Περί βαλκανικής κοινότητας

Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ

Tα Βαλκάνια μπαρουταποθήκη; Η χερσόνησος του Αίμου, τα Βαλκάνια δηλαδή, μεσαίωνας σχεδόν ακόμη στην ανατολική άκρη της ευρωπαϊκής Αναγέννησης. Η νοτιανατολική αυτή γωνιά της Ευρώπης (άλλο ευγενέστερο όνομα πάντα των Βαλκανίων) προπύργιο απέναντι στην Ασία, αλλά και επιρρεπής στα ασιατικά και ανατολίτικα διδάγματα της μακρόχρονης ιστορίας της.

Αυτά λοιπόν τα Βαλκάνια έχουν άραγε κοινά χαρακτηριστικά που να μας κάνουν (μάλλον επιτρέπουν) να μιλάμε για βαλκανική κοινότητα; Και αν ναι, ποια είναι αυτά τα χαρακτηριστικά και από πότε γίνονται και αναπτύσσονται ως ιστορική

Να θυμίσω βιαστικά ότι ο βαλκανικός χώρος δεν είχε ακόμη αυτό το όνομα, όταν ενοποιήθηκε για πρώτη φορά, αν όχι στο σύνολό του πάντως σε μεγάλο μέρος του, από τους μακεδόνες βασιλείς, τον Φίλιππο και τον Αλέξανδρο. Τότε ίσως άρχισε και ο γλωσσικός εξελληνισμός των σκυθικών πληθυσμών της χερσονήσου. Τη μακεδονική ενοποίηση διαδέχθηκε μερικούς αιώνες αργότερα η ρωμαϊκή, στην περιοχή αυτή που τον 4o μ.Χ. αιώνα μετατράπηκε σε βυζαντινή επικράτεια.

Η επαρχιακή διοίκηση του Ιλλυρικού με έδρα τη Θεσσαλονίκη εκφράζει τη βυζαντινή πολιτική και στρατιωτική ενοποίηση του βαλκανικού χώρου, που περιλαμβάνει τους εξελληνισμένους πληθυσμούς της χερσονήσου του Αίμου (πλην ίσως των εκρωμαϊσθέντων Δακών, μακρινών προγόνων των σημερινών Ρουμάνων). Θα υπογραμμίσω ότι, grasso modo, η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στους εκλατινισμένους και στους εξελληνισμένους λαούς της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας και της διαδόχου της βυζαντινής αρχίζει από τη Βενετία, διέρχεται την Αδριατική και το Ιόνιο, για να καταλήξει στη Μεγάλη Σύρτη (σημερινή Λιβύη), έχοντας ανατολικά τους ελληνομαθημένους, που έγιναν αργότερα ο πυρήνας του Βυζαντίου, και δυτικά τους λατινογενείς. Να σημειώσω παρενθετικά ότι η γραμμή αυτή, με ορισμένες οριακές διορθώσεις, είναι αυτή που χώρισε καθολικούς και ορθοδόξους μετά το σχίσμα των εκκλησιών στα 1054, είναι η ίδια που διακρίνει τους τουρκοκρατούμενους χώρους (από τα μέσα του 15ου και εδώ) από τη δυτική χριστιανοσύνη, είναι ακόμη αυτή που χώρισε στα χρόνια μας τις κομουνιστικές χώρες από τις δυτικόφρονες με μόνη εξαίρεση την Ελλάδα.

Η παμβαλκανική διοίκηση του Ιλλυρικού, που κεντρική αρτηρία έχει την Εγνατία οδό (αυτή ενώνει την παλιά με τη Νέα Ρώμη, την Κωνσταντινούπολη) και που θρησκευτικά υπάγεται στον πάπα και όχι στον πατριάρχη, θα διαρκέσει, grosso-modo, ώς την εγκατάσταση των Σλάβων στην περιοχή και τη δημιουργία, πριν από το τέλος του 7ου αι., του βουλγαρικού κράτους στον χώρο του Δουνάβεως. Και βέβαια ώς τη νέα οργάνωση της άμυνας του Βυζαντίου εναντίον των Βουλγαροαβάρων στα βόρεια σύνορά του. Εκφράζεται η προσπάθεια αυτή με την ίδρυση των θεμάτων, διοικητικών επαρχιών της Μακεδονίας, της Θράκης, αλλά και της Ελλάδας, και λίγο αργότερα και του Δυρραχίου. Να πω συμπερασματικά ότι τον 8ο αιώνα έχει διαμορφωθεί ο βαλκανικός χώρος σύμφωνα με συνθήκες εθνολογικές που διαρκούν σχεδόν ώς τις ημέρες μας. Τότε άλλωστε καταργείται και η διοίκηση του Ιλλυρικού και οι εναπομείνασες στο Βυζάντιο περιοχές του προσαρτώνται στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Είναι η εποχή που το Βυζάντιο ταράζεται από την εικονομαχική διαμάχη, που μεταξύ άλλων διαφοροποιεί την εικονολατρική Ρώμη από την εικονοκλαστική ακόμη τότε Κωνσταντινούπολη.

Είμαστε στα χρόνια των λεγόμενων σκοτεινών χρόνων (διαρκούν από το τέλος του 7ου ώς τα μέσα του 9ου αιώνα), όταν το Βυζάντιο, εκτός από τα συνεχή κούρσα των Αράβων στην Ανατολή και την εσωτερική διαμάχη των εικόνων, αντιμετωπίζει την εισβολή και εγκατάσταση στα εδάφη του των σλαβικών φύλων. Ο εκβυζαντινισμός των απρόσκλητων αυτών επισκεπτών αποτελεί το κύριο μέλημα της αυτοκρατορίας. Επιτυγχάνεται κυρίως στα χρόνια του Μιχαήλ Γ΄, του αδίκως λεγομένου Μέθυσου, χάρη στον γλωσσικό εξελληνισμό, στον εκχριστιανισμό και στην ένταξη στη βυζαντινή διοίκηση με την οργάνωση των αρχοντιών-σκλαβηνιών, ομάδων αυτόνομων, υπό βυζαντινό όμως διοικητή. Τότε άλλωστε τοποθετείται και ο εκχριστιανισμός των εκτός Βυζαντίου Σλάβων. Με το βάφτισμα των Βουλγάρων ο τσάρος Βόρις παίρνει το όνομα Μιχαήλ από τον ομώνυμο βυζαντινό αυτοκράτορα και ανάδοχό του. Αυτό στα 863, οπότε και μαρτυρείται η πρώτη επίθεση των Ρώσων κατά του Βυζαντίου (860). Τότε λοιπόν τοποθετείται ο εκχριστιανισμός των Βουλγάρων, το περίλαμπρο αυτό κατόρθωμα των θεσσαλονικέων αδελφών μοναχών.

Μιλώ βέβαια για τον Κύριλλο και τον Μεθόδιο, των οποίων το έργο, ο εκχριστιανισμός δηλαδή των εκτός Βυζαντίου Σλάβων και η ένταξή τους στη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, δηλώνει τη νέα ενοποίηση του βαλκανικού χώρου. Αυτήν που τα χαρακτηριστικά της δεν είναι πολιτικής ή στρατιωτικής υφής, αλλά είναι καθαρά πνευματικά: ως ενσωμάτωση των βαλκάνιων λαών στην κωνσταντινουπολίτικη ορθοδοξία διαρκεί ώς τα σήμερα, άσχετα από εκκλησιαστικές αποσχίσεις διοικητικού και όχι δογματικού χαρακτήρα. Μπορούμε λοιπόν να πούμε ότι το θεμέλιο της βαλκανικής κοινότητας, στο μέτρο βέβαια που μια τέτοια ενότητα υπάρχει, είναι η ορθοδοξία, έργο αυτό βυζαντινό, όπως άλλωστε και η δημιουργία της λεγόμενης κυριλλικής γραφής, η μετάφραση στα σλαβονικά των ιερών κειμένων και βέβαια και η τέχνη, αρχιτεκτονική, ζωγραφική ή μικροτεχνία, που συνοδεύει τη χριστιανική ευλάβεια.

Να τονίσω λοιπόν ότι χριστιανικό και ελληνόφωνο πολιτισμικά το Βυζάντιο έγινε γρήγορα, παρά την πολυεθνική σύσταση του πληθυσμού του, ο νέος ευρύς χώρος δράσης του μεσαιωνικού ελληνισμού που, μπολιασμένος από τον χριστιανισμό και από τα ρωμαϊκά κατορθώματα, αναδεικνύεται σε παγκόσμια δύναμη της εποχής, πολιτική και πνευματική.

Η επεξεργασία και η διάδοση της Ορθοδοξίας, που αποτελεί μαζί με τη συνέχεια της γλώσσας το θεμέλιο του νέου ελληνισμού, είναι έργο καθ’ όλα βυζαντινό, δηλαδή της Ρωμιοσύνης.

Χάρη άλλωστε στην Ορθοδοξία, που το Βυζάντιο δίδαξε σε “όλους τους παρά τον Δούναβιν οικούντες”, όπως λέει ένα λαϊκό κείμενο, απαριθμώντας Βουλγάρους, Μοράβους, Σέρβους, Βλάχους και Σλάβους (των Ρώσων μη εξαιρουμένων), χάρη λοιπόν στη διάδοση της Ορθοδοξίας και στο έργο των ισαποστόλων Θεσσαλονικέων Κυρίλλου και Μεθοδίου, το Βυζάντιο, πριν από το τέλος του 9ου αι., βρίσκεται στο κέντρο μιας ευρύτερης πνευματικής ενότητας, της ορθόδοξης Βαλκανικής.

Εκχριστιάνισαν οι Βυζαντινοί και ενσωμάτωσαν έτσι στον υπό δημιουργία τότε ευρωπαϊκό κόσμο τους λαούς που δεν είχαν ωστόσο πάψει να αντιστρατεύονται την αυτοκρατορία τους, όπως οι Βούλγαροι αλλά και οι Ρώσοι, και αυτό ώς τα μέσα σχεδόν του 11ου αιώνα.

Δεν θα σταθώ στην ενδοχριστιανική διαμάχη ανάμεσα σε Βυζαντινούς και Βουλγάρους για την κυριαρχία στα Βαλκάνια. Οι πόλεμοι του Συμεών στο τέλος του 9ου, αρχές 10ου αιώνα, που αποβλέπουν στη Θεσσαλονίκη και απειλούν και αυτήν τη Βασιλεύουσα, καθώς και οι επιθέσεις του Σαμουήλ στις αρχές του 11ου αι. κατά της Ελλάδας, που κατέληξαν στη νίκη του Βασιλείου Β΄ του λεγομένου Βουλγαροκτόνου και στη διάλυση του βουλγαρικού κράτους, που τα εδάφη του αποτέλεσαν μετά το 1014 (μάχη του Κλειδίου) για πάνω από έναν αιώνα βυζαντινές επαρχίες, χαρακτηρίζονται ως κύριοι σταθμοί της βυζαντινοβουλγαρικής σύρραξης για την κυριαρχία στα Βαλκάνια. Είναι ωστόσο αναμφισβήτητο ότι ο 11ος αιώνας, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος του 12ου, ώς τη Φραγκοκρατία, αποτελούν την εποχή της εμπέδωσης του Βυζαντίου, της διάδοσης της αυτοκρατορικής πνευματικής και καλλιτεχνικής ακτινοβολίας του στον χώρο των Βαλκανίων. Η βυζαντινή επιρροή, παρά την αφύπνιση των εθνικών κρατών της περιοχής των Βουλγάρων, που ανασυντάσσουν το κράτος τους, και λίγο αργότερα των Σέρβων, που καταφέρνουν χάρη στις νίκες του Στέφανου Ντουσάν, στα μέσα του 14ου αιώνα, να προωθηθούν σε Μακεδονία και Θεσσαλία, θα μείνει ανεξίτηλη και μετά το Βυζάντιο, ορατή μάλιστα θα πω ώς τις μέρες μας.

Το έργο του N. Jοrga “Byzance après Byzance” καταγράφει ακριβώς τις βυζαντινές επιβιώσεις στον βαλκανικό χώρο. Αφορούν βέβαια τις εκκλησιαστικές παραδόσεις, τις καλλιτεχνικές επιδόσεις (ιδιαίτερα στη ζωγραφική κατά την εποχή των Παλαιολόγων), αλλά και τις διοικητικές επιδράσεις που εκφράζει ιδιαίτερα η χρήση του ρωμαϊκού δικαίου στις βαλκανικές χώρες, όπως το είχαν επεξεργαστεί οι μεγάλοι νομοδιδάσκαλοι, ο Αρμενόπουλος με την Εξάβιβλο και ο Βλαστάρης.

Ένα νέο όμως στοιχείο έρχεται να ενισχύσει τη βαλκανική αλληλεγγύη που θεμελίωσε η Ορθοδοξία. Μιλώ για την αντίσταση των Βαλκανίων κατά των Τούρκων από τα μέσα του 14ουν αι. (από την εμφάνιση δηλαδή και εγκατάσταση των Οθωμανών το 1354 στην Καλλίπολη, σε ευρωπαϊκό έδαφος) ώς την τελική υποταγή της περιοχής στη σουλτανική κυριαρχία. Τότε αναδεικνύονται και οι λαϊκοί ήρωες των λαών του Αίμου (που οι Τούρκοι ονόμασαν Βαλκάνια), ήρωες όπως ο Λαζαρεβίτς των Σέρβων, που διακρίθηκε στη μάχη του Κοσόβου στα 1389, ή ο Σκεντέρμπεης ο Καστριώτης των Αλβανών, που αποτελούν, μαζί βέβαια με τον Κωνσταντίνο ΙΑ΄ Παλαιολόγο Δραγάση, την πρώτη διακεκριμένη ομάδα ηρώων του αντιτουρκικού αγώνα, που παίρνει χροιά υπεράσπισης της πίστης.

Οι ηγέτες αυτοί έγιναν γρήγορα τα θρυλικά πρόσωπα της ιστορίας των λαών τους. Άγιασε ο Λαζαρεβίτς, μαρμαρωμένος βασιλιάς ο Κωνσταντίνος που ακόμη περιμένει την οσιοποίησή του ως πρώτος νεομάρτυς του γένους. Στα δύσκολα χρόνια της τουρκοκρατίας, που στην περιοχή ολοκληρώθηκε με την πτώση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453, δεν θα πάψει η χριστιανική κοινότητα των Βαλκανίων να αποβλέπει στην Τρίτη Ρώμη, τη Μόσχα, τη μόνη ορθόδοξη πρωτεύουσα εκτός ισλάμ, αλλά και στην παραμυθητική αρωγή του Milet, που διευθύνει και διαχειρίζεται εξ ονόματος όλων των χριστιανών ο πατριάρχης χάρη στα σουλτανικά προνόμια, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι υπάρχει ομοιογένεια στις αντιδράσεις απέναντι στον κατακτητή. Ο σχεδόν μαγικός εξισλαμισμός των αλβανικών φύλων, αλλά και των Βοσνίων, καθώς και η πολεμική συνεργασία ομάδων, ιδιαίτερα των Αλβανών αλλά και Σέρβων, κατά τους πρώτους χρόνους της τουρκικής κατάκτησης, η τραυματική εμπειρία του παιδομαζώματος και των πρώτων χριστιανών γενιτσάρων δημιουργούν ρήγματα στους κόλπους της βαλκανικής χριστιανοσύνης. Η δημιουργία άλλωστε ημιελεύθερων περιοχών, όπως της Βλαχίας και της Μολδαβίας, διαφοροποιεί την ένταση και το είδος της αντίστασης και της αντιμετώπισης των Τούρκων, των οποίων η διαγωγή απέναντι στους Χριστιανούς εξαρτάται πολλές φορές και μόνο από τον χαρακτήρα κάθε σουλτάνου.

Οι παραστάσεις της πτώσης της Κωνσταντινούπολης στα χέρια των Τούρκων που κοσμούν τις εκκλησίες της Μολδαβίας, όπως στο Βερονέτς και στο Humor, καθώς και το έργο των ελλήνων Φαναριωτών στην περιοχή αυτή ως διοικητών αλλά και ως φορέων πνευματικής ανάπτυξης αποδεικνύουν τη σχετική ελευθερία που απολάμβανε η Μολδοβλαχία αλλά και την ελληνοπρεπή επίδραση που υφίσταντο οι ρουμανικές περιοχές. Και αυτό καθ’ όλη τη μακραίωνη τουρκοκρατία. Είναι γνωστό ότι το Βουκουρέστι και το Ιάσιο αποτέλεσαν τότε κέντρα της ελληνικής διανόησης (να αναφέρω μόνο τη δράση του Μοισιόδακα) και είναι χαρακτηριστικό ότι ο τελευταίος των Βυζαντινών και ο πρώτος των Νεοελλήνων (έτσι χαρακτηρίζω τον Ρήγα Φεραίο) δρα στην περιοχή αυτή. Να θυμίσω ότι το έργο του Ρήγα (η Χάρτα, οι Νόμοι του, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια προσπάθεια ανασύστασης μιας ελεύθερης βαλκανικής κοινότητας, πολιτικά ενωμένης, από την οποία δεν θα αποκλείεται κανείς από τους λαούς της Χερσονήσου του Αίμου. Όμως οι αμφιταλαντεύσεις της επίσημης εκκλησίας (παρά τα λαϊκά κηρύγματα του Κοσμά Αιτωλού) και η άρνησή της απέναντι σε κάθε διαφωτιστική προσπάθεια, η αμφιλεγόμενη στάση των Φαναριωτών (της ελληνικής, δηλαδή, μεγαλοαστικής ομάδας που υπηρέτησε διοικητικά τα τουρκικά συμφέροντα, αλλά και των κοτζαμπάσηδων, των χριστιανών μεγαλογαιοκτημόνων, απέναντι σε αβέβαιες απελευθερωτικές κινήσεις, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει αδιαφιλονίκητη υποταγή στον κατακτητή, εμπόδισαν την ευόδωση του διαφωτιστικού έργου του Ρήγα. Δεν είναι χωρίς σημασία ότι ο καινούργιος ύμνος προς την Παρθένο Ελευθερία (έτσι ονόμασαν τον Θούριο του Ρήγα) είχε κυρίως απήχηση στις χώρες των ρουμανικών επαρχιών, όπου ανδρώθηκε η Φιλική Εταιρεία και απ’ όπου άρχισε το πρώτο σάλπισμα για ξεσηκωμό, αυτό του Αλέξανδρου Υψηλάντη.

Να καταλήξω λέγοντας ότι η διαχρονική αλληλεγγύη μεταξύ των λαών των Βαλκανίων που άρχισε με την κοινή αποδοχή της Ορθοδοξίας (συνεχίζεται σήμερα στη μοναστική κοινότητα του Άθω) και που ανδρώνεται με τον αντιτουρκικό αγώνα, πριν και κατά τους χρόνους της μακραίωνης σκλαβιάς, έχει δύο διακριτέα σκέλη: 1) Το λαϊκό, θα έλεγα καλλίτερα το φολκλορικό, όπως εμφανίζεται στα δρώμενα της καθημερινής ζωής (εικόνες, λατρεία, χορούς, τραγούδια κτλ.), και βέβαια 2) το επιστημονικό-πνευματικό, όπως το εκφράζουν η δράση των Φαναριωτών, το έργο των Βαλκανίων της διασποράς και οι διανοούμενοι που εξευρωπαΐστηκαν. Να πω κλείνοντας ότι το δεύτερο αυτό σκέλος είναι θεμελιωμένο στο ελληνικό μάθημα ανθρωπισμού που δεν έπαψε ποτέ να διδάσκει σχεδόν ώς στις μέρες μας τον όποιο βαλκανικό λαό, παρά τις αδελφοκτόνες ενδοβαλκανικές συρράξεις. Να θυμίσω, τελειώνοντας, ότι η ελληνική γλώσσα ήταν ως προχθές ακόμη η lingua franca της περιοχής και αυτό όχι μόνο για εμπορικούς και οικονομικούς λόγους.

Πηγή: http://www.antifono.gr/portal/Κατηγορίες/Κοινωνία-Ανθρωπολογία/Άρθρα/2216-Περί-βαλκανικής-κοινότητας.html

Η αλληγορία του Σπηλαίου

http://www.youtube.com/watch?v=nsuwZoPrfec

Ο Πλάτωνας, με την “αλληγορία του Σπηλαίου”, αφενός θέλησε να υποδείξει πως η αλήθεια μπορεί να υπερβαίνει το φαινόμενο και το αισθητό και αφετέρου να τονίσει τον ύψιστο σκοπό ενός διαφωτιστή, να θυσιάσει ακόμα και την ζωή του προκειμένου να εκπληρώσει το διαφωτιστικό του έργο.

Θα ήθελα όμως να εστιάσω στο πώς ο διαφωτιστής έγινε μέτοχος της “αλήθειας”. Στην πραγματικότητα, δεν ακολούθησε διαφορετική διαδικασία μάθησης πριν και μετά την απελευθέρωσή του. Με τις αισθήσεις του πλανεύτηκε, αλλά και με τις αισθήσεις του πληροφορήθηκε για την “αντικειμενική αλήθεια” του περιβάλλοντος κόσμου. Αυτό που άλλαξε, ήταν η οπτική του και η θέση του. Επομένως, αν θελήσει να μυήσει επιτυχώς και τους άλλους δεσμώτες στην “αντικειμενική αλήθεια” θα πρέπει να τροφοδοτήσει την εμπειρία τους με την “άλλη οπτική” του “πραγματικού κόσμου”, τραβώντας τους έξω από την σπηλιά. Αλλιώς ποιο το νόημα μιας τέτοιας διδασκαλίας;

Ο Αριστοτέλης, έρχεται να τονίσει, όχι τόσο το τι είναι αληθές, αλλά το πώς μέσα από τις εμπειρίες μας δομούμε την γνώση μας. Συνεπώς, αυτά τα δύο δεν είναι ανεξάρτητα. Κατά τον Αριστοτέλη, “Η επίδραση της αίσθησης δημιουργεί αισθητές εικόνες, οι οποίες με τη σειρά τους προκαλούν την ενεργοποίηση του πνεύματος και τη δημιουργία εννοιών. Η απόκτηση της γνώσης, παρουσιάζεται ως μια συνολική διαδικασία την οποία θα αποκαλούσαμε νοητική διαδικασία, όπου γίνεται κατανοητή από την ανάλυση της σημασίας του ορισμού της ψυχής και η οποία, έτσι όπως αναπτύσσεται, έχει ως αφετηρία τη γέννηση μέσα στη συνείδηση αισθητών αναπαραστάσεων και συμβαδίζει με τη νόηση, από την οποία εμφανίζονται οι νοητικές αναπαραστάσεις ή έννοιες.” (από την περίληψη της “Εμπειρίας και γνώσης στον Αριστοτέλη” της Ζαρβαδά Κυριακής)

Οι σύγχρονες θεωρίες μάθησης, φαίνεται να κατανοούν όλο και περισσότερο την αξία της εμπειρίας για την γνώση. Αλλά και οι θετικές επιστήμες, βασίζουν τις θεωρίες τους σε αντικειμενικές παρατηρήσεις και λογικές διαδικασίες. Και όμως, η “αντικειμενική αλήθεια” μοιάζει με άπιαστο στόχο. Έτσι, μέχρι χθες, τόσο για τον απελευθερωμένο δεσμώτη της σπηλιάς, όσο και για εμάς, ο Ήλιος ήταν ένας αψεγάδιαστος φωτεινός δίσκος, αθάνατος, με δύναμη θεότητας. Σήμερα γνωρίζουμε τις “ατέλειές” του, την πηγή της δύναμής του, το πεπερασμένο του. Αύριο, θα ξέρουμε πολύ περισσότερα και η γνώση μας θα εκτίνεται στον χώρο και τον χρόνο.

Όσο όμως εμβαθύνουμε, τόσο τα ερωτηματικά αυξάνουν. Έτσι, το τίμημα της φυσικής μας περιέργειας είναι το “εν οίδα ότι ουδέν οίδα” του Σωκράτη… Ίσως λοιπόν σήμερα να μοιάζουμε με τους δεσμώτες στην σπηλιά του Πλάτωνα, με τη διαφορά ότι έχουμε κάνει μια σημαντική πρόοδο: γνωρίζουμε την άγνοιά μας.

Ειρήνη Περυσινάκη

Δρ. Μαθηματικών, Καθηγήτρια στο Πειραματικό ΓΕΛ Ηρακλείου

Ιστοσελίδα: http://math-flights.blogspot.com

Πηγή: http://theologoi-kritis.sch.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=268:2010-06-19-20-35-06&catid=65:2008-12-29-20-40-10&Itemid=129

Η ιερότητα των συμβόλων ως πολιτισμική αναγκαιότητα της ανοιχτής κοινωνίας .[1]

Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ-ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΚΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ

Του Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννη

[Από τα Πρακτικά του Διεθνούς Επιστημονικού Συνεδρίου «Επιστήμες Τεχνολογίες αιχμής και Ορθοδοξία», 4-8 Οκτωβρίου 2002]

Η ομιλία μου έρχεται σε μια στιγμή που οι προσδοκίες από την Εκκλησία είναι ίσως μεγαλύτερες από ότι θα μπορέσει η ταπεινή μου αυτή ομιλία να ικανοποιήσει. Παρ’ όλα αυτά θα προσπαθήσω, λαμβάνοντας υπόψη ότι στον χώρο αυτό συναντώνται η θεολογία με την επιστήμη και συνεπώς θα μοιράσουμε, θα έλεγα, το χρέος μεταξύ μας. Kαι η πεποίθηση που θα απορρεύσει από αυτή την ομιλία νομίζω είναι ότι ούτε η Εκκλησία μόνη της μπορεί να δώσει τη λύση αλλά ούτε και η επιστήμη μόνη της μπορεί να δώσει τη λύση στο μεγάλο αυτό πρόβλημα. Πρέπει μαζί να φροντίσουμε γι’ αυτό. Όντως ευχαριστώ θερμά τον Μακαρ. Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ.κ. Χριστόδουλο και τους οργανωτές του σημαντικού αυτού συνεδρίου για την πρόσκληση να λάβω μέρος και να μιλήσω στην εκλεκτή αυτή ομήγυρη. Πέρα από την μεγάλη τιμή που αισθάνομαι να περιποιεί στην ταπεινότητά μου η πρόσκληση αυτή, η πραγματοποίηση ενός τέτοιου συνεδρίου, στο οποίο διαπρεπείς εκπρόσωποι των θετικών επιστημών συναντώνται με εκπροσώπους της Εκκλησίας και της θεολογίας για να προβληματιστούν από κοινού ως προς το χρέος όλων μας έναντι του Θεού, του ανθρώπου και της ιστορίας.

Κατά την είσοδό μας στην τρίτη μ.Χ. χιλιετία, η πρωτοβουλία αυτή της Αγιωτάτης Εκκλησίας της Ελλάδος αποδεικνύει με πόσο υψηλό αίσθημα ευθύνης αντιμετωπίζει η ηγεσία της Εκκλησίας αυτής τα υπαρξιακά προβλήματα του ανθρώπου. Ο διάλογος μεταξύ επιστήμης και θεολογίας αποτελεί ζωτική ανάγκη στην εποχή μας, δεδομένου ότι ο σύγχρονος άνθρωπος έχει εναποθέσει μεγάλο μέρος των προσδοκιών του σε ένα τέτοιο διάλογο. Επιστήμη και θεολογία. Οι δύο αυτοί κατά το παρελθόν αντίπαλοι, που έφθασαν στο σημείο του πλήρους διαχωρισμού των αρμοδιοτήτων τους, βλέπουν πλέον ότι έχουν ανάγκη ο ένας τον άλλον, αν δεν πρόκειται να οδηγήσουν τον άνθρωπο και τον κόσμο στην καταστροφή. Τα τεράστια προβλήματα που δημιουργεί η ραγδαία πρόοδος των θετικών επιστημών και της τεχνολογίας στην εποχή μας καθιστoύν διαρκώς και περισσότερο αναγκαία την ανάπτυξη των πνευματικών και ηθικών δυνάμεων του ανθρώπου, ενώ η αδιαφορία της Εκκλησίας και της θεολογίας για το φυσικό κόσμο και την υλική κτίση εν ονόματι δήθεν της αποκλειστικά πνευματικής της αποστολής αποδεικνύεται πλέον απαράδεκτη ή και επικίνδυνη. Οι διαπιστώσεις αυτές προβάλλουν ως αυτονόητες και προφανείς σε σχέση με το λεγόμενο οικολογικό πρόβλημα. Αποτελεί πλέον γενική συνείδηση ότι η οικολογική κρίση είναι ίσως το σοβαρότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα στις μέρες μας και το ακούσαμε αυτό ανάγλυφα στις προηγούμενες ομιλίες. Ίσως ακούγεται αυτό ως υπερβολή αλλά δύσκολα θα βρεθεί σοβαρός επιστήμονας και υπεύθυνος παρατηρητής της πορείας των πραγμάτων ο οποίος θα διαφωνούσε. Αν συνεχίσουμε την πορεία αυτή η πρόβλεψη ενός αποκαλυπτικού τερματισμού της ζωής, όπως και ο κ. Πρόεδρος ανέφερε προηγουμένως, τουλάχιστον στην ανθρώπινη μορφή της δεν είναι ζήτημα προφητείας αλλά αναπόφευκτη κατάληξη.

Μόλις προ ημερών διαβάσαμε στον τύπο την πρόβλεψη του διαπρεπούς επιστήμονα Steven Hawking ότι το φαινόμενο του θερμοκηπίου θα οδηγήσει κατά αυτόν σε πλήρη αφανισμό της ανθρώπινης ζωής μέχρι το 3000 μ.Χ. και ότι ο μόνος τρόπος για να διασωθεί η ζωή θα είναι, κατά την γνώμη του, η μεταφορά της σε άλλους πλανήτες. Ενώπιον αυτής της καταστάσεως το χρέος της Εκκλησίας και της θεολογίας είναι προφανές και επιτακτικό. Είναι δε ένα χρέος που δεν μπορεί να εξοφληθεί χωρίς τη συνεργασία με την επιστήμη, όπως είπα προηγουμένως. Έχει ήδη παρατηρηθεί από τον αμερικανό ιστορικό Lynn Whites ότι οι ιστορικές ρίζες του οικολογικού προβλήματος βρίσκονται στην χριστιανική θεολογία, -αλίμονο!- θα διευκρίνιζα βεβαίως στην δυτική χριστιανική θεολογία. Χωρίς μια συγκεκριμένη αντίληψη για τις σχέσεις του ανθρώπου με το φυσικό περιβάλλον δεν θα είχαμε την κρίση αυτή και χωρίς μια ορθή αντίληψη για την σχέση αυτή δεν θα ξεπεραστεί αυτή η κρίση. Το οικολογικό πρόβλημα έχει πελώριες πνευματικές διαστάσεις. Χωρίς την θεραπεία του ανθρώπου από τον εγωκεντρισμό, τον ευδαιμονισμό, την περιφρόνηση προς τον υλικό κόσμο, η οικολογική κρίση απλώς θα επιδεινώνεται. Πρέπει να αλλάξει η ανθρώπινη νοοτροπία και συμπεριφορά. Δεν επαρκεί η επιστήμη για αυτό χωρίς την Εκκλησία.

Όλα αυτά αναδεικνύουν τη σημασία που έχει το θέμα που μου ανατέθηκε στην σημερινή ομιλία. Άνθρωπος και φυσικό περιβάλλον. Τι θα είχε να πει η Ορθόδοξη θεολογία για το θέμα αυτό που είναι τόσο ζωτικής σημασίας για το οικολογικό πρόβλημα; Πρώτον, η αποξένωση του ανθρώπου από το φυσικό περιβάλλον. Η σχέση του ανθρώπου με την φύση αποτελεί εξ ορισμού οξύ και, θα έλεγε κανείς, τραγικό πρόβλημα. Από το ένα μέρος ο άνθρωπος αισθάνεται πως είναι μέρος οργανικό του φυσικού κόσμου που τον περιβάλλει, ότι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς αυτόν και ότι είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό δέσμιός του. Όπως απεκάλυψε και προέβαλε με έμφαση η φιλοσοφία του υπαρξισμού στην εποχή μας, η τραγωδία του ανθρώπου βρίσκεται στο ότι έχει ριχτεί μέσα στον κόσμο και προσπαθεί να επιβιώσει αγωνιζόμενος και αντιπαλεύοντας προς έναν κόσμο εχθρικό. Αυτό σημαίνει ότι σε αντίθεση προς τα άλλα όντα ο άνθρωπος εξ ορισμού τείνει να υπερβεί τον υλικό κόσμο του οποίου οργανικό μέρος είναι, αισθανόμενος ότι και ανήκει και δεν ανήκει σε αυτόν, ότι η πατρίδα του και ο προορισμός του ξεπερνούν αυτόν τον κόσμο στον οποίο ζει και του οποίου είναι όμως οργανικό μέρος.

Έτσι τίθεται βιωματικά και στην συνέχεια λογικά, δηλαδή φιλοσοφικά ακόμη και επιστημονικά, το ερώτημα της ταυτότητας ή του ορισμού του ανθρώπου. Τι είναι ο άνθρωπος; «Τι εστίν άνθρωπος ότι μιμνήσκειν αυτού;» ρωτάει ο ψαλμωδός τον Θεό. Ο ορισμός του ανθρώπου έχει επιχειρηθεί πολλές φορές στην ιστορία χωρίς αναφορά και συσχέτιση προς το φυσικό περιβάλλον. Κλασική περίπτωση είναι η αρχαία ελληνική φιλοσοφία στην πλατωνική κυρίως μορφή της, αλλά και πολλές θεολογικές αντιλήψεις διαμέσου των αιώνων επηρεασμένες πάντοτε σε τελική ανάλυση από τον πλατωνισμό αμέσως ή εμμέσως. Κύρια μορφή του ορισμού αυτού υπήρξε η έννοια της ψυχής. Η ταυτότητα του ανθρώπου βρίσκεται στην ψυχή, η οποία δεν αποτελεί οργανικό μέρος του φυσικού κόσμου, αλλά είναι αυθύπαρκτη και αυθυπόστατη, η ουσία της είναι πνευματική και όχι υλική και επιβιώνει ανεξάρτητα από το σώμα, δηλαδή από την σχέση της με τον υλικό φυσικό κόσμο. Η πλατωνική αυτή αντίληψη επέδρασε βαθύτατα στην χριστιανική παράδοση και οι συνέπειές της υπήρξαν βαρυσήμαντες για το οικολογικό πρόβλημα. Η ταύτιση του ανθρώπου με την ψυχή του οδήγησε στις εξής αντιλήψεις στην διαδρομή της ιστορίας.

Πρώτον, στην αντίληψη ότι ο χώρος και ο χρόνος, που αποτελούν ουσιώδη συστατικά του φυσικού κόσμου που μας περιβάλλει, αποτελούν μαζί με το φθαρτό σώμα φυλακή της ψυχής. Ο άνθρωπος για να βρει τον εαυτό του πρέπει να απελευθερωθεί από το σώμα του, από τον χώρο και τον χρόνο, δηλαδή από το φυσικό του περιβάλλον και να ζήσει μια άυλη και άχρονη ύπαρξη σε μια αιωνιότητα που δεν συνδέεται με τον υλικό κόσμο.
Δεύτερον, αφού ο άνθρωπος μπορεί να νοηθεί χωρίς την σχέση του με τον φυσικό κόσμο, σε τελική ανάλυση δεν έχει καμιά σημασία για τον άνθρωπο αν ο φυσικός κόσμος που τον περιβάλλει αφανιστεί. Μάλιστα για πολλούς εκπροσώπους της αρχαίας χριστιανικής θεολογίας, όπως ο Ωριγένης και εν μέρει και ο Αυγουστίνος, στη βασιλεία του Θεού, δηλαδή στον έσχατο προορισμό και στην κατάληξη του ανθρώπου, θα επιζήσουν μόνο ψυχές. Ο φυσικός κόσμος εκτός των ψυχών των ανθρώπων και των ασωμάτων αγγέλων είναι προορισμένος να χαθεί. Στο ερώτημα «τι εστιν άνθρωπος;» η απάντηση είναι στην περίπτωση αυτή, άυλο πνεύμα, ψυχή αθάνατη και αιώνια, κάτι που μπορεί να νοηθεί χωρίς το σώμα και το φυσικό περιβάλλον.

Παρόμοια προσπάθεια ταυτισμού και ορισμού του ανθρώπου χωρίς αναφορά στο φυσικό περιβάλλον, μια τροποποιημένη μορφή του πλατωνικού ψυχοκεντρισμού, έγινε κυρίως στην Δύση κατά τον Μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους με τον ορισμό του ανθρώπου ως λογικού και σκεπτόμενου όντος. Στο ερώτημα «τι εστιν άνθρωπος;», η απάντηση που δόθηκε στην περίπτωση αυτή ήταν «ζώον λογικόν» που εσήμαινε δυνάμενο να σκέπτεται, να έχει συνείδηση του εαυτού του και του κόσμου. Οι ρίζες του ορισμού αυτού ανάγονται στον Αυγουστίνο και τον Βοήθιο, κορυφώνονται όμως στον αυγουστίνιο μοναχό Καρτέσιο, τον πατέρα του διαφωτισμού και εν πολλοίς της μαθηματικής και φυσικής επιστήμης των νεοτέρων χρόνων με την περίφημη φράση του: «cogito ergo sum».

Οι συνέπειες της αποσυνδέσεως αυτής του ανθρώπου από το φυσικό περιβάλλον υπήρξαν καίριες για την οικολογία. Έτσι, πρώτον, ο άνθρωπος ανέπτυξε τις διανοητικές του ικανότητες μονομερώς και ανεξάρτητα από το σώμα του. Η ανάπτυξη των Μαθηματικών ως οργάνου παραγωγής καθαρής διανοήσεως (intelligence) οδηγεί ραγδαία ήδη στη δημιουργία σκεπτομένων όντων τα οποία δεν έχουν ανάγκη του ανθρωπίνου σώματος για να παράγουν νόηση. Το πρόβλημα, το οποίο με τόση εμβάθυνση και λεπτότητα ανέλυσε στην εισαγωγική του ομιλία στο συνέδριο αυτό ο ακαδημαϊκός κύριος Αρτεμιάδης, είναι πλέον αν απέμεινε το συναίσθημα ή η βούληση για το ον που λέγεται άνθρωπος, η αδύνατη νόηση, ή αν και αυτό έχει θυσιαστεί, η δυνατή νόηση, στον βωμό της καθαρής, δηλαδή της ασώματης νοημοσύνης. Από την άποψη της οικολογίας πάντως το καίριο και σημαντικό είναι ότι η νοημοσύνη αποσπάστηκε τόσο ριζικά από το ανθρώπινο σώμα ώστε να το καταργεί και να το αχρηστεύει. Αυτό είναι το πρόβλημα. Αυτό είναι και με τους computers και το internet. Και αυτό κάνει πολύ αμφισβητήσιμη, κατά την ταπεινή μου γνώμη, την αθωότητα της ουδετερότητας με την οποία προσεγγίζουμε συνήθως στην Εκκλησία τα επιτεύγματα αυτά της τεχνολογίας.
Ο μέγας και φοβερός κίνδυνος από τα επιτεύγματα αυτά δεν είναι μήπως μολυνθούν οι ψυχές των ανθρώπων από ανήθικες ιδέες και προγράμματα. Λες και δεν αρκεί η ανθρώπινη φαντασία στις καθημερινές εκφάνσεις της να τις μολύνει. Αλλά το ότι καταργείται σιγά σιγά το σώμα ως όργανο νοήσεως, αφού σκεπτόμεθα, επικοινωνούμε, ψωνίζουμε ακόμη και ερωτευόμαστε χωρίς το σώμα, αυτό το μοναδικό όργανο που μας συνδέει με το φυσικό μας περιβάλλον και με τους άλλους. Το σώμα πλέον αδυνατεί να παρακολουθήσει τη νόηση και την πληροφόρηση. Είναι τόσο ραγδαία η αύξηση της πληροφορήσεως που δεν μπορεί να την παρακολουθήσει το σώμα. Δεύτερον, ο άνθρωπος ανέπτυξε τις νοητικές του ικανότητες στην περίοδο κυρίως του Μεσαίωνα και εφεξής στους νεότερους χρόνους, σε βάρος του φυσικού του περιβάλλοντος.

Αυτό υπήρξε συνέπεια δύο παραγόντων. Πρώτον, του ότι διαπίστωσε ο άνθρωπος πόση δύναμη περικλείει η νόηση. Δεν είναι τυχαίο το ότι αυτός που προέφερε το «cogito ergo sum» έγραφε ήδη τον 17ο αιώνα στο «Discours de la methode», επί λέξει: «Με την πρόοδο της επιστήμης μπορούμε να φθάσουμε σε γνώσεις που θα ήταν πάρα πολύ χρήσιμες στην ζωή και θα μπορούσαμε να βρούμε μια πρακτική με την οποία η δύναμη και οι ενέργειες της φωτιάς, του νερού, του αέρα, των άστρων, των ουρανίων και όλων των άλλων σωμάτων που μας περιβάλλουν, το φυσικό περιβάλλον δηλαδή, θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν με τον ίδιο τρόπο σε όλες τις κατάλληλες χρήσεις και έτσι να γίνουμε κύριοι και κάτοχοι της φύσεως», «maitre et possesseur de la nature». Το οικολογικό βάρος των λόγων αυτών του Καρτεσίου βρίσκεται στις έξι τελευταίες λέξεις, «κύριοι και κάτοχοι της φύσεως», ακριβώς χάρη στο «cogito ergo sum», δηλαδή στην δύναμη της γνώσεως. Γι’ αυτό ο Francis Bacon, σε πιο ωμή ακόμα γλώσσα, απευθύνεται στον άνθρωπο και του λέει, «σου φέρνω τη φύση με όλα τα παιδιά της για να την κάνεις δέσμια στην υπηρεσία σου, σκλάβα σου». Θέλουμε μήπως άλλη πιο σαφή απόδειξη του πού έγκειται η ρίζα της οικολογικής μας κρίσεως; Στην απομόνωση και έξαρση της νοητικής ικανότητας ως του κυρίου χαρακτηριστικού της ταυτότητας του ανθρώπου. Βεβαίως η κριτική στην στάση αυτή έρχεται εύκολα στον νου μας. Μήπως δεν φταίει η έξαρση της νόησης αλλά η κακή χρήση της; Κάτι παρόμοιο λέμε και για το internet. Mήπως τελικά το πρόβλημα έγκειται στην κακή χρήση του;

Αν είναι έτσι τα πράγματα, τότε το βάρος πέφτει στην ηθική και όχι στην οντολογία. Το πρόβλημα δηλαδή δεν είναι ότι εξαίρουμε τη νοημοσύνη μας εις βάρος του φυσικού κόσμου αλλά ότι κάνουμε κακή χρήση της νοημοσύνης μας. Η λύση του οικολογικού προβλήματος τοποθετείται έτσι στην ηθική. Αλλά μια ηθική χωρίς οντολογική βάση, δηλαδή χωρίς να βασίζεται στην αλήθεια είναι από θεολογικής πλευράς απαράδεκτη. Το θέμα έτσι είναι όχι αν ο άνθρωπος ενεργεί σωστά ή όχι, ηθική, αλλά αν ενεργεί σύμφωνα με την αλήθεια του είναι του, της ταυτότητάς του. Το θέμα αυτό έχει άμεση σχέση με τον διάλογο επιστήμης και θεολογίας. Είναι πολύ εύκολο και αυτό συμβαίνει συνήθως, η επιστημονική αλήθεια και η θεολογική αλήθεια να μην συμπίπτουν ούτε να μας ενδιαφέρει αν συμπίπτουν ή όχι. Ο επιστήμονας έχει την δική του αλήθεια, τη φυσική, τη γνώση της φύσεως, και ο θεολόγος την πνευματική, αυτήν που πηγάζει από την πίστη. Αν είναι έτσι τότε πού θα συναντηθεί ο επιστήμονας με τον θεολόγο;
Όχι ασφαλώς στο σημείο της αλήθειας, αφού πρόκειται για δύο διαφορετικές αλήθειες. Συνήθως το σημείο της συναντήσεώς τους είναι η ηθική. Και οι δύο συμφωνούν στο ότι κάτι είναι καλό ή κακό, επιτρεπτό ή όχι κ.λπ. Αλλά με ποια κριτήρια; Προφανώς με κριτήρια ηθικών αξιών και κανόνων αποδεκτών αμφοτέρως. Ας συγκεκριμενοποιήσουμε το θέμα αυτό στο πρόβλημα του ανθρώπου και του φυσικού περιβάλλοντος. Όλοι, επιστήμονες και θεολόγοι, διαπιστώνουμε ότι το φυσικό περιβάλλον βλάπτεται από την έξαρση της ανθρώπινης νοημοσύνης έναντι της υλικής φύσεως. Αν θελήσουμε να λύσουμε το πρόβλημα με τη βοήθεια της ηθικής, θα πούμε ότι δεν βλάπτει η έξαρση αυτή αρκεί να μην κάνουμε κακή χρήση. Αν όμως βάλουμε το μαχαίρι μέχρι το κόκαλο, μέχρι το μεδούλι της αλήθειας, τότε θα διερωτηθούμε από κοινού, επιστήμονες και θεολόγοι, μήπως η έξαρση της νοημοσύνης έναντι της σωματικής και φυσικής υποστάσεως του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του προσκρούει στην αλήθεια του τι είναι άνθρωπος; Μήπως δηλαδή με όλα αυτά αλλοιώνουμε την έννοια του ανθρώπου; Στο ερώτημα αυτό δεν μπορούμε να αφήσουμε τον θεολόγο και τον επιστήμονα να έχουν τις δικές τους ο καθένας απόψεις. Η αλήθεια για το τι είναι άνθρωπος πρέπει να είναι κοινή μεταξύ επιστήμης και θεολογίας. Δεν μπορούμε να παίζουμε με δύο αλήθειες, εκείνη της γνώσεως και εκείνη της πίστεως. Ο επιστήμονας που είναι πιστός στο προσευχητάρι του αλλά αδιάφορος για το αν αυτό που διαπιστώνει στο εργαστήριο συμβιβάζεται ή όχι με τα δόγματα της πίστεώς του, έχει διχαστεί σχιζοφρενικά. Και εν πάση περιπτώσει έχει καταστήσει τον διάλογο επιστήμης και τεχνολογίας αδύνατο. Έτσι το θέμα της σχέσεως ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος σε ένα πραγματικό διάλογο επιστήμης και τεχνολογίας θα πρέπει να επικεντρωθεί στο ερώτημα: Ποια σχέση του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον προσιδιάζει στην αλήθεια της ταυτότητάς του;

Η απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει να συγκλίνει όσο περισσότερο γίνεται μεταξύ επιστήμης και θεολογίας. Κάθε απόκλιση πρέπει να ελέγχεται και να μην αποδίδεται απλώς σε διαφορετικές προϋποθέσεις. Μόνο έτσι η κοινή στάση θεολογίας και επιστήμης στο πρόβλημα του περιβάλλοντος θα έχει στέρεες οντολογικές και όχι απλώς ηθικές βάσεις. Έτσι πάμε στο δεύτερο σημείο. Η αλήθεια του ανθρώπου στη σχέση του με το φυσικό περιβάλλον κατά την Ορθόδοξο θεολογία.
Ας αρχίσουμε διευκρινίζοντας τι θέλουμε να πούμε με τον όρο Ορθόδοξη θεολογία. Δεν εννοούμε την θεολογία των Ορθοδόξων δογματικών εγχειριδίων. Ούτε μια βιωματική λεγόμενη θεολογία που αδιαφορεί για τα δόγματα της Εκκλησίας. Εννοούμε την θεολογία όπως διαμορφώθηκε στις βασικές της γραμμές από τους Πατέρες της Εκκλησίας, στην προσπάθειά τους να εκφράσουν σε διάλογο με την εποχή τους την πίστη του Ευαγγελίου. Και όπως αυτή βιώθηκε στο σώμα της Εκκλησίας, στη λατρεία, στην άσκηση και στο ήθος των μελών της. Με την επεξήγηση αυτή, ας επιχειρήσουμε να διαγράψουμε τους βασικούς άξονες της αντιλήψεως της Ορθοδόξου θεολογίας για την σχέση ανθρώπου και φυσικού περιβάλλοντος έχοντας πάντοτε κατά νουν το ερώτημα της αλήθειας για το τι είναι άνθρωπος.

Πρώτον, ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματική οντότητα. Η αλήθεια του ανθρώπου δεν έγκειται στην ψυχή του αλλά στην οργανική ενότητα ψυχής, σώματος και κατά τινες πατέρες και πνεύματος. Αυτό είναι τόσο βασικό στην Ορθόδοξο πίστη ώστε κάθε αμφισβήτησή του να συνιστά αίρεση. Ο Ωριγένης που τοποθέτησε την ταυτότητα του ανθρώπου στην ψυχή του, ώστε να κάνει λόγο για προΰπαρξη των ψυχών προ της υλικής δημιουργίας του κόσμου, καταδικάστηκε από τους Πατέρες και από την Ε’ Οικουμενική Σύνοδο ως αιρετικός. Η ψυχή του ανθρώπου γεννιέται μαζί με το σώμα του και το σπουδαιότερο δεν αναπαύεται τελικά αν δεν ανακτήσει το σώμα της. Ο αείμνηστος πατήρ Γεώργιος Φλωρόφσκι, ο μεγαλύτερος ίσως θεολόγος των χρόνων μας, το έθεσε επιγραμματικά: «το σώμα χωρίς την ψυχή είναι πτώμα, μα και η ψυχή χωρίς το σώμα είναι φάντασμα, δεν είναι σε καμιά περίπτωση άνθρωπος. Δεν είναι η αλήθεια του ανθρώπου». Με το λόγο ακριβώς αυτό αποτελεί δόγμα του συμβόλου της πίστεώς μας, ότι προσδοκούμε ανάσταση νεκρών, στα αρχαία σύμβολα σαρκός ή σωμάτων. Κάθε ανάπαυση του Ορθοδόξου στην ιδέα της αθανασίας της ψυχής και κάθε εξασθένιση της προσδοκίας της αναστάσεως των σωμάτων, πράγμα, αλίμονο, συνηθέστατο μεταξύ των Ορθοδόξων, αποτελεί παρέκκλιση από την αλήθεια του ανθρώπου, δηλαδή αίρεση.

Δεύτερο σημείο, αν είναι έτσι τα πράγματα ως προς την αλήθεια του ανθρώπου, τότε δεν μπορούμε να λέμε ότι ο άνθρωπος έχει σώμα αλλά είναι σώμα. Αυτό θα πει ότι το σώμα είναι στοιχείο της αλήθειας του, του είναι του. Αλλά αν είναι έτσι, τότε ο άνθρωπος στην αλήθεια του είναι του είναι αδιάρρηκτα δεμένος με το φυσικό του περιβάλλον. Διότι πώς μπορεί να νοηθεί το ανθρώπινο σώμα χωρίς την υπόλοιπη υλική δημιουργία; Όσοι πιστεύουν ότι στα έσχατα θα αναστηθεί το ανθρώπινο σώμα, αλλά δεν θα επιβιώσει ο υλικός κόσμος, ασφαλώς εννοούν ένα σώμα μυθικό, εξωπραγματικό. Ο Άγιος Μεθόδιος Ολύμπου, πολεμώντας τον Ωριγένη, υποστηρίζει ότι δεν είναι δυνατόν ο Θεός να αναστήσει τα σώματα, αν δεν διασώσει ολόκληρη την υλική δημιουργία. Το σημείο αυτό συνδέεται όπως θα δούμε, ιδιαίτερα με το οικολογικό πρόβλημα. Κάθε επιστημονική και τεχνολογική κατάκτηση που καταργεί ή αποδυναμώνει τον ρόλο του σώματος στην γνώση, αντιβαίνει όχι στην ηθική αλλά στην αλήθεια, την οντολογία του ανθρώπου.
Τρίτο σημείο, ακριβώς λόγω αυτής της αδιάρρηκτης και οντολογικής σχέσεως του ανθρώπου με το σώμα του και δι’ αυτού με το φυσικό του περιβάλλον, οι Πατέρες της Εκκλησίας περιγράφουν τον άνθρωπο ως μικρόκοσμο, ο οποίος εμπεριέχει τον μακρόκοσμο και συνδέει με το σώμα του τα υλικά με τα νοητά. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Υιός και Λόγος του Θεού προκειμένου να σώσει τον άνθρωπο έγινε σαρξ, δηλαδή πήρε επάνω του και το στοιχείο εκείνο του ανθρώπου που τον συνδέει με το φυσικό του περιβάλλον. Αν η αλήθεια του ανθρώπου βρισκόταν στην ψυχή του, θα έπαιρνε μόνο την ανθρώπινη ψυχή. Παίρνοντας το ανθρώπινο σώμα, έδειξε ότι ο άνθρωπος θα ήταν αδιανόητος χωρίς το σώμα του και ότι δεν ήλθε να σώσει ο Χριστός μόνο τον άνθρωπο αλλά και όλη την κτίση. Μεγαλύτερη καταξίωση του φυσικού περιβάλλοντος δεν θα μπορούσε να υπάρξει.

Τέταρτο, όλα αυτά καταδεικνύουν την οργανική σύνδεση και, θα έλεγα, εξάρτηση του ανθρώπου από το φυσικό του περιβάλλον. Το ότι ο άνθρωπος δεν έχει σώμα αλλά είναι σώμα, υποδηλώνει ότι χωρίς το φυσικό περιβάλλον παύει να υπάρχει ο άνθρωπος. Η αλήθεια του ανθρώπου συνδέεται αδιάρρηκτα με την υπόλοιπη υλική κτίση. Η αλήθεια αυτή θεμελιώνεται στο ότι ο άνθρωπος δημιουργήθηκε από τον Θεό στο τέλος της Δημιουργίας και αφού είχε προηγηθεί η δημιουργία του υλικού κόσμου και όλου του ζωικού βασιλείου. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα γνωστικά συστήματα ο άνθρωπος εμφανίζεται πριν δημιουργηθεί ο υλικός και ζωικός κόσμος. Στην Αγία Γραφή συμβαίνει το αντίστροφο. Αυτό δηλώνει την εξάρτηση του ανθρώπου από όλη την προηγουμένη δημιουργία και ιδιαίτερα από το ζωικό βασίλειο. Η θεωρία της εξελίξεως και, εδώ άπτομαι ίσως ευαισθησιών, κανένα πρόβλημα δεν παρουσιάζει για την θεολογία από την άποψη αυτή. Αντίθετα είναι ευπρόσδεκτη κατά το ότι αποδεικνύει ότι ο άνθρωπος είναι άρρηκτα δεμένος με την υπόλοιπη υλική κτίση καθώς και κατά το ότι η νοημοσύνη για την οποία τόσο πολύ καυχάται και με την οποία καθυποτάσσει και εκμεταλλεύεται την υλική κτίση, δεν αποτελεί αποκλειστικό ιδίωμα του ανθρώπου αλλά μόνο διαφορά βαθμού όχι είδους από τα ζώα, όπως παρατήρησε ο Δαρβίνος. Η θεωρία της εξελίξεως στην σοβαρή και όχι στην γελοιοποιημένη εκδοχή της, καταγωγή από τον πίθηκο κ.λπ., αναφέρεται όχι στο ποιος αλλά στο πώς δημιουργήθηκε ο κόσμος. Και μόνο η σύγχυση των δύο αυτών ερωτημάτων, όπως συμβαίνει σε μια φονταμενταλιστική προσέγγιση της γραφής, μπορεί να αποτελέσει απειλή για την χριστιανική πίστη. Μια προσεκτική μελέτη των ομιλιών του Μ. Βασιλείου στην «Εξαήμερο» πείθει περί της εξελικτικής δημιουργίας των ειδών. Θεολογία και βιολογία δεν έχουν λόγο να αντιδικούν στο ζήτημα αυτό.

Πέμπτο, το ότι όμως ο άνθρωπος εμφανίζεται στο τέλος της δημιουργίας, δεν υποδηλώνει απλώς την εξάρτησή του από το φυσικό του περιβάλλον. Αυτό το δέχονται μετά χαράς όλοι οι περιβαλλοντολόγοι. Εκείνο που δεν φαίνεται να έχουν εντελώς αποδεχθεί είναι ότι και το φυσικό περιβάλλον έχει ανάγκη του ανθρώπου για να υπάρξει. Ο λόγος για τον οποίον δεν το αποδέχονται είναι ιστορικός. Εφόσον κάποτε, σύμφωνα και με την θεωρία της εξελίξεως και με την Γραφή, υπήρχαν τα άλλα είδη χωρίς τον άνθρωπο, άρα μπορούν να υπάρξουν και στο μέλλον χωρίς αυτόν. Στο σημείο αυτό η Ορθόδοξη θεολογία διαφοροποιείται. Η υλική κτίση υπάρχει για να κορυφωθεί στον άνθρωπο, σ’ αυτήν την κορωνίδα όλης της δημιουργίας, όπως την καλούν οι Πατέρες. Ο Άγιος Μάξιμος ιδιαίτερα, ταυτίζοντας τον κατ’ εξοχήν, τον αληθινό άνθρωπο με τον Χριστό, επιμένει ότι τα πάντα δημιουργήθηκαν με στόχο τον άνθρωπο. Χωρίς τον άνθρωπο όλη η κτίση καταρρέει. Η οντολογία, η αλήθεια της κτίσεως δεν είναι ιστορική, πρωτολογική αλλά τελεολογική, εσχατολογική. Και στην έσχατη αλήθεια του κτιστού κόσμου κείται ο άνθρωπος. Η αντίληψη αυτή των Πατέρων έρχεται στην σκέψη μας όταν βρισκόμαστε μπροστά σε σύγχρονες θεωρίες της φυσικής και της κοσμολογίας, όπως η λεγόμενη ανθρωπική αρχή. Στον πρόλογο του κλασικού πλέον έργου των Barrow and Tipler, «The Anthropic Cosmological Principle», διαβάζουμε: «δεν είναι μόνον ότι ο άνθρωπος προσαρμόζεται εις τον κόσμο, ο κόσμος επίσης προσαρμόζεται στον άνθρωπο». Και έχω εδώ ένα κομμάτι που δεν θα σας κουράσω να σας το διαβάσω.

Έτσι «τί βστίν τνθρωπος ¬τι μιμνήσκειν αιτοά;». Όλα για τον πρίγκηπα έγιναν, η επιστήμη συμφωνεί με την θεολογία. Αλλά η επιστήμη μας λέει ότι ο κόσμος αυτός θα τελειώσει. Ακούω ότι το είπε και μάλιστα σε συγκεκριμένο χρόνο ο ακαδημαϊκός κ. Κοντόπουλος. Και μαζί του ο άνθρωπος. Ενώ η ιδεολογία μας διαβεβαιώνει ότι ο κόσμος θα σωθεί από την καταστροφή μαζί με τον άνθρωπο. Υπάρχει εδώ σημείο συναντήσεως θεολογίας και επιστήμης; Σε ένα πρόσφατο βιβλίο του, ο ένας από τους συγγραφείς του έργου που προαναφέραμε, ο Tipler, με τον σαγηνευτικό τίτλο «The Physics of Immortality», «η Φυσική της Αθανασίας», επιχειρεί να αποδείξει ότι η αθανασία του ανθρώπου είναι ιδέα συμβατή, ίσως και αναγκαία, με την Φυσική. Την όλη επιχειρηματολογία του την συνδέει βέβαια με την μετάβαση της ανθρώπινης ζωής σε άλλους πλανήτες.

Παραμένει όμως εδώ ένα κενό μεταξύ επιστήμης και Oρθοδόξου θεολογίας. Για την θεολογία, η αθανασία είναι δωρεά του Θεού και όχι φυσική αναγκαιότητα. Ο άνθρωπος είναι κτιστός και κατά συνέπεια από την φύση του θνητός. Αν όμως δούμε τον άνθρωπο χριστολογικά, τότε ίσως χωρέσει μέσα στην φύση, μέσα στην αλήθεια του κτιστού η έννοια της αθανασίας. Μπορεί όμως η επιστήμη να συναντήσει την θεολογία στον χώρο της χάριτος; Μπορεί να δει τον κόσμο σαν δώρο της ελευθερίας ενός προσώπου και όχι απλώς σαν παρατήρηση φαινομένων; Από την στιγμή που η Φυσική άρχισε να προβληματίζεται με το ερώτημα της αρχής του κόσμου και του τέλους του και από την ώρα που βρέθηκε τόσο κοντά στην έννοια της εκ του μηδενός δημιουργίας, έχει ήδη αγγίξει την έννοια της χάριτος. Αν η αρχή του κόσμου δεν ανάγεται στον ίδιο τον κόσμο, η χάρη, και αν δεν αποδεικνύεται ή ομολογείται, πάντως εξυπακούεται. Το ίδιο ισχύει και για το τέλος του φυσικού κόσμου.

Έκτο και τελευταίο σημείο της Oρθοδόξου ανθρωπολογίας. Ο άνθρωπος δεν βρίσκεται μόνο σε σχέση εξάρτησης από την φύση αλλά και σε σχέση διαλεκτική μαζί της. Αυτό είναι το νόημα της έννοιας του προσώπου. Στην Πατερική Θεολογία το πρόσωπο χρησιμοποιείται για την Αγία Τριάδα και αυτό σημαίνει ότι ως πρόσωπο ο άνθρωπος προσπαθεί να υπερβεί τη φύση και να λειτουργήσει ελεύθερα από αυτήν, όπως ο Θεός. Πρόσωπο θα πει ελευθερία από την φύση αλλά και ελευθερία για την φύση. Και εδώ έγκειται η σπουδαιότητα του προσώπου για την οικολογία. Στην άσκηση της ελευθερίας του, ο άνθρωπος μπορεί να αντιταχθεί στο φυσικό του περιβάλλον και αυτό κάνει με την καταστροφή που επιφέρει. Αλλά μπορεί, εν ονόματι της ίδιας ελευθερίας και να το αγαπήσει και να το σεβαστεί. Με την ίδια ελευθερία με την οποία υπερβαίνει την δουλεία του στην φύση, μπορεί και να αγαπήσει την φύση, διότι την θεωρεί ως δώρο της αγάπης εκείνου Τον οποίον ελεύθερα αγαπά.

Άνθρωπος λοιπόν και φυσικό περιβάλλον, επιστήμη και θεολογία. Πώς συνδέονται αυτά με την οικολογική κρίση που περνούμε; Στην ταπεινή εισήγησή μου επέμεινα στις εξής θέσεις:
 α) Η οικολογική κρίση δεν συνδέεται μόνο με την ηθική κρίση του κόσμου, ευδαιμονισμός, ατομικισμός, καταναλωτισμός κ.λπ., αλλά κυρίως και προπάντων με την αλλοίωση της ταυτότητας του ανθρώπου. Η κρίση είναι οντολογική και όχι απλώς ηθική.

β) Στην αλλοίωση αυτή μερίδιο ευθύνης έχουν τόσο η θεολογία όσο και η επιστήμη. Η πρώτη στο βαθμό που αποσωμάτωσε την αλήθεια του ανθρώπου και τον απέκοψε από τον υλικό κόσμο με μια «πνευματικότητα» που αποποιείται την ύλη και δεν τονίζει την ανάσταση των σωμάτων ως βασική προϋπόθεση της αλήθειας του ανθρώπου. Η δεύτερη, η επιστήμη, στον βαθμό που καλλιεργεί την νοημοσύνη ως λειτουργία ανεξάρτητη από το σώμα και με τον τρόπο αυτό καταδυναστεύει με την τεχνολογία τον φυσικό κόσμο, επεμβαίνοντας στον τρόπο του είναι του και αλλοιώνοντας επικίνδυνα την αλήθεια της ταυτότητάς του.

γ) Η καταδυνάστευση του φυσικού κόσμου από την ανθρώπινη νοημοσύνη, όχι από τον άνθρωπο, γιατί στρέφεται και κατά του ανθρώπου το φαινόμενο αυτό, ως ψυχοσωματικού όντος, δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με μια κοινή προσπάθεια επιστήμης και θεολογίας να καταδείξουν τον ψυχοσωματικό χαρακτήρα του ανθρώπου και να αναδείξουν το σώμα του ανθρώπου ως κρίκου μεταξύ αισθητών και νοητών ως μέσου κοινωνίας και επικοινωνίας.

δ) Η Ορθόδοξη Εκκλησία καλείται να προβάλλει με όσο πιο μεγάλη έμφαση μπορεί τα δύο μεγάλα οικολογικά της όπλα, την Θεία Ευχαριστία και τον Ασκητισμό. Με το πρώτο βιώνεται η αξία του υλικού κόσμου ως κόσμου του Θεού και με το δεύτερο αποκαθαίρεται το σώμα από ότι το εμποδίζει να είναι όργανο κοινωνίας με τους άλλους, με το φυσικό περιβάλλον και με τον ίδιο τον Θεό. Μια ευχαριστία που δεν είναι φυσική, σωματική σύναξη επί το αυτό, αλλά προσευχή εξ αποστάσεως τηλεοπτικής ή άλλης, είναι ανώφελη.

πηγη http://theoperiv.blogspot.com

Παιδεία χωρίς τους εκπαιδευτικούς;

Του ΝΙΚΟΥ ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ*

Η κατάσταση στην εκπαίδευση είναι καζάνι που βράζει. Κι αυτό γιατί, παρά τα όσα δεινά η χώρα αντιμετωπίζει εξαιτίας του δημοσιονομικού αδιεξόδου στο οποίο έχει περιέλθει και των αβάσταχτων απαιτήσεων της Ε.Ε. και του ΔΝΤ, θα μπορούσε μέσα από εσωτερικά θεσμικά ζητήματα να ανατροφοδοτήσει την ελπίδα της εκπαιδευτικής κοινότητας για ένα καλύτερο δημόσιο σχολείο. Για ακόμη μία φορά όμως αποδείχτηκε ότι ούτε ο κοινωνικός διάλογος για την παιδεία ευοδώθηκε ούτε ο κοινωνικός προσανατολισμός των ρυθμίσεων πρυτάνευσε. Και το χειρότερο: δεν συνάφθηκε ένα κοινωνικό συμβόλαιο με την εκπαιδευτική κοινότητα για να ξεπεραστούν οι δυσκολίες και να ωφεληθεί ο τόπος. Ο μετασχηματισμός της εκπαιδευτικής πραγματικότητας προϋποθέτει την ύπαρξη «συλλογικού υποκειμένου».

Είναι σαφές ότι μια προοδευτική εκπαιδευτική μεταρρύθμιση απαιτεί τη σύγκρουση με κατεστημένες λογικές. Απαραίτητη προϋπόθεση όμως είναι να διαμορφωθεί υπέρ της μια ισχυρή κοινωνική πλειοψηφία που να την υποστηρίζει, καθώς και να σχηματιστεί ένα συλλογικό υποκείμενο που θα υλοποιήσει τη μετάβαση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση η κοινωνία είναι παγωμένη από την αποδόμηση των κοινωνικών της κατακτήσεων, ενώ η εκπαιδευτική κοινότητα (το συλλογικό υποκείμενο, δηλαδή) παραμένει απούσα γιατί απλούστατα νιώθει παραγκωνισμένη και ταυτόχρονα πληγωμένη από τον τρόπο με το οποίο η πολιτική ηγεσία του υπουργείου προωθεί και μεθοδεύει της αλλαγές στην εκπαίδευση. Ενώ υπάρχουν σοβαρά προβλήματα τα οποία εκκρεμούν σε ολόκληρο το εκπαιδευτικό φάσμα, για ακόμη μία φορά επικράτησε η έλλειψη ουσιαστικής συνεννόησης, με συνέπεια να διαπιστώνεται τεράστιο χάσμα ανάμεσα σ’ αυτά που δρομολογεί το υπουργείο για λογαριασμό των εκπαιδευτικών και εκείνα που πραγματικά έχει ανάγκη η εκπαιδευτική κοινότητα.

Η πραγματικότητα των δεικτών και ο ευρωπαϊκός πήχυς

Σε αυτό που οι πάντες συμφωνούν είναι ότι η χώρα υπολείπεται σε σημαντικούς τομείς του εκπαιδευτικού της συστήματος, ενώ τα προβλήματα δεν μπορούν να περιμένουν. Η ανεπαρκής σχολική στέγη, η υποτυπώδης προσχολική αγωγή, οι ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, οι χαμηλές επιδόσεις και τα αναλυτικά προγράμματα που περιμένουν αναζωογόνηση, ο «σκοτεινός αριθμός» της σχολικής διαρροής και η μη αντιμετώπισή της, ο λειτουργικός αναλφαβητισμός και η χαμηλή συμμετοχή στη διά βίου μάθηση, η υποβάθμιση του περιεχομένου και της προοπτικής των σπουδών και των πτυχίων, η υπο-χρηματοδότηση της έρευνας, των υποδομών και της καινοτομίας εξακολουθούν να παραμένουν προβλήματα που περιμένουν λύσεις και συγκεκριμένες πολιτικές αντιμετώπισης.

Αν ρίξουμε μια ματιά στα στοιχεία αναφοράς της Eurostat και του ΟΟΣΑ για την Ελλάδα (2009), διαπιστώνουμε ότι οι δείκτες μας άλλοτε «αντέχουν», άλλοτε παρουσιάζουν μια ισχνή βελτίωση κι άλλοτε αποδεικνύουν ότι ζούμε στη χώρα των μεγάλων αντιφάσεων. Την ίδια στιγμή που εμφανίζουμε χαμηλές επιδόσεις σε Γλώσσα, Μαθηματικά και Φυσικές Επιστήμες, παρουσιάζουμε υψηλά ποσοστά αποφοίτησης από τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Παρ’ όλο που είμαστε κάτω από το κοινοτικό όριο της χρηματοδότησης σε επενδύσεις για την παιδεία, η συμμετοχή μας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση παρουσιάζει υψηλά ποσοστά, ενώ η σχολική διαρροή κινείται σε επίπεδα ανάλογα με εκείνα των αναπτυγμένων χωρών.

Το σίγουρο πάντως είναι ότι τα αντιφατικά αυτά χαρακτηριστικά αποδεικνύουν πως κινούμαστε μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας και δείχνουν ότι παραμένουμε «λαθρεπιβάτες» στο τρένο της ευρωπαϊκής προοπτικής εδώ και δεκαετίες.

Ο παράγοντας «ανθρώπινο κεφάλαιο» στην εκπαίδευση

Είναι απόλυτα βέβαιο ότι οι στατιστικές και οι αριθμοί αποτελούν μερικές μόνο ενδείξεις και σε καμία περίπτωση δεν μπορούν να απεικονίσουν ποιότητες οι οποίες διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής πολιτικής. Μια τέτοια κορυφαία παράμετρο αποτελεί και ο ρόλος των εκπαιδευτικών, ο οποίος συνιστά το πιο καίριο βήμα στην κατεύθυνση βελτίωσης του εκπαιδευτικού συστήματος.

Ο παράγοντας ανθρώπινο κεφάλαιο αναγνωρίζεται διεθνώς ως ένας από τους βασικούς συντελεστές κάθε αναπτυξιακού εγχειρήματος, αρκεί να αντιμετωπίζεται με ανθρωποκεντρικό και όχι με μηχανιστικό και απρόσωπο τρόπο. Με άλλα λόγια, η αυτο-βελτίωση των εκπαιδευτικών, η ανατροφοδότηση του έργου τους, η παιδαγωγική και επιστημονική τους ενίσχυση θα πρέπει να βασίζονται στις πραγματικές και ουσιαστικές ανάγκες τους και όχι στην επιβολή μέτρων τεχνοκρατικού, γραφειοκρατικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα. Ουδέποτε μέχρι σήμερα επιχειρήθηκε σοβαρή διάγνωση των αναγκών των εκπαιδευτικών μέσα στους χώρους δουλειάς τους, των προβλημάτων και των αδιεξόδων που καθημερινά αντιμετωπίζουν, των ελάχιστων μέσων που έχουν στη διάθεσή τους για την υλοποίηση του έργου τους.

Η ανάπτυξη του ανθρώπινου παράγοντα μέσα στα σχολεία οφείλει να απαντά στις γνήσιες ανάγκες των εκπαιδευτικών. Απαιτεί την αρχική και συνεχή επιμόρφωσή τους, μακρόπνοες επενδύσεις σε παιδαγωγικές καινοτομίες, τη διάθεση των μέσων αλλά και της αυτονομίας να λειτουργήσουν ρηξικέλευθα. Προϋποθέτει αίσθημα εμπιστοσύνης, ασφαλές εργασιακό κλίμα και -το πιο σημαντικό- μισθολογικές απολαβές που να δικαιώνουν, να καταξιώνουν και να κινητροδοτούν την προσπάθειά τους διασφαλίζοντας το αυτονόητο μιας αξιοπρεπούς διαβίωσης από την άσκηση του επαγγέλματός τους. Εκτός όμως από την ανεπαρκή προσφορά όλων αυτών στους Ελληνες εκπαιδευτικούς, μια ματιά στις απολαβές τους (πολύ πριν από τις πρόσφατες μειώσεις σε όλο τον δημόσιο τομέα) αποδεικνύει ότι παραμένουν οι πένητες όχι μόνο της ευρωζώνης, αλλά και των χωρών του ΟΟΣΑ σε σχέση με τους συναδέλφους τους.

Η εκπαιδευτική κοινότητα στη δίνη των εξελίξεων

Είναι ιδιαίτερα απογοητευτικό το ότι η συστηματική, αργόσυρτη και δομική υποβάθμιση του δημόσιου εκπαιδευτικού χώρου απ’ όλες τις κυβερνήσεις αποδίδεται μονομερώς στους εκπαιδευτικούς, αποτελώντας ουσιαστικά την «πολιτική πλατφόρμα» για την οικονομική, ηθική, ακόμα και ψυχολογική καταρράκωση ενός ολόκληρου κλάδου, η οποία τον συμπαρασύρει σε μια δίνη από την οποία δύσκολα θα βγει.

Ας δούμε τα πράγματα όμως στην αληθινή τους διάσταση: πράγματι εδώ και αρκετά χρόνια διαμορφώθηκε σταδιακά ένα πελατειακό σύστημα σχέσεων για σειρά θεμάτων όπως οι προσλήψεις ωρομισθίων, οι αποσπάσεις, η μοριοδότηση κ.λπ., το οποίο ταυτόχρονα έγινε ανεκτό από μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας. Αυτό όμως, παρά το ότι δημιούργησε φαινόμενα αδιαφάνειας, ευνοιοκρατίας και καταστάσεις ανορθολογισμού ως προς την κατανομή του εκπαιδευτικού προσωπικού, σε καμιά περίπτωση δεν νομιμοποιεί τα σημερινά μέτρα τα οποία είναι καταφανώς άδικα, αντικοινωνικά και προϊόν πολιτικής αναλγησίας απέναντι σε χιλιάδες αναπληρωτές και ωρομίσθιους.

Οι άνθρωποι αυτοί σε νησιά, επαρχίες και βουνά υπηρέτησαν με σθένος ψυχής τη δημόσια εκπαίδευση. Πολύ περισσότερο δεν δικαιολογείται ο πολιτικός κυνισμός με τον οποίο αντιμετωπίζεται το σύνολο των εκπαιδευτικών μέσα από τη μισθολογική, επαγγελματική και ψυχολογική τους εξουθένωση, αφού μεθοδευμένα καλλιεργείται η άποψη ότι για όλα τα δεινά του δημόσιου σχολείου φταίνε οι εκπαιδευτικοί. Και όλοι βέβαια θα συμφωνούν ότι σε επιμέρους και μεμονωμένα ζητήματα οι ευθύνες δεν βαραίνουν μόνο τις πολιτικές ηγεσίες αλλά και τις κλειστές ομάδες που εκπροσωπούν τα οργανωμένα συμφέροντα των εκπαιδευτικών, οι οποίες εδώ και δεκαετίες επέδειξαν ανοχή σε φαινόμενα ευνοιοκρατίας, ανορθολογισμού, «θεσμικής βραδύτητας» και συνδιαχείρισης της κρίσης.

Για παράδειγμα, το ζήτημα της αποτίμησης της ποιότητας του εκπαιδευτικού έργου, ενώ θα έπρεπε να ήταν πρωταρχικό αίτημα της ίδιας της εκπαιδευτικής κοινότητας και βασική εσωτερική της αξίωση, ουδέποτε τέθηκε ανοιχτά και σοβαρά, έστω και για διαβούλευση, στο εσωτερικό της. Θα μπορούσε, για παράδειγμα, στο πλαίσιο των συλλόγων διδασκόντων η ίδια η εκπαιδευτική κοινότητα να προτάξει τη δική της κουλτούρα ελέγχου της ποιότητας της δουλειάς της, να διαμορφώσει όρους αυτο-βελτίωσης και ενίσχυσης της αποτελεσματικότητας του έργου της, να προωθήσει τις καλές πρακτικές και να απορρίψει ό,τι δεν ανταποκρίνεται στα οράματα, τις αξίες και τους συλλογικούς στόχους που η ίδια θέτει. Με τον τρόπο αυτό δεν θα υπήρχε κανένα περιθώριο ούτε για αμφισβήτηση και δυσπιστία από την πλευρά της κοινωνίας ούτε για «νομιμοποίηση» οποιασδήποτε παρέμβασης από πλευράς πολιτικής εξουσίας σε ζητήματα που αφορούν την αξία του εκπαιδευτικού έργου και την εσωτερική λειτουργία της σχολικής μονάδας.

Προβληματισμοί και ερωτήματα

Το πολυνομοσχέδιο, παρά τη φιλόδοξη προσπάθειά του να αντιμετωπίσει μια σειρά ανορθόδοξων μεθοδεύσεων και στρεβλώσεων (όπως διατείνεται άλλωστε η αιτιολογική έκθεση που το συνόδευε στο Κοινοβούλιο), δημιουργεί σοβαρές πιθανότητες να πετύχει το ακριβώς αντίθετο από αυτό που πολιτικά διακηρύσσει. Πρώτα απ’ όλα, η εκπαιδευτική κοινότητα στέκεται αρνητική απέναντί του, γεγονός που δυσχεραίνει τη «βιωσιμότητά» του.

Οσοι προβληματίζονται με υπευθυνότητα και ρεαλισμό:

α) αγωνιούν για τη δεινή θέση στην οποία τον Σεπτέμβριο θα βρεθεί το δημόσιο σχολείο, αφού κανείς δεν θα γνωρίζει με ακρίβεια τις ανάγκες σε εκπαιδευτικό προσωπικό τόσο λόγω του κύματος προς τη συνταξιοδότηση όσο και λόγω των δραστικών περικοπών στις προσλήψεις αναπληρωτών και ωρομισθίων,

β) προβλέπουν την υπερ-διόγκωση της παραοικονομίας και των φαινομένων αισχροκέρδειας που συνοδεύουν τη βιομηχανία του ΑΣΕΠ,

γ) εκφράζουν την ανησυχία τους για την ανετοιμότητα των ΑΕΙ να παρέχουν το πιστοποιητικό παιδαγωγικής επάρκειας (δωρεάν άραγε ή κι αυτό θα εισαχθεί στο βασίλειο της ελεύθερης αγοράς;),

δ) αναρωτιούνται για το τι ακριβώς θα περιλαμβάνει ο ομιχλώδης νέος θεσμός του μέντορα. Σημειωτέον ότι ακόμα δεν έχουν αποσαφηνιστεί μια σειρά ειδικών χαρακτηριστικών του θεσμού αυτού όπως ο ακριβής ρόλος του, τα προσόντα του, ο τρόπος επιλογής του, η συμμετοχή του ή μη στην αξιολόγηση των νεοδιοριζόμενων κ.λπ.

Ιδιωτικά σχολεία: «πιλότος» νεοφιλελευθερισμού

Σε προέκταση του παραπάνω προβληματισμού παραθέτουμε ένα ακόμα παράδειγμα από έναν άλλο χώρο, διαφορετικό από εκείνον της δημόσιας εκπαίδευσης, τον οποίο όμως -βάσει του άρθρου 16 του ελληνικού Συντάγματος- υποχρεούται η πολιτεία να ελέγχει και να επιτηρεί. Μια πρόσφατη άλλωστε απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας (αρ. 622/2010) αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνει, αφού αναγνωρίζει ότι η εργασιακή ασφάλεια των εκπαιδευτικών στα ιδιωτικά σχολεία είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας καθώς ενισχύει την ποιότητα του έργου τους και τη νομιμότητα, λειτουργώντας ταυτόχρονα ως ανάχωμα στις πιέσεις οικονομικών ή πελατειακών συμφερόντων. Παρ’ όλα αυτά ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι εργασιακές σχέσεις των ιδιωτικών εκπαιδευτικών δείχνει τον σαφώς νεοφιλελεύθερο και ενδοτικό προς τους σχολάρχες προσανατολισμό του πολυνομοσχεδίου.

Ειδικότερα:

1 Την ίδια στιγμή που το πολυνομοσχέδιο ενδιαφέρεται για τη διαμόρφωση ενιαίας επαγγελματικής ταυτότητας του εκπαιδευτικού θεωρώντας το ΑΣΕΠ ως μοναδικό και ακλόνητο κριτήριο διορισμού στο ελληνικό σχολείο, στην ιδιωτική εκπαίδευση, προκειμένου να δώσει περιθώρια «ελευθερίας επιλογής» στο διευθυντικό δικαίωμα, το αναιρεί. Για τα σχολεία των λίγων δεν ισχύουν άραγε οι «κανόνες ποιότητας» που θέτει η πολιτεία για το 93% των δημόσιων σχολείων της χώρας; Εξάλλου, ακόμα κι αν ήθελε το υπουργείο να δώσει ελευθερία επιλογής στους σχολάρχες, δεν θα μπορούσε να τους τη δώσει από τη δεξαμενή των χιλιάδων επιτυχόντων του ΑΣΕΠ;

2 Ενώ υπήρχε καθεστώς αιτιολογημένων απολύσεων για τους ιδιωτικούς εκπαιδευτικούς αορίστου χρόνου, έπειτα από σχεδόν 30 ολόκληρα χρόνια επιτρέπονται οι αναιτιολόγητες απολύσεις, ενισχύοντας απροκάλυπτα την αυθαιρεσία του διευθυντικού δικαιώματος. Με τον τρόπο αυτό το εκπαιδευτικό λειτούργημα υποβιβάζεται σε υπαλληλικού τύπου σχέση όπου έννοιες όπως παιδαγωγική ελευθερία, αξιοπρέπεια, ελευθερία της έκφρασης, αυτονομία του εκπαιδευτικού κ.ά. κλειδώνονται οριστικά στο χρονοντούλαπο της εκπαιδευτικής ιστορίας. Αραγε με ποιον τρόπο ιδιωτικοί εκπαιδευτικοί λειτουργοί που υπογράφουν και εκδίδουν δημόσια έγγραφα και πιστοποιητικά (απολυτήρια, βαθμολογίες κ.λπ.), τα οποία οδηγούν ακόμα και σε διορισμό στο Δημόσιο, θα καταφέρουν να εργαστούν χωρίς πιέσεις σε ένα σχολείο, όταν η αναιτιολόγητη απόλυση θα κρέμεται πάνω από το κεφάλι τους; Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι με τον τρόπο που δρομολογούνται οι εξελίξεις θα καταλήξουμε σ’ ένα φτωχό, μίζερο και αποπνικτικό δημόσιο σχολείο και ένα εργασιακά ασύδοτο και αμφίβολης νομιμότητας ιδιωτικό στο οποίο θα καταφεύγει ο καθένας ανάλογα με το βαλάντιό του και τις ιδιαίτερες απαιτήσεις του. Η πρόσφατη άλλωστε κρίση στο International Baccalaureate (με τη διαρροή και την εξαγορά θεμάτων των εξετάσεων) αποδεικνύει την ηθική γύμνια της εποχής αλλά και του λόγου το αληθές. Ποια είναι η βέβαιη συνέχεια; Οι αποδέκτες των άνομων αυτών δοσοληψιών στα κάθε είδους εκπαιδευτήρια (με την αμέριστη ηθική και οικονομική συμπαράσταση των γονιών τους) θα «διαπρέπουν» στα πανεπιστήμια του εξωτερικού, ενώ αύριο θα κληθούν με «σπουδαία βιογραφικά» να στελεχώσουν τις επιχειρηματικές και πολιτικές elites του τόπου.

Η κοινωνία θέλει τους εκπαιδευτικούς εκεί που τους αξίζει

Ολα δείχνουν ότι η κοινωνία νιώθει αποπνικτική την ατμόσφαιρα που την περιβάλλει σε ολόκληρο το φάσμα των θεσμών, των αξιών και των συμβόλων. Τα ιδεολογικά αποθέματα της μεταπολίτευσης έχουν οριστικά εξαντληθεί και οι νέοι άνθρωποι ζητούν απεγνωσμένα καθαρό αέρα να αναπνεύσουν. Είναι σαφές ότι πέρα από τα όσα είναι υποχρεωμένη να παρέχει η πολιτεία στους εκπαιδευτικούς της, απαιτείται η αυτενέργεια, η ατομική ευθύνη αλλά και η συλλογική συναίσθηση των ίδιων.

Η κοινωνία όμως θέλει τους εκπαιδευτικούς της εκεί που τους αξίζει. Τους θέλει ψηλά. Ούτε ως αντίγραφα μιας απρόσωπης (εκπαιδευτικής) πολιτικής ούτε ως συστατικά μιας σκυθρωπής τεχνοκρατικής υπαλληλίας που τους αφαιρεί το ρόλο και το λόγο του λειτουργού της εκπαίδευσης. Πολύ περισσότερο δεν τους επιθυμεί πειθήνιους, πένητες και εξαθλιωμένους μεταβιβαστές μιας στείρας γνώσης που οδηγεί τη νέα γενιά στο αδιέξοδο. Αντίθετα, σήμερα περισσότερο από ποτέ, τους χρειάζεται ως σύμβολα κύρους και γνώσης, ως φωτοδότες και παιδαγωγούς που θα βοηθήσουν κι αυτοί με το έργο τους να αλλάξει σελίδα το, βυθισμένο σε κρίση, πολιτισμικό στερέωμα του τόπου. Εν κατακλείδι, η πολιτική ηγεσία οφείλει να αναστοχαστεί πάνω στην αρχή ότι η «επανάσταση του αυτονόητου» στην εκπαίδευση αρχίζει με την ουσιαστική και πολύπλευρη στήριξη και αναγνώριση των δασκάλων των παιδιών μας.

* Δρ Κοινωνιολογίας, ερευνητής σε θέματα εκπαιδευτικής πολιτικής

Πηγή: http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=19/06/2010&id=174812

Η Νέα Γενιά στην Ελλάδα Σήμερα

ΓΕΝΙΚΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΝΕΑΣ ΓΕΝΙΑΣ

 Η Νέα Γενιά στην Ελλάδα Σήμερα

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ & ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΡΗΣΚΕΙΑ & ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Ο Χωροχρόνος και η Ύλη, στην Γένεση και στον Παύλο και σήμερα

Γεωργίου Ι. Γούναρη

Αριστoτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης1

ε’ Παύλεια, Ιούνιος 1999

Οι Προφήτες και οι Απόστολοι, προκειμένου να αποκαλύψουν τον αληθινό Θεό στους ανθρώπους — την Πανσοφία, την Δύναμη και την Αγαθότητα Του — αρχίζουν παρατηρώντας το υλικό Σύμπαν, τον Ουρανό και την Γη, τον χώρο και την ύλη στην σύγχρονη ορολογία. Με την περίφημη περιγραφή της Δημιουργίας, αρχίζει η Γένεσις…. Ένα κείμενο γραμμένο πριν περισσότερο από 3500 χρόνια, το οποίο (παρόλο που δεν αποσκοπεί να δώσει επιστημονικές πληροφορίες) εντούτοις, όσο προοδεύει η επιστήμη, τόσο περισσότερο εκπλήσσει με την ακρίβεια της περιγραφής του.

Συνέχεια ανάγνωσης

Η πτώχευση, η διχοτόμηση και το Λυχνάρι στις μέρες που ήλθαν

Οι μέρες που ζούμε είναι πολύ πυκνές. Η βίωσή τους όμως δεν είναι ίδια για όλες και όλους μας. Όχι μόνο γιατί έχουμε άλλα συμφέροντα οι πολλοί απέναντι στους λίγους ή έχουμε βεβαίως και άλλες ιδεολογικές και πολιτικές οπτικές στα γεγονότα. Κυρίως γιατί υπάρχει μια διαφοροποίηση στη «θεολογική» μας οπτική. Όχι δεν εννοώ την «θρησκευτική» διαφοροποίηση σε «ομολογιακό» επίπεδο. Εννοώ στο κατά πόσο είναι αναμμένο το εσωτερικό λυχνάρι της ανθρώπινης συνείδησης, ανεξάρτητα από την ένταση της φλόγας του.

Τα μυστικά του σύμπαντος

Οι φυσικοί πιστεύουν πολλά παράξενα πράγματα, γι’ αυτό άλλωστε οι κοινοί θνητοί συχνά τους περνάνε για τρελούς.

Το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα απίστευτα πράγματα, σύμφωνα με τους φυσικούς, είναι η πραγματικότητα γύρω μας, αλλά εμείς δεν μπορούμε (ή δεν θέλουμε) να τη συνειδητοποιήσουμε.

Σαν μια μικρή συνεισφορά στην καλύτερη κατανόηση του κόσμου όπου ζούμε, ακολουθεί μια παρουσίαση των δέκα σημαντικότερων και πιο παράξενων πραγμάτων που η Φυσική έχει ανακαλύψει, σύμφωνα με τη σχετική ανάλυση που έκανε ο φυσικός-κοσμολόγος και συγγραφέας εκλαϊκευτικών επιστημονικών βιβλίων Μάρκους Τσόουν, για λογαριασμό της βρετανικής “Τέλεγκραφ”.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση