθμιση του μαθήματος της Γυμναστικής.

Το διαγώνισμα κάνει καλό στον εγκέφαλο

Από τα www.tanea.gr
Επιμέλεια: Γιάννης Δεβετζόγλου, gdevetzoglou@dolnet.gr
Νέα αμερικανική επιστημονική μελέτη κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι μαθητές που υποβάλλονται σε τακτικά διαγωνίσματα, έχουν βελτιωμένη μνήμη και ιδιαίτερα καλή ικανότητα μάθησης.

Οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι η προετοιμασία για τα διαγωνίσματα ωφελεί τους μαθητές, βελτιώνοντας την μνήμη τους, καθώς επιτρέπει στον εγκέφαλό τους να βρίσκει πιο αποτελεσματικούς τρόπους για να αποθηκεύει και στη συνέχεια να ανακαλεί πληροφορίες.

Ο εγκέφαλος των παιδιών καταφέρνει να δημιουργεί ευκολομνημόνευτες «λέξεις-κλειδιά», οι οποίες αποκαλούνται επιστημονικά «μεσάζοντες», που την κατάλληλη στιγμή «πυροδοτούν» τις σωστές μνήμες.

Κάτι τέτοιο, σύμφωνα με τους ερευνητές, δεν συμβαίνει όταν τα παιδιά απλώς διαβάζουν και δεν είναι υποχρεωμένα να περάσουν από τη διαδικασία του διαγωνίσματος.

Η μελέτη που έγινε από το τμήμα Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Κεντ Στέιτ του Οχάιο, βρήκε ότι οι συχνά διαγωνίσματα, ειδικά όσα απαιτούν από τον μαθητή να θυμάται διάφορες πληροφορίες, αυξάνουν δραστικά την πιθανότητα ότι αυτός θα μπορεί πράγματι να συγκρατήσει στην μνήμη του για καιρό αυτές τις πληροφορίες.

Τα πειράματα που έκαναν οι ερευνητές, αφορούσαν ιδιαίτερα την εκμάθηση της αφρικανικής γλώσσας σουαχίλι από αγγλόφωνους μαθητές, οι οποίοι χωρίστηκαν σε δύο ομάδες, εκ των οποίων η μια ομάδα απλώς διάβασε την μετάφραση των λέξεων, ενώ η άλλη έκανε και τα σχετικά γραπτά τεστ.

Τα παιδιά που υποχρεώθηκαν να γράψουν διαγώνισμα, είχαν καλύτερες μνημονικές επιδόσεις, έως και τρεις φορές, σε σχέση με όσους μαθητές είχαν απλώς μελετήσει, επιβεβαιώνοντας ότι ο εγκέφαλος «κωδικοποιεί» καλύτερα τις πληροφορίες στη διάρκεια της προετοιμασίας για ένα τεστ, παρά κατά την απλή μελέτη.

Όπως είπαν οι αμερικανοί ερευνητές, θα έπρεπε να υπάρχουν περισσότερα τεστ μέσα στην τάξη, ενώ ακόμα και μόνοι τους οι μαθητές θα έπρεπε να βάζουν τεστ στον εαυτό τους για να προετοιμαστούν καλύτερα. Αυτό, δυστυχώς για τα παιδιά, σημαίνει ότι μάλλον πρέπει σιγά-σιγά να πάρουν από καλύτερο μάτι τα διαγωνίσματα.

Η μελέτη δημοσιεύτηκε στο «Science».

Συνωστισμός στα φροντιστήρια της Αθήνας για εκμάθηση της κινεζικής

Από www.kathimerini.gr

Ελληνες μαθαίνουν τη γλώσσα του μέλλοντος

Της Iωαννας Φωτιαδη

Πριν από το 2004, τα φροντιστήρια ξένων γλωσσών στα οποία διδασκόταν και η κινεζική γλώσσα στην Αθήνα, ήταν μετρημένα στα δάχτυλα του ενός χεριού. Σήμερα, ξεπερνούν τα 100! Μόλις πέρυσι, 200 μαθητές από μεγάλα αστικά κέντρα (Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Λαμία) εξετάστηκαν για τα διπλώματα γλωσσομάθειας διαφόρων γνωστικών επιπέδων HSK (Hanyu Shuiping Kaoshi) από το Πανεπιστήμιο της Σαγκάης. «Οι 120 απ’ αυτούς πέτυχαν στις εξετάσεις», λέει στην «Κ» η κ. Αμαλία Ματιάτου, α΄ αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Ελλάδας-Κίνας, που οργανώνει τις εξετάσεις σε συνεργασία με την κινεζική πρεσβεία.

Η κινεζική γλώσσα ξεκίνησε να διδάσκεται στην Ελλάδα συστηματικά από τον σύνδεσμο Ελλάδας-Κίνας το 1982. Σιγά σιγά, το ενδιαφέρον άρχισε να αυξάνεται, ενώ «μπήκε στην τελική του ευθεία» κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο Ολυμπιάδων, της Αθήνας και του Πεκίνου. Τα φροντιστήρια ήταν αυτά που έδωσαν τον τόνο. «Συμπεριλάβαμε πέρυσι τα κινεζικά στο πρόγραμμα του φροντιστηρίου μας, λόγω της αυξημένης ζήτησης», σημειώνει στην «Κ» η κ. Τίνα Ζωγοπούλου, ιδιοκτήτρια Κέντρου Ξένων Γλωσσών στην Αθήνα. Μεταξύ των ενδιαφερομένων ήταν και πολλά παιδιά. «Ηδη το ένα τμήμα αποτελείται από μαθητές 10-12 χρονών», λέει.

Αλλά και οι γονείς παροτρύνουν τα παιδιά τους, καθώς εκτιμούν ότι τα κινεζικά είναι η «γλώσσα του μέλλοντος». Η καθηγήτρια Κινεζικών, κ. Μισέλ Τσάο Μούσα, που εδώ και έξι χρόνια διδάσκει τη γλώσσα στην Αθήνα, συμβουλεύει: «Τα κινεζικά απαιτούν αφοσίωση και πειθαρχία. Για να εξοικειωθεί κανείς με τα ιδεογράμματα, χρειάζεται εξάσκηση τουλάχιστον μία ώρα την ημέρα».

Τι άλλο πρέπει να γνωρίζουν όσοι αποφασίσουν να ασχοληθούν; Οτι τα κινεζικά δεν έχουν καταλήξεις, ούτε γένη, ενώ η σειρά των λέξεων αλλάζει συχνά το νόημα. «Η γλώσσα μας έχει τέσσερις διαφορετικούς τόνους, τους οποίους καλείται να ξεχωρίζει ο ομιλητής!» αναφέρει.

Ενθουσιασμένος με την κινεζική γλώσσα δηλώνει στην «Κ» ο 24χρονος Ζαχαρίας Καμπάνης, πτυχιούχος του τμήματος Ναυτιλιακών στο Πανεπιστήμιο Πειραιά και γνώστης πλέον των κινεζικών. «Εχω κάνει ήδη αίτηση στην Cosco, όπως και στο κινεζικό επιμελητήριο, και περιμένω απάντηση», λέει. Ο Ζαχαρίας άρχισε να μαθαίνει κινεζικά στον Σύνδεσμο Ελλάδας-Κίνας τον Οκτώβριο του 2005. «Ηθελα να έχω ένα συγκριτικό πλεονέκτημα στην αναζήτηση εργασίας», σημειώνει, «τότε ακόμα δεν είχε κάνει εμφάνιση η Cosco στην Ελλάδα, ωστόσο στον χώρο της ναυτιλίας η Κίνα ήταν πάντοτε μια υπολογίσιμη δύναμη». Ο Ζαχαρίας δεν ήταν ο μοναδικός στο τμήμα του που σκέφτηκε έτσι. Τουλάχιστον 15 άτομα γράφτηκαν τότε, από το πανεπιστημιακό τμήμα του, σε φροντιστήρια κινεζικών.

Ο ίδιος θεωρεί ισχυρό το ενδεχόμενο να κάνει καριέρα στην Κίνα. «Παρακολουθώ από το Ιντερνετ την προσφορά εργασίας στην Κίνα, σε εταιρείες κινεζικών, ελληνικών ή άλλων συμφερόντων», διευκρινίζει, ενώ γνωρίζει ήδη αγγλικά, γερμανικά και ισπανικά. «Η μεγάλη μου, όμως, αγάπη είναι τα κινεζικά», ομολογεί.

Από περιέργεια ξεκίνησε τα κινεζικά η 24χρονη Μαρία Σαρρή, φοιτήτρια στο τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών, αλλά τελικά «εθίστηκε». «Γράφτηκα στο Διδασκαλείο Ξένων Γλωσσών του Πανεπιστημίου Αθηνών». Τον Σεπτέμβριο του 2005, από έξι τμήματα, 20 φοιτητές πήραν την απόφαση να μάθουν κινεζικά. «Σχεδιάζω να επισκεφθώ την Κίνα το καλοκαίρι! Προς το παρόν κάνω πρακτική με τους Κινέζους που συναντώ στην Αθήνα».

Ο συμμαθητής της Μαρίας, ο 30χρονος Δημήτρης Σχίζας, μηχανολόγος μηχανικός του ΕΜΠ, επέλεξε τα κινεζικά για λόγους επαγγελματικούς. «Εχει πλέον ανοίξει η αγορά της Κίνας στην Ευρώπη και οι συνεργασίες διευκολύνονται, όταν γνωρίζεις τη γλώσσα του εταίρου», τονίζει. Ο Ζαχαρίας, η Μαρία και ο Δημήτρης θα δώσουν σε λίγες μέρες εξετάσεις για διπλώματα γλωσσομάθειας…

Κεντρικό ή περιθωριακό μάθημα

Από www.kathimerini.gr

Πιθανή αναπροσαρμογή των προγραμμάτων στη μέση εκπαίδευση και οι συνέπειες στη Λογοτεχνία
Του Γιαννη Παπακωστα

ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ. Εντονη είναι η φημολογία, σύμφωνα με την οποία στο υπουργείο Παιδείας λειτουργούν διάφορες επιτροπές με αντικείμενο την αναπροσαρμογή των αναλυτικών προγραμμάτων στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Μια από τις επιτροπές αυτές έχει ως αντικείμενο τη Νεοελληνική Λογοτεχνία (Ν.Λ.) και την αναδιάρθρωση της διδακτέας ύλης. Διάχυτη είναι επίσης η φημολογία ότι για το μάθημα της Ν.Λ. μελετάται ριζική ανατροπή και ούτε λίγο ούτε πολύ το κυρίαρχο και βασικό αυτό μάθημα θα τεθεί στην υπηρεσία της γλωσσικής διδασκαλίας. Το πρόσφατο συνέδριο, άλλωστε, στη Θεσσαλονίκη, με την παρουσία και της αρμόδιας υπουργού Παιδείας κ. Αννας Διαμαντοπούλου, εξέπεμψε σαφή, προς την κατεύθυνση αυτή, μηνύματα.

Ετσι, αντί τον κεντρικό κορμό του μαθήματος να τον συνιστά η Λογοτεχνία, που είναι και ο φορέας της γλώσσας, θα συμβεί το αντίθετο: η Λογοτεχνία θα τεθεί στην υπηρεσία του γλωσσικού μαθήματος, αποκόπτοντας έτσι την επικοινωνία του μαθητή με τον δημιουργικό λόγο, με τα κείμενα, δηλαδή, δόκιμων Νεοελλήνων συγγραφέων, όπως αυτοί καταξιώθηκαν ιστορικά μέσα στον χρόνο· με τα κείμενα του Χορτάτζη, του Σολωμού, του Μακρυγιάννη, του Καβάφη, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Ρίτσου, του Αναγνωστάκη και τόσων άλλων.

Δεν ξέρουμε αν στην εν λόγω επιτροπή μετέχουν και φιλόλογοι νεοελληνιστές. Είναι, ωστόσο, ζητούμενο αν και η Πανελλήνια Ενωση Φιλολόγων παρακολουθεί το θέμα και ποια είναι η θέση της. Επικαλούμαι το επιστημονικό αυτό όργανο, γιατί σε δύο διαδοχικά συνέδρια, όπου έλαβε μέρος πλήθος φιλολόγων καθηγητών από όλες τις ενώσεις της χώρας, τονίστηκε με έμφαση η ευεργετική επίδραση της λογοτεχνίας στους νέους.

Το σκεπτικό είναι αυτονόητο. Αλλη είναι η αισθητική αξία έγκυρων λογοτεχνικών κειμένων και άλλη η αξία των τεχνητών σχημάτων επικοινωνιακού περιεχομένου, προσαρμοσμένων στους εκάστοτε διδακτικούς στόχους. Τα λογοτεχνικά κείμενα μπορούν να αποτελέσουν μορφωτικό αγαθό με ποικίλες θετικές επιδράσεις στην ψυχοσύνθεση των νέων και κυρίως να συντελέσουν στην αισθητική τους καλλιέργεια, για τούτο και για να υπάρχει αποτέλεσμα, πρέπει να διδάσκονται αυτοτελώς.

Εκ των πραγμάτων, η Ν.Λ. φέρνει τον νέο σε επαφή με την τέχνη και τον πολιτισμό και τον οδηγεί στην ανάπτυξη διαλόγου με τις αξίες που εμπεριέχουν τα καταξιωμένα κείμενα έγκυρων συγγραφέων.

Τις συνέπειες από την υποβάθμιση του μαθήματος εύκολα τις προβλέπει κανείς. Η άσκηση στην ορθή (εκτός και αν δεν υπάρχει ορθή) χρήση της γλώσσας, αποτελεί βέβαια τους σκοπούς της αγωγής· η σπουδή, όμως, της λογοτεχνίας είναι μορφωτικό αγαθό που υπερβαίνει κατά πολύ τη γλωσσική κατάρτιση και τον επικοινωνιακό λόγο, γιατί επεκτείνεται στην ενασχόληση με βαθύτερα διανοήματα και συναισθήματα που συνδέονται με την πιο λεπτή και καίρια γλωσσική έκφραση και επεκτείνεται στην αισθητική καλλιέργεια. Εχει, επομένως, σχέση με την ανάπτυξη της προσωπικότητας του μαθητή και τη βαθύτερη γλωσσική του αγωγή. Γλωσσική αγωγή, όμως, «εν κενώ» είναι αδύνατον να ασκηθεί και μάλιστα με σπαράγματα ποικίλης ύλης, εν πολλοίς δημοσιογραφικά, που αποβλέπουν σε διαφορετικούς στόχους. Το νερό για τη λογοτεχνία είναι νερό. Δεν είναι ούτε υδρογόνο ούτε οξυγόνο, όπως είναι για τον χημικό. Η διάλυση στα συστατικά του, η αποδόμησή του, δηλαδή, είναι θέμα χημικού εργαστηρίου, αντιμετώπιση εντελώς αντίθετη προς τις διαδικασίες που συντελούν στην αισθητική απόλαυση και ομορφιά.

Θεωρούμε για τούτο ουσιαστική, για το μάθημα, τη σύνδεση και των τριών κλάδων, ήτοι της λογοτεχνίας, της έκθεσης – έκφρασης και της γλωσσικής διδασκαλίας και την ένταξή τους υπό κοινή στέγη με επίκεντρο τη λογοτεχνία. Ενα ποίημα του Καβάφη ή του Σεφέρη, με την πολυσημία τους, προσφέρονται όχι μόνο για ερμηνευτική προσέγγιση, αλλά και για γλωσσική. Ενας στίχος του Σολωμού ή μια στροφή του Κάλβου είναι η καλύτερη θεματολογία, προκειμένου για νοηματική ανάπτυξη, με πρόσθετη ωφέλεια την αισθητική ομορφιά και τη βίωση του πολιτισμού μας.

Ο Εμπειρίκος έχει έναν πολύ χαρακτηριστικό στίχο εν προκειμένω: «Πάρε τη λέξι μου. Δώσε μου το χέρι σου» Είναι η αμφίδρομη κίνηση που ανοίγει το κυνήγι της επικοινωνίας μεταξύ αναγνώστη και δημιουργού.

Τούτο σημαίνει ότι η λογοτεχνία μπορεί να ζωντανέψει το σχολείο και να αποτελέσει ένα από τα καλύτερα μορφωτικά αγαθά, φτάνει η πολιτεία να το κατανοήσει και να το θελήσει. Την ευεργετική αξία του μαθήματος είχε επισημάνει άλλωστε, αρκετές δεκαετίες πριν, ο Ευάγγελος Παπανούτσος, όταν, πρώτος αυτός, το συμπεριέλαβε ως εξεταστέο μάθημα για τα ΑΕΙ όλων των κλάδων. Ηταν τότε γενικός γραμματέας του υπουργείου Παιδείας.


Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων