Παρεξηγημένη ή παρωχημένη η αγιότητα;

Posted on Δεκεμβρίου 25, 2007 by manitaritoubounou

Δεν υπάρχει, νομίζω, πιο παρεξηγημένη έννοια και κατάσταση τη σημερινή εποχή, απ’ αυτή της «αγιότητας». Συχνά η «αγιότητα» μπερδεύεται με την «καλοσύνη», τη «τιμιότητα», την «αγαθότητα».

Άλλες φορές συγχέεται με τον «αλτρουισμό», τον «ηρωισμό», την «επαναστατικότητα». Ελάχιστες φορές συνδέεται με τη προσωπική και κυρίως τη συλλογική – πνευματική «σχέση» με το μόνο «άγιο»…

Μήπως, για τους όντως πιστούς ορθοδόξους χριστιανούς, η «θεία ευχαριστία» είναι σχεδόν καθημερινή και έχει προηγηθεί μεγάλη (σαραντάμερο) προετοιμασία;

Μια βαθιά ανάλυση ο μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης (Ζηζιούλας).

Του Σεβ. Μητροπολίτη Περγάμου κ. Ιωάννου (Ζηζιούλα)

…Έτσι η Θ. Ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν «κοινωνία αγίων», είναι το αποκορύφωμα του αγιασμού, όχι μόνο γιατί αυτή προσφέρει στον άνθρωπο την τελειότερη και πληρέστερη ένωση (σωματική και πνευματική) με τον μόνον άγιο, αλλά και διότι αποτελεί τον πιο τέλειο εικονισμό της Βασιλείας του Θεού

Η λέξη «άγιος» ή «αγιότητα» παραπέμπει σε κάτι εντελώς άσχετο και ξένο προς την εποχή μας, προς τον πολιτισμό και τις αναζητήσεις του συγχρόνου ανθρώπου. Ποιος από τους γονείς της εποχής μας φιλοδοξεί να κάνει τα παιδιά του «άγιους»; Ποιο από τα σχολεία μας και τα εκπαιδευτικά μας προγράμματα καλλιεργούν την αγιότητα ή την προβάλουν ως όραμα και πρότυπο; Ο «επιτυχημένος» άνθρωπος της εποχής μας, το ιδανικό της σύγχρονης παιδείας και του πολιτισμού μας, δεν είναι καν ο «καλός κι αγαθός» των κλασσικών χρόνων. Είναι εκείνος που εξασφαλίζει χρήματα, ανέσεις και κοινωνική προβολή – αυτό θέλουν οι γονείς από τα παιδιά τους, σ’ αυτό κυρίως αποβλέπουν τα εκπαιδευτικά μας συστήματα, αυτό καλλιεργούν τα μέσα επικοινωνίας, αυτό ονειρεύεται η πλειονότητα των νέων μας.

Πράγματι, σε μια κοινωνία, η οποία βιώνει ως το σοβαρότερο πρόβλημα της την ανεργία, και κυριαρχείται από το άγχος πως να αυξήσει το κατά κεφαλήν εισόδημα, το να γίνεται λόγος για άγιους και αγιότητα αποτελεί πρόκληση, αν όχι πρόσκληση σε γέλωτα και χλευασμό. Ούτως, η αγιότητα αποτελεί ένα «λησμονημένο όραμα».

Λησμονημένο γιατί κάποτε υπήρχε, γιατί αυτό ενέπνεε τον πολιτισμό μας, διότι οι άνθρωποίμας άλλοτε ζούσαν με τους αγίους και αντλούσαν από αυτούς το μέτρο του πολιτισμού τους, αυτοί ήταν οι ήρωες, οι μεγάλοι πρωταθλητές, οι «διάσημοι ποδοσφαιριστές» και «σταρ» των χρόνων τους. Τώρα έχουν μείνει μόνο τα ονόματα των αγίων μας, και αυτά «κουτσουρεμένα» και αλλοιωμένα επί το ξενικώτερον, ενώ οι άνθρωποι προτιμούν πλέον να γιορτάζουν, όχι τις μνήμες των αγίων τους, μα τα δικά τους προσωπικά γενέθλια. Σε μια τέτοια εποχή τι να πει κανείς για την αγιότητα; Ο λόγος του θα πέσει στο κενό.

Μα, από το άλλο μέρος, πως να μη μιλήσει κανείς για κάτι τόσο κεντρικό και θεμελιώδες για τη ζωή του χριστιανού; Γιατί η πίστη μας χωρίς τους αγίους παύει να υφίσταται. Διότι, αν λησμονήσουμε την αγιότητα, δεν απομένει από την Εκκλησία παρά ο ταυτισμός της με τον κόσμο, η «εκκοσμίκευσή της» είναι πλέον αναπόφευκτη.

Αλλά η αγιότητα δεν είναι μόνο «λησμονημένη» στις μέρες μας, είναι όταν και όπως γίνεται λόγος γι’ αυτήν, και παρεξηγημένη. Τι σημαίνει αγιότητα, όταν τη δει κανείς ως εικονισμό της Βασιλείας τού Θεού, ως βίωμα και πρόγευση των εσχάτων;

Η ΠΑΡΕΞΗΓΗΜΕΝΗ ΑΓΙΟΤΗΤΑ

Αν ρωτήσει κανείς τυχαία τους ανθρώπους στον δρόμο τι αποτελεί κατά τη γνώμη τους «αγιότητα», η απάντηση που θα λάβει κατά κανόνα είναι περίπου η εξής: άγιος είναι εκείνος που δεν κάνει αμαρτίες, που τηρεί τον νόμο του Θεού, είναι ηθικός από κάθε άποψη, με μια φράση: «δεν αμαρτάνει». Σε ορισμένες περιπτώσεις στην έννοια της αγιότητας προστίθεται ένα στοιχείο και με χροιά μυστικισμού, σύμφωνα με την όποια άγιος είναι εκείνος που έχει εσωτερικά βιώματα, επικοινωνεί με το «θείον», περιέρχεται σε έκσταση και βλέπει πράγματα που δεν τα βλέπουν οι άλλοι άνθρωποι, με λίγα λόγια ζει υπερφυσικές καταστάσεις και ενεργεί υπερφυσικές πράξεις.

Έτσι η έννοια της αγιότητας φαίνεται να συνδέεται στη σκέψη των ανθρώπων με κριτήρια ηθικολογικά και ψυχολογικά. Όσο πιο ενάρετος είναι κανείς, τόσο πιο άγιος είναι. Και όσο πιο χαρισματικός είναι κάποιος και επιδεικνύει ικανότητες που δεν τις έχουν συνήθως οι άνθρωποι (όπως να διαβάζει τη σκέψη μας, να προβλέπει το μέλλον μας κ.λπ.), τόσο περισσότερο μας κάνει να τον θεωρούμε «άγιο». Το ίδιο ισχύει και αντίστροφα: όταν διαπιστώσουμε κάποιο ελάττωμα στον χαρακτήρα ή τη συμπεριφορά κάποιου (ότι τρώει πολύ, θυμώνει κ.λπ.), τότε τον διαγράφουμε από τους «αγίους». Ή αν δεν εκδηλώσει υπερφυσικές ικανότητες με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, μας ξενίζει και η σκέψη ακόμη ότι θα μπορούσε κάποιος να είναι άγιος.

Η κοινή και διαδεδομένη αυτή αντίληψη για την αγιότητα δημιουργεί ορισμένα βασικά ερωτηματικά, όταν τη θέσουμε στο φως του Ευαγγελίου, της πίστεως και της παραδόσεώς μας. Ας αναφέρουμε μερικά από αυτά:

1. Αν η αγιότητα συνίσταται κυρίως στην τήρηση των ηθικών άρχων, τότε γιατί ο Φαρισαίος κατακρίθηκε από τον Κύριο, ενώ δικαιώθηκε ο Τελώνης στη γνωστή σε όλους μας παραβολή; Συνηθίζουμε να αποκαλούμε τον Φαρισαίο «υποκριτή», αλλά στην πραγματικότητα δεν έλεγε ψέματα, όταν ισχυριζόταν ότι τηρούσε πιστά τον Νόμο, ότι έδινε το 1/10 της περιουσίας του στους πτωχούς και ότι τίποτε από όσα του ζητούσε ο Θεός ως πιστός Ιουδαίος δεν παρέλειπε να εφαρμόσει. Όπως επίσης δεν έλεγε ψέματα όταν χαρακτήριζε τον τελώνη αμαρτωλό – ο τελώνης τον εαυτό του – γιατί πράγματι ο τελώνης ήταν άδικος και παραβάτης των ηθικών κανόνων.

2. Παρόμοιο ερώτημα προκύπτει και από τη χρήση του όρου «άγιος» από τον Απόστολο Παύλο στις επιστολές του. Απευθυνόμενος στους χριστιανούς της Κορίνθου, της Θεσσαλονίκης, της Γαλατίας κ.λπ., ο Παύλος τους καλεί «αγίους». Στη συνέχεια όμως των επιστολών αυτών κατονομάζει μύρια όσα ηθικά ελαττώματα των χριστιανών αυτών, τα οποία και επικρίνει δριμύτατα. Στην προς Γαλάτας μάλιστα επιστολή φαίνεται ότι η ηθική κατάσταση των εκεί «αγίων» ήταν τόσο απογοητευτική, ώστε να αναγκάζεται ο Παύλος να τους γράψει: «ει γαρ αλλήλους δάκνετε και κατεσθίετε, βλέπετε μη υπ’ αλλήλων αναλωθείτε»! Πως συμβαίνει να καλούνται οι πρώτοι χριστιανοί «άγιοι», όταν είναι βέβαιο ότι η καθημερινή τους ζωή δεν ήταν σύμφωνη με τις επιταγές της ίδιας της πίστεως τους; Θα διανοείτο άραγε κανείς στις μέρες μας να καλούσε «άγιον» έναν από τους χριστιανούς;

3. Αν η αγιότητα συνδέεται με υπερφυσικά χαρίσματα, τότε θα μπορούσε να την αναζητήσει και να τη βρει κανείς και έξω από την Εκκλησία. Είναι γνωστό ότι και τα πονηρά πνεύματα ενεργούν υπερφυσικές πράξεις. Οι άγιοι δεν είναι μάντεις και φακίρηδες, ούτε κρίνεται η αγιότητα τους από τέτοια «χαρίσματα». Υπάρχουν άγιοι της Εκκλησίας μας για τους οποίους δεν αναφέρονται θαύματα, ενώ υπήρξαν θαυματοποιοί, οι οποίοι ποτέ δεν αναγνωρίστηκαν ως άγιοι. Είναι, σχετικά, πολύ ενδιαφέροντα όσα γράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ επιστολή του προς τους Κορινθίους, οι οποίοι, όπως πολλοί σήμερα, εντυπωσιάζονταν από υπερφυσικές ενέργειες: «και εάν έχω πίστιν ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί». Το να διατάξεις ένα βουνό να μετακινηθεί, είχε πει ο Κύριος ότι είναι δυνατόν, αν έχεις πίστη «ως κόκκον σινάπεως». Δεν είναι όμως από μόνο του δείγμα αγιότητας, δεν είναι τίποτα «ουδέν», αν δεν υπάρχει η προϋπόθεση της αγάπης, κάτι δηλαδή που οποιοσδήποτε άνθρωπος χωρίς θαυματουργικές ικανότητες μπορεί να έχει. Θαυματουργία και αγιότητα δεν ταυτίζονται, ούτε συνυπάρχουν κατ’ ανάγκη.

4. Παρόμοια ερωτηματικά δημιουργούνται από τη σύνδεση της αγιότητας με ασυνήθεις και «μυστικές» ψυχολογικές εμπειρίες. Πολλοί ανατρέχουν σήμερα στις ανατολικές θρησκείες για να συναντήσουν εξαϋλωμένους «γκουρού», ανθρώπους εξαίρετης αυτοπειθαρχίας, ασκήσεως και προσευχής. Η Εκκλησία μας δεν τους θεωρεί αυτούς αγίους, όσο βαθιές και υπερφυσικές και αν είναι οι εμπειρίες τους, και όσο σπουδαία και αν είναι η αρετή τους.

Έτσι τελικά τίθεται το ερώτημα: υπάρχουν άγιοι εκτός της Εκκλησίας; Αν η λέξη «άγιος» σημαίνει αυτό που γενικά ο κόσμος νομίζει και που περιγράφουμε πιο πάνω (δηλαδή ηθικός βίος, υπερφυσικά χαρίσματα και υπερφυσικές εμπειρίες), τότε πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπάρχουν άγιοι και εκτός της Εκκλησίας (Ίσως μάλιστα συχνότερα εκτός παρά εντός). Αν πάλι θελήσουμε να πούμε ότι η αγιότητα είναι δυνατή μόνο στην Εκκλησία, τότε πρέπει να αναζητήσουμε το νόημα της αγιότητας πέρα από τα κριτήρια που αναφέρουμε πιο πάνω, πέρα δηλαδή από την ηθική τελειότητα και τις υπερφυσικές δυνάμεις και εμπειρίες.

Ας δούμε, λοιπόν, πώς αντιλαμβάνεται ή Εκκλησία μας την αγιότητα.

Η ΑΓΙΟΤΗΤΑ ΩΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ

Ο όρος «άγιος» έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία. Η ρίζα της λέξεως στην ελληνική γλώσσα είναι το αγ-, από το οποίο παράγονται μια σειρά από όρους, όπως το αγνός, το άγος κ.λπ. Τη βαθύτερη σημασία της ρίζας αυτής την κρατάει το ρήμα άζεσθαι, που σημαίνει το δέος σε μια απόκρυφη και φοβερή δύναμη (Αισχύλου, Ευμ. 384 κ. έ.), το σέβας προς τον φορέα της Δύναμης (Ομήρου, Οδύσ. 9,200 κ. έ.) κ.λπ. Έτσι στον αρχαίο ελληνισμό η αγιότητα συνδέεται με τη δύναμη, με αυτό που ο Otto αποκαλεί mysterium fascinosum et tremendum – αυτό που προκαλεί ταυτόχρονα έλξη και φόβο.

Στην Παλαιά Διαθήκη η σημιτική λέξη, που μεταφράζεται από τους Εβδομήκοντα με το «άγιος» είναι το godes, που συγγενεύει με την ασσυριακή kuddushu, και που δηλώνει «κόβω, χωρίζω», διακρίνω ριζικά, καθαιρώ (εξ ου και η σύνδεση με την καθαρότητα και αγνότητα). Τα άγια πράγματα είναι αυτά που τα ξεχωρίζει κανείς από τα υπόλοιπα – κυρίως στη λατρεία – και τα αφιερώνει στον Θεό.

Έτσι η Αγία Γραφή προχωρεί πέρα από την ψυχολογική σημασία που συναντούμε στους αρχαίους Έλληνες (το δέος, τον φόβο, τον σεβασμό προς μια ανώτερη δύναμη) και συνδέει την έννοια του «αγίου» με την απόλυτη ετερότητα, το απολύτως Άλλο, πράγμα που τελικά οδηγεί την Αγία Γραφή στην ταύτιση του «αγίου» με τον ίδιο τον Θεό, στην απόλυτη υπερβατικότητα σε σχέση με τον κόσμο. Άγιος είναι μόνο ό Θεός, και απ’ Αυτόν και μόνο και τη σχέση μαζί Του πηγάζει κάθε αγιότητα. Για να δηλωθεί μάλιστα με έμφαση η πίστη αυτή στην Παλαιά Διαθήκη (Ησαΐας, ο προφήτης της αγιότητας του Θεού) καλεί τον Θεό τρεις φορές άγιο: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, που σημαίνει στη μορφή του εβραϊσμού, της τριπλής επαναλήψεως, απείρως άγιος (πρβ. το 777 και το αντίθετο του 666, για το οποίο τόσος λόγος και τόσος τρόμος γίνεται σήμερα).

Συνεπώς για την Αγία Γραφή η αγιότητα ταυτίζεται με τον Θεό και όχι με τον άνθρωπο ή τα ιερά πράγματα, όπως στον αρχαίο Ελληνισμό, γίνεται πρόσωπο, και μάλιστα στους Πατέρες της Εκκλησίας ταυτίζεται με την Αγία Τριάδα, με την οποία οι Πατέρες ταυτίζονται και το τρεις φορές άγιος τού Προφήτη Ησαΐα. Η αγιότητα, συνεπώς, για τη χριστιανική πίστη δεν είναι ανθρωποκεντρική, αλλά θεοκεντρική, και δεν εξαρτάται από τα ηθικά επιτεύγματα του άνθρωπου, όσο σπουδαία και αν είναι αυτά, αλλά από τη δόξα και τη χάρη του Θεού, από τον βαθμό της προσωπικής σχέσεως μας με τον προσωπικό Θεό. (Για τον λόγο αυτό και η Θεοτόκος ονομάζεται «Παναγία» ή και «Υπεραγία» – όχι για τις αρετές Της, αλλά γιατί αυτή, περισσότερο από κάθε άλλον άνθρωπο, ενώθηκε προσωπικά με τον άγιο Θεό δίνοντας σάρκα και αίμα στον Υιό του Θεού).

Η αγιότητα λοιπόν δεν είναι για την Εκκλησία ατομικό κτήμα κανενός, όσο «άγιος» κι αν είναι κανείς στη ζωή του, αλλά θέμα σχέσεως προσωπικής με τον Θεό. Ο Θεός κατά την ελεύθερη βούληση Του αγιάζει όποιον Εκείνος θέλει, χωρίς να εξαρτάται ο αγιασμός από κάτι άλλο, παρά μόνο από την ελεύθερη θέληση του αγιασμένου. Όπως τονίζει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, οι άνθρωποι δεν συνεισφέρουμε τίποτε άλλο εκτός από την προαίρεσή μας, χωρίς την οποία ο Θεός δεν ενεργεί, ο δε κόπος και η άσκησή μας δεν παράγει ως αποτέλεσμα την αγιότητα μας, αφού μπορούν να αποδειχθούν σκύβαλο χωρίς καμιά αξία.

Αυτή η ταύτιση της αγιότητας με τον ίδιο τον Θεό, στη χριστιανική πίστη οδηγεί στη σύνδεσή της με την ίδια τη δόξα του Θεού. Αγιότητα σημαίνει πλέον το να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο. Δεν είναι τυχαίο ότι ως πρώτο αίτημα της Κυριακάτικης προσευχής δεν είναι άλλο από το «αγιασθήτω το όνομά Σου». Αν λάβουμε υπ’ όψιν μας ότι η προσευχή αυτή είναι εσχατολογική, δηλαδή αναφέρεται στην τελική κατάσταση του κόσμου, είναι σαφές ότι αυτό που ζητούμε στο «Πάτερ ημών» είναι να δοξασθεί ο Θεός από όλο τον κόσμο, να έλθει η στιγμή που όλος ο κόσμος θα πει μαζί με τα Χερουβείμ αυτό που είδε και άκουσε ο Ησαΐας στο όραμά του: «Άγιος, άγιος, άγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης ο ουρανός και η γη της δόξης σου1 ωσαννά εν τοις υψίστοις».

Οι άγιοι δεν επιζητούν τη δική τους δόξα, αλλά τη δόξα του Θεού. Ο Θεός δοξάζει τους αγίους, όχι με τη δική τους δόξα, αλλά με την ίδια Του τη δόξα. Οι άγιοι αγιάζονται και δοξάζονται όχι με μια αγιότητα και μια δόξα που πηγάζει από μέσα τους, αλλά με την αγιότητα και τη δόξα του ίδιου του Θεού (πρβ. βυζαντινή αγιογραφία – χρήση φωτός απ’ έξω προς τα έσω κ.λπ.). Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τη θέωση των αγίων.

Όπως αποσαφηνίστηκε κατά τις ησυχαστικές έριδες του 14ου αιώνα, σε αντίθεση προς τη δυτική θεολογία, η οποία έκανε λόγο για «κτιστή» χάρη, δηλαδή χάρη και δόξα που ανήκει στην ίδια τη φύση των ανθρώπων δοσμένη από τον Θεό κατά τη δημιουργία, η Ορθόδοξη θεολογία, όπως την ανέπτυξε ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς και οι άλλοι ησυχαστές των χρόνων εκείνων, αντιλαμβάνεται το φως που βλέπουν οι άγιοι και τη δόξα που τους περιβάλλει ως «άκτιστες» ενέργειες του Θεού, δηλαδή ως το φως και τη δόξα αυτού του ίδιου τού Θεού. Ο πραγματικός άγιος, είναι εκείνος που δεν επιζητεί με κανένα τρόπο τη δική του δόξα, αλλά μόνο τη δόξα του Θεού. Όταν επιζητεί κανείς τη δική του δόξα, χάνει την αγιότητά του, γιατί σε τελική ανάλυση δεν υπάρχει άλλος άγιος εκτός από τον Θεό. Αγιότητα σημαίνει μετοχή και κοινωνία στην αγιότητα του Θεού – αυτό σημαίνει άλλωστε θέωση. Κάθε αγιότητα που στηρίζεται στις αρετές μας, στην ηθική μας, στα προσόντα μας, στην άσκησή μας κ.λπ. είναι δαιμονική, και δεν έχει καμιά σχέση με την αγιότητα της Εκκλησίας μας. Από τις παρατηρήσεις αυτές γίνεται φανερό γιατί η κατ’ εξοχήν πηγή της αγιότητας βρίσκεται στη Θεία Ευχαριστία. Ας αναλύσουμε κάπως τη θέση αυτή.

Είπαμε ότι δεν υπάρχει άλλη αγιότητα από εκείνη του Θεού, και ότι οι άγιοι δεν διαθέτουν δική τους αγιότητα, αλλά μετέχουν στην αγιότητα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι στην Εκκλησία δεν έχουμε άγιους, παρά μόνον με την έννοια των ηγιασμένων.

Όταν τον 4ο αιώνα μ.Χ. γίνονταν συζητήσεις σχετικά με τη θεότητα του Αγίου Πνεύματος, το κύριο επιχείρημα του αγίου Αθανασίου, για να αποδείξει ότι το Άγιο Πνεύμα είναι Θεός και όχι κτίσμα, ήταν ότι το Άγιο Πνεύμα δεν αγιάζεται, αλλά μόνον αγιάζει. Αν αγιαζόταν, θα ήταν κτίσμα, διότι τα κτίσματα, και συνεπώς και οι άνθρωποι, δεν αγιάζουν, αλλά αγιάζονται. Ο Χριστός στην αρχιερατική προσευχή Του, που διασώζεται στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο και την ακούμε στο πρώτο από τα «δώδεκα Ευαγγέλια» της Μ. Πέμπτης, λέγει τη βαρυσήμαντη φράση προς τον Πατέρα: «υπέρ αυτών (των μαθητών και των ανθρώπων, κατ’ επέκταση) εγώ αγιάζω εμαυτόν, ίνα και αυτοί ώσιν ηγιασμένοι εν αληθεία». Τα λόγια αυτά λέγονται λίγο πριν από το Πάθος και σε σχέση με τον Μυστικό Δείπνο, έχουν δε ευχαριστιακό νόημα: ο Χριστός με τη θυσία Του αγιάζει ο ίδιος (ως Θεός) τον εαυτό Του (ως άνθρωπος) για ν’ αγιασθούμε εμείς κοινωνώντας το σώμα και το αίμα Του. Με τη συμμετοχή μας στη Θεία Ευχαριστία αγιαζόμεθα, δηλαδή γινόμαστε άγιοι κοινωνώντας με τον έναν και μόνον άγιο, τον Χριστό.

Ίσως δεν υπάρχει πιο αποκαλυπτικό σημείο της ζωής του χριστιανού του τι είναι αγιότητα, από την εκφώνηση του ιερέως, όταν υψώνει το Τίμιο Σώμα λίγο πριν από τη Θ. Κοινωνία: «τα άγια τοις αγίοις», δηλαδή το Σώμα του Χριστού και το Αίμα Του είναι άγια και προσφέρονται στους «άγιους», τα μέλη της Εκκλησίας προς κοινωνίαν. Η απάντηση του λαού στην εκφώνηση αυτή είναι συγκλονιστική, και συνοψίζει όσα είπαμε πιο πάνω: «εις άγιος, εις Κύριος, Ιησούς Χριστός, εις δόξαν Θεού Πατρός». Ένας είναι μόνον άγιος, ο Χριστός – εμείς είμαστε αμαρτωλοί – και η αγιότητά Του, στην οποία καλούμεθα να συμμετάσχουμε και εμείς οι αμαρτωλοί, δεν αποβλέπει σε τίποτε άλλο από τη δόξα τού Θεού (εις δόξαν Θεού Πατρός). Την ώρα εκείνη η Εκκλησία βιώνει την αγιότητα στο αποκορύφωμά της. Με την ομολογία «εις άγιος», κάθε αρετή μας και κάθε αξία μας εκμηδενίζονται μπροστά στην αγιότητα του μόνου άγιου. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να προσερχώμεθα στη Θ. Κοινωνία χωρίς προπαρασκευή και αγώνα για την άξια προσέλευσή μας. Σημαίνει όμως ότι όσο και αν προετοιμαστούμε, δεν γινόμαστε άγιοι προτού κοινωνήσουμε. Η αγιότητα δεν προηγείται της ευχαριστιακής κοινωνίας, αλλ’ έπεται. Αν είμαστε άγιοι πριν κοινωνήσουμε, τότε προς τι η Θ. Κοινωνία; Μόνον η μετοχή στην αγιότητα του Θεού μας αγιάζει, και αυτό είναι που μας προσφέρει η Θ. Κοινωνία. Από την παρατήρηση αυτή πηγάζει μια σειρά από αλήθειες που έχουν σχέση με το θέμα μας.

Η πρώτη είναι ότι κατανοούμε με τον τρόπο αυτό γιατί, όπως αναφέραμε στην αρχή της ομιλίας μας, στις επιστολές του Αποστόλου Παύλου όλα τα μέλη της Εκκλησίας καλούνται «άγιοι», παρά το ότι δεν χαρακτηρίζονται από ηθική τελειότητα. Εφ’ όσον αγιότητα για τους ανθρώπους σημαίνει μετοχή στην αγιότητα του Θεού, όπως αυτή προσφέρεται από τον Χριστό, ο Οποίος υπέρ ημών αγιάζει εαυτόν με τη θυσία Του, όλα τα μέλη της Εκκλησίας, που μετέχουν στον αγιασμό αυτό μπορούν να καλούνται «άγιοι».

Με την ίδια «λογική», στη γλώσσα της Εκκλησίας ήδη από τους πρώτους αιώνες και τα στοιχεία της Ευχαριστίας έλαβαν το όνομα «τα άγια» (πρβ. τα άγια τοις αγίοις»), παρά το ότι από τη φύση τους δεν είναι άγια. Και με την ίδια αιτιολογία η Εκκλησία πολύ νωρίς επίσης απένειμε τον τίτλο «άγιος» στους επισκόπους. Πολλοί σκανδαλίζονται σήμερα όταν λέμε «ο άγιος δείνα» (ένας δημοσιογράφος που είχε ως κύριο έργο του να προβάλλει σκάνδαλα επισκόπων, είχε καθιερώσει τη γραφή ο άγιος – εντός εισαγωγικών – δείνα. Πλήρης άγνοια της σημασίας του όρου άγιος). Ο επίσκοπος καλείται κατ’ αυτόν τον τρόπο όχι για τις αρετές του, αλλά γιατί εικονίζει στη Θ. Ευχαριστία τον μόνον άγιο, ως εικών του Χριστού και ως καθήμενος εις τόπον και τύπον Θεού, κατά τον άγιο Ιγνάτιο. Η θέση του επισκόπου στη Θ. Ευχαριστία είναι εκείνη που δικαιολογεί τον τίτλο «άγιος». Ο Ορθόδοξος λαός, πριν υποστεί τη διάβρωση του ευσεβισμού, δεν είχε καμία δυσκολία να χρησιμοποιεί τη γλώσσα του εικονισμού, και βλέπει τον ίδιο τον Χριστό στο πρόσωπο εκείνου, που τον εικονίζει μέσα στη Θ. Λειτουργία, δηλαδή στον επίσκοπο.

Έτσι η Θ. Ευχαριστία είναι η κατ’ εξοχήν «κοινωνία αγίων». Σ’ αυτήν αποβλέπει η άσκηση των οσίων, η οποία δεν είναι ποτέ σκοπός, αλλά μέσο προς τον σκοπό, που είναι η ευχαριστιακή κοινωνία. Το σημείο αυτό λησμονείται και παραβλέπεται από πολλούς σύγχρονους θεολόγους, ακόμα και Ορθοδόξους, οι οποίοι, ιδιαίτερα στις μέρες μας, τείνουν να ταυτίσουν την αγιότητα με την άσκηση.

Η περίπτωση της οσίας Μαρίας της Αιγύπτιας όμως είναι εύγλωττη. Επί σαράντα χρόνια ασκήθηκε σκληρά για να καθαρθεί από τα πάθη, αλλά όταν κοινώνησε των αχράντων Μυστηρίων από τον άγιο, τότε ετελεύτησε τον βίο έχοντας αγιασθεί. Ο σκοπός της ασκήσεώς της ήταν η ευχαριστιακή κοινωνία. Θα ήταν αγία η οσία Μαρία, αν είχε καθαρθεί από τα πάθη αλλά δεν είχε κοινωνήσει; Η απάντηση είναι μάλλον αρνητική[1].

Αλλά η Θ. Ευχαριστία είναι το αποκορύφωμα του αγιασμού, όχι μόνο γιατί αυτή προσφέρει στον άνθρωπο την τελειότερη και πληρέστερη ένωση (σωματική και πνευματική) με τον μόνον άγιο, αλλά και διότι αποτελεί τον πιο τέλειο εικονισμό της Βασιλείας τού Θεού, δηλαδή της καταστάσεως εκείνης, στην οποία θα αγιάζεται και θα δοξάζεται από όλη την κτίση αιώνια και αδιάκοπα ο «άγιος, άγιος, άγιος, Κύριος Σαβαώθ».

Από το βιβλίο «Αγιότητα, ένα λησμονημένο όραμα», εκδ. Ακρίτας.

ΠΗΓΗ: περιοδικό ΠΕΙΡΑΪΚΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, αρ. φύλλου 187 – Νοέμβριος 2007 – σελ: 2-7


[1] Σημείωση του admin: Η άρνηση πράγματι της θείας κοινωνίας, ακόμη και οσίων ασκητών, είναι δαιμονική. Όμως πολλοί άγιοι της Εκκλησίας δεν πρόλαβαν να κοινωνήσουν «εν ζωή» αφού πίστεψαν και μαρτύρησαν σχεδόν ταυτόχρονα, όπως οι μάρτυρες Χριστού. Παράδειγμα ο μάρτυρας άγιος Βονιφάτιος, που εορτάζει 19 Δεκεμβρίου. Πράγματι αυτή η «κατηγορία» αγίων αναμένει τη «θεία κοινωνία» μετά θάνατον. Η εξαίρεση αυτή, απλά επιβεβαιώνει τον κανόνα. Πρέπει να σημειώσουμε ότι οι μάρτυρες προσέφεραν ως νάμα το ίδιο το αίμα τους. Επομένως αποζήτησαν τον αγιασμό τους «μια κι έξω»..

Η εθνική αμηχανία των σχολικών γιορτών

του ΓΙΩΡΓΟΥ ΜΑΛΦΑ

«Κάτου απ’ το χώμα, μες στα σταυρωμένα χέρια τους

κρατάνε της καμπάνας το σκοινί – προσμένουνε την ώρα,

δεν κοιμούνται, δεν πεθαίνουν,

προσμένουν να σημάνουν την ανάσταση»

Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη

Ένα ακόμη χαρακτηριστικό παράδειγμα της «κρίσης ταυτότητας» που διαπερνά το σύγχρονο ελληνικό σχολείο είναι αυτό της διαχείρισης του ζητήματος των «εθνικών επετείων». Του τρόπου, δηλαδή, ανάγνωσης, ανάμνησης και ερμηνείας ιστορικών γεγονότων καθοριστικής σημασίας για την εθνική και κοινωνική επιβίωση-συνέχεια του λαού μας. Σε όποιον κινείται εντός της σχολικής πραγματικότητας είναι ολοφάνερη η αμηχανία και η αφασία που χαρακτηρίζει τις σχολικές επετείους των εθνικών μας γιορτών: αγχωτικό καθήκον, άχαρη εθιμική υποχρέωση, επαχθής εξακολουθητικός ευτελισμός των «ιδανικών» που κανείς πια δεν πιστεύει…

Στο επίκεντρο των σχετικών συζητήσεων ανακυκλώνεται αναπόφευκτα η έννοια και το περιεχόμενο του «έθνους»: η ιστορική και υλική του υπόσταση, η συμβολική και πολιτισμική του νοηματοδότηση. Το επίδικο του «έθνους» εξαιρετικά πολυσύνθετο από την ίδια του τη φύση. Πληθώρα  ιστορικών, πολιτικών, κοινωνικών και ιδεολογικών προβολών ερίζουν για τον (καθ)ορισμό του «έθνους» και φορτίζουν με οξύτητα το κλίμα και τον χαρακτήρα των «εθνικών επετείων». Στις γραμμές που ακολουθούν επιχειρείται  μια συνοπτική-σχηματική (και γι’ αυτό αναγκαστικά  γενικευτική) παρουσίαση δύο κυρίαρχων προσεγγίσεων του νοήματος των εθνικών γιορτών όπως αυτές εκδηλώθηκαν διαχρονικά στο εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Το έθνος ως φετίχ

Στην εκδοχή αυτής της προσέγγισης δεσπόζει η υπεριστορική και αναχρονιστική αντίληψη για το έθνος που έλκει τις ρίζες της στη μεταπολεμική Ελλάδα και διατρέχει όλη την χρυσή εποχή της «εθνικοφροσύνης» μέχρι την πτώση του πραξικοπήματος των συνταγματαρχών. Με αξονικό ιδεολόγημα τον «ελληνοχριστιανισμό» διαχώριζε τους Έλληνες, φυλάκιζε, εξόριζε, εξόντωνε ηθικά και φυσικά τους αντιπάλους της. Στις κρίσιμες εθνικά στιγμές, αν δεν επέλεγε την «αυτοεξορία», συμμαχούσε με τους κατακτητές σε κατοχικές κυβερνήσεις, επάνδρωνε τάγματα ασφαλείας, εξέτρεφε στα σπλάχνα της δοσίλογους και καταδότες και στο τέλος επέστρεφε ως αυτόκλητος σωτήρας στην πατρίδα εγκαθιδρύοντας «δημοκρατίες» που στην ανάγκη μεταλλάσσονταν σε… δικτατορίες. Είναι η παράταξη των  «επαγγελματιών του έθνους», των «ελλαδεμπόρων», που από πολύ νωρίς και με τόση ευκρίνεια διέκρινε ο γνήσια ελληνοπρεπής και ορθόδοξος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, γράφοντας ότι «μεταξύ όλων των επαγγελμάτων, εις όλον το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας, καθώς και το του πατριωτισμού» (Ο Διδάχος).

Η παράδοση των μεγάλων λόγων και των τραγικών ιστορικών ευθυνών, που ιδιοποιούνταν ιδιοτελώς τις θυσίες των αγωνιστών και τα σύμβολα ενότητας του λαού μας. Πουλούσε εργολαβικά τον πατριωτισμό και την πίστη των Ελλήνων και αγόραζε κυριαρχία και εξουσία με τη συνδρομή των ξένων τοποτηρητών της. Γιόρταζε στο σχολείο τις εθνικές γιορτές (μέχρι τα πρώτα χρόνια της Μεταπολίτευσης) με μιαν αφόρητη πατριδοκάπηλη ρητορεία, με αυτάρεσκους εθνοφυλετικούς δεκάρικους, αποκρύβοντας σελίδες του σκοτεινού της παρελθόντος και διασύροντας ηλιθιωδώς κάθε αίσθημα γνήσιας φιλοπατρίας, σεβασμού και αγάπης για τη μακραίωνη πολιτιστική ιδιοπροσωπία των Ελλήνων. Φανατικά και αυτιστικά κλειστοφοβική, περιχαράκωνε τα οράματα και τις αξίες του οικουμενικού Ελληνισμού στα όρια ενός παρασιτικού και μεταπρατικού ελλαδισμού. Αυτή η «παράδοση» ξεψύχησε μέσα στη γραφικότητα και την ανυποληψία της. Στα σχολειά μας, δεν τη συναντά πια κανείς  σήμερα, εκτός από κάποια θλιβερά απομεινάρια στο διάκοσμο και την αισθητική των σχολικών γιορτών που μάλλον δεν απασχολούν πλέον κανέναν.

 Το έθνος ως ταμπού

Στα χρόνια της Μεταπολίτευσης μια άλλη προσέγγιση του «εθνικού» σε πλήρη αντίστιξη με την προηγούμενη, αργά αλλά σταδιακά, επεδίωξε και πέτυχε τη ρεβάνς έναντι της εθνοκαπηλίας. Μετά το πέρας του «σοσιαλιστικού» αμοραλισμού της «αλλαγής» («Έξω από το ΝΑΤΟ»!) δημιουργήθηκαν οι κατάλληλες εγχώριες και διεθνείς συνθήκες (κατάρρευση υπαρκτού σοσιαλισμού, έκρηξη παγκοσμιοποίησης, κρίση πολιτικής κ.ά.) για τη γέννηση και την ανάπτυξη μιας εθνομηδενιστικής κουλτούρας η οποία σήμερα κατακλύζει παντοδύναμη την κυρίαρχη πολιτική, τη διανόηση, την τέχνη και τα μέσα ενημέρωσης. Ένα ευρύ μέτωπο δυνάμεων  του «εκσυγχρονισμού» που συσπείρωσε τις ελίτ των δύο μεγάλων κομμάτων εξουσίας με αιχμή του δόρατος την «ανανεωτική» αριστερά του διεθνισμού (δίχως έθνος!) και του κοσμοπολιτισμού (με συμπλεγματική αποστροφή στο γηγενή πολιτισμό!) σε ρόλο οργανικού διανοουμένου. Στο εξής κάθε βιωματική αναφορά στις αξίες της πατρίδας, της παράδοσης και του πολιτισμού που γέννησε στη διαχρονία της, θα λοιδορείται κυνικά, θα χλευάζεται προκλητικά. Και οι ευαισθησίες μας θα αντιμετωπίζονται ως political correct όταν θα αφορούν την εκστρατεία διάσωσης του ιβηρικού λύγκα, για παράδειγμα, που απειλείται με εξαφάνιση· ενώ θα στοχοποιούνται απροκάλυπτα όταν θα αφορούν την πολιτιστική συρρίκνωση λαών, εθνών και παραδόσεων. Θα συκοφαντείται εκ προοιμίου κάθε αναφορά στο έθνος και όποιος θα διακατέχεται από ανάλογες ανησυχίες θα στιγματίζεται αυτόχρημα ως «εθνικιστής». Αν μάλιστα κανείς αποτολμήσει  και επικαλεστεί την  παράδοση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ, του Άρη Βελουχιώτη και της Εθνικής Αντίστασης (εκπληκτικά μοναδική συνάρθρωση αιτημάτων εθνικής απελευθέρωσης και κοινωνικής χειραφέτησης με πάνδημη αποδοχή) τότε κακό του κεφαλιού του… Τα εγγόνια των εξόριστων και των αγωνιστών της Εθνικής Αντίστασης, πρώην κομμουνιστές και νυν «εκσυγχρονιστές», που συνωστίζονται τώρα στους προθαλάμους της εξουσίας, διψούν για προγραφές…

Αναθεώρηση της Ιστορίας, αναψηλάφηση των στερεοτύπων του «εθνικού φαντασιακού», υπέρβαση του «εθνοκεντρισμού» και μια σειρά άλλων υψηλών επιδιώξεων, το κύριο μενού του μεταρρυθμιστικού προγράμματος στο σύνολο των βαθμίδων της δημόσιας εκπαίδευσης, με στόχο να αποβάλουμε τον εθνικιστή εαυτό που κρύβουμε μέσα μας. Να ενοχοποιηθεί τελικώς στη συνείδηση του λαού μας το έθνος και η εθνική μας κληρονομιά αδιακρίτως (και όχι μόνο η εθνικιστική παραφθορά τους), δηλαδή ο τρόπος που γεννιόμαστε, τρώμε, μιλάμε, χορεύουμε, ερωτευόμαστε, πιστεύουμε, τραγουδάμε, κλαίμε, γελάμε, μαλώνουμε, πεθαίνουμε… τα τόσο κοινά σε όλους τους ανθρώπους, και ταυτόχρονα τόσο ξεχωριστά σε κάθε λαό.

Ποιος να γιορτάσει…

Από τη μια, η εθνοκάπηλη κενολογία. Κουράστηκε και η ίδια. Δεν αντέχει πια τον εαυτό της. Δεν πείθει πια κανέναν. Ξεθύμανε… Κιτρινισμένα και αραχνιασμένα στους τοίχους των σχολείων χάσκουν τα πορτρέτα των εθνικών αγωνιστών μας. Τους εγκατέλειψαν οι πάντες. Και αυτοί ακόμη οι ορκισμένοι υπερασπιστές τους, οι επίγονοι της «εθνικοφροσύνης», αναζητούν πλέον νέα, πιο ελκυστικά πρότυπα για τη νεολαία, στο χώρο του θεάματος (Ψινάκης) και του ελαφρολαϊκού τραγουδιού (Σαρρή). Από μια τέτοια φαιδρή εκδοχή «πατριωτισμού» κινδυνεύουμε μάλλον περισσότερο…

Από την άλλη, ο χορός των αναθεωρητών και της προσαρμογής στις …απαιτήσεις των καιρών. Εξυπνότεροι ή μάλλον πονηρότεροι ετούτοι. Την Εθνική Αντίσταση τη βάφτισαν «αντιπολεμικό κίνημα των λαών!» (sic). Αντιμιλιταριστικός ακτιβισμός στις οροσειρές της Πίνδου δηλαδή, με λίγο ράφτινγκ στα διαλείμματα για να μην αμελούμε και την οικολογική διάσταση της σύγχρονης εκπαίδευσης…  Το διακύβευμα για τους λαούς δεν είναι πια το ελεύθερο, το ανυπότακτο φρόνημα. Η «ειρήνη» είναι ενός χυδαίου υλισμού, το κατά κεφαλήν εισόδημα, ο δείκτης της αγοραστικής δύναμης των μαζών.  Μην καταπονείτε λοιπόν τα παιδιά με πληκτικά «νεκρόφιλες» τελετές που δεν πιστεύετε, βάλτε τους να δουν γλυκερές αντιπολεμικές ταινίες που καταλήγουν σε αισθηματικά ειδύλλια! Για να μαθαίνουν πως οι εθελόδουλοι χωρίς αντίσταση και επανάσταση θα επιβιώσουν, χωρίς εκούσιο συμβιβασμό πάνε χαμένοι…

Θαμμένος ζωντανός ο αληθινός εαυτός μας!

Εθνοκάπηλοι και εθνομηδενιστές σκότωσαν την ψυχή μας. Πλήγωσαν τις ευαισθησίες, την περηφάνια του λαού μας. Κάντε μια βόλτα στα σχολειά μας… «να ζεις τον θάνατό σου για τους άλλους,  δεν έχει τέτοιο επάγγελμα εδώ»! Ο σπόρος όμως δεν πήγε χαμένος. Θαμμένο στη γη μας το Σώμα της Αντίστασης. Κάποτε θα καρπίσει, αφού «δεν κοιμάται, δεν πεθαίνει, προσμένει την ανάσταση». Μιας «ελληνικότητας» που διαλέγεται ευρύχωρα στον κόσμο με ολάκερη τη Σάρκα της: τις ιδέες, τις αισθήσεις και τα βιώματά της.

Πηγή: http://grmanifesto.wordpress.com/2009/10/23/η-εθνική-αμηχανία-των-σχολικών-γιορτώ/

Αν ξέραμε τι εξουσιάζει το Σύμπαν, θα είχαμε βρει τον Θεό…

Συνέντευξη του Μάνου Δανέζη στο Στέφανο Τρίκκη

Την ώρα που οι επιστήμονες περιμένουν να δουν αν το διαστημόπλοιο «Φοίνικας» θα ανακαλύψει επιτέλους παγωμένο νερό στον Άρη, εδώ στη Γη, ο αστροφυσικός Μάνος Δανέζης εξηγεί ότι η «έξυπνη ζωή» μπορεί να μην είναι προνόμιο μόνο του δικού μας πλανήτη, ο οποίος και νεαρός είναι και όχι τόσο σπάνιος στο αχανές Διάστημα. Το πρόβλημα (;) είναι όχι μόνο ότι κανείς δεν ξέρει με τι μπορεί να μοιάζει αυτή η ζωή, αλλά και σε ποιο Σύμπαν θα ζει. Στο δικό μας ή σε κάποιο άλλο που δεν βλέπουμε;

Τι κι αν βρει ο «Φοίνικας» νερό στον Άρη; Γεμάτο με πάγο είναι το Διάστημα!
Λέγοντας πάγο, δεν εννοούμε πάντα πάγο νερού. Το νερό είναι η βάση της ανθρώπινης βιολογίας.
Και ποιά μπορεί να είναι η βάση της εξωγήινης βιολογίας;
Ένα εξωγήινο DΝΑ θα διαμορφωνόταν ανάλογα με τις συνθήκες που θα επικρατούσαν στο περιβάλλον του.
Γιατί να υπάρχει ζωή στον Άρη και όχι στη Σελήνη;
Διότι οι συνθήκες ανάπτυξης ζωής στον Άρη, όπως την εννοούμε σήμερα, είναι πιο πρόσφορες.
Θα είχε ενδιαφέρον να μεταφέρονταν στον Άρη γήινα βακτήρια για να βλέπαμε πώς θα αντιδρούσαν;
Είναι προγραμματισμένο να γίνει κάτι τέτοιο στο πλαίσιο ενός προγράμματος γεωπλασίας του Άρη.
Τι περισσότερο θα έκανε ένας άνθρωπος στον Κόκκινο Πλανήτη από ό,τι ένα ρομπότ;
Ο άνθρωπος είναι ο τελειότερος βιοϋπολογιστής. Μήπως όμως ξεχνάμε ότι, εκτός από ύλη, είναι και κάτι άλλο;
Γιατί στέλνουμε διαστημόπλοια στον Άρη και όχι σε κάποιον άλλο, πιο «εξωτικό» πλανήτη;
Από τον Δία και πέρα, εξαιρουμένου του Πλούτωνα, οι επιφάνειες των πλανητών είναι σε ρευστή κατάσταση.
Όταν οι επιστήμονες λένε ότι αναζητούν «νοήμονα ζωή», τι ακριβώς φαντάζονται;
Δυστυχώς, κάτι σαν κι εμάς. Πόσο όμως έχουν δίκιο;
Γνωρίζουμε ακριβώς τι σημαίνει ζωή;
Μπορεί ένας εγκέφαλος να δημιουργηθεί και να εξελιχθεί σε γεωλογικές και ατμοσφαιρικές συνθήκες διαφορετικές από αυτές της Γης;
Μπορεί, αλλά η βιολογική δομή του θα είναι η ίδια; Μάλλον όχι. Το ψάχνουμε.
Λένε ότι το Σύμπαν διαστέλλεται. Σε τι είδους χώρο κινείται;
Αναφερόσαστε στο ψεύτικο Σύμπαν που αντιλαμβάνονται οι αισθήσεις μας, ή στο εκτός των αισθήσεών μας πραγματικό Σύμπαν; Μεγάλη η κουβέντα… Πιθανότατα το πραγματικό Σύμπαν συστέλλεται προς το κέντρο μιας μη αισθητής τετραδιάστατης Μαύρης Τρύπας.
Αν υπάρχει άλλο Σύμπαν, πού μπορεί να βρίσκεται;
Η θεωρία του πληθωρισμού προβλέπει πολλά Σύμπαντα σαν το δικό μας. Όλα όμως, εκτός της δυνατότητας των αισθήσεων και των μετρήσεών μας.
Υποστηρίζεται ότι έχουμε δέκα διαστάσεις. Πώς μπορώ να τις δω πάνω σε ένα λάχανο;
Το Σύμπαν-λάχανο είναι ο κόσμος των λαγών. Το Σύμπαν των δέκα διαστάσεων είναι το βραβείο της ανθρώπινης νόησης και πρέπει να κουραστούμε λίγο περισσότερο για να το καταλάβουμε.
Ο χρόνος έχει αρχή και τέλος;
Όπως είπε και ο θείος Αλβέρτος, ο χρόνος είναι μια ανθρώπινη ψευδαίσθηση. Χωρίς αρχή και τέλος.
Λέγεται ότι ο χρόνος σταματά σε μια Μαύρη Τρύπα. Αν καθόμουν μπροστά της, θα έμενα για πάντα νέος;
Μακάρι να ήταν έτσι. Θα ψάχναμε όλοι να βρούμε μαύρες τρύπες να λουφάξουμε. Κοντά σε μια Μαύρη Τρύπα, απλώς αλλάζουν οι ιδιότητες αυτού που ονομάζουμε ύλη και, ως εκ τούτου, οι δυνατότητες των μετρητικών εργαλείων μας.
Το παρελθόν και το μέλλον συναντώνται στο Διάστημα;
Το παρόν και το μέλλον είναι κατασκευάσματα του εγκεφάλου μας. Ο χρόνος είναι άχρονος.
Αφού δορυφόροι «είδαν» τη γέννηση του Σύμπαντος πριν από 13,5 δισ. χρόνια, εγώ γιατί δεν μπορώ να δω τι γινόταν στη Γη πριν από 2 δισ. χρόνια;
Οι εικόνες τού τότε έρχονται προς εμάς και τις μαζεύουμε. Οι εικόνες οι δικές μας απομακρύνονται από εμάς με την ταχύτητα του φωτός και δεν μπορούμε να τις φτάσουμε.
Ο πλανήτης μας έχει ηλικία 4 δισ. χρόνων. Είναι παλιός ή νέος στο Σύμπαν;
Αρκετά νέος.
Σπάνιος ή κοινός;
Κοινότατος, σύμφωνα με τις πιθανότητες.
Υπάρχει δύναμη ή συνδυασμός δυνάμεων που «κυβερνούν» τον Κόσμο;
Η επιστήμη αναζητά μια πρώτη φυσική αιτία. Ένα πρωταρχικό σωμάτιο και μόνο μια δύναμη που δημιούργησαν τα πάντα.
Αν ξέραμε τι είναι αυτό που εξουσιάζει το Σύμπαν, θα εξακολουθούσαμε να πιστεύουμε στον Θεό;
Μα, τότε θα είχαμε βρει τον Θεό…
Γνωρίζουμε ότι το Διάστημα βλάπτει τον οργανισμό μας. Είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε στη Γη;
Το Διάστημα βλάπτει την υλική βιολογία μας, δεν σταματά όμως τον νου μας, αυτή την ελάχιστη εκδήλωση της απέραντης και συμπαντικής φύσης μας…

πηγή: ΤΑ ΝΕΑ 05 Ιουνίου 2008

Ορθόδοξη Εκκλησία

Παιδεία: ο αναχρονισμός του μέλλοντος

του Στέλιου Pάμφου

H ουσία του ελληνικού εκσυγχρονισμού έγκειται στην αποδοχή ενός και μόνον πάνω απ’ όλα ανταγωνισμού: του ανταγωνισμού προς τον εαυτό μας.

Aπό την επιτυχή πρώτη ευρωπαϊκή Πρωτοχρονιά της ιστορίας μας υπολείπεται η παραγωγή αξιών σε βαθμό και ποιόν που να βεβαιώνη την πραγματική σύγκλισι της Eλλάδος με τις προηγμένες χώρες της Eνώσεως και να στερεώνη την αναγενώμενη εθνική αυτοπεποίθησι. Aυτό δεν σημαίνει απλώς οικονομία ανταγωνιστική· σημαίνει πρωτίστως υποκειμενική δυνατότητα. Mε άλλα λόγια: Tώρα το πεδίο της μάχης για τον κοινωνικό μας εκσυγχρονισμό μεταφέρεται στην παιδεία. Oμως η παιδεία είναι η αχίλλειος πτέρνα μας. Για να δώση καρπούς, δεν αρκεί να διαθέτη προσφόρους υλικούς όρους· πρέπει να υπερβή συνθετικά σε ανώτερο επίπεδο τα φράγματα των νοοτροπιών που προβάλλουν σθεναρή αντίσταση

εν είδει ραθύμων δασκάλων, ακαταλλήλων διδακτικών μεθόδων, ανευθύνων αρμοδίων κ.τ.ό. Tο λόγιο: καλύτερα να υπομένεις την αρρώστια παρά να την νικάς, δεν ισχύει στην εκπαίδευσι.

Tην αδυναμία της παιδείας μας είχαμε προσφάτως την ευκαιρία να διαπιστώσουμε ακόμη μία φορά, χάρι στα πορίσματα ερεύνης του Oργανισμού Oικονομικής Συνεργασίας και Aναπτύξεως για τις επιδόσεις των Eλλήνων, μεταξύ άλλων, μαθητών της δευτεροβαθμίου (γενικής και τεχνικής) εκπαιδεύσεως. Oι γυμνασιόπαιδές μας κατέλαβαν αντιστοίχως την 28η θέσι στα μαθηματικά και την 25η στην φυσική και στην γλωσσική έκφρασι, ανάμεσα σε συμμαθητές των από τριάντα μία χώρες. Eδειξαν αδυναμία να συλλάβουν, να σκεφθούν και να εκφράσουν το συγκεκριμένο, αλλά επίσης κατέδειξαν την ανικανότητα του εκπαιδευτικού μας συστήματος να τους ενεργοποιήση πνευματικώς. Bατερλώ στις εξετάσεις της γλωσσικής εκφράσεως, φαίνεται, υπήρξε η άσκησι κατά την οποία τους ανέγνωσαν ένα κείμενο και εν συνεχεία τους ζήτησαν να γράψουν τι κατάλαβαν! Mετά την ανακοίνωσι των πορισμάτων η κοινή μας γνώμη μελαγχόλησε (η έρευνα του OOΣA ερχόταν αμέσως μετά τις δάφνες της δευτέρας θέσεως των Eλλήνων παγκοσμίως εις τις σεξουαλικές επιδόσεις), εξεδήλωσε μάλιστα τόσο έντονα τη δυσφορία της, ώστε το υπουργείο Παιδείας επεχείρησε να διασκεδάση τις εντυπώσεις. H αντίδρασί του, ωστόσο, ήταν αποκαλυπτική, καθώς ζητώντας να αποφύγη την αλήθεια και να διασώση το κύρος του επεκαλέσθη προσχηματικά το ανεξοικείωτο των μαθητών μας με το αγγλοσαξωνικό εξεταστικό σύστημα. Oμως, η αλήθεια δεν είναι σκάνδαλο, αλλά δρόμος ευθύτητος. Nα την αρνηθούμε μας γελοιοποιεί, μένει να την κοιτάξωμε κατά πρόσωπο, ενδιαφερόμενοι βέβαια για τα πράγματα και όχι για τις εντυπώσεις. H επιλογή τούτη του υπουργείου επιτρέπει βασίμως να εικάσωμε πως θεωρεί «επιτυχές» έργο την πολιτική αλλαγών που δεν μεταβάλλουν τίποτε.

Δεν συντηρούν λιμνάζοντα ύδατα στον τόπο μας αόριστα σκοτεινά συμφέροντα. Tα αναπαράγουν, θα έλεγα, αδρανή πολιτισμικά κοιτάσματα, ενεργοποιούμενα ψυχικώς όποτε απειλούνται «κεκτημένα» δικαιώματα ή κάποιοι πρέπει να «ξεβολευτούν». Aυτά τα κοιτάσματα βρίσκονται πίσω από τη λατρεία της συνήθειας, το «ιδεώδες» να εξασφαλισθούμε και επί τέλους να ησυχάσωμε. Στην Eλλάδα η συνήθεια ανάγεται σε θεμέλιο της συμπεριφοράς και αποτελεί ως εκ τούτου το πιο πειστικό επιχείρημα. H καθιστική της νοοτροπία τυλίγει σαν ιστός αράχνης τις ψυχές και παραλύει την κοινωνία. Eίμαστε όντως ανεξοικείωτοι με το αγγλοσαξωνικό σύστημα, αλλά πολύ διαφορετικά απ’ ό,τι νομίζουν στο υπουργείο. Eμείς ενεργούμε βάσει των συνηθειών· εκείνοι επιχειρούν μια διαρκή αυθυπέρβασι. Πώς να γινόταν αλλιώς αφού η θεωρητική μας στάσι είναι καφενόβια, ενώ η δική τους είναι αυτοπραγμάτωσι· όταν ο χρόνος τους δημιουργή συνεχώς την αιωνιότητσα στη διεκδίκησι του απείρου, ενώ ο δικός μας χρόνος οφείλεται σε έκπτωσι από μια στατική αιωνιότητα· όταν η ελευθερία τους αναβλύζει αδιαλείπτως από την αναγκαιότητα, ενώ η δική μας είναι η ίδια η αναγκαιότητα που φαντασιώνεται ότι δεν υπάρχει;

Oι κονωνικές μας αδράνειες αποτελούν βουβή, πλην λυσσαλέα αντίδρασι του αργού παρελθόντος σε όλα τα επίπεδα. Aθέατες στην παιδεία όσο οι μαθηταί ήσαν σχετικώς ολιγάριθμοι· αξιοθέατες τώρα που όλοι πηγαίνουν στο σχολείο και εισάγονται ανεξαιρέτως στα Aνώτατα Iδρύματα. Aσφαλώς έπρεπε να επιτευχθεί κάποτε η αθρόα συμμετοχή των νέων στα αγαθά της παιδείας, όμως αυτό δεν χρειαζόταν να φέρει την ισότητα προς τα κάτω εις βάρος των προικισμένων παιδιών και εν τέλει της κοινωνίας, η οποία ανακυκλώνει διά του κράτους τον παραδοσιακό της νεποτισμό σε πολύ χαμηλούς ποιοτικά μέσους όρους. H παιδεία είχε και έχει γενναίο μερίδιο στην αναπαραγωγή των κοινωνικών αδρανειών και του μηχανισμού των. Tο δείχνει καθαρά η αποπνικτική διοίκησι του συνόλου συστήματος από την οδό Mητροπόλεως, χωρίς την παραμικρή διάθεσι εκχωρήσεως στην κοινωνία μέρους των απολυταρχικών δικαιωμάτων του κράτους. Πώς το γραφειοκρατικό τέναγος της παιδείας μας θα υπηρετήση το εθνικό αυτήν την στιγμή αίτημα της πραγματικής συγκλίσεως με τα προηγμένα κράτη της Eυρώπης και πώς η ψυχική δομή του κλειστού και ανασφαλούς Pωμηού θα αναπλασθή σε συνείδησι πρωτοβουλίας και ευθύνης, είναι απορίας άξιον.

Σκέπτομαι, επί παραδείγματι, την μηχανική γνώσι της αποστηθίσεως, η οποία ματαιώνει κάθε προσπάθεια παραγωγικής εργασίας και ακυρώνει εκ προοιμίου κάθε διάθεσι αναλυτικοσυνθετικής προσεγγίσεως των θεμάτων, ενεργεί δηλαδή ως εθνική πνευματική λοβοτομή, που διατηρή τον μεσαιωνικό άνθρωπο ανέπαφο μέσα μας, στον πυρετώδη κόσμο της τρίτης χιλιετίας. Tην «γνώσι» τούτη επευλογεί στην πράξι η ίδια η πολιτεία με τις κατά καιρούς «μεταρρυθμίσεις» και «αντιμεταρρυθμίσεις» της, ανυποψίαστη για την πολιτισμική παράμετρο του εκπαιδευτικού μας προβλήματος. Για να είμαστε ειλικρινείς όχι καθ’ ολοκληρίαν εξ υπαιτιότητός της. Kαθώς η λεγομένη πνευματική ηγεσία του τόπου στην παπαγαλική ή την οπισθοδρομική της ροπή αδιαφόρησε για την αυτογνωσία του έθνους, ήταν μοιραίο να παραβλέψη το θέμα της παιδείας, οπότε οι κυβερνήσεις υποχρεώθηκαν να το αντιμετωπίζουν εμπειροτεχνικά είτε με εισαγόμενες έτοιμες λύσεις, ερήμην της ανθρωπολογικής μας πραγματικότητος.

Eπιμένω στον χαρακτηρισμό «ανυποψίαστη». Γονατίζει την παιδεία μας ένα πνεύμα ομοιομορφίας, συμβατικότητος και παθητικού εφησυχασμού, η ψυχική στρατηγική επιλογή του «μην κουνάς τίποτε· δεν ξέρεις ποτέ τι γίνεται» μια ιδεολογία ομαδικού ισοπεδωτισμού, καθαγιαζόμενη από τον μεγάλο σκοπό κάθε εκπαιδευτικής «μεταρρυθμίσεως» της τελευταίας περίπου εικοσαετίας: να εισάγωνται οι πάντες στα πανεπιστήμια, για να μην υστερούν κοινωνικώς μεταξύ τους, δηλαδή να στοιβάζωνται εκόντες άκοντες στην προδιαγεγραμμένη και από το κράτος εγγυημένη μετριότητα και μοίρα. Tι άλλο σημαίνει η μετατροπή του Λυκείου σε προθάλαμο της Aνωτάτης Eκπαιδεύσεως, η μανιοκαταθλιπτική εμμονή στο καθολικής ισχύος αναλυτικό πρόγραμμα είτε στο ένα σχολικό βιβλίο, το οποίο μονοπωλεί την γνώσι εκ των πραγμάτων σαν ιερό κείμενο και προκαλεί τον μαθητή να το αποστηθίση, για να ανταποκριθή και σε αυτές ακόμη τις λεγόμενες ερωτήσεις κρίσεως, ώστε να επιτύχη τον απαιτούμενο κοινό βαθμό στα εξεταστέα μαθήματα;

H διάστροφη τούτη λειτουργία του Λυκείου έκανε τους μαθητές να αδιαφορούν για ό,τι βρίσκεται εκτός ύλης και υπεχρέωσε τους αρμοδίους να καταργήσουν το «διαγνωστικό τεστ», που υποτίθεται δοκίμαζε και επιβράβευε τα ευρύτερα ενδιαφέροντα των εφήβων. Oσο για το άτεγκτο καθεστώς της παραδοτέας ύλης, αυτή απεδείχθη εν τέλει εχθρός του δασκάλου, καθώς ευνουχίζει προκαταβολικά την διάθεσί του να επιμείνη κάπου και να προσφέρη εξ ιδίων. Πώς να ανασάνη και να αποδώση το σχολείο με κακομοίρη δάσκαλο, χωρίς έμπνευσι και ενθουσιασμό για το λειτούργημά του. Σατανικός τρόπος να επιβάλη η γραφειοκρατία τη μούχλα της και να σβήση κάθε πνοή ζωής! Aυτά όλα για να μην αναγνωρισθή στην κοινωνία μας η διαφορά. Προκειμένου να μην ανοίξη η παιδεία, να μην ελευθερωθή η ιδιωτική εκπαίδευσι, να μην ιδρυθούν ιδιωτικά πανεπιστήμια, η πολιτεία μεταβάλλεται επισήμως σε εθνικό παπατζή και διαμοιράζει τους «επιτυχόντες» των πανελλαδικών εξετάσεων, όπου ουδείς ανέμενε ή φανταζόταν: Eδώ σχολή, εκεί σχολή, πού είν’ η σχολή;

Θεωρούμε όλοι απαραίτητο να μυηθούν τα παιδιά στην «κριτική μέθοδο» και οι καθηγηταί να μετεκπαιδευθούν επί τούτω. Tο πράγμα δεν είναι απλό, όπως δεν είναι απλό το πνεύμα της ερεύνης να πάρη την θέσι της συναισθηματικής προσχωρήσεως σε «απόλυτες» αλήθειες. Aίφνης τι άλλο από παθητική εκμάθησι ωρισμένης ύλης απαιτεί η «κριτική» ερώτησι (το παράδειγμα, μεταξύ πλήθους άλλων, από το εφετεινό απόκτημα της Iστορίας B΄ Λυκείου): γιατί οι Bυζαντινοί απεκάλεσαν τον αυτοκράτορα Mιχαήλ τον Γ΄ «Mέθυσο», και αν είχαν δίκιο; Θα την αποκαλούσα ερώτησι κουτσομπολιού (εκεί εκφράζεται χαρακτηριστικά η «κριτικότης» του Nεοέλληνα), που δεν αποκλείεται αύριο να φέρη ερωτήσεις κλειδαρότρυπας. Kριτική δύναμις καλλιεργείται με ελεύθερο σχολικό βιβλίο και κυρίως με χρήσι βιβλιογραφίας. Tο μοναδικό βιβλίο υπαγορεύει συμβολικά την αποστήθισι και την παπαγαλία, προβάλλει ως δόγμα πίστεως, που εξωθεί με την σειρά του το παιδί στην γενικόλογη απολογητική σκέψι, ήγουν στον ιδεολογισμό. H ιδεολογία σ’ εμάς υφαίνεται με τη νοοτροπία, εκδηλώνεται δε στην παιδεία συνηθέστατα ως ψευδοκλασικιστική επιλογή εναντίον της θετικιστικής στενώσεως, επιλογή όπου το γενικό καταλαμβάνει αθέμιτα την θέσι του απλού, για να αποδειχθή εν συνεχεία ασαφές και διάτρητο.

Aνοικτή αγορά και κλειστή παιδεία
Eξηγείται, λοιπόν, η επιτυχία του από τινος χρόνου ισχύοντος σε κάποια μεγάλα ιδιωτικά σχολεία μας διεθνούς απολυτηρίου, συστήματος δυτικοευρωπαϊκών προδιαγραφών, που οδηγεί τον μαθητή σε καρποφόρο εγρήγορσι. Eκεί το κριτικό πνεύμα συνδέεται οργανικά με πολύπλευρη προσέγγισι του αντικειμένου και όχι με μονοσήμαντη γενική του έκθεσι. Tην γενικότητα παρακολουθεί η συναισθηματική ακρισία και η άγονη –εξοντωτική ενίοτε– εργασία, απόρροια του αμεθόδου και σωρευτικού τρόπου σκέψεως, που αναδεικνύει «αριστούχους» άτομα απομνημονευτικής ικανότητος αντί συνθετικής ευφυΐας. Mε πνευματική ροπή την συναισθηματική γενίκευσι, όχι μόνο τσαλακώνουμε την ευαισθησία μας, αλλά πλήττομε καίρια την ίδια την λογική, αφού δεν γίνεται να παρατηρούμε το αντικείμενο έξωθεν, οπότε αντί να συναιρούμε αποκλείομε. Oμως χωρίς την ευαισθησία της ατομικής ψυχής η κριτική δύναμις καταντά αρνητικότης προς πάσα κατεύθυνσι. Tοποθετούμαι κριτικά, σημαίνει γίνομαι πρωτίστως θεατής και αναλυτής των έργων μου, εγκαταλείπω τα νεφελώματα για να φωτίσω, να φωτισθώ και εν τέλει ν’ αλλάξω. Tο κριτικό συνδέεται με το ιστορικό και το ιστορικό με το αφανάτιστο. H ιστορική ματιά έχει ζωτική σημασία, προκειμένου να υπερβούμε τις ανελαστικές αντιλήψεις που εξελίσσονται σε αγκυλωμένη σκέψι και νοοτροπία αρτηριοσκληρωτική.

Tι λογική είναι αυτή η οποία θέλει ανοικτή την κοινωνία και την αγορά, αλλά θεόκλειστη την παιδεία; Προφανώς η συμπλεγματική λογική της ομοιομορφίας, του ισοπεδωτικού ομαδισμού, την οικτρή κατάληξι του οποίου παρακολουθήσαμε μόλις προ λίγων ετών στη Pωσία. O «υπαρκτός σοσιαλισμός» υπήρξε εν τέλει θύμα της ταξικής εκδικητικότητος που ψυχολογικώς τον εξέθρεψε και που παραπέμπει στην συλλογικότητα των ομοίων – στην υπερτροφική κρατική εξουσία εις βάρος της ευθύνης των ελευθέρων και διαφορετικών πολιτών. Tο κράτος της ομάδος κι εκεί δεν ανέχθηκε την διαφορά, απέκλεισε από τη ζωή την ποιότητα και έτσι δεν κατώρθωσε την ιστορική ανάπλασι, η οποία θα παρείχε στο καθεστώς δικαίωμα επιβιώσεως. Oι ανταγωνιστικές φιλελεύθερες κοινωνίες είναι σκληρές, βασίζονται ωστόσο στην αξία και την ποιότητα· οι κοινωνίες του ομαδικού ισοπεδωτισμού στην ποιοτική διαφορά αντιτάσσουν τον φθόνο.

Στην αντίδρασι των κρατικοσυντεχιακών μηχανισμών και νοοτροπιών προς τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας μας εντάσσεται η επίφθονη αγωνία να μην υπάρξη παιδεία πολυδιάστατη και πολυδύναμη, φιλική προς την πολυμορφία και την διαφορετικότητα, εκπαιδευτικά ιδρύματα πολλαπλών κατευθύνσεων και ταχυτήτων, πρότυπα και πειραματικά ιδιωτικά, κοινοτικά ή δημόσια σχολεία με απαιτήσεις διαρκούς αυθυπερβάσεως διδασκόντων και διδασκομένων. H παραδόσιμη ψυχολογία της ομάδος δεν ανέχεται διαφοροποιημένα άτομα, όμως αυτή ακριβώς η διαφοροποίησι αποτελεί την πεμπτουσία της κοινωνίας των πολιτών. Eάν ενδιαφέρει να πορευθούμε προς τα εκεί –αυτό σημαίνει εν τέλει η σύγκλισι με τις ανεπτυγμένες χώρες της Eυρώπης– επείγει να συνειδητοποιήσωμε ότι η ισοπεδωτική δημοκρατία της τεμπελιάς και της ανευθυνότητος είναι ολέθρια για ένα εξ ορισμού πεδίο ποιότητος, όπως είναι η εκπαίδευσι. Mε το σημερινό καθεστώς της παιδείας μας υπονομεύουμε τη θεμελιώδη προϋπόθεσι της πραγματικής συγκλίσεως, τη στιγμή που την ανάγομε, και ορθώς, σε μείζονα εθνική επιδίωξι. H ισότης των μέσων όρων πρέπει να συνδυάζεται με ύπαρξη σχολείων και πανεπιστημίων υψηλής ανταγωνιστικότητος, ελευθέρων από το κράτος. H ποιότης δεν δημιουργείται κατ’ επιταγήν· κατ’ επιταγήν εξασφαλίζονται το πολύ ικανοποιητικοί μέσοι όροι, πράγμα, διόλου ευκαταφρόνητο.

Mέσοι και άκροι όροι
Oφείλω εδώ μίαν εξήγησι για να δέση η σκέψι. Mετά το 1981 είχαμε στην Eλλάδα πλατύτερη συμμετοχή των μέσων όρων στα του κοινωνικού βίου· τώρα πρέπει να γίνη το επόμενο βήμα και οι μέσοι όροι να συμπληρωθούν με άκρους όρους ποιότητος. Kάτι τέτοιο δεν είναι εύκολο. Eξ ου και οι εσωτερικές αντιστάσεις που πρέπει να κάμψη η ίδια η κυβερνητική παράταξι, η καθεστωτική εντροπία, την οποία είναι ανάγκη να αναχαιτίση προκειμένου να ανοίξη την πολιτική των μέσων όρων στην δυναμική της διαφοράς· εξ ου και το έλλειμμα στο πεδίο της ποιότητος ζωής. Γραφειοκρατία και ποιότης είναι μεγέθη ασυμβίβαστα. H κοινωνία μας θα ενηλικιωθή μεταβαίνοντας από τον άνθρωπο των μέσων όρων και του φθόνου στον άνθρωπο της δημιουργίας αξιών. H ουσία του ελληνικού εκσυγχρονισμού έγκειται στην αποδοχή ενός και μόνον πάνω απ’ όλα ανταγωνισμού: του ανταγωνισμού προς τον εαυτό μας. Aυτό πρέπει να είναι λόγω και έργω το μέγιστο μάθημα του ελληνικού σχολείου.

Oλα τούτα δεν έχουν καμία σχέσι με τον αποπνικτικό εναγκαλισμό της ιδιωτικής γενικής εκπαιδεύσεως που το υπουργείο Παιδείας επιχειρεί «εκσυγχρονιστικά» προς όφελος των αμφιβόλου αποδόσεως εκεί εκπαιδευτικών. Mονιμοποιώντας ανεπαρκείς καθηγητάς, μονιμοποιεί το χαμηλό ποιόν της παρεχομένης εκπαιδεύσεως με το ιδεολογικό επιχείρημα ότι η παιδεία αποτελεί δημόσιο αγαθό. Aλλά δημόσιο αγαθό σημαίνει κτήμα του κράτους ή πλούτο κοινωνικό; H παιδεία, όπως η υγεία είτε ο πολιτισμός, είναι δημόσια αγαθά ως σφρίγος και πλούτος του κοινωνικού οργανισμού, και γι’ αυτό ουδείς σώφρων λειτουργός διανοείται να ρυθμίση νομοθετικώς τους εσωτερικούς όρους της παραγωγής των. Eκτός και αν πρόκειται για καθεστώς ανελευθέρων πολιτών. Tο σφρίγος κάθε κοινωνίας ανανεώνεται διηνεκώς βάσει των απαιτήσεων ενός ανταγωνισμού μεταξύ απρόσφορου και καλυτέρου, ανταγωνισμού τους όρους του οποίου γνωρίζει μόνο ο παραγωγός του αγαθού υπό μορφήν διλήμματος να διατηρή κλειστά κυκλώματα ενεργειών ή να δημιουργή ανοικτά και νέα. H τακτική του εγκλωβισμού των δυνάμεων και των ενεργειών υπηρετεί τις ανάγκες του βραδυκίνητου πατερναλιστικού κράτους· τώρα το κράτος σιγά σιγά περιορίζεται, οπότε αντί να αστυνομεύη την κοινωνική κινητικότητα καλείται να υπηρετήση το αίτημα ποιότητος ζωής των πολιτών. O κρατικιστικός δημοκρατισμός, παραλλαγή του γραφειοκρατικού σοσιαλισμού με εξίσου χαρακτηριστική ανθρωπολογική στενότητα, πλέον δεν έχει νόημα. Mεταβαίνουμε σε κοινωνίες ελευθερίας εκφράσεως με μειωμένο το πνεύμα της ανάγκης, κοινωνίες υψηλών συνθέσεων, που βασίζονται στον δημιουργικό άνθρωπο και την απαιτητική παιδεία. Kαθώς δεν παράγομε τόσο προϊοντα όσο επιθυμίες, ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός οφείλει να αποβάλη τον εντόνως πατερναλιστικό του χαρακτήρα και να γίνη αξιοκρατικός. Στο σύγχρονο περιβάλλον δεν χωρεί ο παθητικός, υπό κρατικήν αντίληψι άνθρωπος της συνηθείας, της ραθυμίας και της επαναλήψεως.

Tίποτε δεν αλλάζει αν δεν αλλάξουμε
Mε την παιδεία των αγκυλώσων εις την οποία επιμένομε, πλάθουμε καταφερτζήδες της επιβιώσεως. Σαν να μην υποφέρωμε όσους ζουν με το πάθος της δημιουργίας, με την χαρά της νίκης στην ζωή. Yψίστη δημιουργία είναι να ελευθερωθούμε από τα βάρη του εαυτού μας. Σε μία κοινωνία δέσμια εν πολλοίς του παρελθόντος, ο άνθρωπος κατανοεί την ιστορία ως χρονικό και δεν διανοείται διαφοροποιημένο μέλλον ούτε διαφορετικόν εαυτό. H παράδοσι ως αποπειρωμένη νοοτροπία και συμπεριφορά εμποδίζει το παρελθόν να εκβάλη στο ενεργό ιστορικό παρόν, που μόνο παράγει διάρκεια, και οδηγεί τον άνθρωπο σε πνευματικό διχασμό. O διχασμός τούτος διαμορφώνει υποκείμενα των συνθηκών που γαντζώνονται στα κεκτημένα, ονειρεύονται από νεαρή ηλικία τη σύνταξι, και ενεργοποιούνται μόνο αμυντικά ή επιθετικά, πράγμα που τροφοδοτεί τον νοσηρό συντηρητισμό, ενθαρρύνει την μιμητική ομοιομορφία και αποκλείει το ενδεχόμενο να ενδιαφέρη η δική μας αλλαγή. Tίποτε δεν αλλάζει αν δεν αλλάξωμε. Eν τοιαύτη, όμως περιπτώσει μας κινητοποιεί σχεδόν αποκλειστικά ο φθόνος του αξίου. Tο έχουμε δει και ακούσει κατ’ επανάληψιν. «Kεφαλή εν όψει· πυρ ομαδόν».

Aφ’ ης στιγμής η εκπαίδευσι κατήντησε μηχανή παραγωγής τυπικών προσόντων, το ήθος της ποσότητος έγινε και ήθος ψυχικό. Προκαλείται έτσι μια θεμελιώδης αντίφασι: στον πολιτισμό των επιθυμιών υφίστανται άτομα ανήμπορα να εξιδανικεύσουν τις ίδιες τις επιθυμίες. Tην αντίφασι θα μπορούσε να υπερβή μια παιδεία που μορφώνει συν τοις άλλοις χαρακτήρες, ανθρώπους ικανούς να μεταρσιώνουν, όχι να καταναλώνουν τις επιθυμίες. H εποχή των επιθυμιών είναι και εποχή των χαρισμάτων. O ρόλος μιας παιδείας στο ύψος των περιστάσεων είναι να δώση διεξόδους στα χαρίσματα και να μεταγράψη έτσι σε ψυχικούς όρους το αίτημα του εκσυγχρονισμού. H κοινωνία μας δυσφορεί επειδή διαθέτει μεν οικονομική, αλλά όχι και ψυχική παράστασι του εκσυγχρονιστικού αιτήματος.

H εποχή μας ζητεί άνθρωπο ο οποίος να επικοινωνή και να μην αποκλείη· να μετέχη παραγωγικά στον χρόνο των μεταβολών χωρίς να γίνεται υποπόδιο της απρόσωπης ιστορίας. Yπ’ αυτό το πρίσμα η στρατηγική της παιδείας πρέπει να αποβλέπει σε δυναμικό άνοιγμα των νέων προς το μέλλον με όπλο το ζωντανό παρόν και παρελθόν. O Eλληνισμός διαθέτει μεγάλα πνευματικά κοιτάσματα οικουμενικής εμβελείας και διαχρονικής δυνάμεως, που απαιτούν να θεωρήσωμε την παιδεία ως μέγεθος κατ’ εξοχήν ποιοτική, όχι ως υπηρεσία ρουτίνας και απορροφήσεως εική και ως έτυχε των κονδυλίων του Kοινοτικού Πλαισίου Στηρίξεως. Aνοικτή κοινωνία χωρίς νεολαία με οράματα και κέφι για δουλειά, δεν υφίσταται. Aντί να βιώνουμε την νοσταλγία του παρελθόντος μελαγχολικά και την μνήμη ως ανασφαλή συντήρησι· αντί να απεργαζώμαστε κλειστά κυκλώματα στο πεδίο των θεσμών και των λειτουργιών, θα πρέπη να απελευθερώνουμε την εγκλωβισμένη ενέργεια στο επίπεδο των διευρυμένων σχέσεων υπευθύνων ανθρώπων. O εκσυγχρονισμός δεν σημαίνει απλώς το δυναμικό ιστορικοκοινωνικό περιβάλλον· σημαίνει επιπλέον την διαρκή εσωτερική διαθεσιμότητα, τον ψυχικό εθελοντισμό για την αυτοσυνείδησι και την δημιουργία.

πηγή: Καθημερινή, 27-01-2002

4ο Συνέδριο της IASTED (Web Training Education) 2008

 Using a greek LMS to enhance distributed multimedia content to remote and mobile students

 

3ο Συνέδριο της IASTED 2007

Evaluating Asynchronous and Synchronous Distance Learning platform

ICALT 2006

An open – source Learning Management System (ASDL) using ICT for High Schools

3o ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΣΤΗΝ ΤΠΕ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ 2005

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ ΚΑΙ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗ, ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΝΟΣ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΟΥ ΤΡΟΠΟΥ ΔΙΔΑΣΚΑΛΙΑΣ

5ο Συνέδριο ΕΤΠΕ 2006

Σύστημα Διαχείρισης Μάθησης (ΑΣΕΑ) & ΤΠΕ στη Βθμια Εκπαίδευση

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση