“Ιδιώτευση και διάλογος”

Είναι μερικές φορές που αισθανόμαστε πως κάποιοι θέλουν να μας κλειδαμπαρώσουν σε ένα δωμάτιο. Για να μην διαμαρτυρόμαστε μας διαβεβαιώνουν πως πρόκειται για “το ίδιο υπερώο” στο οποίο εμφανίστηκε ο αναστημένος Χριστός. Οι αλήθειες που μας κρύβουν είναι δύο. Πρώτη, πως οι φοβισμένοι δεν είμαστε εμείς “οι έγκλειστοι”, αλλά όσοι περιτοιχίζουν την συνείδησή μας με τις δικές τους φοβίες και δεύτερη πως κρατούν για τον εαυτό τους το αποκλειστικό προνόμιο του να μπαινοβγαίνουν από τους τοίχους “των θυρών κεκλεισμένων”. Βέβαια οι τοίχοι αυτοί υψώνονται μέσα τους και κατασκευάζονται είτε από φάσματα κενοδοξίας είτε από χίμαιρες ενοχών.

Θα στέκει διαχρονικό πρόβλημα για τους πιστούς η διαχείρηση των ψευδο-ομολογιών του εσωτερικού τους κόσμου. Η ανάγκη του να ονομαζόμαστε εμείς οι “ορθόδοξοι” για να καταπραΰνουμε την φοβία του μήπως δεν είμαστε. Η αδυναμία του να ψιθυρίσουμε ήσυχα στους εφιάλτες μας, πως γινόμαστε χριστιανοί και πως ακόμα δεν γινήκαμε. Είμαστε χριστιανικές κοινότητες που πορεύονται στην γεύση της Εκκλησίας σε κάθε τους σύναξη ευχαριστιακή, αλλά δεν φυλακίζεται η γεύση στην ιστορία…
Τι είναι Εκκλησία; Εαν ρωτήσουμε τον εαυτό μας θα βρούμε την απάντηση; Δεν μας ξεπερνά κατά πολύ το ερώτημα; Εάν σεβόμαστε το δικό μας ταξίδι τότε πως εκτοξεύουμε δηλητηριώδη βέλη στους συνταξιδιώτες μας;
Η τιμή στους Πατέρες προυποθέτει δύο αφανείς πραγματικότητες. Η πρώτη, να μην τους υποτάσσεις στα υστερόβουλα σχέδιά σου και η δεύτερη να μην τους επικαλείσαι από ματαιοδοξία θέλοντας να υποβάλεις στους ακροατές σου το αίσθημα πως είσαι και εσύ τόσο σπουδαίος όσο ήταν και αυτοί.
 
Αυτοί λοιπόν οι οδηγοί μας δεν ήταν μήτε κουτοί, μήτε αναίσθητοι όταν απέφευγαν να καταδικάσουν σε Σύνοδο τη Ρωμαϊκή Εκκλησία και τις Εκκλησίες της Μεταρρύθμισης ως αιρετικές. Ελπίζω επίσης να αποδεχόμαστε πως με την φροντίδα της Πρόνοιας του Θεού έλαβαν χώρα ως τα σήμερα όλες οι Οικουμενικές Σύνοδοι. Θα τα βάλουμε μήπως μαζί Του, γιατί αμελεί εδώ και δέκα αιώνες να τακτοποιήσει μια τόσο “σοβαρή” εκκρεμότητα; Πατέρες που αγίασαν επί δέκα αιώνες έπασχαν στην ομολογία;
Η Ρωμαϊκή Εκκλησία έχει την θεία χάρη και μόνο από το γεγονός της ύπαρξης της Ορθόδοξης Εκκλησίας που αγαπητικά περιποιείται τα τραύματά Της. Όπως και ο πρεσβύτερος υιός της ευαγγελικής παραβολής του Ασώτου ανήκει στην οικογένεια του Πατέρα Του που παρακλητικά τον θεραπεύει διαλεγόμενος μαζί του. Πιστεύει κανείς πως η άρνησή του να συμμετάσχει στο Δείπνο του στερεί την ιδιότητα του υιού; Το χάριν του ασώτου Δείπνο γίνεται αιτία να χορηγηθεί μεγαλύτερη χάρη και στο μεγάλο αδελφό. Εάν η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν γίνει χορηγός ελέους και αληθείας στην Πρεσβυτέρα αδελφή Της τότε θα καταντήσει μια Εκκλησία “ιδιωτών” και από την πίσω πόρτα θα εκπληρώσει με την πράξη Της την θεωρία του filioque.
 
Ο Διάλογος με την Ρωμαϊκή Εκκλησία σαν πράξη υποστηρίζει την άρνηση του filioque. Η θεολογία του filioque έχει πνευματικό καρπό ο καθένας να ενδιαφέρεται μόνον για τον εαυτό του περιφρονώντας τον άλλο. Όσοι υποστηρίζουν την διακοπή του Διαλόγου σαρκώνουν αντί της εικόνας της κοινωνίας του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος εκείνη της ιδιώτευσης του Πατέρα μέσω της εκπόρευσης του Αγίου Πνεύματος και της ιδιώτευσης του Υιού μέσω του ίδιου έργου. Αυτήν την ρήξη αρνείται από την ίδια του την φύση ο Διάλογος των αδελφών Εκκλησιών.
 
π. Κωνσταντίνος Νευροκοπλής
Εφημέριος Ι. Ν. Αναλήψεως Θεσ/νικης

Πηγή: http://religiousnet.blogspot.com/

Η Θεολογία της Ετερότητας και το θρησκευτικό μάθημα στην Ελλάδα

Διαπολιτισμικές δυνατότητες και προοπτικές  

του  Σταύρου Γιαγκάζογλου  

Συμβούλου του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

«Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον θεόν και τον αδελφόν αυτού μισή, ψεύστης  εστίν. Ο γαρ μη αγαπών τον αδελφόν αυτού ον εώρακεν, τον θεόν ον ουχ εώρακεν ου δύναται αγαπάν… Ο αγαπών τον θεόν αγαπά και τον αδελφόν αυτού»,  Α΄ Ιωάννου, 4,20-21.

Η σημαντική της ετερότητας

Μια βασική όψη της δυτικής νεωτερικότητας υπήρξε σαφώς η διακήρυξη για το τέλος της θρησκείας στη δημόσια σφαίρα, που σήμανε και ένα είδος  αποχριστιανισμού της Ευρώπης. Η πίστη έγινε ιδιωτική υπόθεση και έπαψε να νοηματοδοτεί θεσμικά και εκ των έσω τον πολιτισμό, την κοινωνία και την ιστορία των δυτικών κοινωνιών. Στη μεταχριστιανική Ευρώπη, η πίστη μετασχηματίσθηκε σταδιακά σε μια μορφή «κουλτούρας» και περιρρέουσας ατμόσφαιρας που διέρχεται πλέον μέσα από άλλους δρόμους, πέραν της παραδοσιακής θεολογίας και της θεσμοποιημένης Εκκλησίας. Και, ενόσω σήμερα, ο κυρίαρχος πολιτισμός της αναπτύσσεται ερήμην της θρησκείας, η Δύση έντρομη διαπιστώνει την επιστροφή του Θεού είτε με τη μορφή του θεοκρατικού Ισλάμ είτε με τη μορφή του θρησκευτικού φονταμενταλισμού γενικότερα. Φαίνεται πως το φάντασμα του θρησκευτικού φανατισμού αλλά και του θρησκευτικού  αποχρωματισμού θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις πολυπολιτισμικές κοινωνίες του μέλλοντος. Για τον αμυντικό δυναμοκεντρισμό της αμερικανικής Δύσης, μετά την κατάρρευση του κομμουνισμού, ο εχθρός είναι πλέον και αποδεδειγμένα το Ισλάμ. Ας θυμηθούμε τη σύγκρουση των πολιτισμών κατά  Χάντινγκτον, που διακρίνονται ουσιαστικά με βάση τη θρησκεία αλλά και την τάση πολλών που υποτιμούν ακριβώς το ρόλο της στη διαμόρφωση του πολιτισμού. Άλλωστε, η όποια επιστροφή της θρησκείας, τόσο σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά και ιδιαίτερα στο δυτικό κόσμο, προβάλλει ως εναλλακτική λύση στον κίνδυνο του μηδενισμού, στο υπαρξιακό κενό αλλά και στην απαξίωση ή ακόμη και έκλειψη του συλλογικού και πολιτικού που είναι ταυτόχρονα και έκλειψη του ανθρώπινου προσώπου.Στους καιρούς της ύστερης νεωτερικότητας, στη δίνη της σύγχρονης παγκοσμιοποίησης, όταν όλες οι μεγάλες αφηγήσεις και παραδόσεις τίθενται εκ των πραγμάτων στο περιθώριο, τι καίριο και υπαρκτικό νόημα ζωής για τον κόσμο, τον άνθρωπο και την ιστορία κομίζει μια συζήτηση για την ετερότητα από τη σκοπιά της θεολογίας;Αν η χριστιανική θεολογία και Εκκλησία παραμένουν στο περιθώριο, δίχως να επηρεάζουν θεσμικά το σύγχρονο πολιτισμό, τούτο οφείλεται στη διαπλοκή τους με μια χρεοκοπημένη ηθική, ανίκανη να αρθρώσει πρόταση και νόημα ζωής για τον κόσμο, τον άνθρωπο και την ιστορία. Στο νέο περιβάλλον του πλουραλισμού, η χριστιανική θεολογία καλείται να διαλεχθεί δημιουργικά με την πολιτιστική και θρησκευτική ποικιλομορφία του σύγχρονου κόσμου. Οφείλει να επανεύρει την αληθινή οικουμενικότητα και ανεκτικότητά της, για να προσπεράσει τη μισαλλοδοξία και το φανατισμό. Ο φανατικός είναι εκείνος που σφιχταγκαλιάζει την αλήθεια τόσο πολύ, ώστε τελικά την πνίγει. Η αλήθεια, λοιπόν, δεν είναι ανάγκη να εκλαμβάνεται ως δογματισμός και αποκλειστικότητα αλλά ως ερμηνευτική πρόταση και δυνατότητα να προσέλθει σε διάλογο και σχέση με τον άλλον. Ο κίνδυνος που απειλεί τη γνήσια θρησκευτική ζωή σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης δεν είναι άλλος από το φανατισμό και τη μισαλλοδοξία. Είναι διαδεδομένη στις μέρες μας η αντίληψη πως οι μονοθεϊστικές κυρίως  θρησκείες βαρύνονται με μία σχεδόν προνομιακή σχέση με τη  μισαλλοδοξία και το φανατισμό, που προκύπτει από την ολιστική και αποκλειστική έννοια για την  περί Θεού, κόσμου και ανθρώπου αλήθεια που εκφράζουν. Αν η αλήθεια είναι κάτι που απλώς κατέχεται ή κληρονομείται ατομικά ή συλλογικά σαν ένα μουσειακό ή γνωστικό αντικείμενο του παρελθόντος, τότε η αλήθεια εμφανίζεται να έχει αιχμαλωτισθεί στο παρελθόν, δίχως να διαθέτει καμία κοινωνική δυναμική στο παρόν και το μέλλον. Τότε ο φονταμενταλισμός είναι επί θύραις…Πέρα από τη συζήτηση μιας τέτοιας απλουστευτικής και σχηματικής ερμηνευτικής πρότασης, είναι βέβαιο ότι οι θεσμοποιημένες μορφές του Χριστιανισμού δεν ήσαν άμοιρες από εκδηλώσεις θρησκευτικής βίας και φανατισμού. Στην εποχή μας, όσο ποτέ ίσως άλλοτε, προβάλλει η ευθύνη της χριστιανικής θεολογίας να διαλεχθεί δημιουργικά, όπως είχε πράξει με δυναμικό τρόπο ο απόστολος των εθνών Παύλος, με τον πολύπτυχο και πολυθρησκευτικό κόσμο μας. Θα πρέπει, ασφαλώς, να συνειδητοποιήσουμε πως η πολυπολιτισμική κοινωνία αποτελεί ήδη το ευρύτερο κοινωνικό πλαίσιο και για τις δυτικές χριστιανικές εκκλησίες και θεολογικές παραδόσεις. Κατά τον E. Levinas, «ο άλλος άνθρωπος είναι ο τόπος της μεταφυσικής αλήθειας και απαραίτητος για τη σχέση μου με το Θεό. Δεν παίζει ρόλο μεσάζοντα. Ο άλλος άνθρωπος δεν είναι η ενσάρκωση του Θεού, αλλά ακριβώς μέσω του προσώπου του όπου αποσαρκώνεται, είναι η εκδήλωση του ύψους όπου αποκαλύπτεται ο Θεός». Ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάν
νης Ζηζιούλας καίρια επισημαίνει ότι «η ουσία της αμαρτίας είναι ο φόβος του Άλλου, πράγμα που αποτελεί μέρος της απόρριψης του Θεού. Εφόσον η επιβεβαίωση του “εαυτού” μας πραγματοποιείται μέσω της απόρριψης και όχι της αποδοχής του Άλλου –  αυτό επέλεξε ελεύθερα να κάνει ο Αδάμ – δεν είναι παρά φυσιολογικό και αναπόφευκτο ο άλλος να γίνει εχθρός και απειλή. Η συμφιλίωση με τον Θεό είναι αναγκαία προϋπόθεση για τη συμφιλίωση με οποιονδήποτε “άλλον”…Το γεγονός ότι ο φόβος του άλλου ενυπάρχει παθολογικά στην ύπαρξή μας καταλήγει στον φόβο όχι μόνο του άλλου, αλλά και κάθε ετερότητας».Είναι άραγε ο μονοθεϊσμός «ένα σύμπαν κλειστό το οποίο με αρνείται και με αναγκάζει να αρνηθώ τον άλλο»; Μήπως η ανεκτικότητα που διακηρύσσουν οι μονοθεϊστικές παραδόσεις είναι τελικά μια «αλαζονική ανεκτικότητα»; Γιατί τι άλλο μπορεί να σημαίνει πως ανεχόμαστε απλώς την ύπαρξη της θρησκευτικής ετερότητας, κρατώντας, όμως, για τον εαυτό μας ένα είδος υπεροχής έναντι του άλλου και του διαφορετικού;  Για να είναι όντως δυνατός ο διαθρησκειακός διάλογος, ασφαλώς και υφίσταται η ανάγκη να προσανατολισθούμε πέρα από αυτή την επιφανειακή και προκατειλημμένη  μορφή ανεκτικότητας. Είναι ανάγκη όχι απλώς να ανεχόμαστε τον άλλο αλλά να νοιαζόμαστε γνήσια για τον άλλο επειδή «είναι και αυτός μέρος του ευρύτερου πλαισίου, μέσα στο οποίο αναδύεται η αλήθεια» . «ίνα μη μόνον μάθωμεν αλλήλων αν(τ)έχεσθαι…αλλά και υπέρ εαυτούς αλλήλων κήδεσθαι», κατά την έκφραση του αγίου Μαξίμου, ενός μεγάλου θεολόγου και φιλοσόφου της χριστιανικής Ανατολής.Η ορθόδοξη θεολογία ιδιαίτερα, που έχει μιαν άλλη παράδοση στην ιστορική της διαδρομή και δεν βαρύνεται με μιαν «ιμπεριαλιστική σχεδόν καταγραφή της ιστορίας της ιεραποστολής», όπως συνέβη στη χριστιανική Δύση, μπορεί να συνεργαστεί δημιουργικά και να προσανατολίσει προς μία παγκοσμιότητα που θα σέβεται τη διαφορά και την ετερότητα. Συνάμα, μπορεί να κατανοήσει και αυτή ότι «η αλήθεια δεν αποδεικνύει τον εαυτό της θριαμβολογώντας βερμπαλιστικά πάνω στις άλλες αλήθειες…». Ο Θεός της ορθόδοξης παράδοσης δεν ταυτίζεται με έναν και μοναδικό πολιτισμό αλλά σαρκώνεται μέσα σε κάθε ανθρώπινο πολιτισμό. Οι ιδέες περί αποκλειστικότητας και περιούσιου λαού του Θεού, που εμφιλοχώρησαν στις κατά τόπους αυτοκέφαλες εκκλησίες και συνταυτίζουν την υπόστασή τους με μιαν εθνική, φυλετική ή κρατική οντότητα, δεν μπορούν να εκφράσουν την αλήθεια και καθολικότητα της Εκκλησίας.Η σύγχρονη Ορθοδοξία δεν πρέπει να προσκολλάται άγονα και να αναπολεί νοσταλγικά εξωραΐζοντας το ένδοξο βυζαντινό της παρελθόν, να κλείνεται σε ένα είδος ναρκισσισμού, δυναμοκεντρικής και ιδιοκτησιακής αντίληψης για την  κατοχή της αλήθειας. Θα πρέπει επιτέλους να βρει τη χρυσή τομή ανάμεσα στην εκκοσμίκευση και στην προσπάθειά της να συμμετάσχει ενεργά στο ιστορικό γίγνεσθαι. Είναι ιστορικό λάθος να ανατρέχουμε νοσταλγικά σε πολιτιστικές εκφράσεις του παρελθόντος, που διαμορφώθηκαν κάτω από άλλες ιστορικές δομές και καταστάσεις, για να λύσουμε προβλήματα του παρόντος. Πίσω από την ιδεολογικοποίηση του ιστορικού παρελθόντος εκτείνεται ίσως ο φαντασιακός χαρακτήρας του μεγαλείου μιας διαχρονικής καθεστωτικής κοινότητας με ανυπέρβλητες επιδόσεις στον πολιτισμό και την ιστορία. Αν ο πολιτισμός συνιστά σάρκωση της αλήθειας της Εκκλησίας μέσα στην ιστορία, δεν χρειάζεται εξάπαντος να αποβαίνει νάρθηκας και σαρκοφάγος αυτής της αλήθειας, μονοπωλώντας την πολιτιστική έκφρασή της στο διηνεκές. Η Εκκλησία, ωστόσο, δεν αντλεί το είναι της από πολιτιστικές πραγματικότητες του παρελθόντος  αλλά από τα έσχατα της ιστορίας,  από τη σχέση της με τη βασιλεία. Τούτο σημαίνει ακριβώς ότι η Εκκλησία δεν είναι ανάγκη να στρέφεται μονοσήμαντα στο παρελθόν από ένα είδος πολιτιστικής αυτάρκειας ή αναβάπτισης με τα κεκτημένα και μεγαλειώδη αλλοτινών εποχών. Ούτε ασφαλώς να επιδεικνύει, λόγω θεολογικής αφασίας, πότε εσωστρέφεια και αμηχανία, πότε αμυντική ή πολεμική διάθεση απέναντι στις νέες πολιτισμικές και κοινωνικές πραγματικότητες αλλά χρειάζεται να  διαλέγεται γόνιμα και δημιουργικά με το εκάστοτε  παρόν, εξαιτίας ακριβώς αυτής της εσχατολογικής της προοπτικής. Ο πρόσκαιρος και μεταβατικός χαρακτήρας της ιστορίας δεν αφήνει περιθώρια στην Εκκλησία να ταυτίζει το όραμά της για τη νέα πολιτεία του Θεού, του ανθρώπου και του κόσμου, με μια συγκεκριμένη έκφραση συλλογικότητας π.χ. χριστιανική αυτοκρατορία, χριστιανικό έθνος ή κράτος, συγκεκριμένη φυλετική ή πολιτιστική ιδιαιτερότητα κ.λπ. Η εμπειρία της αρχέγονης Εκκλη

Πρὸς ἕνα νέο Οἰκουμενισμό

Χρῆστος Γιανναρᾶς
 
Τὸ κείμενο βασίζεται σὲ προφορικὴ εἰσήγηση.
Ἐμφανίστηκε στὰ Γαλλικὰ στὸ Contacts No. 179 (1997), pp. 202-206 καὶ σὲ ἀγγλικὴ μετάφραση στὸ Sourozh nr. 70, November 1997.
Ἀπὸ τὰ Ἀγγλικὰ μετέφρασε ἡ Ἀ. Μπύρου Περιοδικὸ Ἐπιγνωση, τεῦχος 88, Ἄνοιξη 2004
 
Σήμερα, ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ἕνα νέο οἰκουμενισμό. ἕναν οἰκουμενισμὸ ποὺ σκοπὸ δὲν θὰ ἔχει τὸν «διάλογο» ἀνάμεσα σὲ παραδόσεις καὶ ὁμολογίες, ἀλλὰ μᾶλλον θὰ ἔρθει νὰ ἀποκαλύψει μία νέα «σύναξη», μέσα ἀπὸ τὸ ἀντάμωμα ἀνθρώπων κάθε παράδοσης καὶ ὁμολογίας. Θὰ εἶναι ὁ οἰκουμενισμὸς ποὺ θὰ προκύψει ἀπὸ τὴν προσέγγιση ὅλων ἐκείνων ποὺ μοιράζονται τὴν ἴδια δίψα γιὰ τὴ Ζωὴ ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο· ἀνθρώπων ποὺ ἀναζητοῦν ἀληθινὲς ἀπαντήσεις στὰ «ἀδιέξοδα» τοῦ πολιτισμοῦ ποὺ βιώνουμε σήμερα.
Αὐτὸ τὸ εἶδος τοῦ οἰκουμενισμοῦ εἶναι καίριο γιὰ μᾶς, γιατὶ ὡς Χριστιανοὶ φέρουμε εὐθύνη γιὰ αὐτοῦ τοῦ εἴδους τὰ ἀδιέξοδα. Ὁ οἰκουμενισμὸς τῆς δεκαετίας τοῦ ῾60 ἦταν πολὺ διαφορετικός, ἀφοῦ στόχο εἶχε νὰ δώσει τὴν εὐκαιρία στὶς διάφορες παραδόσεις καὶ ὁμολογίες νὰ γνωρίσουν ἡ μία τὴν ἄλλη. Κάθε παράδοση, κάθε ἐκκλησία, ἐξέφρασε τὰ πιστεύω καὶ τὶς «πεποιθήσεις» της, προκειμένου νὰ ὡριμάσει αὐτὴ ἡ ἀμοιβαία γνώση.
Στὴ ζωή μου εἶχα τὴν εὐκαιρία νὰ μιλήσω σὲ πολλὲς παρόμοιες οἰκουμενιστικὲς συναθροίσεις. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ συμμετεῖχαν ἦταν ἀπὸ τὰ πρόσωπα πού, μερικὲς φορές, ὀνομάζουμε «ἱερὰ τέρατα» (monstres sacrés) τῆς σύγχρονης θεολογίας. Ἂς μὲ συγχωρήσετε γι’ αὐτὸ ποὺ πρόκειται νὰ πῶ, ἀλλὰ ὁ κανόνας εἶναι πὼς μία σύνθεση σὰν αὐτή, εἶναι ἁπλὰ ἀδύνατον νὰ ἀνταποκριθεῖ σὲ μία τέτοια θεμελιώδη δίψα. Κουβεντιάζαμε γιὰ τὰ προβλήματα τοῦ Τρίτου Κόσμου, τοῦ φεμινισμοῦ, τῶν ἀτομικῶν δικαιωμάτων καὶ τὰ παρόμοια. Ἀλλά, ξέρετε, εἶμαι μέλος τῆς Ἐκκλησίας γιατὶ αὐτὸ ποὺ κυρίως μὲ ἀπασχολεῖ εἶναι ἐὰν ὑπάρχει τρόπος γιὰ τὸν ἄνθρωπο νὰ «χωρέσει», νὰ χειριστεῖ καὶ νὰ αἰσθανθεῖ τὴ νίκη κατὰ πάνω στὸν θάνατο. Ὑπάρχουν τόσοι πολλοὶ διαφορετικοὶ τρόποι γιὰ νὰ δώσει κανεὶς λύση στὰ προβλήματα τοῦ Τρίτου Κόσμου ἢ στὰ ἐπίκαιρα γυναικεῖα ζητήματα· ἀλλὰ μόνο μία ὑπόσχεση κυριολεκτικὰ πατᾶ πάνω στὸν θάνατο τῆς Ἐκκλησίας.
Θὰ κάνω χρήση δυὸ λέξεων γιὰ νὰ ἐξηγήσω τί ἐννοῶ: Ἐλευθερία καὶ γνώση. Ἐπιτρέψτε μου νὰ ξεκινήσω μὲ τὴν ἐλευθερία. Ὁ τρόπος ποὺ ὁ σύγχρονος κόσμος προσλαμβάνει τὴν ἔννοια τῆς ἐλευθερίας μὲ ἀφήνει ἀδιάφορο. Εἶναι ἡ ἐλευθερία ποὺ νοεῖται ὡς ἡ δυνατότητα τῆς ἀπεριόρισης ἐπιλογῆς: ἡ ἱκανότητα νὰ διαλέγει κανεὶς ἀνάμεσα σὲ διαφορετικὲς ἰδέες, διαφορετικὲς πεποιθήσεις, διάφορα πολιτικὰ κόμματα, ἐφημερίδες κ.λπ. Τὸ δικαίωμα, μὲ ἄλλα λόγια, τοῦ ἀτόμου στὴν χωρὶς ὅρια ἐπιλογή. Ἡ ἐνσάρκωση, ἡ εἰκόνα τῆς ἐλευθερίας σήμερα, εἶναι τὸ σοῦπερ μάρκετ. Στὸν χῶρο τοῦ σοῦπερ μάρκετ ὁ καθένας μπορεῖ νὰ ἐπιλέξει γιὰ τὸν ἑαυτὸ τοῦ μέσα στὴν ἀπόλυτη μοναξιὰ τοῦ καταναλωτῆ.
Ἡ ἐλευθερία ποὺ μὲ ἐνδιαφέρει εἶναι ἐκείνη ποὺ καταργεῖ τοὺς περιορισμοὺς τοῦ κτιστοῦ κόσμου. Ἐπιτρέψτε μου νὰ σᾶς θυμήσω τὸ περιστατικὸ μὲ τὸν Πέτρο νὰ βαδίζει πάνω στὸ νερό. Οἱ μαθητές, ὅλοι μαζί, σὲ ἕνα μικρὸ πλεούμενο στὴ Γενησαρέτ. Ἡ λίμνη φουρτουνιασμένη, ἔχει ξεσπάσει καταιγίδα, εἶναι σκοτάδι, οἱ μαθητὲς φοβοῦνται. Ἀπροσδόκητα βλέπουν κάποιον νὰ ἔρχεται πρὸς τὸ μέρος τοὺς διασχίζοντας τὸ νερό. Κλονίζονται, ἔχουν πανικοβληθεῖ. Ἀλλὰ Ἐκεῖνος ποὺ τοὺς πλησιάζει τοὺς ἡσυχάζει: «Θαρσεῖτε, ἐγὼ εἰμί· μὴ φοβεῖσθε». Εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Κι ὁ Πέτρος τοῦ ἀπαντᾶ: «Κύριε, εἰ σὺ εἶ, κέλευσόν με πρὸς σὲ ἐλθεῖν ἐπὶ τὰ ὕδατα». Ὁ Χριστὸς τὸν καλεῖ «Ἐλθέ», τοῦ λέει. Κι ὁ Πέτρος δρασκελίζει τὴν κουπαστὴ καὶ ἀρχίζει νὰ βαδίζει πάνω στὰ νερά. Τὴ στιγμὴ ἐκείνη ἀντλεῖ τὴν ὕπαρξή του ὄχι ἀπὸ τὴν ἴδια του τὴ φύση, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ σχέση του μὲ τὸν Κύριο. Εἶναι αὐτὴ ἡ ἐλευθερία ποὺ νικᾶ τὸν θάνατο.
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς ζητᾶ νὰ κατανοήσουμε τὴν ὑπόστασή μας ὄχι στὴ βάση τῆς κτιστῆς καὶ θνητῆς φύσης, ἀλλὰ ὡς κατόρθωμα σχέσης καὶ ἐγγύτητας μὲ Ἐκεῖνον πού μας κάλεσε ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία στὴν ὕπαρξη. Αὐτὸς εἶναι ὁ ὁρισμὸς τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου: αὐτὸ ποὺ συγκροτεῖ τὸ πρόσωπο βρίσκεται στὴν ἐλευθερία τῆς ἄμεσης, ὑπαρξιακῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό. Δὲν πρόκειται ἐδῶ γιὰ κάποια ἀφηρημένη ἰδεολογία ἢ ψυχολόγημα· ἀλλὰ γιὰ κάτι πραγματικό, ἀληθινό. Ὑπάρχουμε μὲ τὸν τρόπο τῆς Ἐκκλησίας ὅταν γινόμαστε ἱκανοὶ νὰ βαδίσουμε πάνω στὸ νερό· καὶ ὁλόκληρο τὸ βίωμα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἕνας ἀσκητικὸς ἀγώνας σχεδιασμένος νὰ μᾶς διδάξει τὸν τρόπο ποὺ θὰ περπατήσουμε στὸ νερό. Δὲν εἶναι λίγες οἱ φορὲς ποὺ κανεὶς μένει μὲ τὴν ἐντύπωση ὅτι ἡ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας ἐξαντλεῖται σὲ μία προσπάθεια νὰ βελτιώσει τὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων, τὸν χαρακτήρα τους, νὰ τοὺς δώσει τὴ δυνατότητα νὰ ἐλέγξουν τὰ πάθη τους… Εἶναι, βέβαια, ὅλα αὐτὰ μέρος τῆς ἀσκητικῆς μαθητείας. Ἀλλὰ τὸ τέλος τοῦ ἀγώνα εἶναι ἡ ἐλευθερία ἀπὸ τὴ φυσικὴ ἀναγκαιότητα, εἶναι ἡ δυνατότητα νὰ ὑποστασιάσουμε τὴ ζωὴ ὡς ἀγάπη, ὥστε νὰ φθάσουμε στὴν ἀλήθεια τοῦ προσώπου.
Ἡ δεύτερη λέξη ποὺ θὰ χρησιμοποιήσω εἶναι ἡ γνώση. Ἡ γνώση ὅπως τὴν κατανοοῦμε σήμερα δηλαδή, ὡς πληροφορία- δὲν μὲ συγκινεῖ. Στὶς μέρες μας ἡ ἐπιστήμη δείχνει νὰ παρατηρεῖ τὴν πραγματικότητα σάν, γιὰ παράδειγμα, νὰ κατέληγε κανεὶς νὰ πεῖ κρίνοντας ἕναν πίνακα τοῦ Van Gogh, ὅτι ἀποτελεῖται ἀπὸ ἕνα κομμάτι καμβᾶ καλυμμένο μὲ μπογιά. Ἔτσι εἶναι ἀδύνατον, μέσῳ τοῦ πίνακα, νὰ γνωρίσει τὴν προσωπικότητα τοῦ καλλιτέχνη. Ἄν, λοιπόν, ἀρκεστοῦμε στὸ ἐπίπεδο τῶν ὑλικῶν ἀπὸ τὰ ὁποία εἶναι φτιαγμένος ὁ πίνακας, τότε ἡ μοναδικότητα τῆς δημιουργικῆς ἔκφρασης, ἡ ἑτερότητα τοῦ προσωπικοῦ λόγου τοῦ καλλιτέχνη παραμένει ἀσπούδαστη. Μπορεῖ νὰ γράψουμε σειρὰ βιογραφιῶν γιὰ τὸν Mozart, τὴ μία μετὰ τὴν ἄλλη. Μπορεῖ νὰ αὐξήσουμε τὶς γνώσεις μας γύρω ἀπὸ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο του. Ἀλλὰ εἶναι μόνο ἡ ἐμπειρία τῆς μουσικῆς τοῦ Mozart ποὺ θὰ μᾶς ἀποκαλύψει τὸ πρόσωπό του.
Θέλω μία ἐπιστήμη ποὺ νὰ μὲ καθιστᾶ ἱκανό, μέσα ἀπὸ τὴν πραγματικότητα καὶ τὴ σπουδὴ τῆς φύσης, νὰ φθάσω στὴ γνώση τοῦ προσώπου τοῦ Δημιουργοῦ. Θέλω μία γνώση ποὺ θὰ προχωρᾶ πέρα ἀπὸ τὴ φύση γιὰ νὰ φθάσει στὴν «ἑτερότητα» τοῦ Θείου προσώπου. μία γνώση ποὺ θὰ μοῦ ἐπιτρέψει νὰ κοινωνήσω μὲ αὐτὸ τὸ πρόσωπο. Ἡ γνώση τῆς προσωπικῆς «ἑτερότητας», ἡ γνώση τοῦ προσώπου, εἶναι ἕνα ἀποκορύφωμα, μία ἔκρηξη ἐλευθερίας. Γνώση καὶ ἐλευθερία δὲν χωρίζονται, γιατὶ πρέπει νὰ ἐλευθερώσω τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου γιὰ νὰ τὸν ἀνοίξω πρὸς τὸν ἄλλον· γιὰ νὰ κατορθώσω ν’ ἀναγνωρίσω τὴν «ἑτερότητα» τοῦ ἄλλου προσώπου. Πρέπει νὰ ἐλευθερώσω τὸν ἑαυτό μου ἀπὸ ὅλες ἐκεῖνες τῆς ἀτομικές, ἐγωκεντρικὲς μορφὲς ἀντίστασης. Αὐτὸς εἶναι ὁ μοναδικὸς τρόπος γιὰ νὰ φθάσουμε στὴν ἐλευθερία: ἡ ἐλευθερία ὡς ἀγάπη καὶ ἡ ἐλευθερία ὡς γνώση. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ ὁ δρόμος γιὰ τὴ γνώση καὶ τὴν ἐλευθερία καὶ τὴν ἀγάπη, εἶναι ὁ δρόμος τῆς ἄσκησης: εἶναι αὐτὸς ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο θὰ ἐλευθερώσουμε τὸν ἑαυτό μας ἀπὸ τὶς ἀναγκαιότητες τοῦ ἐγώ. Γιὰ νὰ γνωρίσω τὸν ἄλλον εἶναι ἀπαραίτητο νὰ πῶ ἀντίο στὸν ἑαυτό μου.
Μέσα στὸ βίωμα τῆς Ἐκκλησίας συναντοῦμε δυὸ δρόμους γιὰ νὰ πορευθοῦμε τὸν ἀσκητικὸ αὐτὸ ἀγώνα: Τὴν διακονία πρὸς τὸν ἄνθρωπο, τὸ κοινωνικὸ ἔργο, καὶ τὸν μοναστικὸ ἀσκητισμό, ὅπου κανεὶς ἐργάζεται νὰ ὑπερβεῖ ἐκεῖνα τὰ ἐμπόδια, τὰ σημεῖα ἀντίστασης ποὺ δὲν τοῦ ἐπιτρέπουν νὰ κοινωνήσει μὲ τὸν Θεὸ καὶ μὲ τοὺς ἄλλους. Αὐτοὶ οἱ δυὸ δρόμοι στὴν πραγματικότητα ἔχουν τὸν ἴδιο σκοπό. Ὁ Εὐάγριος Πόντικους τὸ ὅρισε πολὺ εὔστοχα ὅταν εἶπε ὅτι ὁ Χριστιανός, καὶ ἰδιαίτερα ὁ μοναχός, ἀπομακρύνεται ἀπὸ τοὺς ἄλλους προκειμένου νὰ ἑνωθεῖ μὲ ὅλους. Δυστυχῶς, στὶς κοινωνίες ποὺ ζοῦμε, ὁ τρόπος τῆς ζωῆς ἀποκλείει καὶ τοὺς δυὸ αὐτοὺς τρόπους. Θὰ πρέπει νὰ συνειδητοποιήσουμε ὅτι βιώνουμε ἕνα παράδοξο. Ἀφενὸς δὲν διστάζουμε νὰ δηλώσουμε ὅτι εἴμαστε μέλη τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδὴ ἑνὸς ζωντανοῦ σώματος, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἡ καθημερινή μας ἐπιβίωση προϋποθέτει τὴν ἀπολυταρχία τῆς ἀτομικότητας. Διαμορφώνουμε σήμερα τὴ ζωή μας πάνω στὴ βάση τῶν δικαιωμάτων τοῦ ἀτόμου καὶ δίνουμε ἀπόλυτη προτεραιότητα στὴν ἀτομικὴ κατανάλωση. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ἀκόμα κι ἡ θεολογία ἔχει γίνει ἡ γνώση περὶ τίνος πράγματος. Γεμίζουμε μὲ πληροφορίες ποὺ ἀφοροῦν τὸν Θεό. Ἀλλὰ αὐτὸ ποὺ ὁρίζει τὴ θεολογία μέσα στὴν Ἐκκλησία εἶναι ἡ πληρότητα τῆς γνώσης τοῦ ἴδιου του Θεοῦ, ἡ ἐμπειρία τῆς πίστης, ποὺ βέβαια καθόλου δὲν σημαίνει τὴν ἀπόκτηση μιᾶς συγκεκριμένης ἀτομικῆς ἰδεολογίας. Στὰ Ἑλληνικὰ ἡ λέξη «πίστη» διατηρεῖ ἀκόμη τὴν πρωτότυπη ἔννοια τῆς ἐμπιστοσύνης. Νὰ πιστεύω, σημαίνει νὰ προσφέρω τὸν ἑαυτό μου μὲ ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν Θεὸ καὶ σ’ αὐτὸν τὸν «ἄλλον» ποὺ ἀγαπῶ. Τὰ δυὸ πρόσωπα τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ Φαρισαῖος καὶ ὁ Τελώνης, εἶναι θεμελιώδη σημαίνοντα γιὰ τὴν κατανόηση αὐτοῦ ποὺ προσπαθῶ νὰ ἐκφράσω μὲ τὴν λέξη «πρόσωπο». Ὁ Φαρισαῖος, ὡς τύπος ἀνθρώπου θρησκευόμενου, εἶναι ἱκανοποιημένος ἀπὸ τὸν ἑαυτό του, ἀπόλυτα πιστὸς στὸ Νόμο, αὐτάρκης. Δὲν χρειάζεται τὸν Θεό. Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος ποὺ μένει ἔξω ἀπὸ τὴ Βασιλεία Του. Ὁ ἄλλος, ὁ Τελώνης, δὲν ἔχει νὰ προσφέρει καμία ἀρετή, οὔτε κἂν καλὴ πράξη. Εἶναι ἁμαρτωλός. Δὲν στηρίζεται στὶς προσωπικές του δυνάμεις, ἔτσι τὸ μόνο ποὺ τοῦ ἀπομένει εἶναι ἡ σχέση του μὲ αὐτοὺς ποὺ ἀγαπᾶ. Καὶ παραδίδει τὸν ἑαυτὸ τοῦ σ’ αὐτὴ τὴν ἀγάπη.
Ὁραματίζομαι ἕναν οἰκουμενισμὸ ποὺ οἱ ἀπαρχές του θὰ ὁρίζονται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι κάθε ἐκκλησία θὰ ὁμολογήσει τὶς δικές της ἀστοχίες. Ἐὰν ξεκινήσουμε ἀπὸ μία τέτοια ἐξομολόγηση τῶν ἱστορικῶν μας λαθῶν, εἶναι πιθανὸν ὅτι στὸ τέλος θὰ καταφέρουμε νὰ παραδώσουμε τὸν ἑαυτό μας ὁ ἕνας στὸν ἄλλον. Εἴμαστε πλήρεις λαθῶν καὶ ἀδυναμιῶν ποὺ ἔχουν παραμορφώσει τὴν ἀνθρώπινη φύση μας. Ἀλλά, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μας θυμίζει ὅτι ἀπὸ τὴν «ἀσθένεια» γεννιέται ἡ ζωὴ ποὺ θριαμβεύει πάνω στὸν θάνατο. Ὁραματίζομαι ἕναν οἰκουμενισμὸ ποὺ ἡ βάση του θὰ ὁροθετεῖται ἀπὸ τὴν ἐθελοντικὴ ἀποδοχὴ αὐτῆς τῆς ἀσθένειας.
Εἶναι πιθανὸν ὅτι θὰ ξεχάσετε τὰ περισσότερα ἀπὸ αὐτὰ ποὺ μόλις σᾶς εἶπα. Ἀλλά, θὰ ἤθελα νὰ σὰς ζητήσω νὰ θυμᾶστε αὐτὴ μόνο τὴν πρόταση: Τὸ πιὸ δύσκολο πράγμα στὴν προσωπικὴ ζωὴ ἑνὸς ἀνθρώπου καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν πνευματική του ζωή, παρὰ ἐν γένει τὴν προσωπική του ζωή- εἶναι νὰ διακρίνει ἀνάμεσα στὸ ἀληθινὸ καὶ τὸ ψυχολόγημα. Ὁ πολιτισμός μας ἔχει ἀντικαταστήσει τὴν ὀντολογία μὲ τὴν ψυχολογία. Καὶ δὲν ἐννοῶ τὴν ἐπιστήμη τῆς ψυχολογίας ποὺ ἔχει πολλὰ νὰ μᾶς πεῖ. Ἐννοῶ τὶς ψυχολογικὲς πλάνες ποὺ κατασκευάζουμε ἀπὸ μόνοι μας, εἴτε μέσα ἀπὸ μία καθαρὰ λογικὴ διεργασία, εἴτε μέσα ἀπὸ ἕνα εἶδος ἠθικῆς αὐτοδικαίωσης. Θὰ πρέπει νὰ ξεπεράσουμε αὐτὰ τὰ εἴδωλα γιὰ νὰ μπορέσουμε νὰ ἀγγίξουμε τὴν πραγματικότητα ποὺ εἶναι ἀληθινὰ θεολογική. Πρέπει νὰ ξεχωρίζουμε ἀνάμεσα σὲ ὅ,τι εἶναι πραγματικὸ καὶ σ’ αὐτὸ ποὺ εἶναι ψυχολόγημα, ὥστε κάποια μέρα νὰ κατορθώσουμε νὰ ψάλλουμε μαζὶ πώς, μὲ τὸν θάνατο κανεὶς μπορεῖ νὰ νικήσει τὸν θάνατο.
 

Μια Θεολογία έξω από 'δώ ή "μια θεολογία του εξαποδώ";

του Θανάση Ν. Παπαθανασίου

Δοκιμές για τη συνδιάλεξη Φυσικών και Θεολόγων 

Νιώθω την ανάγκη να ψιθυρίσω δυο λόγια: “Ο Φρανκενστάϊν προ των πυλών!”.

Φαντάζομαι ότι στο άκουσμα της φράσης αυτής ο νους πάει στην εφιαλτική πιθανολόγηση (και, συνακόλουθα, στην κήρυξη συναγερμού) ότι ο άνθρωπος έχει τη συνταρακτική δυνατότητα να δημιουργήσει αυτά που στη βιολογία ονομάζονται χίμαιρες: υπάρξεις τερατώδεις.
Ωστόσο τη φράση αυτή δεν την ψελλίζω εδώ με τέτοιο νόημα. Θα θυμούνται όσοι έχουν διαβάσει το έργο της Μαίρης Σέλλεϋ, ότι Φρανκενστάϊν δεν είναι το όνομα του τέρατος, αλλά του επιστήμονα δημιουργού του.

Το σημείο, λοιπόν, που μου εμπνέει τη φράση “Ο Φρανκενστάϊν προ των πυλών” δεν αφορά το τέρας που συνέθεσε ο πρωταγωνιστής, αλλά κάτι άλλο: τον έρωτα του πρωταγωνιστή με τη γνώση. Στην πρώτη του νιότη ο ήρωας ρίχτηκε – λέει – με τα μούτρα στη μελέτη βιβλίων Φυσικής. Ήταν βιβλία αλχημιστών· του Παράκελσου, του Κορνήλιου Αγρίππα, του Αλβέρτου του Μέγα. Όταν, λοιπόν, αργότερα, ξεκίνησε πανεπιστημιακές σπουδές, έπεσε πάνω στον ωμό κύριο Κρεμπ, καθηγητή Φυσικής, ο οποίος τον υποδέχτηκε με τα εξής λόγια: “Αληθινά το λες,… ότι ξόδεψες τόσον καιρό για να διαβάσης τέτοιες ανοησίες;… Κάθε λεπτό… που ξόδεψες γι’ αυτά τα βιβλία, είναι τελείως χαμένο. Κούρασες και φόρτωσες το μυαλό σου με άχρηστα συστήματα και ονόματα. Θεέ μου! Σε τι έρημο ζούσες! Δεν υπήρχε κανένας να σε πληροφορήση ότι όλ’ αυτά που διάβαζες είναι χιλίων χρόνων και τελείως ξεπερασμένα πια;” (1).

Το τέρας έχει ήδη ξεπροβάλει! Είναι η τρομακτικότητα του να βρεθεί ο άνθρωπος εγκλωβισμένος σε μια φαντασίωση που τη νομίζει πραγματικότητα. Να δαπανηθεί σκιαμαχώντας ανυποψίαστα με ερωτήματα που δεν τίθενται, και να μην πάρει είδηση ερωτήματα που χαίνουν αναπάντητα.
Υπάρχει, άραγε, σίγουρος τρόπος αποφυγής αυτής της τρομακτικότητας; Ή μήπως πρόκειται για έναν κίνδυνο διαρκή, καθ’ όσον αυτό που ανακαλύπτεις κάποια στιγμή ως απάντηση που απεγκλωβίζει, μπορεί αργότερα να γίνει κλουβί, αν πάψεις εσύ να έχεις το νου σου στο πορτάκι και στο “έξω από ‘δώ”; Δεν θα περιερχόταν, λόγου χάριν, στην ίδια θέση με τον νεαρό Φρανκενστάϊν και ο καθηγητής Κρεμπ, αν τυχόν θα έμενε κολλημένος στο απελευθερωτικό τότε κοσμοείδωλό του (κοσμοείδωλο του 18ου αι.), και παρέβλεπε τις μεγάλες ανατροπές που έφεραν μετά από δυο αιώνες η σχετικότητα και η κβαντομηχανική;
Τα ερωτήματα αυτά τα ένιωσα έντονα καθώς πλησίαζε η ημερίδα των Φυσικών όπου είχα προσκληθεί για να μιλήσω (2), και ήδη αισθανόμουν να γιγαντώνεται μέσα μου μεταμέλεια που αποδέχτηκα την πρόσκληση. Σε τι βαθμό μπορώ εγώ – ένας άνθρωπος που κάνει τον θεολόγο – να γνωρίζω όντως τον κόσμο της Φυσικής; Πόσα μπορώ να προσλάβω από βιβλία Φυσικής που τολμώ να διαβάσω, και πώς θα μπορέσω να πάρω χαμπάρι τι απ’ αυτά ξεπερνιέται, περίπου όπως ξεπεράστηκαν τα αναγνώσματα που είχε εμπιστευτεί ο νεαρός Φρανκενστάϊν; Και μάλιστα, πόσο εύκολα (θα έλεγα: και πόσο αλαζονικά) δικαιούμαι να οικοδομήσω πάνω σε φυσικές οπτικές οι οποίες αποτελούν το πεδίο σφοδρών διαφωνιών μεταξύ ειδικών επιστημόνων, από την περίφημη σύγκρουση Αϊνστάν και Μπορ στη δεκαετία του 1920 μέχρι τις πρόσφατες διαφωνίες για την ανθρωπική αρχή ή τη θεωρία των υπερχορδών; Κι από την άλλη, πόσο σίγουρος μπορώ να είμαι ότι κατέχω τάχα τη μαστορική της θεολογίας; Μα, πέρα από την αφεντιά μου, επιτρέψτε μου να θέσω το ερώτημα αυτό και για τους φίλους που συμβατικά ορίζουν έναν άλλον χώρο: Πόσο σίγουροι είναι όσοι θα δήλωναν μη-πιστοί ότι αυτό που θεωρούν χριστιανική θεολογία είναι όντως χριστιανική θεολογία;
Μήπως, άραγε, με αυτά που λέω υπαινίσσομαι ότι δεν έχει νόημα το ανθρώπινο ταξίδι της διερώτησης; Όχι. Ουδέν κούρνιασμα στο αμνιακό υγρό του αγνωστικισμού και του μυστικισμού υπονοώ. Εννοώ άλλο: Ότι το ταξίδι πρέπει να γίνεται με παράθυρα ανοιχτά και με τον άνθρωπο απρόθυμο να αποκλείσει εκπλήξεις και ανατροπές των αναπαύσεών του. Μου έχει κάνει εντύπωση μια φράση του στοχαστικού Γιούργκεν Χάμπερμας, ο οποίος, όντας φιλόσοφος, καταπιάστηκε με ζητήματα κλωνοποίησης και βιοηθικής: “Η δική μου επιφύλαξη”, σημειώνει, “έγκειται στο ότι πραγματεύομαι το θέμα αυτό δίχως να είμαι τωόντι εξοικειωμένος με το πεδίο της βιοηθικής” (3). Μα προχώρησε. Και, παρόμοια, νομίζω πως, αν κανείς έχει φιλότιμο, θα ένοιωθε δέος ακούγοντας τον μεγάλο Καστοριάδη (έναν από τους λίγους φιλοσόφους που διαλέγονταν με τη σύγχρονη Φυσική) να λέει: “Είμαι ικανός να ξαγρυπνήσω μία ολόκληρη νύχτα για να καταλάβω ένα θεώρημα ή να μελετήσω ένα καινούργιο βιβλίο φυσικής – όσο, βέβαια, μπορώ να το καταλάβω…” (4). Και προχωρούσε.
Δεν υπάρχει κάτι επικίνδυνο εδώ; Δηλαδή, δεν υπάρχει άραγε πιθανότητα να επικαλεστεί κάποιος το παράδειγμα σπουδαίων όπως ο Χάμπερμας και ο Καστοριάδης, αλλά μίζερα, ώστε να φτιασιδώσει τη δική του προχειρότητα, να αμνηστεύσει τη δική του αγραμματοσύνη ή να επιβάλει μια αδιαφορία περί τα κριτήρια; Σίγουρα υπάρχει. Όμως, ποια απόπειρα αποπνέει σοβαρότητα και ποια αναδίδει φαιδρότητα, αναγκαστικά θα φανεί μόνο στην πράξη. Σε κάθε περίπτωση, ο άνθρωπος καλείται να μην κουρνιάσει. Καλείται να προχωρεί απορητικά, να ακούει σεβαστικά, να αποτολμά απαντήσεις, και να τις αποτολμά εκτιθέμενος – και ξανά να προχωρεί απορητικά κ.ο.κ. Αυτά τα τέσσερα (η απορία, η ακρόαση, η απάντηση και η έκθεση) αφορούν κάθε θέση που διαμορφώνει ο άνθρωπος υπεύθυνα και επίπονα. Αυτό περιλαμβάνει και την πίστη. Η πίστη δεν “επικάθεται” στον άνθρωπο ερήμην του, όπως, για παράδειγμα, το χιόνι πάνω στα κλαδιά, αλλά έχει να κάνει με την θεμελιώδη ικανότητα του ανθρώπου να προσανατολίζει τον εαυτό του και να προσφέρει την εμπιστοσύνη του. Και όσοι, άλλωστε, επιθυμούμε να κρατήσουμε στα πολύτιμα και στα αδιαπραγμάτευτα την πίστη, ας έχουμε κατά νου ότι δομικό συστατικό της ίδιας της χριστιανικής πίστης είναι η ανοιχτότητα σε ένα μέλλον γεμάτο εκπλήξεις! (5)
Το να αποτολμάς απαντήσεις εκτιθέμενος, εμπεριέχει τη δυνατότητα συνάντησης και αναμέτρησης. Αναμέτρηση χωρίς συνάντηση είναι φανατισμός• και συνάντηση χωρίς αναμέτρηση είναι χαριεντισμός. Στις μέρες μας ολοένα και ενισχύεται η υποψία ότι για την προσέγγιση του κόσμου και του ανθρώπου στην πληρότητά τους δεν αρκεί η αυτάρκεια μιας και μόνο οπτικής. Αν, δηλαδή, ο άνθρωπος είναι όντως πολλές ταυτότητες ταυτόχρονα (αν, δηλαδή, συνιστά και βιολογικό και κοινωνιολογικό και ψυχολογικό κ.ο.κ. γεγονός), τότε η συνδιάλεξη μεταξύ των ερευνητών των διαφόρων ταυτοτήτων, καθώς και ο κριτικός διάλογός τους με την εμπειρία όλης της ανθρώπινης διαδρομής, είναι καίρια χρειαζούμενος. Εδώ, έρχεται στα αυτιά του Φρανκενστάϊν άλλη μια άλλη φωνή. Ο νεαρός πρωταγωνιστής – συνεχίζει το βιβλίο – κατάφερε να προλάβει το τρένο της γνώσης με τη βοήθεια του Κρεμπ, αλλά κι ενός άλλου καθηγητή, του μειλίχιου κυρίου Βάλντμαν. Ούτε ο Βάλντμαν αμφέβαλλε για το παρωχημένο των παρθενικών διαβασμάτων του Φρανκενστάϊν. Κάλεσε όμως τον νεαρό φοιτητή σε μιαν ασκητική: να διακρίνει πώς τα ξεπερασμένα εκείνα έργα είχαν αποτελέσει συμβολή στον βηματισμό της ανθρωπότητας (6). Μήπως αυτή η ευρυχωρία δεν θυμίζει την έκκληση του Έριχ Φρομ προς τους νέους, να μη βιαστούν να απορρίψουν την παραδοσιακή σκέψη; “Ακόμη κ’ η πιο ριζοσπαστική ανάπτυξη πρέπει να συνέχεται με το παρελθόν… Το να είναι κανείς νέος δεν είναι αρκετό!” (7) Η ανθρώπινη αναζήτηση, γράφει με τη γνωστή του ευρυμάθεια ο Σάββας Μιχαήλ, “απαιτεί την ενσωμάτωση και υπέρβαση όλης της μέχρι τώρα αναπτυσσόμενης συνολικής ιστορικής πράξης και κληρονομιάς του Πνεύματος της ανθρωπότητας” (8).
Προσυπογράφοντας, λοιπόν, (μετά φόβου και τρόμου, ομολογουμένως) τη διάθεση για συναντήσεις κριτικές (και πάντως όχι για πλατσουρίσματα που κρατούν την ευχαρίστηση μα χάνουν την ακτή), θα ήθελα, από τη σκοπιά του ανθρώπου που κάνει τον θεολόγο, να σκιτσάρω, με ενδεικτικές αναφορές, τρία πεδία συζήτησης με τους Φυσικούς. Το πρώτο το ονομάζω “Παρανοώντας τις ταυτότητες”, το δεύτερο “Δοκιμάζοντας γεφύρια” και το τρίτο “Δοκιμάζοντας το απύθμενο”.

1. Παρανοώντας τις ταυτότητες.
Σε βιβλίο του που κυκλοφόρησε την πρώτη χρονιά της τωρινής μας χιλιετίας, ένας πραγματικά σημαντικός διανοητής που έχει διδάξει Φυσική και Φιλοσοφία, ο Ευτύχης Μπιτσάκης, επισημαίνει: “Είναι γνωστό ότι ο χριστιανισμός δέχεται έναν εγγενή δυϊσμό της ανθρώπινης φύσης: από τη μια το φθαρτό υλικό σώμα και από την άλλη η άυλη, αθάνατη ψυχή. Η δυϊστική αντίληψη η οποία θεωρεί το σώμα φθαρτό σκήνωμα, φορέα, φυλακή της ψυχής, έχει μακρά προϊστορία: Από το αιγυπτιακό ιερατείο μέσω του Πυθαγόρα πέρασε στην πλατωνική φιλοσοφία και από τον Πλάτωνα και τους νεοπλατωνικούς, στους πατέρες της Εκκλησίας. Ο καρτεσιανός δυϊσμός είναι η κλασική μορφή της αστικής – χριστιανικής αντίληψης για τις σχέσεις ύλης και πνεύματος” (9).
Όποιος, ωστόσο, παρακολουθεί (ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί ή όχι) τη βιβλιογραφική πορεία της θεολογίας στη χώρα μας κατά τα τριάντα τουλάχιστον τελευταία χρόνια, θα εκπλαγεί μ’ αυτή την αναφορά του Μπιτσάκη. Πλημμυρίδα κειμένων έχει καταδείξει ότι η βιβλική, χριστιανική θεώρηση αποτελεί τον αντίποδα του Πλατωνισμού και ότι ουδαμώς δέχεται οιουδήποτε είδους κοσμολογικό οντολογικό δυϊσμό. Μάλιστα έχει ήδη περάσει πάνω από μισός αιώνας από τότε που ο μακαρίτης π. Ιωάννης Ρωμανίδης, γράφοντας για την ανθρωπολογία του Μεγάλου Ευχολογίου, έθιξε την ολίσθηση από την εβραϊκή ολιστική ανθρωπολογία στον ελληνικό δυϊσμό (και δεν είναι τυχαίο, κατά τη γνώμη μου, ότι το κείμενο αυτό το έκανε γνωστό στην Ελλάδα ένας βιβλικός καθηγητής• ο Σάββας Αγουρίδης) (10). Η αποκήρυξη της αντίληψης που βλέπει το σώμα ως φυλακή της ψυχής, έχει γίνει κοινός τόπος της θεολογίας, τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’60 (11), και έχει πλέον αποτυπωθεί ακόμη και σε σχολικά εγχειρίδια θρησκευτικών (12).
Επιτρέψτε μου μιαν ανακεφαλαίωση επί τροχάδην. Κατά τη χριστιανική αντίληψη (πέρα από την ποικιλία λεξιλογίων και τις αντιφάσεις που φυσικά και συναντά κανείς σε εκκλησιαστικά κείμενα διαφορετικών εποχών και κοινωνικών συναφειών), μπορεί να γίνει λόγος μόνο για δύο μεγάλες οντολογικές κατηγορίες. Αφ’ ενός για το κτιστό σύμπαν και αφ’ ετέρου για τον άκτιστο Θεό. Μεταξύ τους υπάρχει απόλυτη ετερουσιότητα. Αυτό σημαίνει ότι τα πάντα πλην του Θεού ανήκουν σε μια και την αυτή οντολογική οικογένεια. Αυτό, δηλαδή, που συμβατικά έχει επικρατήσει να ονομάζεται σώμα κι αυτό που συμβατικά έχει επικρατήσει ψυχή, δεν έχουν μεταξύ τους οντολογική διαφορετικότητα. Ορισμένα, μάλιστα, πατερικά κείμενα, προκειμένου να υπογραμμίσουν αφ’ ενός την απόλυτη ετερουσιότητα Θεού και κόσμου, και αφ’ ετέρου τη ριζική ομοουσιότητα όλων των εκφάνσεων του κόσμου, δεν δίστασαν (κάνοντας, φυσικά, χρήση του γλωσσαριού της εποχής τους) να ταυτίσουν την κτιστότητα με την υλικότητα και να μιλήσουν για υλικότητα των πάντων – ακόμα, δηλαδή, κι αυτών των υπάρξεων που στην παράδοση της Εκκλησίας ονομάζονται πνευματικές ή νοητές. Για παράδειγμα, στα πρακτικά της 7ης Οικουμενικής Συνόδου, το 787, διαβάζουμε: “Όσον αφορά τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους και τις παραπάνω απ’ αυτούς πνευματικές υπάρξεις, καθώς και τις ψυχές ημών των ανθρώπων, η Εκκλησία όλα αυτά τα δέχεται ως υπάρξεις νοερές, όχι όμως πραγματικά ασώματες και αόρατες… Αληθινά ασώματος και απερίγραπτος είναι μονάχα ο Θεός. Τα νοερά κτίσματα όμως δεν είναι πραγματικά ασώματα και αόρατα όπως αυτός”. Στις αρχές του 19ου αιώνα ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης συγκέντρωσε πλήθος τέτοιων μαρτυριών, για να καταλήξει: “Και οι δαίμονες, όπως και οι άγγελοι και οι ψυχές, δεν είναι κυριολεκτικά ασώματα και κυριολεκτικά άυλα όντα. Μόνο ο Θεός είναι απολύτως άϋλος και ασώματος. Όλα τα άλλα δεν είναι πραγματικά άϋλα, αλλά απλώς λεπτόσωμα” (13).
Εδώ χρειάζεται μια διευκρίνιση. Η σύγχρονη Φυσική έχει αναμφίβολα πολύ πιο ραφιναρισμένη ορολογία, όταν διακρίνει μεταξύ υλικών (δηλαδή εχόντων μάζα) και μη υλικών (όπως π.χ. η ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία) “οντοτήτων”. Ο Χάϊζενμπεργκ, για παράδειγμα, μίλησε για “κρίση της υλιστικής ιδέας”, κρίση την οποία συνέδεσε με την εξέλιξη της μελέτης του ηλεκτρισμού κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα (14). Η προαναφερθεία, όμως, χριστιανική οπτική δεν ενοχλείται απ’ αυτή τη σύγχρονη διάκριση μεταξύ υλικών και μη υλικών “οντοτήτων”. Μιλώντας για υλικότητα όλων των κτιστών εννοεί ότι κάθε τι είναι έκφανση της συμπαντικής πραγματικότητας, αναγνωρίζει δηλαδή ότι υπάρχει συγγένεια και αλληλουχία μεταξύ όλων – των όντως πολυποίκιλων – εκφάνσεων του κόσμου, όπως κι αν ταξινομηθούν αυτές (σε ορατά και αόρατα, σε αισθητά και νοητά, σε ύλη και αντιύλη, σε διαφορετικά επίπεδα ύπαρξης κ.ο.κ.). Ο Θεός όμως (πάντα κατά την εν λόγω χριστιανική αντίληψη) είναι ο μόνος απολύτως Άλλος. Αυτό σημαίνει ότι το κατά την θεολογία άϋλο του Θεού δεν συμπίπτει με το άϋλο της σημερινής Φυσικής, αλλά είναι κάτι ολότελα πέρα και απ’ αυτό. Παρ’ όλο που ο κόσμος αποτελεί υλο-ποίηση της βούλησης του Θεού (15) και παρ’ όλο που ο Θεός είναι με τις ενέργειές του προσωπικά παρών στον κόσμο, ούτε η θεία ουσία είναι συστατικό του κόσμου, ούτε η ψυχή είναι ομοούσια της θείας ουσίας, δηλαδή άκτιστη και αληθινά άυλη (16). Το επαναλαμβάνω: τα πάντα πλην του Θεού ανήκουν σε μια και την αυτή οντολογική οικογένεια και είναι όλα περιπτώσεις κτιστότητας.
Κι όμως! Όποιος παρακολουθεί, όπως είπαμε, τη βιβλιογραφική πορεία της θεολογίας στη χώρα μας τουλάχιστον κατά τα τριάντα τελευταία χρόνια, θα εκπλαγεί και από κάτι άλλο. Από τη δυσκολία με την οποία περνά αυτή η θεολογική οπτική στον εκκλησιαστικό χώρο! Για να αισθητοποιήσω τη δυσκολία αυτή, θα κινηθώ ανισόρροπα. Δεν θα αναφερθώ, δηλαδή, σε μελέτημα, αλλά σε ένα εκλαϊκευτικό, πλην επίσημο φυλλάδιο, ενδεικτικά βεβαίως. Έχει, νομίζω, νόημα αυτό, στο μέτρο που δεν μας χαροποιεί το διαζύγιο θεολογίας και Εκκλησίας, ούτε η μετάλλαξη της Εκκλησίας από σώμα προσδοκούντων την Ανάσταση σε θιασώτες του Καρτέσιου. Την ίδια, λοιπόν, εποχή, κατά την οποία δημοσίευε το βιβλίο του ο Ευτύχης Μπιτσάκης, διαβάζαμε στο φυλλάδιο Φωνή Κυρίου, το οποίο εκδίδεται με ευθύνη της “Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος” και διανέμεται σε όλους τους ναούς: “Όταν ο Δημιουργός έπλασε το σώμα του ανθρώπου, στο πρόσωπό του ‘ενεφύσησεν πνοήν ζωής’ και ο άνθρωπος έγινε ζώσα ύπαρξη. Έτσι στο υλικό συστατικό του σώματος προστέθηκε και το πνευματικό συστατικό, η άυλη ψυχή… Δημιουργήθηκε βέβαια πρώτα το σώμα και ύστερα η ψυχή… Δηλαδή πρώτα το ατελές και ευτελές και κατόπιν το τέλειο και πολύτιμο… Άλλωστε για την αθάνατη ψυχή ο Θεός έγινε άνθρωπος και πρόσφερε τη σταυρική Του θυσία… Η ψυχή του ανθρώπου, ως άυλη, είναι ανεξάρτητη από το σώμα… διότι ως άυλο πνεύμα είναι αθάνατη” (17). Καρτεσιανισμός επί εκκλησιαστικού εδάφους; Το κείμενο είναι, νομίζω, ενδεικτικό μιας ενδημούσας αμφιθυμίας. Μιλά, ευτυχώς, για δημιουργία της ψυχής (τη στιγμή που άλλα εκκλησιαστικά κείμενα παρουσιάζουν μόνο το σώμα ως κτιστό – και υπονοώντας, τι; ότι η ψυχή είναι άκτιστη; (18) ), όμως συντηρεί έναν δυϊσμό που προσκρούει στην εκκλησιαστική ανθρωπολογία. Προσδιορίζει, π.χ., την ψυχή μόνη – κι όχι τον άνθρωπο – ως το “αντικείμενο” της σωτηρίας! Υπ’ αυτό το (εκκλησιαστικό!) πρίσμα, απομένει, άραγε, χώρος για την (εκκλησιαστική!) πίστη στην ανάσταση;
Οι διαβασμένοι εκ των θεολόγων (κληρικοί και λαϊκοί) αποκλείεται σήμερα να γράψουν κείμενο όπου η ψυχή θα προσδιορίζεται ως τμήμα της θείας ουσίας. Την δέχονται ως κτιστή κι έχουν ξεκαθαρίσει ότι η παλαιοδιαθηκική αφήγηση περί φυσήματος του Θεού στον δημιουργούμενο άνθρωπο (Γεν. 2: 7) δεν περιγράφει την εκτόξευση μιας σταγόνας της άκτιστης θείας ουσίας και τον εγκλεισμό της στο χωματένιο σώμα ως άκτιστης ψυχής, αλλά ζωγραφίζει παραβολικά την ενέργεια ενός Θεού ο οποίος φροντίζει ώστε αυτό το αναδυόμενο ον (η πρώτη ύλη του οποίου μάλιστα, κατά την αφήγηση, είναι το προϋπάρχον γήινο υλικό) να έχει δυνατότητα να υπάρχει όπως ο Θεός: ως προσωπική ύπαρξη (19). Ας μου επιτραπεί εδώ να φέρω ένα απλό παράδειγμα από τη σημερινή εμπειρία μας. Τα υλικά κατασκευής ενός κινητού τηλεφώνου είναι τα ίδια με του περιβάλλοντός του: πλαστικό, γυαλί, μέταλλο, χαρτί κ.λπ.. Όμως είναι έτσι βαλμένα, ώστε το κινητό να υπάρχει “σχεσιακά”. Είναι δηλαδή φτιαγμένο έτσι ώστε να δύναται να δεξιωθεί μιαν ετέραν ύπαρξη, το ηλεκτρικό ρεύμα, και μάλιστα ώστε να λειτουργεί αυθεντικά ακριβώς όταν δεν περιοριστεί στα συστατικά του, αλλά κοινωνεί αυτής της ετέρας υπάρξεως. Ένα άλλο αντικείμενο ενδέχεται να αποτελείται από τα ίδια υλικά με το κινητό τηλέφωνο, ωστόσο δεν διαθέτει αυτομάτως αυτή τη δυνατότητα. Το κινητό, δηλαδή, δεν είναι απλώς το άθροισμα των συστατικών του. Τα συστατικά του αποτελούν όντως τη βάση για να δύναται αυτό να δεξιωθεί την άλλην ύπαρξη. Αν όμως περιοριστεί αυτάρεσκα στα συστατικά του, τότε η κατάληξή του θα είναι το οριστικό σβήσιμο.
Η έδρα, λοιπόν, της συνέχισης του ανθρώπινου υποκειμένου στην αιωνιότητα είναι η σχεσιακότητα: το ότι ο λόγος ύπαρξης του ανθρώπου βρίσκεται στη θέληση και στην αγάπη του Θεού. Η ανθρώπινη μοναδικότητα δεν αίρεται με τον θάνατο, τραυματίζεται όμως. Ο άνθρωπος θρυψαλλίζεται, αλλά δεν εξαφανίζεται. Το δε φτάσιμο του ανθρώπου στην έσχατη ακεραιότητά του – στην τελική ανάσταση – δεν αποτελεί, στη χριστιανική θεολογία, την απόληξη μιας εντελέχειας, δηλαδή την αναπόδραστη ωρίμανση των ανθρωπίνων συστατικών δίκην ζυμώσεως του οίνου, αλλά αποτελεί δώρο εκ μέρους του Θεού. Θα ήταν ίσως ακριβότερο να λέγαμε ότι ο άνθρωπος δεν θα αναστηθεί, αλλά θα τον αναστήσει ο Θεός.
Ωστόσο στις περισσότερες περιπτώσεις οι θεολόγοι αδυνατούμε να προχωρήσουμε στο επόμενο βήμα, δηλαδή στο πού μπορεί να φτάνουν οι συνέπειες αυτής της θεμελιώδους θέσης περί κτιστότητας των πάντων πλην του Θεού. Δυσκολευόμαστε, δηλαδή, να δούμε ότι οι βασικοί άξονες της βιβλικής ανθρωπολογίας μάς αφήνουν ανοιχτούς τους ορίζοντες ώστε να καταφάσκουμε την ακεραιότητα και τη συνέχεια του ανθρώπου, δίχως να έχουμε πρόβλημα αν θα ευρυνθούμε σε θεολογήσεις χρειαζούμενες στη σημερινή εποχή• σε θεωρήσεις του εαυτού και της συνέχειάς του, οι οποίες θα μπορούσαν να συζητήσουν ακόμα και την ανυπαρξία της ψυχής υπό τις μορφές που φανταζόμαστε μέχρι τώρα την ύπαρξή της (κυρίως υπό την ουσιοκρατική έννοια, δηλαδή την αντίληψη ότι η ψυχή είναι ένα πνευματικό σφαιρίδιο που μπαίνει σε έναν πήλινο κουμπαρά). Προσωπικά δεν δύναμαι να αποφανθώ επ’ αυτού. Προσπαθώ απλώς να πω ότι τα κριτήρια της βιβλικής ανθρωπολογίας μοιάζουν ανθεκτικά, ακόμη κι έξω από το μέχρι τώρα γνώριμό μας ανθρωποείδωλο. Παρόμοια, βρίσκομαι σε αδυναμία να μιλήσω μετά λόγου γνώσεως για πλήθος ζητήματα που εγείρονται από τη σύγχρονη βιολογία, φυσική κ.λπ. Νιώθω όμως ότι έχει πολύ ενδιαφέρον ο στοχασμός περί της ανοιχτότητας των οριζόντων. Στο πεδίο, λόγου χάριν, των νέων διλημμάτων που δημιουργεί η βιογενετική, ο Ορθόδοξος ιερέας Ιωάννης Μπρεκ υπενθυμίζει ότι η ψυχή (η βιβλική nephesh) συνιστά την προσωπική ξεχωριστότητα του ατόμου και σημειώνει ότι ίσως είναι ορθότερο να λέει κανείς “είμαι ψυχή”, παρά “έχω ψυχή” (20). Αποτολμώ να ανασύρω από τον χώρο των σοβαρών συζητητών μία περίπτωση προς διάσκεψη: Από την ένωση ωαρίου και σπερματοζωαρίου παράγεται, ως γνωστόν, ένα απλό κύτταρο, ο ζυγώτης. Οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι δημιουργούνται λίγο μετά τη σύλληψη, με τον χωρισμό του ζυγώτη. Έτσι, η κύηση απολήγει σε γέννηση δύο ανθρώπων. Έστω και σπανίως, όμως, η πορεία μπορεί να μην καταλήξει σ’ αυτό. Μπορεί, δηλαδή, κατά την κύηση οι δύο οντότητες να επανενωθούν και τελικά να γεννηθεί ένας άνθρωπος. Αν η ψυχή είναι ξεχωριστή ουσία που ξενίζεται στο σώμα από την πρώτη στιγμή της σύλληψης, τότε η σχηματιζόμενη με τη σύλληψη οντότητα έχει μία ψυχή. Όταν όμως (στην περίπτωση των μονοζυγωτικών διδύμων) επέλθει χωρισμός, τότε η ψυχή τι γίνεται; Παραμένει στο ένα δίδυμο, ενώ το άλλο απομένει χωρίς ψυχή; Ή μήπως η “παλιά” ψυχή μένει στο ένα, ενώ “νέα” ψυχή εντίθεται στο άλλο, το οποίο προσώρας είναι άψυχο κέλυφος; Και στην περίπτωση επανένωσης; Τι γίνονται οι μέχρι τότε δύο ψυχές; (21) Προδήλως δεν είναι αρκετή η κατανόηση της ψυχής ως αυτόνομου σφαιριδίου. Με την κατανόηση, όμως, της ψυχής στην προοπτική της προσωπικής μοναδικότητας της υπόστασης, ανοίγονται άλλες δυνατότητες.
Η συζήτηση εκκρεμεί. Και, βέβαια, το να θεωρεί κανείς μέρος της θείας Αποκάλυψης το εκάστοτε κοσμοείδωλο που είχαν οι Πατέρες προ οφθαλμών, ή να εκβιάζει τα κείμενά τους για να τα κάνει να προλέγουν τη σημερινή επιστήμη, ή να μεταφέρει αδούλευτα όρους από εποχή σε εποχή κι από συνάφεια σε συνάφεια, ήκιστα βοηθεί. Πρόκειται στην πραγματικότητα για το ίδιο πρόβλημα που ανακύπτει στην προσέγγιση των παλαιοδιαθηκικών κειμένων όταν παραθεωρείται ο παραβολικός, αφηγηματικός τρόπος έκφρασης των σημιτών, και διαβάζονται ως κατά γράμμα ιστορικές καταγραφές (22).
Τι εννοώ με τις παραπάνω ανθρωπολογικές αναφορές; Ότι τη στιγμή που η Φυσική σπαζοκεφαλιάζει ανελέητα πάνω στα ζητήματα της ενότητας και αλληλουχίας του πολύπλοκου και πολύεδρου κόσμου (23), μοιάζει πολύ σημαντική εκείνη η θεολογική θεώρηση η οποία δεν σπάζει οντολογικά τον κόσμο σε τμήμα που τάχα αποτελεί δικαιοδοσία της επιστήμης (δηλαδή στον λεγόμενο “υλικό κόσμο”) και σε τμήμα που τάχα αποτελεί τη δικαιοδοσία της θεολογίας (δηλαδή στη λεγόμενη “πνευματική ψυχή”). Ούτε μπορεί η θεολογία να δικαιώνει την ύπαρξή της ισχυριζόμενη ότι δικαιοδοσία της είναι τα εκάστοτε μη εξηγούμενα! Δεν ξέρω αν μπορούν να εξηγηθούν τα πάντα. Ο Γιώργος Γραμματικάκης, για παράδειγμα, δηλώνει δυσπιστία απέναντι στον ισχυρισμό ότι, αν βρεθεί η ‘Ενιαία Θεωρία’, όλο το σύμπαν θα είναι ένα ‘ανοιχτό βιβλίο’. “Πιστεύω”, λέει, “ότι πολλά μυστικά θα μας διαφεύγουν πάντα. Κυρίως εκείνα που αφορούν το νόημα της υπάρξεώς μας αλλά και της υπάρξεως του Σύμπαντος” (24). Τη θέση του αυτή δεν την προσάγω για να στηρίξω τον προαναφερθέντα θεολογικό ισχυρισμό (ότι δικαιοδοσία της θεολογίας είναι τα εκάστοτε μη εξηγούμενα), αλλά για να προσυπογράψω την πεποίθηση ότι η “χημική” ανάλυση ενός πράγματος δεν απαντά εξ ανάγκης και στο νόημα της ύπαρξής του. Όπως θα δούμε και παρακάτω, η τιτανομαχία περί το νόημα ανήκει στο θεόρατο πεδίο της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Εκεί βρίσκεται το καίριο ερώτημα, κι όχι στο αν μπορεί να αναλυθεί κάθε σπιθαμή του κόσμου. Ακόμα κι αν δύναται, δεν βλέπω γιατί να ενοχληθεί ένας πιστός από αυτό! Το επαναλαμβάνω: για τον Χριστιανισμό, η αλήθεια του κόσμου δεν βρίσκεται στα συστατικά του, αλλά στην αναφορικότητά τους! Πέραν όμως τούτου, η ειρωνεία είναι πως ο “χημικός” ισχυρισμός ὀτι δικαιοδοσία της θεολογίας είναι τα εκάστοτε μη εξηγούμενα, αντεστραμμένος συνιστά και βασικό αθεϊστικό ισχυρισμό· ότι, δηλαδή, απλώς προβάλλουμε στο θείο ό,τι απομένει προς το παρόν ανεξήγητο. Πρόκειται για ένα νήμα σκέψης που περνά από ανόμοια τοπία, όπως από τον πολιτικό Πωλ Λαφάργκ (25) μέχρι τον φυσικό Ρίτσαρντ Φέηνμαν (26). Όμως, μια αθεϊστική οπτική που πιστεύει πως ολοένα και μικραίνει ο “θεός” μέχρι τελικής εξαλείψεώς του καθώς εξιχνιάζεται το σύμπαν, είναι απλώς πρωτοξάδερφο των θεολογιών εκείνων που θεωρούν τον Θεό ή θραύσματα του Θεού (τις ψυχές), ως συστατικά του κόσμου!
Ας μου συγχωρεθεί μια διπλή έκκληση, προς εαυτούς και αλλήλους. Πριν υψωθεί η κραυγή “Η θεολογία, έξω από ‘δω”, ας διευκρινιστεί ποια θεολογία έχει κατά νου ο κραυγάζων. Και πριν οι θεολόγοι αδράξουμε σαν γιαταγάνι την επίκληση της θεοπνευστίας, ας αναρωτηθούμε μήπως η θεολογία που διατυπώνουμε δεν είναι θεολογία του χριστιανισμού, αλλά “θεολογία του εξαποδώ”.

2. Δοκιμάζοντας γεφύρια.
[Το ρήμα “δοκιμάζω” εδώ το χρησιμοποιώ όπως αυτός που τεντώνει το ένα του πόδι και μ’ αυτό πιέζει το άγνωστο γεφύρι μπροστά του, για να δει αν αντέχει].
Υπάρχει μια θεμελιώδης ασυμμετρία μεταξύ Φυσικής και Πίστης. Όπως είπα στην αρχή, η αποδοχή της Πίστης έχει να κάνει με τη θεμελιώδη δυνατότητα του ανθρώπου να προσανατολίζει τον εαυτό του. Ωστόσο η Πίστη (και αναφέρομαι στη χριστιανική πίστη (27) ) κουβαλά μέσα της μιαν αυθαιρεσία και δεν διεκδικεί επαλήθευση όπως οι θετικές επιστήμες. Από την άλλη, είναι γεγονός ότι παράμετροι της λεγόμενης Νέας Φυσικής κλόνισαν θετικιστικές βεβαιότητες και ξανάφεραν το ερώτημα περί Θεού στη συζήτηση. Αυτό όμως δεν σημαίνει ένα και μόνο πράγμα. Ορισμένες διαπιστώσεις της Φυσικής μπορεί από κάποιον να εισπραχθούν ως επίρρωση της Πίστης, ενώ από άλλον ως επιβεβαίωση της δίχως Θεό αυτάρκειας του κόσμου. Αυτό νιώθω ότι οφείλουμε να το αναγνωρίσουμε δίχως τρυκ, όσο κι αν φιλότιμα θεολογικά μελετήματα των τελευταίων χρόνων επιχειρούν να αφουγκραστούν στη Φυσική την επίρρωση της Πίστης (28) Το περισσότερο που μπορεί να συμφωνηθεί είναι, νομίζω, ότι τα εκπληκτικά της σύγχρονης Φυσικής δύνανται να είναι συνηγορίες υπέρ του μπορετού της Πίστης. Το βάρος όμως έκδοσης της ετυμηγορίας βρίσκεται στους ώμους του καθενός και σηκώνεται μόνον από τον ίδιο. Ας φέρω μερικά παραδείγματα, αφ’ ενός για το ότι οι επιστημονικές διαπιστώσεις δεν εκκρίνουν ένα και μόνο συμπέρασμα, και αφ’ ετέρου ότι η βιασύνη ορισμένων θεολόγων να πανηγυρίσουν για κάποια επιστημονική πρόταση που νιώθουν να τους δικαιώνει, μπορεί να ετοιμάζει το αυριανό θαλασσοπνίξιμο της θεολογίας τους μαζί με το ναυάγιο της φυσικής πρότασης που αποθέωσαν. Υπήρξαν εποχές όπου ο ντετερμινισμός ο θεμελιωμένος στη Νευτώνεια Φυσική υπήρξε το βαρύ πυροβολικό της στρατευμένης αθεΐας. Και όμως, συχνά, διάφορα ρεύματα της θεολογίας βασίστηκαν ακριβώς σε μια Νευτώνεια σκέψη για να “αποδείξουν” ότι ο κόσμος είναι εύτακτο έργο λογικού νομοθέτη. Κι από την άλλη, στο πλαίσιο της γιγαντιαίας συζήτησης για τη μετανεωτερικότητα (postmodernism), η παραπομπή στη Νέα Φυσική (29) και ειδικά στην απροσδιοριστία, έγινε η αγαπημένη πολλών θεολόγων, ως κατακρήμνιση του (συχνά Μαρξιστικού) ντετερμινισμού. Ταυτοχρόνως, όμως, το ίδιο πράγμα (η Νέα Φυσική) χαιρετίστηκε από θιασώτες του μεταμοντερνισμού ως κατακρήμνιση της θεολογικής πεποίθησης ότι μια αλήθεια (δηλαδή ο Θεός) ισχύει για όλο το σύμπαν! Ο Λυοτάρ, π.χ., στο βασικό έργο του “Η Μεταμοντέρνα Κατάσταση” – το μανιφέστο της απαξίωσης των λεγομένων “μεγάλων αφηγήσεων” και της συνοχής του κόσμου – εμπνεύστηκε θέσεις του από τη “θεωρία των καταστροφών” (30) και, παρόμοια, άλλοι μεταμοντέρνοι στοχαστές στράφηκαν στη “θεωρία του χάους”, παρ’ όλο που στασιάζεται αν προσέλαβαν αυτές τις θεωρίες στις πραγματικές τους διαστάσεις (31). Ακόμη και η πεποίθηση του Έντιγκτον (σε διαφωνία προς τον Αϊνστάϊν) ότι όλοι οι φυσικοί νόμοι αντιστοιχούν σε μια a priori γνώση και, ως εκ τούτου, είναι εντελώς υποκειμενικοί (32), μπορεί κάλλιστα να είναι άθεη! Κι από την άλλη, έχει παρατηρηθεί ότι, παρά τη διαφωνία του με την αιτιοκρατία, ο Μπορ ουδεμία διάθεση είχε να υποθάλψει μεταφυσικές προεκτάσεις της κβαντομηχανικής (33).
Φρονώ, λοιπόν, πως όταν μιλάμε για συνάντηση Φυσικής και Θεολογίας, δεν μπορούμε να έχουμε κατά νου δύο συμπαγή και αδιαφοροποίητα στο εσωτερικό τους συστήματα. Στην πραγματικότητα πρόκειται τουλάχιστον για τρεις συναντήσεις: Φυσικής και Φυσικής, Θεολογίας και Θεολογίας, Φυσικής και Θεολογίας. Πέρα από κάθε έννοια αυτοματισμού και κάθε εκβιασμό “αποδείξεων”, οι συναντήσεις (ή μάλλον: οι συνδιαλέξεις) αυτές έχουν νόημα
– ως ψηλάφηση του κτιστού,
– ως πρόκληση προς τους θεολόγους να διακρίνουν ποια στοιχεία του λόγου της Εκκλησίας αφορούν συγκυριακά κοσμοείδωλα και ποια συνιστούν την ευαγγελική πρόταση ζωής, και
– ως πρόκληση προς τους θετικούς επιστήμονες να μην εκλάβουν την περιγραφή του κόσμου ως ερμηνεία του, αλλά να δουν ως ανθρώπινο προνόμιο την τιτανομαχία περί το νόημα της ύπαρξης (34).

Στο πλαίσιο, λοιπόν, μιας συνδιάλεξης που μπορεί να κρατά τα παράθυρα ανοιχτά σε πελώρια και αφάνταστα τοπία, τολμώ (κρυφοκοιτάζοντας μη σκάσει μύτη το φάντασμα του καθηγητή Κρεμπ) να κοντοσταθώ στον θεωρητικό του χάους και της πολυπλοκότητας, νομπελίστα Ιλία Πριγκοζίν και στην απόπειρά του να συμφιλιώσει, όπως έλεγε, τις δυο κουλτούρες: των φυσικών και των φιλοσόφων. Χοντρικά μιλώντας, θα λέγαμε ότι οι πρώτοι, από τον Νεύτωνα μέχρι τον Χώκιν, δέχονται τον φυσικό νόμο ως σταθερό δεδομένο πριν, τώρα και αύριο και, άρα, βλέπουν ένα αναστρέψιμο σύμπαν, όπου το παρελθόν δεν διαφοροποιείται από το μέλλον. Αντιθέτως οι δεύτεροι, οι φιλόσοφοι (θα έλεγα: και οι θεολόγοι), θεωρώντας το χρόνο ως βασική διάσταση του ανθρώπου, προσδίδουν ιδιαίτερη σημασία στη σύνθεση – στο φτιάξιμο – του μέλλοντος (35).
Με το φως που ρίχνει ο Πριγκοζίν στο “βέλος του χρόνου”, υποστηρίζοντας ότι αυτό έχει μία μόνο κατεύθυνση, προς τα μπρος, φέρνει στο προσκήνιο το ζήτημα της δημιουργικότητας. Περίπου καταλογίζει θεολογική λογική στον Χώκιν, ο οποίος στο “Χρονικό του Χρόνου” προανήγγειλε μια καινούρια θεωρία που υπόσχεται ότι θα συμβάλει στην αποκωδικοποίηση της “σκέψης του Θεού”. Σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, αν τα πάντα είναι δεδομένα για τον Θεό, τότε η κατάκτηση της γνώσης των φυσικών νόμων ξεκλειδώνει τον θείο νου (36). Ο Πριγκοζίν, όμως, αντιθέτως, δεν καλοχωνεύει την έννοια του δεδομένου. Μιλά για μια επιστήμη “η οποία δεν αναφέρεται μόνον σε νόμους, αλλά και σε συμβάντα, σε μια επιστήμη που δεν αρνείται εκ των προτέρων την εμφάνιση του καινούργιου” (37). “Το συμβάν… ως ‘κάτι’ που συμβαίνει και συμβαίνοντας δημιουργεί το χώρο, τον χρόνο και την ύλη – μάζα – ενέργεια αποτελεί μία καινοτομία της σχετικιστικής φυσικής θεωρίας που υποδηλώνει τον κόσμο ως δημιουργούμενο και όχι απλώς υφιστάμενο” (38). Έτσι, ο Πριγκοζίν διατυπώνει την αρχή της μη αναστρεψιμότητας και επιμένει ότι τα πάντα εξελίσσονται στην ίδια κατεύθυνση του χρόνου, ότι ο κόσμος φτιάχνεται και ότι “το μέλλον δεν είναι δεδομένο” (39). Αν τα πράγματα έχουν έτσι, λέει, τότε η εξιχνίαση του γίγνεσθαι θα αποτελέσει τη θεωρία του 21ου αι., πέραν των δύο μεγάλων θεωριών του 20ού αιώνα, της σχετικότητας και της κβαντομηχανικής, που δεν δέχονται το μονότροπο βέλος του χρόνου (40).
Ομολογουμένως βρίσκω γοητευτική μια συζήτηση μ’ αυτή την οπτική, διότι μοιάζει να αφήνει χώρο για ζευγάρωμα του κοσμικού γίγνεσθαι με το ανθρώπινο πράττειν! Δεν θα ‘ταν, άραγε, ενδιαφέρον ένα αντάμωμα του Ιλία Πριγκοζίν με τον συμπατριώτη του π. Γεώργιο Φλωρόφσκυ και με την θεολογική φόρμουλα του δευτέρου περί του μεταϊστορικού χαρακτήρα των Εσχάτων; Η φόρμουλα αυτή αρνείται να αναγνωρίσει την οιαδήποτε ιστορική φάση ως τελική, κι έτσι υπερασπίζεται την ανθρώπινη δημιουργικότητα και αναγνωρίζει την ιστορία ως “φτιάξιμο”· ως κάτι που δεν εμπεριέχεται στην αρχή· ως ανοιχτή πορεία σε ένα μέλλον που δεν υπάρχει ακόμη, και που όταν θα υπάρξει θα είναι ριζικά νέο και πρωτόφαντο. “Το μέλλον”, έλεγε ο ρώσος Πατήρ του 20ού αιώνα, “μας αποκαλύπτεται… σαν χρέος παρά σαν αναμονή… Το μέλλον δεν είναι κάτι που ζητούμε και περιμένουμε, αλλά μάλλον κάτι που πρέπει να δημιουργήσουμε” (41).
Συγχωρέστε μου την υπερβολή, μα, δεν είναι άραγε υπέροχος πειρασμός να σκεφτούμε τον Πριγκοζίν να στέκει μαζί με τον Γρηγόριο Νύσσης και τον Μάξιμο τον Ομολογητή και – καθένας από τη σκοπιά του – να εξηγούν στον Πλάτωνα και τον Ωριγένη ότι η κίνηση είναι ουσιώδες χαρακτηριστικό της πραγμάτωσης του κόσμου κι όχι ξεπεσμός του; Το κτιστό, λέει ο Γρηγόριος, δεν είναι απλώς γινωμένο, αλλά γίνεται: “τρόπον τινά, πάντοτε κτίζεται” (42). Και μάλιστα ούτε το τελικό φτάσιμο του κόσμου στον Θεό σημαίνει (στην Ορθόδοξη θεολογία) πάγωμα του κτιστού, αλλά και πάλι κίνηση, μολονότι με άλλους όρους: ένα ατέλειωτο ταξίδι μέσα σε μιαν άπειρη αγκαλιά (43).

Γ. Δοκιμάζοντας το απύθμενο.
[Το ρήμα “δοκιμάζω” εδώ το χρησιμοποιώ όπως αυτός που παίρνει έναν μεζέ από ένα ολόκληρο τραπέζωμα].
Οι προτάσεις της προηγούμενης ενότητας μπορεί να φαίνεται ότι κολακεύουν τη θεολογική οπτική μας, ίσως, όμως, χρειάζεται να συνοδευτούν από μιαν αντιπολιτευτική επερώτηση (άλλωστε το διευκρίνισα παραπάνω ότι αυτό που θρασύνομαι να σκεφτώ, είναι η συνδιάλεξη φυσικής και θεολογίας• όχι το σύρσιμο της πρώτης σε απολογητή της δεύτερης). Η ελευθερία την οποία φαίνεται να αναγνωρίζει η προαναφερθείσα πριγκοζινική έμφαση στα “συμβάντα”, τι διαστάσεις μπορεί να έχει; Δεν είναι και πάλι μια – ας μου επιτραπεί η ερασιτεχνική έκφραση – δεσμευμένη ελευθερία, αφού συνιστά και αφορά τρόπους ύπαρξης του ήδη υπάρχοντος κόσμου; Μήπως και το “χάος” και οι “καταστροφές” (πάντα με την έννοια που έχουν στη Φυσική οι θεωρίες αυτές) δεν σημαίνουν απουσία νόμων, αλλά ύπαρξη (ή, έστω, ανάδυση) αλλιώτικων νόμων;
Οι θιασώτες του ακραίου ντετερμινισμού θα έσπευδαν περίπου να πουν ότι τα πάντα, και το εκάστοτε παρόν, περιέχονται, βάσει της αιτιοκρατικής αλυσίδας, στη Μεγάλη Έκρηξη. Ο ίδιος ο Πριγκοζίν είχε σαρκάσει αυτή την Αϊνστάϊνια πεποίθηση λέγοντας – κατά την ανακήρυξή του σε επίτιμο δημότη της Πεσκάρα το 1999 – ότι δυσκολεύεται να δεχτεί πως η εκδήλωση εκείνη “θα μπορούσε να συμπεριλαμβάνεται στην πληροφορία της Μεγάλης Έκρηξης” (44). Με παρόμοιο, ίσως, σκεπτικό ο Κορνήλιος Καστοριάδης αντιτείνει ότι η μουσική “δεν υπήρχε στη Μεγάλη Έκρηξη, ούτε στη σύσταση του πλανητικού συστήματος, ούτε την εποχή του αφανισμού των δεινοσαύρων”, κι όμως “τα μάτια ενός φιλοσόφου είναι ένας τύπος όντος εξίσου σημαντικός με τους γαλαξίες” (45). Πλέον, δηλαδή, υπάρχουν στο σύμπαν οντότητες που αποτελούν κάτι αληθινά καινούριο, και τούτο οφείλεται στο ότι ο άνθρωπος είναι δημιουργός. Αυτή, άλλωστε, είναι μια σημαντική εμμονή του Καστοριάδη: το ον ως ανάδυση στην ύπαρξη· ως δημιουργία. Ας θυμηθούμε εδώ ότι ο μητροπολίτης Ιωάννης Ζηζιούλας προσδιορίζει το Πρόσωπο ως εκ-στατικό, ως ύπαρξη δηλαδή που τείνει να βγαίνει έξω και πέρα από τα όρια του εαυτού της. Στην περίπτωση της Αγίας Τριάδας αυτό σημαίνει μια κίνηση κατάφασης του άλλου: τα Πρόσωπα της Τριάδας όχι απλώς ανοίγονται σ’ αυτό που είναι όχι ο εαυτός τους, αλλά επί πλέον φέρνουν στην ύπαρξη κάτι που δεν υπήρχε ανέκαθεν: τον κόσμο, δηλαδή μιαν εντελώς άλλη ταυτότητα, για να κοινωνήσουν μαζί του. Αυτή η θεϊκή ορμή προς κοινωνία με το άλλο και προς δημιουργία του άλλου, έχει χαριστεί και στον άνθρωπο, και, τηρουμένων των αναλογιών, πραγματώνεται με χαρακτηριστικό τρόπο στην τέχνη (46).
Ο Κορνήλιος Καστοριάδης δήλωνε άθεος. Και έχει διατυπώσει την αθεϊστικότερη, κατά τη γνώμη μου, πρόταση. Δεν στράφηκε τόσο κατά της δυϊστικής, καρτεσιανής εκδοχής του Χριστιανισμού (αυτή, νομίζω, μπορεί πλέον να αποκρουστεί σχετικά εύκολα), αλλά προασπίστηκε την αυτονομία του ανθρώπου, της κοινωνίας και του κόσμου, πράγμα που σημαίνει ότι αρνήθηκε κάθε ύπαρξη πέραν του κόσμου. Σστρέφεται, δηλαδή, ευθέως κατά της διαλεκτικής κτιστού και ακτίστου. Κι όμως, οι διαστάσεις που αναγνωρίζει στον άνθρωπο και στον κόσμο έγιναν αιτία να του χρεωθεί ανορθολογισμός. Ο κάθε άνθρωπος, λέει, είναι ένα απύθμενο πηγάδι, ανοιχτό στο απύθμενο του κόσμου (47), η δε οίηση της επιστημονικότητας, η οποία παραθεωρεί αυτό το απύθμενο, δεν αποτελεί παρά νόσο του νεωτερικού ιδεολογήματος περί απεριόριστης κυριαρχίας του ανθρώπου πάνω στη φύση (48).
Εδώ όμως, και πάντα με τον φόβο του μικρού που μετράει το μπόι του πλάι στον μεγάλο, θα αποπειραθώ μιαν αντιστροφή. Η καστοριάδια σύλληψη του όντος ως δημιουργίας, δεν θα μπορούσε, άραγε, να αποδοθεί σε ολόκληρο το σύμπαν; Γιατί άραγε το γίνωμα του εντελώς νέου, η ανάδυση στην ύπαρξη, να αφορά μόνο “συμβάντα” προϋποτιθεμένης της υπάρξεως του κόσμου, και να μην αφορά καθαυτή την ύπαρξη σύνολου του κόσμου; Γιατί, άραγε, ο κόσμος να μην αναδύθηκε στην ύπαρξη ως δημιουργία Προσώπου (: γενική υποκειμενική) και ως κάτι κάποτε εντελώς πρωτόφαντο;
Αυτό, κοντολογής, που θέλω να εισάγω στη συζήτηση, είναι η εκκλησιαστική θέ(α)ση ότι η αλήθεια του κόσμου έγκειται στη σχέση του με μιαν ύπαρξη “έξω από εδώ”, με κάποιον, δηλαδή, που δεν συγκαταλέγεται στα συστατικά του κόσμου. Καθαυτή η ύπαρξη του κόσμου νοείται ως “συμβάν” μιας ορμής προς κοινωνία: ένας Θεός που είναι συντροφιά (αφού καθένα από τα τρία Πρόσωπα υπάρχει σε αδιάκοπο άνοιγμα προς τα άλλα), θεληματικώς και αχρεωστήτως (άρα, ελεύθερα) ανοίγεται πέρα από τον εαυτό του και κάνει να υπάρξει κάτι, ολότελα άλλο και ολότελα καινούργιο. Τα ίδια τα όντα φέρουν ένα είδος λογικότητας, επειδή είναι χρονικές πραγματο-ποιήσεις των αιώνιων λόγων (των διανοημάτων και των ρημάτων, θα λέγαμε) του Θεού. Υπ’ αυτή την έννοια, καθαυτό το γεγονός ότι ο κόσμος υπάρχει, αποτελεί θεο-φάνεια! Το σύμπαν υπάρχει με τρόπο αναφορικό: σα να λέμε ότι βασικό χαρακτηριστικό του ερωτευμένου είναι ο έξω από αυτόν ερώμενος, όμως ουδεμία χημική ανάλυση του ερωτευμένου θα εντοπίσει μεταξύ των συστατικών του τον ερώμενο! Στην οπτική αυτή, το σύμπαν και ο άνθρωπος είναι όντως μυστήρια· όχι όμως χάρη σε κάποιο άκτιστο και εξώκοσμο συστατικό τους, αλλά επειδή αποτελούν εικόνα, εκτύπωμα και συνομιλητή μιας ύπαρξης αβυσσαλέας.
Αν βασικός άξονας είναι η αναφορικότητα του σύμπαντος, τότε ανοίγονται άλλες προοπτικές, νομίζω ακόμα κι αν βρεθούμε ενώπιον των σκληρότερων αιτιοκρατικών απόψεων. Κατά τη γνώμη μου, η διερώτηση για τον ντετερμινισμό έχει ιδιαίτερη σημασία, στο μέτρο που σχετίζεται με την ανθρώπινη πράξη, τη λειτουργία της βούλησης και τη διαμόρφωση απόφασης. Τα ζητήματα αυτά τα ξαναθέτει με ένταση η σύγχρονη Βιολογία και συζητιούνται, ως γνωστόν, σε συνάρτηση με τον διαξιφισμό ελευθερίας και αιτιοκρατίας στα σπλάχνα της νεότερης Φυσικής (49). Εδώ θα περιοριστώ μόνο σε μια νύξη: τα ερωτήματα μπορεί να ιδωθούν σε ευρύτερη προοπτική, αν ιδωθούν υπό τη σκοπιά της αναφορικότητας. Ίσως είναι λάθος να προσδοκούν οι θεολόγοι φυσικές θεωρίες που θα δικαιώνουν μια εντελή αναίρεση του ντετερμινισμού, σαν τάχα το σύμπαν να είναι ήδη φτασμένο σε πλήρη ελευθερία. Ο άνθρωπος, λέει κάπου ο Φλωρόφσκυ, έχει την ελευθερία να επιλέξει μεταξύ της αποδοχής του Θεού αφενός και της άρνησης του Θεού αφετέρου. Δεν έχει όμως την ελευθερία να μην επιλέξει (50)! Στη χριστιανική οπτική το ολότελα νέο (και προεχόντως η εσχατολογική μετάβαση του κόσμου σε έναν αλλιώτικο τρόπο ύπαρξης, ελεύθερον ακόμα κι από τον θάνατο) είναι μπορετό όχι απλώς βάσει μιας κοσμικής εντελέχειας, αλλά χάρη στη διαλεκτική ετερότητας και συμβατότητας ανάμεσα στον Θεό και τον κόσμο. Αν ο κόσμος κοινωνήσει με τον Άκτιστον και όντως ελεύθερον, τότε θα φιλοδωρηθεί ό,τι ο κτιστός εαυτός του αδυνατεί να γεννοβολήσει. Σ’ αυτή την προοπτική, αυτό που θα αρθεί είναι ο εγκιβωτισμός στην κτιστότητα· όχι η κτιστότητα η ίδια (51). Ο κόσμος είναι ερευνητός, κι ωστόσο έχει τον λόγο ύπαρξής του σ’ έναν Θεό τόσο αλλιώτικο, ώστε (βάσει της περίφημης τρικλοποδιάς του αγίου Μαξίμου του Ομολογητή) να δυνάμεθα να πούμε ότι ο Θεός υπάρχει, μα επίσης και ότι δεν υπάρχει, καθόσον είναι πραγματικά πέρα από κάθε έννοια του κόσμου: πέρα από το είναι, αλλά και πέρα από το μη-είναι (52). Εδώ, εξ άλλου, εδράζεται το παραδοσιακό λεξιλόγιο της Εκκλησίας, η οποία μιλά για σωτηρία η οποία “χαρίζεται”, καθ’ όσον το κτιστό έχει τη δυνατότητα υποδοχής των ενεργειών του έξω-από-αυτό Θεού. Ας μου επιτραπεί εδώ ένα χοντροκομμένο παράδειγμα, που ίσως δύναται κάπως να δείξει τη διελκυστίνδα ντετερμινισμού κι ελευθερίας στο πλαίσιο της διαλεκτικής κτιστού και ακτίστου. Μπορεί το χέρι μας να πάει στο πόμολο του παραθύρου βάσει μιας διαδικασίας λίγο ως πολύ ντετερμινιστικής. Μα ο αέρας που θα φυσήξει, θα αποτελέσει νέο δεδομένο, που θα εισβάλει “απ’ έξω”. Μπορεί να πάρει και το πόμολο απ’ τα χέρια μας, και το παραθυρόφυλλο από τους μεντεσέδες του. Και από το ανοιγμένο παράθυρο δεν θα προβάλει εικόνα επί οθόνης, αλλά αληθινό τοπίο, με αληθινή προοπτική, αλλά με αθέατη την απόληξή της. Δεν είμαι σίγουρος, μα ίσως θα διευκόλυνε εδώ αν χρησιμοποιήσω μια πρόταση της Φυσικής, όχι απολογητικά ως τεκμηρίωση της πίστης, αλλά ως γλωσσάρι που μπορεί κάπως να βοηθήσει αυτό που προσπαθώ να πω. Αναφέρομαι στη θεωρία των διακλαδώσεων, “σύμφωνα με την οποία ένα φυσικό σύστημα, οδηγούμενο σε κρίσιμες καταστάσεις αναπτύσσει με τρόπο απρόβλεπτο νέες δομές ύπαρξης και λειτουργίας… Αυτό μοιάζει ωσάν μία ιδεατή μορφή να επικάθεται στο φυσικό σύστημα και να συντονίζει τα επιμέρους έτσι ώστε το όλον να αποκτά νόημα και ύπαρξη ως όλον και όχι ως απλό αποτέλεσμα μικροσκοπικών διεργασιών” (53).
Αλλά εδώ θα σταματήσω. Βάζοντας άνω τελεία, η οποία – επιμένω – μαζί με το ερωτηματικό είναι τα συνηθέστερα σημεία στίξης στην ανθρώπινη ζωή.

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Μ. Σέλλεϋ, Φραγκεστάϊν (ελεύθερη απόδοση Γ. Σαμίου), εκδ. Ξενόπουλος, Αθήνα 1971, σ. 29.
2. Τα βασικά σημεία του παρόντος κειμένου αποτέλεσαν εισήγηση στην ημερίδα της Ένωσης Ελλήνων Φυσικών με θέμα “Επιστήμη και Θεός. Το ανθρώπινο και το υπέρλογο”, στην Αθήνα, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, την Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2006.
3. Jürgen Habermas, Το μέλλον της ανθρώπινης φύσης. Πίστη και γνώση (μτφρ. Μαρία Τοπάλη), εκδ. Scripta, Αθήνα 2004, σ. 57.
4. Κορνήλιος Καστοριάδης, Διάλογοι (μτφρ. Εύης Γεροκώστα), εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2001, σ. 88. Πρβλ. Κορνήλιος Καστοριάδης, Φιλοσοφία και Επιστήμη. Ένας διάλογος με τον Γεώργιο Λ. Ευαγγελόπουλο, εκδ. Ευρασία, Αθήνα 2004, σ. 23.
5. Πρβλ. Α΄ Κορ. 13: 8-12: “Τα θεία μηνύματα των προφητών κάποτε δεν θα υπάρχουν πια• η γλωσσολαία θα πάψει• θα σαματήσει η γνώση των μυστηρίων του Θεού. Γιατί η γνώση μας και η προφητεία ας περιορίζονται μονάχα σ’ ένα μέρος της αλήθειας. Όταν όμως το τέλειο που περιμένουμε θα ‘ρθεί, τότε το μερικό θα πάψει να υπάρχει” (μετάφραση από την έκδοση Η Καινή Διαθήκη. Το πρωτότυπο κείμενο με μετάφραση στη δημοτική, έκδ. Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Αθήνα 1989).
6. Σέλλεϋ, Φραγκεστάϊν, ό.π., σ. 30.
7. Έριχ Φρομ, Η Επανάσταση της Ελπίδας (μτφρ. Άρης Δικταίος), εκδ. Αλ. Ρούγκα, Αθήνα 1975, σσ. 13-14.
8. Σάββας Μιχαήλ, «Συζήτηση για τον Υλισμό και τον Ιδεαλισμό», Επαναστατική Μαρξιστική Επιθεώρηση 6 (2001), σ. 75.
9. Ευτύχης Μπιτσάκης, Γονίδια του Μέλλοντος, εκδ. Προσκήνιο, Αθήνα 2001, σ. 100. Το συγκεκριμένο μελέτημα είχε πρωτοδημοσιευτεί στο περιοδικό Ουτοπία το 1992.
10. π. Ιωάννης Ρωμανίδης, “Η ανθρωπολογία του Μεγάλου Ευχολογίου”, Κιβωτός 40 (1955), σσ. 94-96· 41 (1955), σσ. 108-112· 42-43 (1955), σσ. 129-133.
11. Απολύτως ενδεικτικά σταχυολογούμε από το έργο τεσσάρων νεοελλήνων θεολόγων που ανέδειξαν πολυάριθμους μαθητές: Νίκου Α. Νησιώτη, Προλεγόμενα εις την θεολογικήν γνωσιολογίαν. Το ακατάληπτον του Θεού και η δυνατότης γνώσεως Αυτού, εκδ. Πανεπιστημίου Αθηνών, Αθήναι 1984, σ. 74 (όπου η καταπληκτική φράση ότι ο άνθρωπος δεν “έχει” σώμα, αλλά “είναι” σώμα)• Χρήστος Γιανναράς, Η Μεταφυσική του Σώματος. Σπουδή στον Ιωάννη της Κλίμακος, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1971, σσ. 18-45· Νίκος Ματσούκας, Ιστορία της Φιλοσοφίας με σύντομη Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1981, σσ. 262-277, 320-324· Ιωάννης Ζηζιούλας, “Χριστολογία και ύπαρξη. Η διαλεκτική κτιστού – ακτίστου και το δόγμα της Χαλκηδόνος”, Σύναξη 2 (1982), σσ. 9-20• 3 (1982), σσ. 77-82· 6 (1983), σσ. 77-85. Ομοίως Μάριος Μπέγζος, Ευρωπαϊκή Φιλοσοφία της Θρησκείας, εκδ. Γρηγόρη, Αθήνα 2004, σσ. 197-204. Πρβλ. τη διατύπωση του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Ανατομία προβλημάτων της πίστεως (μτφρ.), εκδ. Ρηγόπουλου, Θεσσαλονίκη 1977, σ. 175, “Ο άνθρωπος δεν είναι απλώς εκ ψυχής και σώματος, αλλά με ψυχήν και σώμα”.
12. Βλ. Δ. Λ. Δρίτσας – Δ. Ν. Μόσχος – Στυλ. Λ. Παπαλεξανδρόπουλος, Χριστιανισμός και Θρησκεύματα (Β΄ τάξη Γενικού Λυκείου), ΟΕΔΒ, Αθήνα 19992, σσ. 205-206, και Μάριος Π. Μπέγζος – Αθανάσιος Ν. Παπαθανασίου, Θέματα Χριστιανικής Ηθικής (Γ΄ τάξη Γενικού Λυκείου), ΟΕΔΒ, Αθήνα 20023, σσ. 80-84.
13. Βλ. τις σχετικές μαρτυρίες [μαζί με άλλες των Μεθοδίου Ολύμπου (κοιμ. π. 311), Ιωάννη Δαμασκηνού (π. 675 – π. 749), Μακάριου Αιγύπτιου (π. 300 – π. 390) κ.ά., στο μελέτημά μου “Δυτικός και Ανατολικός Χριστιανισμός”, Σύναξη 5 (1983), σσ. 68-71. Την επικέντρωση αυτού του κειμένου στη θεμελιακότητα της διάκρισης κτιστού – ακτίστου την προσυπογράφω ανενδοίαστα, παρ’ όλο που το κείμενο ανήκει σε εκείνα που σήμερα θα επιθυμούσα να τα έγραφα αλλιώς.
14. Werner Heisenberg, Η εικόνα της φύσης στη σύγχρονη Φυσική (μτφρ. Δ. Τσαμκιράνη – Γεωργανοπούλου), εκδ. Σάκκουλα, Θεσσαλονίκη 1971, σσ. 11-14 και 120-125.
15. Πρβλ. πρωτ. Δημήτριος Στανιλοάε, “Εισαγωγή” στο Μυσταγωγία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού (μτφρ. Ιγνάτιος Σακαλής), εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1973, σ. 31. Εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίπτωση ιδιαίτερα γόνιμης λειτουργίας της θεολογίας. Αναπτύσσοντας ο Μάξιμος τη θεωρία των λόγων των όντων (εν ολίγοις, ότι τα όντα έρχονται στην ύπαρξη ως υλο-ποίηση των προαιώνιων θείων θελημάτων) αξιοποίησε και αναπροσανατόλισε μια μακρά φιλοσοφική παράδοση, τουλάχιστον από τους Στωικούς και τον Φίλωνα Αλεξανδρέα. Βλ. Lars Thunberg, Microcosm and Mediator. The Theological Anthropology of Maximus the Confessor, εκδ. Open Court, Chicago – La Salle 1995, σσ. 73-199, 211. Σημειωτέον ότι τη μεταγραφή της θεωρίας των λόγων (όπως την επεξεργάστηκε ο Μάξιμος) σε φυσικές ιδιότητες, τη συσχέτισή τους με την κβαντομηχανική και τη διατύπωση μιας ερμηνείας της κβαντικής φυσικής, ώστε η φυσική και η θεολογία να μη συνιστούν δυο ασύμπτωτους κόσμους, επιχειρεί ο Αρσένιος Μέσκος, Η υπόθεση των λογικών κβάντων. Ερμηνεύοντας την Κβαντική Φυσική με την βοήθεια της ελληνικής φιλοσοφικής και θεολογικής παράδοσης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2007, ιδίως σσ. 205-243.
6. Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, για παράδειγμα, δεν αντιστοιχίζει την ψυχή στον Θεό και το σώμα στον κόσμο, αλλά αμφότερα τα εντάσσει σε διακρίσεις του κτιστού (στα νοητά και στα αισθητά, αντίστοιχα), χωρίς όμως να παύει να βλέπει τον άνθρωπο (ουσιαστικά και ολόκληρο τον κόσμο) ως μία υπόσταση! Την δε τελική ανάσταση την προσγράφει σε ολόκληρη τη συμπαντική πραγματικότητα. Βλ. Μάξιμος Ομολογητής, Μυσταγωγία (σχόλια πρωτ. Δημήτριος Στανιλοάε, μτφρ. Ιγνάτιος Σακαλής), εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1973, σσ. 166-171. (Είναι μάλιστα εύγλωττος ο τίτλος του εν λόγω, ζ΄ κεφαλαίου του: “Πῶς ὁ κόσμος άνθρωπος λέγεται καί ποίῳ τρόπῳ καί ὁ ἄνθρωπος, κόσμος”). Αμέσως παρακάτω μιλά για την ανάγκη φροντίδας πάνω απ’ όλα της αιώνιας ψυχής, αλλά είναι φανερό ότι θίγει ποιμαντικά τον κίνδυνο εγκλωβισμού του ανθρώπου στην αυτονόμηση των βιολογικών επιθυμιών του. Είναι χαρακτηριστικό ότι την ψυχή, ακριβώς επειδή δεν την θεωρεί τμήμα της θείας ουσίας, την ονομάζει “θεία” (προδήλως για να τονίσει τον καίριο ρόλο της), αλλά και “θεοποιηθησόμενη” (για να δείξει την φυσική ανεπάρκειά της και την ανάγκη κοινωνίας της με τον άκτιστο Θεό): “Ὅση δύναμις, ἐπιμελείσθω τῆς ἀθανάτου καί θείας καί θεοποιηθησομένης ἐξ ἀρετών” (σ. 170). Με αυτή την ενδεικτική περιδιάβαση στα λόγια και τη σκέψη του Μάξιμου καταλαβαίνει κανείς και κάτι άλλο: Ότι αν θελήσει κανείς να βρει στην πατερική γραμματεία λέξεις, φράσεις ή και απόψεις για να “θεμελιώσει” την όποια άποψή του (ακόμα και την πιο Καρτεσιανή), φυσικά και θα βρει! Μα, αν δεν νοιάζεται για την ευρύτερη συνάφεια, για το κοσμοείδωλο κάθε εποχής και για το ότι όλες οι ανθρώπινες απόπειρες είναι ατελείς, τότε απλούστατα συμβάλλει στην ειδωλοποίηση πατέρων και κειμένων και δυσκολεύει την πάλη με τις έννοιες και τα πράγματα. Αλλά κάθε ειδωλοποίηση είναι αντιχριστιανισμός, ακόμη κι αν ασκείται στο όνομα του χριστιανισμού!
17. Αρχιμ. Γ. Στ., “Η επιμέλεια της ψυχής”, Φωνή Κυρίου 14/2444 (1 Απριλίου 2000).
18. Βλ. λ.χ. Ημερολόγιον [τσέπης] 2004 Ιεράς Μητροπόλεως Τριφυλίας και Ολυμπίας, σσ. 506: “Στη φύση μας είμεθα σώμα και ψυχή, ύλη και πνεύμα. Και καθένα από αυτά έχει διαφορετική προέλευση, σύσταση και προορισμό. Η ψυχή είναι ‘πνοή Θεού’ και άϋλη, πλασμένη ‘κατ’εικόνα και ομοίωσιν Θεού’, το σώμα είναι κτιστόν, υλικόν και μ’ αυτό, και ως προς αυτό ο άνθρωπος είναι χοϊκός”.
19. Πρβλ. τα λόγια που βάζει στο στόμα του Θεού ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος: “Έπλασα το χώμα και το έκανα σώμα, κι εμφύσησα ψυχή όχι από την ουσία μου, αλλά από τη δύναμή μου” (“‘Ἔπλασα τόν χοῦν εἰς σῶμα, ἐνεφύσησα ψυχήν τε οὐκ ἐκ τῆς ἐμῆς οὐσίας, ἀλλ’ ἐκ τῆς ἐμῆς ἰσχύος”). Συμεών Νέος Θεολόγος, Ύμνοι 53, 90-93, SC 196, 218.
20. John Breck, The Sacred Gift of Life. Orthodox Christianity and Bioethics, εκδ. St Vladimir’s Seminary Press, New York 2000 σ. 140, 198. Πρβλ. παραπάνω, την υποσημείωσή μας 10. Βλ. και τις διερωτήσεις του Χρήστου Γιανναρά, Το Ρητό και το Άρρητο. Τα γλωσσικά όρια ρεαλισμού της μεταφυσικής, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1999, σσ. 104-105. Χαρακτηριστική της δυσκολίας που προαναφέραμε είναι, σε πολλά θεολογικά μελετήματα, η ασυνεπής χρήση των όρων “κτιστός” και “άϋλος”, η δεσποτεία της ουσιοκρατικής κατανόησης του ανθρώπου και η επιβίωση μιας “ανθρωπολογίας των συστατικών”, η οποία και την εσχατολογική πραγμάτωση του ανθρώπου παραθεωρεί, και συχνά συνεχίζει την δίχως νόημα αντιδικία με τη θεωρία της εξέλιξης. Για το αντίθετο, ότι δηλαδή ο άνθρωπος δεν προσδιορίζεται από το άθροισμα των συστατικών του, αλλά από το μέλλον στο οποίο έχει κληθεί, βλ. Παναγιώτη Νέλλα, Ζώον Θεούμενον. Προοπτικές για μια Ορθόδοξη κατανόηση του Ανθρώπου, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1993. Πρβλ. Athanasios N. Papathanasiou, “Christian Anthropology for a Culture of Peace: Considering the Church in Mission and Dialogue Today”, Violence and Christian Spirituality (επιμ. Emmanuel Clapsis), εκδ. WCC Publications – Holy Criss Orthodox Press, Geneva – Brookline 2007, σσ. 86-107.
21. Breck, ό.π., σσ. 140-143. Πρβλ. Αρχιμ. Μακάριος Γρινιεζάκης, Κλωνοποίηση. Ηθικοποινωνικές και θεολογικές συνιστώσες, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2005, σσ. 119-120.
22. Βλ. το διαφωτιστικό μελέτημα του Μιλτιάδη Κωνσταντίνου, Παλαιά Διαθήκη. Αποκρυπτογραφώντας την πανανθρώπινη κληρονομιά, εκδ. Αρμός (σειρά “Σύναξη”), Αθήνα 2008.
23. Βλ. χαρακτηριστικά Γιώργος Γραμματικάκης, Η αυτοβιογραφία του φωτός, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 20052, σσ. 241-288.
24. Συνέντευξή του με τίτλο “Ο πανεπιστήμων”, ΒΗΜagazino (ένθετο της εφημερίδας Το Βήμα), τ. 429, Κυριακή 4-1-2009, σσ. 23-24.
25. Paul Lafargue, Οικονομικός Ντετερμινισμός. Αρχή και εξέλιξη των ιδεών της δικαιοσύνης, του καλού, της ψυχής και του Θεού (μτφρ. Αχιλλέα Βαγενά), εκδ. Αναγνωστίδη, Αθήνα, χ.χ., σσ. 228-229.
26. Paul Davies – Julian Brown (επιμ.), Υπερχορδές. «Η θεωρία των Πάντων» (μτφρ. Ανδρέας Βαλαδάκης), εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα 1989, σ. 245.
27. Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι είναι πελώριο λάθος να νομίζεται ότι θρησκευτικές έννοιες όπως “θεός”, “πίστη”, “κόσμος”, “σωτηρία” κλπ σημαίνουν το ίδιο πράγμα σε κάθε θρησκεία. Μια περιδιάβαση στις θρησκείες δύναται να το δείξει αυτό – και μάλιστα χωρίς καν ο ερευνητής να χρειάζεται να συμμεριστεί την πρόταση που καθεμιά κομίζει.
28. Σχετική θεολογική βιβλιογραφία βλ. στο ευσύνοπτο έργο του Ευάγγελου Βαρβαρέσου, Το Μεταφυσικό Πρόσωπο της Φυσικής, εκδ. Κώδικας, Θεσσαλονίκη 2005. Βλ. και τις εύστοχες επισημάνσεις του Νικολάου Μιχαλολιάκου, “Η εντιμότητα των σχέσεων Επιστήμης και Θεολογίας”, Ορθοδοξία και Φυσικές Επιστήμες, εκδ. Σαββάλα / Ένωση Ελλήνων Φυσικών, Παράρτημα Ανατολικής Κρήτης, Αθήνα 1996, σσ. 42-45, σχετικά με τον πειρασμό της απολογητικής.
29. Δηλαδή στις νέες θεάσεις που έφεραν οι Σχετικότητα, η Κβαντομηχανική, η Θερμοδυναμική, το Χάος, η Αυτο-οργάνωση της Ύλης, η Πολυπλοκότητα κλπ.
30. Ζαν-Φρανσουά Λυοτάρ, Η Μεταμοντέρνα Κατάσταση (μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης), εκδ. Γνώση, Αθήνα 1988, σσ. 131-142.
31. Iain Hamilton Grant, “Catastrophe Theory”, The Routlege Companion to Postmodernism (επιμ. Stuart Sim), εκδ. Routledge, London – New York 20052, σ. 183. Anthony McGowan, “Chaos Theory”, The Routlege Companion to Postmodernism, ό.π., σσ. 183-184.
32. Jonathan Powers, Φιλοσοφία και Νέα Φυσική (μτφρ. Τάσος Κυπριανίδης – Τάσος Τσιαντούλας), εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1995, σσ. 95-96.
33. Βλ. χαρακτηριστικά Christopher Norris, “Critical Realism and Quantum Mechanics: Some Introductory Bearings”, After Postmodernism. An Introduction to Critical Realism (επιμ. José López – Garry Potter), εκδ. The Athlone Press, London – New York 2001, σσ. 119.
34. Πρβλ. τη διάκριση των τριών στάσεων της σκέψης, κατά τον Καστοριάδη: εξήγηση (η οποία είναι το έργο της Φυσικής και της Βιολογίας), κατανόηση (αναζήτηση των νοημάτων που παράγει ο άνθρωπος) και διαύγαση (το έργο της φιλοσοφίας επί παντός του επιστητού, ακόμη και επί της κατανοήσεως). Βλ. Καστοριάδης, Φιλοσοφία και Επιστήμη, ό.π., σ. 48-51. Ο Καστοριάδης, βεβαίως, τη διαύγαση την αναθέτει στη φιλοσοφία και επ’ ουδενί στη θεολογία. Το θέμα χρειάζεται, βεβαίως, ιδιαίτερη πραγμάτευση, τολμώ όμως να ψελλίσω εδώ πως ο Καστοριάδης παραβλέπει ότι και η θεολογία (ή η εγκόλπωση της πίστης) ενέχει κριτική λειτουργία, καθόσον σχετίζεται με την επιλογή προσανατολισμού, όπως έχουμε προαναφέρει.
35. Ilya Prigogine, Οι νόμοι του χάους (μτφρ. Πασχάλης Α. Χριστοδούλου), εκδ. Τραυλός, Αθήνα 2003, σ. 98, 97. Πρβλ. και Ilya Prigogine – Isabelle Stengers, Τάξη μέσα από το Χάος (μτφρ. Μ. Λογιωτάτου), εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1986.
36. Prigogine, Οι νόμοι του χάους, ό.π., σσ. 16, 25.
37. Prigogine, Οι νόμοι του χάους, ό.π., σ. 17.
38. Γεωργίου Π. Παύλου, «Επιστήμη, Γνώση και Άνθρωπος», Ορθοδοξία και Φυσικές Επιστήμες, ό.π., σ. 140.
39. Prigogine, Οι νόμοι του χάους, ό.π., σ. 102.
40. Prigogine, Οι νόμοι του χάους, ό.π., σσ. 99, 109. Πρβλ. Stephen W. Hawking, Το Χρονικό του Χρόνου (μτφρ. Κωνσταντίνος Χάρακας), εκδ. Κάτοπτρο, Αθήνα (1988), σ. 227.
41. π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Θέματα Εκκλησιαστικής Ιστορίας (μτφρ. Παν. Κ. Πάλλη), εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1979, σ. 243. Βλ. σχετική ανάλυση στο Θανάση Ν. Παπαθανασίου, Η Εκκλησία γίνεται όταν ανοίγεται. Η ιεραποστολή ως ελπίδα και ως εφιάλτης, εκδ. Εν Πλω, Αθήνα 2008, σσ. 95-154.
42. Γρηγορίου Νύσσης, Εις το Άσμα Ασμάτων, 6, PG 44, 885D.
43. Γρηγόριος Νύσσης, Εις το Άσμα Ασμάτων, 6, Patrologia Graeca (στο εξής: PG) 44, 889B· 11, PG 44, 997D· Εις τους Μακαρισμούς 4, PG 1244D-1245A. Μάξιμος Ομολογητής, Περί διαφόρων αποριών, PG 91, 1089A-C· 1217A-D· 1112D-1116D. Γρηγόριος Παλαμάς, Υπέρ των ιερώς ησυχαζόντων 2.2.11, Γρηγορίου Παλαμά Συγγράμματα (επιμ. Π. Χρήστου), τ. 1, Θεσσαλονίκη 1962, σ. 517. Πρβλ. πρωτ. Δημήτριος Στανιλοάε, “Εισαγωγή”, Φιλοσοφικά και Θεολογικά Ερωτήματα του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού (μτφρ. Ιγνάτιος Σακαλής), εκδ. Αποστολικής Διακονίας, Αθήναι 1978, σσ. 21-23.
44. Prigogine, Οι νόμοι του χάους, ό.π., σ. 96.
45. Καστοριάδης, Φιλοσοφία και Επιστήμη, ό.π., σ. 53.
46. Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης, “Κοινωνία και Ετερότητα” (μτφρ. Διον. Γούτσος – Θαν. Ν. Παπαθανασίου), Σύναξη 76 (2000), σ. 14. Βλ. και John D. Zizioulas, Communion and Otherness. Further Studies in Personhood and the Church, εκδ. T. & T. Clark, London – New York 2006, σσ. 40, 220.
47. Κορνήλιος Καστοριάδης, “Κοινωνική Δημιουργία και Πολιτική” (μτφρ. Ρύσπος), Κριτική Αριστερά (συλλογικό), εκδ. Imago, Αθήνα 1984, σ. 70. Για τη συζήτηση περί ανορθολογικότητας του Καστοριάδη, βλ. ενδεικτικά Γιώργου Ν. Οικονόμου, “Φαντασία και λόγος στον Καστοριάδη”, Νέα Κοινωνιολογία 43 (2006-07), σσ. 136-144.
48. Κορνήλιος Καστοριάδης, “Νεοτερική επιστήμη και φιλοσοφική ερώτηση”, Τα Σταυροδρόμια του Λαβυρίνθου (μτφρ. Ζήσης Σαρίκας), εκδ. Ύψιλον / Βιβλία, Αθήνα 1991, σσ. 181-265.
49. Βλ. χαρακτηριστικά τα μελετήματα των Roger Penrose και Igor Aleksander στο συλλογικό έργο From Brains to Consciousness? Essays on the New Sciences of the Mind (επιμ. Steven Rose), εκδ. Penguin Books, London 1998, σσ. 169-171, 193. Πρβλ. και το κείμενο του Wilhelm Ostwald στο Heisenberg, ό.π., σσ. 125-131.
50. Πρβλ. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Δημιουργία και Απολύτρωση (μτφρ. Παν. Πάλλη), εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1983, σ. 55. Ο π. Αρσένιος Μέσκος είχε δίκιο όταν σημείωνε πως “… δεν μπορούμε να διαγράψουμε το γεγονός ότι είμαστε στο 2002 και είμαστε πια σε θέση να γνωρίζουμε πόσο μεγάλη ψευδαίσθηση είναι η ιδέα της απόλυτης ελευθερίας” (βλ. π. Αρσένιος Μέσκος, Ο Πλανήτης της Θεολογίας, Ι. Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, Σοχός 2002, σ. 131), φρονώ όμως ότι η παραδοχή αυτή αποτελεί, όπως δείχνει ο Φλωρόφσκυ, εγγενή αξίωση της θεολογίας.
51. Πρβλ. την κριτική μου για το βιβλίο του π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ, Το Σώμα του Ζώντος Χριστού. Μια Ορθόδοξη Ερμηνεία της Εκκλησίας (μτφρ. Ι. Κ. Παπαδόπουλος, εκδ. Αρμός, Αθήνα 1999), στο περιοδικό Σύναξη 75 (2000), σ. 110.
52. Ο Θεός, λέει ο Μάξιμος, είναι η αιτία των πάντων, κι όμως μπορούμε άνετα να δεχόμαστε “πιο πολύ ν’ αποδίδεται σ’ αυτόν, σαν συγγενικότερο προς τη φύση του, το μη είναι, επειδή υπερβαίνει το είναι”. “Γιατί είναι απλή κι άγνωστη κι απρόσιτη σ’ όλους η ύπαρξή του και ανερμήνευτη ολότελα και πέρα από κάθε κατάφαση κι απόφαση”. Μυσταγωγία, ό.π., 103 και 105 αντίστοιχα. Πρβλ. τον διεισδυτικό Χρήστο Γιανναρά, Το Ρητό και το Άρρητο, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1999, σσ. 223.
53. Παύλου, ό.π., σ. 141.

πηγή: [Από τον Τιμητικό Τόμο Φιόρα Τιμής για τον Μητροπολίτη Ζακύνθου Χρυσόστομο Β΄ Συνετό, Ζάκυνθος 2009, σ. 769-788],

http://www.antifono.gr/portal/Κατηγορίες/Επιστήμη-Θρησκεία/Άρθρα/1779-Μια-Θεολογία-έξω-από-δώ-ή-μια-θεολογία-του-εξαποδώ.html

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ "ΚΑΙΡΟΣ" για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης

ΔΙΑΚΗΡΥΞΗ ΑΡΧΩΝ

Καθώς διαβαίνουμε ήδη τον 21ο αιώνα, μεγάλες αλλαγές συντελούνται και εδραιώνονται σταδιακά στην ελληνική κοινωνία. Η προϊούσα εκκοσμίκευση, ο συνεχώς αυξανόμενος πολιτισμικός πλουραλισμός, η αποστασιοποίηση -ιδιαίτερα των νέων- από τις θρησκευτικές κοινότητες και τις παραδόσεις τους, η στροφή σε μια τεχνοκρατική και χρησιμοθηρική αντίληψη για την παιδεία, αλλά και η ανάδυση φονταμενταλιστικών τάσεων είναι μερικές από αυτές. Οι αλλαγές αυτές εγείρουν έντονο προβληματισμό και θέτουν το ζήτημα της επανεξέτασης των όρων και των προϋποθέσεων της Θρησκευτικής Εκπαίδευσης (ΘΕ) στην Ελλάδα. Η ορατή, πλέον, προοπτική αναθεώρησης του υπάρχοντος νομικού και εκπαιδευτικού πλαισίου εκ μέρους της Πολιτείας, καθιστά ακόμη πιο επιτακτικό και επίκαιρο τον προβληματισμό σχετικά με τη θέση, το χαρακτήρα, τους στόχους και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ) στο ελληνικό σχολείο.

Παράλληλα, στο ευρύτερο ευρωπαϊκό περιβάλλον αναπτύσσεται ένας εξαιρετικά πλούσιος διάλογος, τόσο για τα θεμελιακά ιδεώδη και τους στόχους μιας εκπαίδευσης που θα συντονίζεται αυθεντικά με τις αγωνίες και τα βαθύτερα υπαρξιακά αιτήματα των νέων, όσο και για τη δυνατότητα των θρησκειών να λειτουργήσουν στις σύγχρονες ευρωπαϊκές κοινωνίες ως παράγοντες κοινωνικής συνοχής και συναλληλίας. Σε αυτόν το διάλογο, όλο και περισσότεροι από αυτούς που ασχολούνται με την εκπαιδευτική θεωρία και πράξη υποστηρίζουν ότι μια ΘΕ που θα εμπνέει τον αμοιβαίο σεβασμό μπορεί να συμβάλει θετικά και ουσιαστικά στη συγκρότηση μιας κοινωνίας, η οποία θα αξιοποιεί δημιουργικά κάθε πολιτισμική και θρησκευτική ετερογένεια, με την προϋπόθεση ότι δεν θα θίγεται το δικαίωμα κάθε ευρωπαίου πολίτη για ανεμπόδιστο αυτοπροσδιορισμό.

Έχοντας αυτά κατά νου, θεωρούμε πως πρέπει να απαντήσουμε θετικά στην πρόκληση της εποχής· πως τώρα είναι ο καιρός για την αναβάθμιση της ΘΕ στην Ελλάδα. Πιστεύουμε ότι ένα αναβαθμισμένο ΜτΘ μπορεί πράγματι να λειτουργήσει ως παράγοντας εμβάθυνσης και εμπλουτισμού της ίδιας της δημοκρατίας: ενθαρρύνοντας την κατάργηση στερεοτύπων και προκαταλήψεων, καλλιεργώντας την υπευθυνότητα και εμπνέοντας την έμπρακτη αγάπη για το συνάνθρωπο και την κτίση.

Μπορεί και πρέπει να συμβάλει το ΜτΘ, ώστε οι μαθητές να έχουν τη δυνατότητα, τη γνωστική υποδομή και την ψυχική ευρυχωρία για έναν απροκατάληπτο και εποικοδομητικό διάλογο, με αποδοχή και σεβασμό της θρησκευτικής ετερότητας, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι απεμπολούν ή σχετικοποιούν τη δική τους -θρησκευτική ή μη- ταυτότητα.

Ο ευαίσθητος χώρος της εκπαίδευσης έχει ανάγκη από μια Θεολογία «ανοιχτών οριζόντων»: διαλεκτική με τον Άλλο και τίμια με τον Εαυτό της. Μια Θεολογία, που μέσα από τη μελέτη της ιστορίας του θρησκευτικού φαινομένου, των πηγών της ορθόδοξης παράδοσης και της εν γένει πνευματικής κληρονομιάς του πολιτισμού μας διακρίνει, αλλά δεν διαιρεί. Μια Θεολογία, που όχι μόνο δεν παραβιάζει την ελευθερία της συνείδησης αλλά, αντίθετα, τη θεωρεί «ιερό κέντρο» της ανθρώπινης ύπαρξης και ιδρυτική προϋπόθεση για τη συγκρότηση της κοινωνίας. Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο υποστηρίζουμε τον υποχρεωτικό χαρακτήρα του ΜτΘ για όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από τη θρησκευτική ή μη προέλευση και ταυτότητά τους: διότι μέσα από τη γνώση αποκτά περιεχόμενο η ελευθερία.

Σε αυτό το πλαίσιο προβληματισμού για την ΘΕ στην Ελλάδα, δεν παραγνωρίζουμε ούτε υποτιμούμε τα όσα θετικά έχουν γίνει τα τελευταία 30 χρόνια, σε μια προσπάθεια να αποβληθεί ο κατηχητισμός και να βελτιωθεί η διδακτική προσέγγιση του -κατά βάση μονοφωνικού- ΜτΘ. Ούτε, βέβαια, θεωρούμε πως η αλλαγή του ΜτΘ μπορεί να εξαντληθεί σε μια απλή διακηρυκτική-ιδεολογική πρόταση, που αγνοεί αβασάνιστα τις ιδιαιτερότητες και τις απαιτήσεις της σχολικής πραγματικότητας.

Στην προοπτική αναμόρφωσης της ΘΕ, οφείλουμε να αξιοποιήσουμε δημιουργικά τις προτάσεις που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί για το χαρακτήρα του ΜτΘ (Πολιτιστικό, Βιβλικό, Ιστορικό, Θρησκειολογικό κ.ά.)· να εργαστούμε συντονισμένα και μεθοδικά, ώστε να κατατεθεί πρόταση τεκμηριωμένη παιδαγωγικά, που θα βασίζεται στη δυναμική της σύνθεσης. Ανάμεσα σε μια εκτός χρόνου αντίληψη, που υπεραμύνεται πεισματικά ενός ΜτΘ μονοδιάστατου και παρωχημένου, και σε μιαν άλλη, εκτός τόπου αυτή, που ισοπεδώνει αδιάκριτα στο όνομα της ουδετερότητας την ιδιαιτερότητα, προβάλλει η ανάγκη για μια τρίτη πρόταση εντός τόπου και χρόνου, γόνιμη και συνθετική, που να λειτουργεί όπως ο διαβήτης: με το ένα σκέλος να πατάει γερά στο δικό του πολιτισμό και με το άλλο να εκτείνεται διαλεκτικά στον Άλλο, «ιχνογραφώντας» τη συνομιλία. Η εποχή μας και τα παιδιά της δεν έχουν ανάγκη από μια σειρά παράλληλων μονολόγων ούτε από ένα καταιγισμό θρησκευτικής πληροφορίας. Ο καιρός απαιτεί το ΜτΘ να ανοιχτεί στον αναγκαίο διάλογο των ιδεών και των πολιτισμών, προσδιορίζοντας ταυτόχρονα με υπευθυνότητα και επιστημονική επάρκεια τους όρους, τις προϋποθέσεις και τα κριτήρια που πρέπει να διέπουν τον διάλογο αυτόν, μακριά από άγονες αντιπαραθέσεις και ιδεοληψίες. Πιο συγκεκριμένα, οφείλουμε:

α. Να εξηγήσουμε με σαφήνεια και ειλικρίνεια στην ελληνική κοινωνία τους λόγους, για τους οποίους είναι επείγον και απαραίτητο να υπάρχει μια κοινή θρησκευτική εκπαίδευση για όλους τους μαθητές, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές επιλογές τους. Εκτός από την προβολή των στατιστικών στοιχείων, που καταγράφουν τη θρησκευτική και πολιτισμική «ποικιλοχρωμία» των σχολικών τάξεων, χρειάζεται να αναδείξουμε τις επιπτώσεις και τις προοπτικές που αυτή έχει στην ίδια τη ζωή και στην ανάπτυξη των μαθητών· τα συγκεκριμένα προβλήματα, αλλά και τις ευκαιρίες που παρέχει η νέα αυτή σχολική συνθήκη.

β. Να εκτιμήσουμε την αγωνιώδη αναμέτρηση των σημερινών νέων με τα υπαρξιακά και κοινωνικά αδιέξοδα (τη μοναξιά, την αδικία, τη φτώχεια, την ανεργία, την οικολογική απειλή κ.ά.) και να συμπορευθούμε μαζί τους μαρτυρώντας την ελπίδα. Το ΜτΘ έχει το προνόμιο, αλλά και το χρέος να εκφέρει λόγο που να συγκροτεί την ύπαρξη και να ιχνηλατεί πρόταση συνεκτική της ζωής, είτε μέσα από τη μελέτη, την ερμηνεία και την ανάδειξη του οικουμενικού και επίκαιρου λόγου της ορθόδοξης θεολογίας και των άλλων χριστιανικών παραδόσεων, είτε μέσα από τη σπουδή και την κατανόηση των άλλων θρησκειών και των φιλοσοφικών συστημάτων. Χρέος ιδιαίτερα επιτακτικό στις μέρες μας, καθώς σημειώνεται μια γενικότερη υποχώρηση των ανθρωπιστικών σπουδών στο όνομα μιας τεχνοκρατικής και χρησιμοθηρικής εκπαίδευσης, η οποία μπορεί να βελτιώνει τη διαχειριστική ικανότητα, αφήνει όμως να ατροφεί επικίνδυνα ο στοχασμός και η κρίση.

γ. Να διαμορφώσουμε μια νέα και λειτουργική πρόταση για το ΜτΘ, που να υπερβαίνει την τρέχουσα μεταβιβαστική και διαχειριστική αντίληψη για την εκπαίδευση. Άλλωστε, είναι πια κοινά αποδεκτό ότι η γνώση δεν είναι μόνο προϊόν μεταβίβασης, αλλά ανακαλύπτεται και παράγεται και από τον ίδιο τον μαθητή. Επομένως, το Αναλυτικό Πρόγραμμα αλλά και τα διδακτικά βιβλία είναι ανάγκη να αποβάλουν τη λογική μιας κλειστής και προκατασκευασμένης γνώσης. Θα πρέπει να παρέχουν τη δυνατότητα για μια ουσιαστική και δυναμική αλληλεπίδραση ανάμεσα στον μαθητή, στα περιεχόμενα και στον δάσκαλο, που θα εδράζεται στην ερμηνεία, στην κριτική και στον διάλογο. Στην προοπτική αυτή, θα πρέπει να επεξεργαστούμε μια νέα καθολική προσέγγιση της γνώσης, καθώς και τη συνακόλουθη μεθοδολογία, ώστε το ΜτΘ να μην εξαντλείται στην «πληροφόρηση γύρω από» τις θρησκείες, αλλά να στοχεύει σε μια «μάθηση από» τις θρησκείες, που θα διευρύνει τον πνευματικό ορίζοντα του μαθητή.

δ. Να προχωρήσουμε στη δημιουργία ενός λειτουργικού πλαισίου συνεργασίας και αλληλεπίδρασης ανάμεσα στις τρεις βαθμίδες της Εκπαίδευσης.

ε. Να μελετήσουμε τις ευρωπαϊκές θρησκειοπαιδαγωγικές εξελίξεις και να διαλεχθούμε με τους ευρωπαίους συναδέλφους μας. Πέρα από τις διαφορές, υπάρχουν αναμφίβολα ομοιότητες και αναλογίες, καθώς και το κοινό ευρωπαϊκό αίτημα για μετεξέλιξη και αναβάθμιση της ΘΕ.

στ. Να συμβάλουμε στη δημιουργία πλαισίου διαλόγου με όλους τους φορείς, που είτε εμπλέκονται θεσμικά (Υπουργείο Παιδείας, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, πολιτικά κόμματα, Θεολογικές σχολές κ.ά.) είτε έχουν νόμιμο και θεμιτό ενδιαφέρον σχετικά με τη ΘΕ (Διοικούσα Εκκλησία, Θρησκευτικές κοινότητες, Ανεξάρτητες Αρχές, Σύλλογοι κ.ά.), μέσα από τη διοργάνωση συνεδρίων και σεμιναρίων, την έκδοση περιοδικού και τη δημιουργία ιστοσελίδας.

Έχουμε την πεποίθηση πως αυτό το αναγκαίο βήμα για την αλλαγή της ΘΕ δεν μπορεί και δεν πρέπει να γίνει ερήμην των εκπαιδευτικών, που αναμετρώνται καθημερινά με τις απαιτήσεις, αλλά και τις ανεπάρκειες του ΜτΘ στο δημόσιο σχολείο. Εκτιμούμε πως είναι πια καιρός να συμβάλουμε και εμείς θετικά και με επεξεργασμένες προτάσεις στο διάλογο για τις αναγκαίες αλλαγές. Αυτό, όμως, μπορεί να γίνει μόνο νηφάλια και συλλογικά μέσα από τη συνδρομή όλων μας. Για το σκοπό αυτό, προχωρούμε στην ίδρυση του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ -για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» και απευθύνουμε ανοιχτή πρόσκληση συμμετοχής σε αυτόν.

info: http://kairostheologoi.wordpress.com/

 

 

"ΟΥΔΕ ΒΑΛΛΟΥΣΙΝ ΟΙΝΟΝ ΝΕΟΝ ΕΙΣ ΑΣΚΟΥΣ ΠΑΛΑΙΟΥΣ" (Μτθ. 9,17)

Του Νίκου Παύλου

Δε νομίζω να αμφιβάλλει κανένας πως η σημερινή πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική από αυτή που γνωρίζαμε ακόμη και πριν από 5 ή 10 χρόνια. Αλλοίμονο σ’ εκείνον που δεν το έχει κατανοήσει ή προσπαθεί να ερμηνεύσει (και να ζήσει) στο σήμερα χρησιμοποιώντας ξεπερασμένες πρακτικές. Είναι σίγουρο πως θα αντιμετωπίσει δυσκολίες οι οποίες δε θα αφορούν μόνο αυτόν αλλά και όλους αυτούς που επηρεάζει.

Επομένως, όποιος επιθυμεί να αρθρώνει (και να έχει) λόγο για τα δημόσια πράγματα θα πρέπει να γνωρίζει πως αυτό συνεπάγεται παρέμβαση που θα έχει ως βάση τη γνώση των σημερινών προβλημάτων και αγωνιών και όχι αυτή που αφορούσε παλαιότερες δεκαετίες. Αυτό βέβαια είναι γνωστό, και γι’ αυτό στο σύνολο σχεδόν των ανθρώπινων ομάδων οι απόμαχοι είτε δημιουργούν δικά τους σωματεία ή αρκούνται στο ρόλο του επίτιμου εταίρου και όχι του άμεσου διαχειριστή ζητημάτων που αφορούν εν ενεργεία μέλη τους.

Το μάθημα των Θρησκευτικών αποτελεί, όπως είναι γνωστό, μέρος του σημερινού Αναλυτικού Προγράμματος. Δε χρειάζεται να τονιστεί πως διδάσκεται δύο ώρες την εβδομάδα στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με θεματολογία που περιλαμβάνει ζητήματα από τη Βίβλο, την Εκκλησιαστική ιστορία, τη Λειτουργική, τη Δογματική και την Ηθική της Ορθόδοξης Εκκλησίας, ενώ δίνονται ελάχιστα και αποσπασματικά στοιχεία για τις χριστιανικές ομολογίες και τα θρησκεύματα. Παρά το γεγονός πως πολλοί συμπολίτες το θεωρούν «δευτερεύον μάθημα» κάτι που οφείλεται βασικά στη μη ένταξή του στο σύστημα για την πρόσβαση στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, ο θόρυβος γύρω από αυτό είναι συνεχής, ενώ φωνές που μιλούν για την αναβάθμισή του και άλλες που το αμφισβητούν ακούγονται συνεχώς.

Τα παραπάνω σημαίνουν πως αυτοί που διδάσκουν το μάθημα θα πρέπει να βρίσκονται σε συνεχή διάλογο με όλες τις τάσεις που το αφορούν. Βασικά συστατικά του θα πρέπει να είναι η έλλειψη φοβικότητας , η εγκατάλειψη οποιασδήποτε αμυντικής στάσης που μόνο αρνητικά μπορεί να προκαλέσει και η απάλειψη συνδρόμων δημιουργίας «εχθρών» που πρέπει να καταπολεμηθούν από αυτούς που πιστεύουν πως κατέχουν –αυτοί και μόνο αυτοί- την αλήθεια.

Ταυτόχρονα είναι σημαντικό να υπάρχουν και εχέγγυα για να μπορεί το θρησκευτικό μάθημα να θεωρείται σύγχρονο. Δεν είναι δυνατό στην εποχή του διαδραστικού πίνακα να προσπαθεί κάποιος να το υπερασπιστεί με επιχειρήματα, τα οποία μπορεί να έπειθαν τον άνθρωπο της δεκαετίας του 1960 ή του 1970 αλλά σήμερα μάλλον προκαλούν θυμηδία.

Εκτός όμως από το διάλογο για μία συνολικότερη αναβάθμιση του μαθήματος είναι αναγκαίο να υπάρχουν και προτάσεις για την καλύτερη προσφορά του. Αυτές σίγουρα μπορούν να τις κάνουν οι άμεσα ενδιαφερόμενοι. Φυσικά αυτό δε σημαίνει πως πρέπει να στερηθεί κάποιος άλλος το δικαίωμα να έχει λόγο. Δε θα πρέπει όμως να έχει την απαίτηση να θεωρείται αυτός έκφραση των μάχιμων της έδρας που γνωρίζουν τις σημερινές ανάγκες και τις προτεραιότητες.

Αυτές οι προτάσεις χρειάζεται να πείσουν την κοινωνία για την αξία των Θρησκευτικών και θα αναδείξουν τη σημαντική προσφορά του στη δημιουργία της προσωπικότητας του νέου ανθρώπου. Εδώ λοιπόν χρειάζεται και πλήρης κατανόηση της σημερινής πραγματικότητας –που θα συμβάλλει αποφασιστικά στη δημιουργία σύγχρονων Αναλυτικών προγραμμάτων για το μάθημα, αφού αυτό αυτονόητα αφορά σημερινούς μαθητές- και διάθεση για καλόπιστο διάλογο με όλους χωρίς κανένα φοβικό σύνδρομο, όπως τονίστηκε και προηγουμένως. Αν υπάρχουν αυτά τότε δε θα υπάρξει κανένα πρόβλημα για το μάθημα και τους Θεολόγους αν όχι μάλλον θα πρέπει να κινηθούμε όλοι για τη δημιουργία τους.

Πηγή: http://simeion.blogspot.com/

Τα επτά «Άγια Δισκοπότηρα» της Φυσικής

 Επτά καίρια άλυτα ερωτήματα που κρατούν τους φυσικούς άγρυπνους τη νύχτα.

 

Το καναδικό Ινστιτούτο Θεωρητικής Φυσικής Περίμετρος, που έχει δημιουργήσει από το 2000 ο οραματιστής ελληνικής καταγωγής επιχειρηματίας Μάικ Λαζαρίδης (δημιουργός της εταιρίας RIM που παράγει το κινητό Blackberry), έχει ήδη αποκτήσει παγκόσμια φήμη για την ικανότητά του να βρίσκεται στην επιστημονική πρωτοπορία και να προσελκύει τα καλύτερα «μυαλά» στα ερευνητικά προγράμματα του. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Στίβεν Χόκινγκ, μόλις παραιτήθηκε λόγω ηλικίας από την έδρα του στο Κέμπριτζ, άρχισε αμέσως τη συνεργασία του με το Perimeter Institute.

Πρόσφατα ολοκληρώθηκε μια δεκαήμερη εκδήλωση με τίτλο «Από τα Κβάντα στον Κόσμο», στο πλαίσιο της οποίας ζητήθηκε από ένα πάνελ κορυφαίων φυσικών του πλανήτη να απαντήσουν στο πρωτότυπο ερώτημα «Τι σας κρατάει άγρυπνους τα βράδια;». Ακολουθεί μια σύντομη παράθεση των απαντήσεων, όπως τα κατέγραψε το «New Scientist».

1. Γιατί αυτό το σύμπαν και όχι άλλο;

Αναζητώντας τους θεμελιώδεις νόμους της φύσης, οι φυσικοί ουσιαστικά εργάζονται με βάση ένα συγκεκριμένο άξονα: να δείξουν γιατί το σύμπαν πρέπει να είναι όπως το βλέπουμε. Αν όμως οι επιστήμονες μπορούν να συλλάβουν με το μυαλό τους άλλους φυσικούς νόμους, γιατί τότε δεν μπορούν τα σύμπαντα που περιγράφουν θεωρητικά, να υπάρχουν κιόλας στην πραγματικότητα σε κάποιο άλλο μέρος; Οι επιστήμονες μπορούν εύκολα να φανταστούν διαφορετικά σύμπαντα με διαφορετικούς νόμους, οπότε το ερώτημα είναι γιατί στο δικό μας σύμπαν υπάρχουν αυτοί οι νόμοι και όχι κάποιοι άλλοι;

2. Από τι είναι φτιαγμένο το κάθε τι;

Είναι πια φανερό στους φυσικούς ότι η κανονική ύλη -από την οποία αποτελούνται τα άτομα, τα άστρα και οι γαλαξίες- αποτελεί μόλις το 4% της συνολικής ενέργειας του σύμπαντος. Το ερώτημα αφορά το υπόλοιπο 96% που αποτελείται από σκοτεινή ύλη και σκοτεινή ενέργεια. Και αν μεν η σκοτεινή ύλη ίσως σύντομα «φωτιστεί» με νέα πειράματα, όπως του δορυφόρου «Φέρμι» (Fermi) της ΝΑΣΑ (NASA), τα πράγματα είναι πολύ πιο δύσκολα στη δεύτερη περίπτωση, της μυστηριώδους σκοτεινής ενέργειας, η οποία οδηγεί σε επιταχυνόμενη διαστολή του σύμπαντος, καθώς εδώ δεν φαίνεται… φως στο βάθος του τούνελ.

3. Πώς λαμβάνει χώρα η πολυπλοκότητα;

Από την απρόβλεπτη συμπεριφορά των χρηματοοικονομικών αγορών μέχρι την αυθόρμητη ανάδυση της ζωής από την ανόργανη ύλη, προκύπτει το ερώτημα με ποιο τρόπο εμφανίζεται και οργανώνεται η πολυπλοκότητα. Με άλλα λόγια, οι φυσικοί δεν έχουν ακόμα καταλάβει πώς απλά πράγματα, μέσα από απλές αλληλεπιδράσεις, οδηγούν σε πολύπλοκα φαινόμενα (βλέπε και «θεωρία του χάους» ).

4. Θα αποδειχτεί ποτέ ότι είναι σωστή η θεωρία των χορδών (string theory);

Η θεωρία των χορδών, που υποστηρίζει χονδρικά ότι τα θεμελιώδη σωματίδια της φύσης δεν είναι κουκίδες αλλά μικροσκοπικές ενεργειακές «χορδές», διαθέτει μια μαθηματική καλαισθησία, αλλά οι φυσικοί αγωνιούν ότι μπορεί να πεθάνουν χωρίς ποτέ να μάθουν αν αποτελεί την πιο αποκαλυπτική περιγραφή της πραγματικότητας που έχει ποτέ γίνει ή μήπως τελικά δεν είναι παρά ένα γοητευτικό θεωρητικό κατασκεύασμα. Ακόμα και μεγαλεπήβολα πειράματα, όπως αυτό του CERN, είναι απίθανο να δώσουν οριστική απάντηση για το αν οι χορδές όντως υπάρχουν και αποτελούν το θεμέλιο της φύσης.

5. Τι είναι η μοναδικότητα (και το «Μπινγκ Μπανγκ» );

Ίσως το μεγαλύτερο μυστήριο (που άπτεται πλέον της θρησκείας) αφορά το «ένα» και «μοναδικό» συμβάν από το οποίο όλα ξεκίνησαν, δηλαδή το «Μπινγκ Μπανγκ», την αρχική «έκρηξη» της Δημιουργίας. Η συμβατική φυσική θεωρεί ότι υπήρξε μια άπειρα καυτή και πυκνή κατάσταση στην αρχή του σύμπαντος, όπου οι γνωστοί φυσικοί νόμοι δεν ίσχυαν. Αλλά οι φυσικοί δεν μπορούν να περιγράψουν -και να καταλάβουν- ακριβώς αυτή την κατάσταση «μοναδικότητας», χωρίς την οποία ασφαλώς αδυνατούν και να προσφέρουν στον κόσμο μια αληθινή «θεωρία του παντός».

6. Τι είναι η…πραγματικότητα στην πραγματικότητα;

Ο υλικός κόσμος φαίνεται «απλός», αλλά, σε κάποιο επίπεδο, βρίσκεται πέρα από την κατανόησή μας. Η κβαντική φυσική, η οποία έδειξε ότι ο παρατηρητής μπορεί να αλλάξει τη φύση του αντικειμένου που παρατηρεί, «υποψιάζει» αρκετούς φυσικούς ότι απλώς έχουμε γρατσουνίσει την επιφάνεια της πραγματικότητας. Κανείς ποτέ μέχρι τώρα δεν έχει καταλάβει πώς γίνεται το σύμπαν να ξέρει πότε παρακολουθείται και ανάλογα να αλλάζει. Για μερικούς, η ουσιαστική «επανάσταση» θα υπάρξει μόνο όταν κατανοηθεί η σχέση ανάμεσα στη φυσική πραγματικότητα και στην ανθρώπινη συνείδηση.

7. Πόσο μακριά μπορεί να μας πάει η Φυσική;

Η επιστημονική αναζήτηση που ξεκίνησε με το Γαλιλαίο (και πιο πριν με τους αρχαίους Έλληνες) και μας έχει αποκαλύψει τόσα πράγματα για το σύμπαν, πλησιάζει στο τέλος της; Έχουν φθάσει οι επιστήμονες κοντά στα όρια της εμπειρικής γνώσης;

Πηγή: www.kathimerini.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ

Σχόλιο στη Θεία Ενανθρώπηση

Θεολογικό, ἑορτολογικό καί λειτουργικό σχόλιο στήν ἑορτή τῆς Θείας Ἐνανθρωπήσεως.

 Ἰωάννου Κανιολάκη, Θεολόγου,

Δ/ντοῦ 3ου Γυμνασίου Ρεθύμνου.

 

Α. Ἑορτολογικά.  Προλογικό.

Ἡ Ἐκκλησία μας παράλληλα μέ τόν κύκλο τῶν κινητῶν ἑορτῶν πού ἔχουν ὡς κέντρο τό Πάσχα ἒχει συνθέσει καί τόν κύκλο τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν πού ἒχουν ὡς κέντρο τους τά Χριστούγεννα. Καί οἱ δυό κύκλοι συνθέτουν τόν ἐτήσιο κύκλο τῆς λειτουργίας τοῦ χρόνου. Οἱ κινητές ἑορτές εἶναι κυρίως οἱ ἑορτές τῆς ἐσχατολογικῆς ἀνάβασης τοῦ κόσμου καί τοῦ ἀνθρώπου στό θρόνο τοῦ Θεοῦ, ἡ ἒξοδος ἀπό τόν κόσμο τοῦτο καί ἡ ἀνάβαση στή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὡστόσο οἱ ἀκίνητες ἑορτές ἑορτάζουν τήν εἲσοδο, τόν ἐρχομό τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο πού συντελέσθηκε μέ τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ.  Ἡ Ἐκκλησία μας ζεῖ τό μυστήριό της, ὂχι μονάχα σάν μιά πορεία ἐσχατολογική, πορεία ἐξόδου ἀπό τόν κόσμο αὐτό, ἀλλά ταυτόχρονα καί σάν χαρούμενη βίωση τῆς Βασιλείας πού ἢδη ἦλθε με τό Χριστό. Τήν Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, δέν τήν προσμένουμε ἁπλῶς, ἀλλά ἢδη τή γευόμαστε τήν παρουσία της, γιατί μᾶς τή χάρισε ὁ ἲδιος ὁ Χριστός, ἀπό τήν Ἃγια κιόλας ἐκείνη νύκτα τῆς Γεννήσεως.

Στή βάση, λοιπόν, τοῦ ἐτήσιου κύκλου τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν βρίσκεται ἡ ἑορτή τῆς Ἐνανθρωπήσεως. Στή συνέχεια μέ βάση αὐτήν σχηματίζεται ὁ ἑόρτιος κύκλος τῆς Ἐνανθρωπήσεως πού ξεκινάει σαράντα ἡμέρες πρίν τά Χριστούγεννα καί τελειώνει σαράντα ἡμέρες μετά, ἀκολουθώντας τόν κύκλο τῶν κινητῶν ἑορτῶν. Στόν ἑόρτιο κύκλο τῆς Ἐνανθρωπήσεως προστίθενται καί οἱ δυό μεγάλες ἑορτές τῆς Περιτομῆς καί τῆς Ὑπαπαντῆς.

Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ τό κέντρο τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν τῆς Ἐκκλησίας μας. Ἱστορικά, μέχρι τό 4ο αἰ. τά Χριστούγεννα ἑορτάζονταν μαζί μέ τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου ὡς μία κοινή ἑορτή μέ τό ὂνομα Ἐπιφάνεια. Ἡ ἀνάγκη προσηλυτισμοῦ τῶν εἰδωλολατρῶν στή χριστιανική πίστη, πού ἑόρταζαν στίς 25 Δεκεμβρίου τήν ἑορτή τοῦ Ἣλιου, συνέβαλλε κατά πολύ στό νά διαχωρισθοῦν οἱ ἑορτές αὐτές. Στίς 25 Δεκεμβρίου δέν γεννᾶται πιά ὁ φυσικός ἣλιος ἀλλά ὁ νοητός Ἣλιος τῆς δικαιοσύνης, ὁ Χριστός.

Ἡ λειτουργιή διαμόρφωση τῆς ἑορτῆς μοιάζει μέ αὐτή τοῦ Πάσχα πού πολύ πρίν εἶχε καθιερωθεῖ. Ἢδη σαράντα ἡμέρες πρίν ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Στίς ὀρθρινές Ἀκολουθίες ψάλλονται οἱ Καταβασίες τῆς ἑορτῆς. Ἡ ἑβδομάδα πρίν τά Χριστούγεννα μοιάζει άπως μέ τή Μεγ. Ἑβδομάδα τοῦ Πάσχα. Μᾶς τό βεβαώνουν αὐτό οἱ Ἀκολουθίες τῶν Μεγ. Ὡρῶν καθώς καί τῆς ἑσπερινῆς Θείας Λειτουργίας  τοῦ Μεγ. Βασιλείου, κατά τό πρότυπο τῆς Μεγ. Παρασκευῆς καί τοῦ Μεγ. Σαββάου. Πρίν τά Χριστούγεννα ὑπάρχουν καί δυό Κυριακές προεόρτιες.  Ἡ Κυριακή τῶν Προπατόρων καί ἡ Κυριακή πρίν τήν Γέννηση.  Ἡ λειτουργική μίμηση τοῦ Πάσχα συνεχίζεται καί μετά τά Χριστούγεννα. Γιά μιά ἑβδομάδα κυριαρχεῖ τό μεθεόρτιο στοιχεῖο. Τήν ἑπομένη τῆς ἑορτῆς, ἑορτάζεται ἡ Σύναξη τῆς Θετόκου.  Τήν ἑπομένη ἐπίσης Κυριακή πού λέγεται ἑορτή μετά τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ ἑορτάζεται ὁ μνήστωρ Ἰωσήφ, ὁ πρῶτος ἀψευδής μάρτυρας τῆς Γεννήσεως κατά ό πρότυπο τῆς Κυριακῆς τῶν Μυροφόρων. Ὀκτώ ἡμέρες μετά τή Γέννηση ἑορτάζεται ἡ Περιτομή τοῦ Κυρίου γιά νά ἐπιβεβαιωθεί ἐπίσημα ἡ ἀλήθεια τῆς Ἐνανθρωπήσεως καί νά διατρανωθεῖ ὁ εἰκονισμός τῆς Ὀγδόης Ἡμέρας πού εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ μετά τό Πάσχα. Ὁ ἑόρτιος κύκλος τῆς Ἐνανθρωπήσεως κλείνει λειτουργικά μέ τήν ἑορτή τῆς Ὑπαπαντῆς.          Τέλος, πρέπει νά σημειωθεῖ, πώς στήν ἀρχαία μας Ἐκκλησία ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἀποτέλεσε γρήγορα μιά βαπτισματική ἑορτή. Δηλ. ἐξ αἰτίας τῆς αὒξησης τῶν προσερχομένων στό Βάπτσμα, καθιερώθηκε τό Βάπτισμα νά τελεῖται ὂχι μόνο τό Μέγα Σάββατο ἀλλά καί τά Χριστούγεννα. Τοῦτο ἐνισχύσει ἀκόμα περισσότερο τό γεγονός τῆς λειτουργικῆς μίμησης τῆς πασχάλιας περιόδου ἀπό τόν ἑόρτιο κύκλο τῆς Ἐνανθρωπήσεως.

Β. Τό  μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως. Θεολογικά.

 Ὃταν διαμορφώθηκε ἡ ἑορτή τῆς Χριστοῦ Γεννήσεως, αὐτό πού ἀπασχολοῦσε τήν Ἑκκλησία, δέν ἦταν ὁ ἱστορικός της προσδιορισμός ἀλλά κυρίως ἡ διατύπωση καί ἡ διακήρυξη τῆς ἀλήθειάς της. Ὁ Χριστός γιά τήν Ἐκκλησία μας ἦταν καί εἶναι ὁ  Ἐνανθρωπήσας λόγος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἲδιος ὁ Θεός πού ἀπό θεϊκή σγκατάβαση γίνεται ἂνθρωπος. Ἡ πίστη αὐτή ἀπειλεῖται ἀπό τήν αἳρεση τοῦ Ἀρείου. Στήν Α´ Οἰκουμενική Σύνοδο τῆς Νικαίας ἡ Ἐκκλησία ἐπίσημα πιά διατυπώνει τήν πίστη της γιά τή Θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως γίνεται πιά ἡ χαρούμενη ἑορτή πού διακυρύσσει τό Μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως, εἶναι ἡ νίκη τοῆ Ἡλίου τῆς δικαιοσύνης  ἐπάνω στά σκοτάδια τοῦ κόσμου τούτου καί ἀποτελεῖ τό σημεῖο πού ἐξαγγέλει τή νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς αἳρεσης τοῦ Ἀρείου.

Ἔκτοτε, κάθε Χριστούγεννα,  ‘Σήμερον’ καί ‘εἰς τούς αἰ­ώ­νας τῶν αἰ­ώ­νων’  ἑ­ορ­τά­ζου­με ὅ,τι συ­νέ­βη τό­τε, ‘τῷ και­ρῷ ἐ­κεί­νῳ’ στή Βη­θλε­έμ: Τή Σάρ­κωση τοῦ Λό­γου το­ῦ Θε­ο­ῦ.  Ἑορ­τά­σου­με τή μη­τρό­πο­λη τῶν ἑ­ορ­τῶν, τό ὑπε­ρε­όρ­τιο μυ­στή­ριο τῆς Ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως τοῦ Λό­γου το­ῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός ‘τῷ και­ρῷ ἐκείνῳ’  ἀλ­λά καί ‘σή­με­ρον’ καί ‘­εἰς τούς αἰ­ώ­νας τῶν αἰώ­νω­ν’, προ­ω­θεῖ τό προ­αι­ώ­νιο καί αἰ­ώ­νιο σχέ­διό Του γιά τή σω­τη­ρί­α τοῦ κό­σμου καί το­ῦ ἀν­θρώ­που: Σαρ­κώ­νε­ται ὁ Υἱ­ός Τοῦ ‘ἐκ Πνεύ­μα­τος  Ἁ­γί­ου καί Μα­ρί­ας τῆς Παρ­θέ­νου’.  Ὁ Υἱ­ός καί Λό­γος εἰ­σέρ­χε­ται στήν ἱ­στο­ρί­α, ‘φύ­σει γε­νό­με­νος ἄν­θρω­πος δι’ ἡ­μᾶς’. Ὁ Ἰ­η­σοῦς ὁ ἀ­πό Να­ζα­ρέτ εἶ­ναι ὁ Σαρ­κω­μέ­νος Υἱ­ός το­ῦ Θε­οῦ. Ὁ Θε­ός συγ­κα­τα­βαί­νει ὡς Θε­άν­θρω­πος, προσ­λαμ­βά­νει τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση, ὅ­λα τά σχή­μα­τα το­ῦ κό­σμου καί τῆς ἱ­στο­ρί­ας, ἐν­τάσ­σε­ται σέ ἕ­να λα­ό, μι­λά­ει τή γλώσ­σα τῶν ἀν­θρώ­πων, ζε­ῖ καί ἀ­νή­κει σέ μιά ἀν­θρώ­πι­νη οἰ­κο­γέ­νεια, ἔ­χει συγ­γε­νεῖς καί φί­λους, ἔ­χει ἐ­πάγ­γελ­μα, εἶ­ναι πο­λί­της το­ῦ κρά­τους τοῦ ἰ­ου­δα­ϊ­κοῦ καί μιᾶς παν­το­δύ­να­μης ρω­μα­ϊ­κῆς αὐ­το­κρα­το­ρί­ας, συγ­κρού­ε­ται μέ τίς πο­λι­τι­κές καί θρη­σκευ­τι­κές δυ­νά­μεις καί ἐ­ξου­σί­ες, κη­ρύτ­τει τή και­νούρ­για Βα­σι­λεί­α τῆς ἀ­γά­πης, τῆς εἰ­ρή­νης καί τῆς δι­και­ο­σύ­νης το­ῦ Θε­ο­ῦ, πε­θαί­νει καί ἀ­να­στή­νε­ται γιά τή Βα­σι­λεί­α αὐ­τή καί γιά τό λα­ό Του, ἀ­να­λαμ­βά­νει με­τα­μορ­φω­μέ­νο καί θε­ω­μέ­νο τό κτι­στό στό θρό­νο τοῦ Θε­ο­ΰ καί Πα­τέ­ρα. Μέ ὅ­λα τοῦ­τα γί­νε­ται φα­νε­ρό πώς ὁ Θε­ός, ὁ Θε­άν­θρω­πος καί Λό­γος ἀ­πο­δέ­χε­ται καί κα­τα­φά­σκει τήν ἀν­θρώ­πι­νη ἱ­στο­ρί­α, τήν προσ­λαμ­βά­νει γιά νά τή με­τα­μορ­φώ­σει. Ὁ Λό­γος εἰ­σερ­χό­με­νος στήν ἱ­στο­ρί­α ἐγ­και­νιά­ζει ἕνα νέ­ο ἦ­θος ζω­ῆς γιά τόν κό­σμο, και­νές ἀν­θρώ­πι­νες σχέ­σεις, και­νά κρι­τή­ρια ἀ­ξι­ο­λό­γη­σης τοῦ κα­θη­με­ρι­νοῦ βί­ου καί τῶν ἀν­θρω­πί­νων πρά­ξε­ων. Ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση το­ῦ Θε­οῦ σή­μα­νε τήν ὕ­ψι­στη πρά­ξη κα­το­χύ­ρω­σης τῆς ἀ­ξί­ας καί ἱ­ε­ρό­τη­τας τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης, τή δυ­να­τό­τη­τα τοῦ ἀν­θρώ­που νά ἀν­τα­πο­κρι­θεῖ στή κλή­ση το­ῦ Θε­ο­ῦ, στό κα­τά φύ­σιν προ­ο­ρι­σμό του. Ὁ Θε­ός προ­σφέ­ρε­ται ὄ­χι ὡς Δι­δά­σκα­λος τῆς ἠ­θι­κῆς, ἀλ­λά προ­σφέ­ρει τό Σῶ­μα Του καί τό Αἷ­μα Του στόν ἄν­θρω­πο γιά νά συγ­κρο­τη­θεῖ κα­τά χά­ριν τό Θε­αν­θρώ­πι­νο πρό­σω­πό Του, νά συ­στα­θεῖ ἡ και­νή κτίσις το­ῦ Θε­ο­ῦ.

Μέ τή Γέν­νη­ση τοῦ Κυ­ρί­ου πραγ­μα­το­ποι­οῦν­ται οἱ ὑ­πο­σχέ­σεις τοῦ Θε­οῦ καί οἱ ὁ­ρα­μα­τι­σμοί τῶν προ­φη­τῶν. «ἰ­δού ἡ παρ­θέ­νος ἐν γα­στρί ἔ­ξει καί τέ­ξε­ται υἱόν, καί κα­λέ­σου­σιν τό ὄνο­μα αὐ­το­ῦ Ἐμ­μα­νου­ήλ, ὅ ἐ­στί με­θερ­μη­νευ­ό­με­νον με­θ’ ἡμῶν ὁ Θε­ός». (Μάτθ. Α΄, 23). Ὄντως πλέ­ον ὁ Θε­ός εἶ­ναι μέ τό λα­ό Του.  «Καί ὁ Λό­γος σάρξ ἐγέ­νε­το καί ἐ­σκή­νω­σεν ἐν ἡμῖν καί ἐθε­α­σά­με­θα τήν δό­ξαν αὐ­το­ῦ. Εἰς τά ἴδια ἦλ­θε, καί οἱ ἴ­διοι αὐ­τόν οὐ πα­ρέ­λα­βον. Ὅ­σοι δέ ἔ­λα­βον αὐ­τόν, ἔ­δω­κεν αὐ­τοῖς ἐ­ξου­σί­αν τέ­κνα Θε­οῦ γε­νέ­σθαι, τοῖς πι­στεύ­ου­σιν εἰς τό ὄ­νο­μα αὐ­το­ῦ».(Ἰ­ω­άν. Α΄, 14, 11-12). «Ὁ Θε­άν­θρω­πος Χρι­στός εἶ­ναι ἡ ἐ­νυ­πό­στα­τη κα­θο­λι­κή ἀ­λή­θεια. Ἡ ἀ­λή­θεια γιά τό Θε­ό καί ἡ ἀ­λή­θεια γιά τόν ἄν­θρω­πο… Εἶ­ναι ὁ πλή­ρης καί ἀ­λη­θι­νός Θε­ός, ὁ ἑ­νω­μέ­νος μέ τήν Ἁ­γί­α Τριά­δα καί ὁ πλή­ρης καί ἀ­λη­θι­νός ἄν­θρω­πος, ὁ ἑ­νω­μέ­νος μέ ὅ­λους­ τούς ἀν­θρώ­πους, πού ἀ­πο­τε­λοῦν τό σῶ­μα Του, τήν Ἐκ­κλη­σία….. Ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση εἶ­ναι τό κεν­τρι­κό μυ­στή­ριο ὅ­λης τῆς Θεί­ας Οἰ­κο­νο­μί­ας. Ἡ δη­μι­ουρ­γί­α καί ἡ σω­τη­ρί­α, δλη ἡ ἐ­λε­η­μο­σύ­νη καί ἡ φι­λαν­θρω­πί­α τῆς  Ἁ­γί­ας Τριά­δος, τό νό­η­μα καί ὁ σκο­πός τοῦ εἶ­ναι καί το­ῦ γί­γνε­σθαι ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νε­ται στό Θε­άν­θρω­πο Χρι­στό, πού μέ τήν ἔν­σαρ­κη πα­ρου­σί­α Τοῦ ἀ­πο­κά­λυ­ψε τή χρι­στο­λο­γι­κή καί χρι­στο­κεν­τρι­κή ρίζα καί προ­ο­­πτι­κή κά­θε πραγ­μα­τι­κό­τη­τας καί ὁ­λό­κλη­ρης της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας»[1]. Μέ τήν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση ὁ ἄν­θρω­πος καί ὁ κό­σμος εἰ­σέρ­χον­ται πιά σέ κρί­ση ζω­ῆς καί θα­νά­του. Ὅ­λα πιά κρί­νον­ται ἀ­πό τή θέ­λη­ση καί τή δυ­να­τό­τη­τά τους νά ἐν­σω­μα­τω­θοῦν, νά ἐγ­κεν­τρι­σθο­ῦν στό Θε­αν­θρώ­πι­νο Σῶ­μα, νά ἀ­πο­κα­λύ­ψουν τό μυ­στή­ριό της προσ­λή­ψε­ως τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης στό Θε­αν­θρώ­πι­νο Σῶ­μα καί νά φα­νε­ρω­θεῖ ἔ­τσι ἡ πραγ­μα­τι­κό­τη­τα τῆς προσ­λή­ψε­ως αὐ­τῆς στό μυ­στή­ριο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας ‘Τό ἀπρό­σληπτον, ἀ­θε­ρά­πευ­τον, ὅ δέ ἥ­νωται τῷ Θεῶ, τοῦτο καί σ­ώ­ζε­ται’, θά πεῖ ὁ ἅ­γιος Γρη­γό­ριος ὁ Θε­ο­λό­γος.

Τό μυστήριο τῆς Ἐνανθρωπήσεως ἀνήκει στήν προαιώνια βούληση τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα Στήν προοπτική τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀξία τῆς κτίσεως καί ὅλης τῆς Δημιουργίας συνοψίζεται καί ἀνακεφαλαιώνεται στό Χριστό, στήν ἀνθρώπινη φύση τοῦ Χριστοῦ. Στούς Πατέρες τό ‘ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία’, ὑποδηλώνει ὅτι ἡ Ἐνανθρώπηση τοῦ Λόγου εἶναι τό προηγούμενο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἡ Ἐνανθρώπηση ὑπῆρχε στή βούληση τοῦ Θεοῦ, ἀνεξάρτητα ἀπό τήν πτώση τοῦ Ἀδάμ. Ἡ ἕνωση τοῦ ἀνθρώπου μέ τό Θεό δέν θά μποροῦσε νά πραγματοποιηθεῖ, ἄν δέν ὑπῆρχε τό συγκεκριμμένο πρόσωπο, στό ὁποῖο θά ἑνωνόταν ὑποστατικά ἡ θεία μέ τήν ἀνθρώπινη φύση. Ἡ Ἐνανθρώπηση ἦταν τό τέλος τῆς Δημιουργίας. Ἡ κτίση ὅλη καί ὁ ἄνθρωπος ἔγιναν γιά τόν Θεάνθρωπο[2].

Ὁ Χρι­στός ἔρ­χε­ται ἀ­πό ἀ­γά­πη, εἶ­ναι ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ Δη­μι­ουρ­γί­α ὁ­ρί­ζε­ται ἀ­πό τή Δη­μι­ουρ­γι­κή ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ καί Πα­τέ­ρα Ὁ Δη­μι­ουρ­γός Θε­ός κι­νού­με­νος ἀ­πό ἀ­γά­πη δη­μι­ουρ­γεῖ καί τε­λει­ώ­νει α­γα­πη­τι­κά τή Δη­μουρ­γί­α Του ἀ­πο­κα­λύ­πτον­τας τό σκο­πό της πού εἶ­ναι ἡ ἀ­γα­πη­τι­κή κοι­νω­νί­α της μέ Αὐ­τόν, «..μέ τή σάρ­κω­ση Του ὁ Λό­γος κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά ‘πάν­τα πε­ρι­έ­λα­βε καί ἐν ἑ­αυ­τῷ ἐ­νυ­πέ­στη­σε­ν’, γι­νό­με­νος ‘τά πάν­τα ἐν πᾶ­σι αὐ­τός ὁ Θε­ό­ς’, ἀ­κρι­βῶς μέ­σω τῆς ἀ­λη­θι­νῆς καί πλή­ρους ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σε­ως πού προ­σέ­λα­βε. Αὐ­τός ἦ­ταν ἐξ ἀρ­χῆς ὁ σκο­πός τοῦ ἀν­θρώ­που ἀ­πό τόν ὁ­ποῖ­ον ἐ­ξέ­πε­σε, καί ἀ­πο­κα­τα­στά­θη­κε ἐν Χρι­στῷ. Νά φτειά­ξει αὐ­τός ὁ ‘μι­κρό­κο­σμο­ς’ ἀ­πό τόν κό­σμο ἕ­ναν ‘μα­κρο­άν­θρω­πο’ ἐ­νυ­πο­στα­σι­α­σμέ­νο στό  Λό­γο. Ὁ ἄν­θρω­πος μέ τήν ἀ­γά­πη του, ἐ­νο­ποι­ών­τας τόν κό­σμο καί προ­σά­γον­τάς τον κα­τά τήν Πρό­νοι­α τοῦ Θε­οῦ σ’ Αὐ­τόν, θά ἐ­ξε­πλή­ρω­νε τό θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ στόν κό­σμο ὁ­δη­γών­τας τον στήν ἐ­σχα­το­λο­γι­κή πλη­ρό­τη­τα”[3]. Τό ἀ­γα­πη­τι­κό τοῦ­το μυ­στή­ριο τῆς Δη­μι­ουρ­γί­ας πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται στό πρό­σω­πο τοῦ τε­λει­ό­τε­ρου τῶν δη­μι­ουρ­γη­μά­των, ἀν­θρώ­που. Στήν πραγ­μα­το­ποί­η­ση τοῦ σκο­ποῦ αὐ­τοῦ, τήν ‘ἐν σαρ­κί’ ἕ­νω­ση τοῦ ἄν­θρω­που καί τοῦ Θε­οῦ, ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἀ­πό­λυ­τη καί φα­νε­ρώ­νε­ται πάν­το­τε ὡς ἀ­έ­να­η θυ­σί­α καί αὐ­το­προ­σφο­ρά ἀ­γά­πης. Κο­ρυ­φαί­α ἀ­πο­κά­λυ­ψη αὐ­τῆς τῆς ἀ­γά­πης εἶ­ναι ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Λό­γου.

Ὁ Χρι­στός ἔρ­χε­ται ἀ­πό ἀ­γά­πη γιά νά ἑ­νώ­σει ‘ἐν ἑ­αυ­τῷ’ καί μέ τό Θε­ό τόν ἄν­θρω­πο. Ἐν­δύ­ε­ται τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καί διά τῆς ἀλ­λη­λο­πε­ρι­χω­ρη­σε­ως τῆς Θεί­ας καί ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως στό Πρό­σω­πό Του ἐν­σαρ­κώ­νει καί πραγ­μα­το­ποι­εῖ τό δη­μουρ­γι­κό ἀ­γα­πη­τι­κό Τρι­α­δι­κό θέ­λη­μα τῆς κοι­νω­νί­ας τοῦ κτι­στοῦ μέ τό Ἄ­κτι­στο. Στό πρό­σω­πο τοῦ Λό­γου ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται ἡ Δη­μι­ουρ­γί­α καί ὁ σκο­πός της καί μά­λι­στα κα­τά τρό­πο πραγ­μα­τι­κό καί ἱ­στο­ρι­κό. Ἡ ‘ἐν Χρι­στῷ’ Θε­αν­θρώ­πι­νη κοι­νω­νί­α εἶ­ναι τό μυ­στή­ριον καί ὁ σκο­πός τοῦ κό­σμου. Ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Υἱ­οῦ καί Λό­γου ἀ­πο­κα­λύ­πτει καί χα­ρί­ζει τή Τρι­α­δι­κή ἀ­γά­πη στό κό­σμο, εἶ­ναι δι­α­κή­ρυ­ξη τῆς ἀ­πό­λυ­της ἑ­νώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τό Τρι­α­δι­κό Θε­ό, πού πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ‘ἐν Χρι­στῷ καί ἐν Ἁ­γί­ω Πνεύ­μα­τι καί ἐν­τός τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Στήν ἐν Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι και­νή κοι­νω­νί­α τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται ἡ ἕ­νω­ση μέ τό Χρι­στό, καί δι’ αὐ­τῆς ἡ ἕ­νω­ση μέ τόν Πα­τέ­ρα. «Ἡ κοι­νω­νί­α αὐ­τή εἶ­ναι, λοι­πόν, ἡ πρώ­τη πραγ­μα­τι­κό­της γι­γνο­μέ­νη ἐν τῆ Δη­μι­ουρ­γί­α, δρᾶ ἐν χρό­νῳ καί ἐν τόπω.Ἔχει πλήρως τούς χαρακτήρας τοῦ αἰτίου τῆς Δημιουργίας- τῆς ἀγάπης – τοῦ κατ’ ἐξοχήν στοιχείου αὐτῆς – τῆς σαρκός- καί τῆς κοινωνίας τῶν δυό εἰς τόν τέλειον βαθμόν ὑπ’ Ἐκείνου, ὁ ὁποιος μόνον ἔχει τήν δυνατότητα ταύτην, ἤτοι ὑπό του ἐνσαρκωθέντος δημιουργικοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ…Ὁ Χριστός, κατά ταῦτα, εἶναι διά τήν Κ. Διαθήκην ἡ ἕνωσις, ἡ συμπερίληψις πάσης κινήσεως πρός γνῶσιν, ἀπό τοῦ Θεοῦ Πατρός ἐν ἀγάπῃ ἀρχομένης καί ἐν Ἐαυτῷ μέσῳ τῆς διά τοῦ Σταυροῦ σωτηρίας καί τῆς Ἀναστάσεως τελειουμένης καί διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐν ἑνί ἑκάστῳ ἡμῶν πραγματοποιούμενης»[4].

Γ.  Ἐνανθρώπηση και Εὐχαριστία. Λειτουργικά.

Ἡ Σάρ­κω­ση τοῦ Θε­οῦ εἶ­ναι ἕ­να γε­γο­νός καί μυ­στή­ριο δι­πλό: Στό μυ­στή­ριο τῆς Σαρ­κώ­σε­ως ὁ Θε­ός προσ­λαμ­βά­νει τόν ἄν­θρω­πο ἀ­φ’ ἐ­νός καί ἀ­φ’ ἑ­τέ­ρου ὁ ἄν­θρω­πος προσ­λαμ­βα­νό­με­νος ἀ­πό τό Θε­ό ζεῖ τή Θεί­α ζω­ή Του. Ἡ Σάρ­κω­ο­η εἶ­ναι ἡ ἀ­πο­κά­λυ­ψη τοῦ Θε­οῦ καί ἡ εἴ­σο­δός του στήν ἱ­στο­ρί­α Στό μυ­στή­ριο τῆς Σαρ­κώ­σε­ως ὁ ἀ­πρό­σι­τος καί ἀ­ό­ρα­τος στόν κτι­στό κό­σμο Θε­ός ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται καί ἡ ἄ­πει­ρη φι­λαν­θρω­πί­α καί ἀ­γά­πη Τοῦ σπά­ζει τίς ἀ­πο­στά­σεις μέ τό κτι­στό, γε­φυ­ρώ­νει τήν ὀν­το­λο­γι­κή ἀ­πό­στα­ση καί πραγ­μα­το­ποι­εῖ τήν ἀρ­χέ­γο­νη ἐ­πι­θυ­μί­α Του πού εἶ­ναι ἡ ἕ­νω­ση τοῦ κτι­στοῦ ἐν Αὐ­τῷ. Καί αὐ­τό τό ἐρ­γά­ζε­ται μέ τήν πρόσ­λη­ψη τῆς ἀν­θρώ­πι­νης φύ­σης ἀ­πό ἕ­να πρό­σω­πο τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος, τό Λό­γο. Ὁ Λό­γος φο­ρεῖ τήν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα πού τοῦ χά­ρι­σε ἐξ ὀ­νό­μα­τος τοῦ κό­σμου ἡ Παρ­θέ­νος, γί­νε­ται ὁ­ρα­τός καί προ­σι­τός ἀ­πό τά κτί­σμα­τά Του. Ἡ σάρ­κα τοῦ Λό­γου ἀ­πο­κα­λύ­πτει τό Θε­ό στόν κό­σμο καί με­τα­δί­δει σ’ αὐ­τόν τή Θεί­α ζω­ή Του. Καί προσ­λαμ­βά­νον­τας ὁ Θε­ός τήν ἀν­θρώ­πι­νη σάρ­κα τήν ὑψώνει σέ κα­τοι­κί­α – να­ό τοῦ Θε­οῦ καί σέ Θεί­α σάρ­κα, τή θεώνει. Σάρ­κα στήν ἑ­βρα­ϊ­κή γλώσ­σα ση­μαί­νει ὄ­χι μο­νά­χα τό σῶ­μα, ἀλ­λά ὁ­λό­κλη­ρο τόν ἄν­θρω­πο. Ἔ­τσι ὁ Λό­γος δέν προσ­λαμ­βά­νει μο­νά­χα τό ἀν­θρώ­πι­νο σῶ­μα ἀλ­λά ὅ­λο τόν ἄν­θρω­πο. Στό Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, στό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, ἑ­νω­νό­μα­στε πραγ­μα­τι­κά μέ τό Θε­ό. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α θά γρά­ψει ὁ Φλω­ρόφ­σκυ,  «εἶ­ναι τό ἔρ­γο τοῦ Θε­οῦ ἐ­πά­νω στή γῆ. Εἶ­ναι ἡ εἰ­κό­να τῆς εὐ­λο­γη­μέ­νης Του πα­ρου­σί­ας, ἡ ἐ­νοί­κη­ση Του μέ­σα στό κό­σμο… Στήν Ἐκ­κλη­σί­α, στό θε­αν­θρώ­πι­νό της ὀρ­γα­νι­σμό, πραγ­μα­τώ­νε­ται συ­νε­χῶς τό μυ­στή­ριο τῆς Σαρ­κώ­σε­ως, τό μυ­στή­ριο τῶν ἀ­δι­ά­λυ­τα ἑ­νω­μέ­νων δυ­ό φύ­σε­ων, τῆς θεί­ας καί τῆς ἀν­θρω­πί­νης, ἡ πλη­ρό­τη­τα τῆς ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως, μιᾶς ἀ­πο­κα­λύ­ψε­ως ὄ­χι μό­νο τοῦ Θε­οῦ, ἀλ­λά καί τοῦ ἀν­θρώ­που»[5].

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι ὅ­πως ὁ Χρι­στός, ἡ ἀ­σύγ­χυ­τη ἕ­νω­ση τοῦ Θεί­ου καί τοῦ ἀν­θρω­πί­νου ἡ ἀ­νά­κρα­ση τοῦ κτι­στοῦ μέ τό Ἄ­κτι­στο. Στόν τό­πο τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας συν­τε­λοῦν­ται οἱ μυ­στι­κοί Γά­μοι τοῦ Χρι­στοῦ μέ τόν ἀ­γα­πη­μέ­νο λα­ό Του, μέ ὅ­λη Του τή Δη­μι­ουρ­γί­α Αὐ­τή ἡ ἕ­νω­ση εἶ­ναι ἡ προ­αι­ώ­νια ἐ­πι­θυ­μί­α τοῦ Θε­οῦ. Ὁ­λό­κλη­ρη ἡ δη­μι­ουρ­γί­α ἔ­γι­νε γιά νά χα­ρεῖ τή κοι­νω­νί­α μέ τό Θε­ό, καί ὁ μι­κρό­κο­σμος ἄν­θρω­πος κλή­θη­κε νά πραγ­μα­το­ποι­ή­σει αὐ­τή τή κοι­νω­νί­α Ὁ ἄν­θρω­πος δη­μι­ουρ­γη­μέ­νος κα­τ’ εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ ἔ­χει κλη­θεῖ νά τεί­νει πρός τήν Εἰ­κό­να – τό Χρι­στό πού εἶ­ναι ἡ Εἰ­κών τοῦ Θε­οῦ τοῦ ἀ­ο­ρά­του, νά ἑ­νω­θεῖ δη­λα­δή ὑ­πο­στα­τι­κά μέ τό Θε­ό καί Λό­γο γιά νά γί­νει τε­λι­κά μέ­σα στήν Εἰ­κό­να τοῦ Θε­οῦ κα­τά χά­ριν ὅ­μοι­ός Του, κα­τά χά­ριν εἰ­κό­να Του, δη­λα­δή νά θε­ω­θεί κα­τά χά­ριν. Τού­τη ἡ ἐ­σχα­το­λο­γι­κή ὅ­δευ­ση πραγ­μα­το­ποι­εῖ­ται μέ­σα στό Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας, πού εἶ­ναι τό Σῶ­μα τοῦ πα­ρα­τει­νό­με­νου στούς αἰ­ῶ­νες Χρι­στοῦ. Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α εἶ­ναι εἰς τούς αἰ­ώ­νας τῶν αἰ­ώ­νων ὁ τό­πος τῆς δια­ρκοῦς Σαρ­κώ­σε­ως τοῦ Θε­οῦ, ὁ τό­πος τῆς ἀ­έ­να­ης προσ­λή­ψε­ως τοῦ κτι­στοῦ ὑ­πό τοῦ Ἀ­κτί­στου. Εἶ­ναι ὁ τρό­πος καί ὁ τό­πος τῆς συγ­κα­τα­βαί­νου­σας καί ἀ­πο­κα­λυ­πτό­με­νης ἀ­γά­πης καί φι­λαν­θρω­πί­ας τοῦ Θε­οῦ καί τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης ἀ­γα­πη­τι­κῆς ἀ­πο­δο­χῆς καί αὐ­το­πα­ρα­δό­σε­ως τοῦ κτι­στοῦ στή Θεί­α ἀ­γά­πη, ὁ τό­πος τῆς δί­ψας καί τῆς πεί­νας τοῦ ἀ­να­με­νό­με­νου σω­τή­ρα καί βα­σι­λιά, τῆς ἐ­λεύ­θε­ρης συγ­κα­τά­θε­σης τοῦ ἀν­θρω­που στό Θεῖ­ο θέ­λη­μα [6].

Ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, εἶ­ναι ὁ λει­τουρ­γι­κός τό­πος, ὅ­που ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ ξα­να­ζεῖ τό θαῦ­μα τῆς Θεί­ας Ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως, εἶ­ναι ὁ τό­πος τῆς δια­ρκοῦς συ­ναν­τή­σε­ως τοῦ λα­οῦ τοῦ Θε­οῦ μέ τό Χρι­στό, τῆς δια­ρκοῦς ἀ­μοι­βαί­ας ἐ­νοι­κή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ καί τοῦ λα­οῦ Του. Ἡ Θεί­α φύ­ση τοῦ Χρι­στοῦ ἀ­πο­κα­λύ­πτε­ται καί προ­σέρ­χε­ται γιά νά ἑ­νω­θεῖ μυ­στι­κά στό μυ­στή­ριο τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας μέ τήν ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση καί νά ἀ­πο­τε­λε­στεῖ τό Σῶ­μα τοῦ Χρι­στοῦ, τό Θε­αν­θρώ­πι­νο Σῶ­μα τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας. Μέ τό μυ­στή­ριο τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας λαμ­βά­νου­με μέ­σα μας τό Χρι­στό. Στή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα ὅ­μως εἶ­ναι ὁ Χρι­στός πού μας προσ­λαμ­βά­νει καί μᾶς ἑ­νώ­νει στή Θεί­α Του σάρ­κα, μᾶς Χρι­στο­ποι­εῖ καί μας Θε­ο­ποι­εῖ. Ἡ ἀν­θρώ­πι­νη φύ­ση τοῦ Κυ­ρί­ου μέ τήν ὑ­πο­στα­τι­κή ἕ­νω­σή της μέ τή Θεί­α φύ­ση, ζω­ο­ποι­εῖ­ται στήν Εὐ­χα­ρι­στί­α οἱ πι­στοί ζω­ο­ποι­οῦν­ται ἀ­πό τή κοι­νω­νού­με­νη Θε­ό­τη­τα. Τό μυ­στή­ριο της Εὐ­χα­ρι­στί­ας δέν εἶ­ναι μό­νον ὁ τό­πος τῆς συ­σταυ­ρώ­σε­ως καί τῆς συ­να­να­στά­σε­ως μέ τό Χρι­στό, δέν εἶ­ναι μο­νά­χα ὁ τό­πος τοῦ σταυ­ρο­α­να­στά­σι­μου ἀ­να­βα­πτι­σμοῦ μας στή ζω­ή Τοῦ εἶ­ναι ὁ τό­πος τῆς ἑ­νώ­σε­ως τοῦ ἀν­θρω­πί­νου με­τά τοῦ Θεί­ου, ὁ τό­πος ὅ­που ὄ­χι μο­νά­χα τε­λε­σι­ουρ­γεῖ­ται ἡ Σταύ­ρω­ση καί ἡ Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Ἐ­ναν­θρω­πι­σθέν­τος Λό­γου, ἀλ­λά καί ὁ τό­πος τῆς δια­ρκοῦς πραγ­μά­τω­σης τοῦ Χρι­στο­λο­γι­κοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς ἀ­σύγ­χυ­της ἕ­νω­σης τοῦ ἀν­θρώ­που μέ τόν Θε­ό, ὁ τό­πος τῆς δια­ρκοῦς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ.[7].

Ἡ Εὐ­χα­ρι­στί­α εἶ­ναι ὁ τό­πος καί ὁ τρό­πος τῆς συ­νε­χοῦς ἐν­σω­μα­τώ­σε­ως τοῦ κτι­στοῦ στό Κυ­ρια­κό Σῶ­μα Ἡ Εὐ­χα­ρι­στια­κή ἐν­σάρ­κω­ση τοῦ Χρι­στοῦ εἶ­ναι ἡ δι­η­νε­κής πα­ρου­σί­α τῆς ἱ­στο­ρι­κῆς Του ἐν­σαρ­κώ­σε­ως. Ὁ Χρι­στός μέ τό μυ­στή­ριό της ἐ­νυ­πο­στά­σε­ως τῆς ἀν­θρω­πί­νης φύ­σε­ως ‘θε­ο­πρε­πῶς τά πάν­τα εἰς ἑ­αυ­τόν ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­σα­το’. Τό ἴ­διο καί ὁ ἄν­θρω­πος προ­σχω­ρών­τας στόν τρό­πο ὑ­πάρ­ξε­ως τοῦ Χρι­στοῦ προ­σκο­μί­ζει σύμ­πα­σα την κτί­ση πρός ζω­ο­ποί­η­ση μέ­σα στήν εὐ­χα­ρι­στια­κή κα­θο­λι­κό­τη­τα τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος. Στήν Εὐ­χα­ρι­στί­α γί­νε­ται συγ­κε­κριμ­μέ­νη ἡ ἀλ­λα­γή τοῦ τρό­που ὑ­πάρ­ξε­ως τῆς φύ­σε­ως τῶν ὄν­των: ἡ κα­τά χά­ριν εἰ­σα­γω­γή της στόν τρό­πο τῆς θεί­ας τρι­α­δι­κῆς προ­σω­πι­κῆς κοι­νω­νι­κῆς ὑ­πάρ­ξε­ως, τήν ὁ­ποί­αν συγ­κρο­τεῖ ὁ Πα­τήρ, ἡ κα­τά χά­ριν εἰ­σα­γω­γή τοῦ κό­σμου καί τῆς ἱ­στο­ρί­ας διά τοῦ ἀν­θρώ­που στό μυ­στή­ριο τῆς Ἐ­νυ­πο­στά­σε­ως στήν και­νή κτί­ση τοῦ ἀ­να­στη­μέ­νου Σώ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ, στό ὄν­τως εἶ­ναι,….Κα­τά τίς βαθ­μί­δες ὀν­το­λο­γι­κῆς ἐν­σω­μα­τώ­σε­ως στό ζῶν Σῶ­μα τοῦ Κυ­ρί­ου ὅ­που τό ἀν­θρώ­πι­νο καί κο­σμι­κό εἶ­ναι, προσ­λαμ­βα­νό­με­νο μέ­σω τῶν εὐ­χα­ρι­στια­κῶν ἐν­σαρ­κώ­σε­ων στή θε­ω­μέ­νη σάρ­κα τοῦ Κυ­ρί­ου με­τα­μορ­φώ­νε­ται βαθ­μια­ία, γί­νε­ται δη­λα­δή Ἐκ­κλη­σί­α καί σώ­ζε­ται διά τῆς Σαρ­κός καί τοῦ Αἵ­μα­τος τοῦ Χρι­στοῦ[8].

Ἡ Θεί­α Λει­τουρ­γί­α σύμφωνα με ὀρισμένους λειτουργικούς Πατέρες ( Θεόδωρος Ἀνδίδων, ψευδοΣωφρόνιος Ἱεροσολύμων κ.λ.π), στή τε­λε­τουρ­γι­κή της ἐ­πι­τέ­λε­ση, ἀ­να­κε­φα­λαι­ώ­νει τή ζω­ή τοῦ Χρι­στοῦ καί ὁ­λό­κλη­ρη τήν Οἰ­κο­νο­μί­α τῆς σω­τη­ρί­ας πού συν­τε­λέ­σθη­κε μ’ αὐ­τή. Ἔ­τσι ἡ Λει­τουρ­γί­α ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τήν ἁ­γί­α Πρό­θε­ση πού λει­τουρ­γι­κά συμ­βο­λί­ζει τό σπή­λαι­ο τῆς Βη­θλε­έμ. Ἡ Βη­θλε­έμ εἶ­ναι ὁ τό­πος τῆς ‘ἐν σαρ­κί’ φα­νε­ρώ­σε­ως τοῦ Θε­οῦ καί γι’ αὐ­τό ἡ λει­τουρ­γι­κή φα­νέ­ρω­σή Του ἀρ­χί­ζει ἀ­πό τήν Πρό­θε­ση. Ἐ­κεῖ προ­σκο­μί­ζου­με τόν ἄρ­το -τά πρό­σφο­ρα πού εἶ­ναι ἡ σάρ­κα τοῦ κό­σμου, ἡ σάρ­κα τῆς Παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας γιά νά γεν­νη­θεῖ ἐξ αὐ­τῆς, ἐξ αὐ­τοῦ τοῦ ἄρ­του ὁ οὐ­ρά­νιος ἄρ­τος τῆς ζω­ῆς. Ὁ Δι­ά­κο­νος προ­ε­τοι­μά­ζον­τας τά Δῶ­ρα γιά τήν προ­σκο­μι­δή συμ­βο­λί­ζει τόν Ἄγ­γε­λο πού ἀ­ναγ­γέλ­λει στή Μα­ρί­α τό Χαῖ­ρε καί τῆς γνω­ρί­ζει τό χαρ­μό­συ­νο μή­νυ­μα τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Θε­οῦ.

Ὁ Ἱ­ε­ρέ­ας στε­κό­με­νος μπρο­στά στή Πρό­θε­ση γιά νά ἑ­τοι­μά­σει τά Τί­μια Δῶ­ρα ἀ­παγ­γέ­λει ὕ­μνους τῆς ἑ­ορ­τῆς τῶν Χρι­στου­γέν­νων. ‘Ἑ­τοι­μά­ζου Βη­θλε­έμ, ἤ­νοι­κται πά­σιν ἡ Ἐ­δέμ…’. Ἡ Λει­τουρ­γι­κή τε­λε­σι­ουρ­γί­α τῆς Ἐν­σαρ­κώ­σε­ως θά συ­νο­δευ­τεῖ μέ τά Ἀν­τί­φω­να ἤ τά Τυ­πι­κά γιά νά δη­λω­θεῖ πώς ὁ ἐρ­χό­με­νος Κύ­ριος εἶ­ναι αὐ­τός πού ἀ­πό αἰ­ῶ­νες ἔ­χει ἀ­ναγ­γελ­θεῖ, καί θά ὁ­λο­κλη­ρω­θεῖ μέ τή ψαλ­μω­δί­α τοῦ ‘Ὁ Μο­νο­γε­νής Υἱ­ός καί Λό­γος τοῦ Θε­οῦ…’ σέ συν­δυα­σμό μέ τό Τρι­σά­γιο Ὕ­μνο γιά νά δη­λω­θεῖ πώς ὁ σαρ­κού­με­νος καί ἐρ­χό­με­νος εἶ­ναι ἕ­νας ‘τῆς Ἁ­γί­ας Τριά­δος συν­δο­ξα­ζό­με­νος τῷ Πα­τρί καί τῷ Ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι…’. Λί­γο πρίν τήν ἀ­νά­γνω­ση τοῦ Εὐ­αγ­γε­λί­ου, κα­τά τή ψαλ­μω­δί­α τοῦ Τρι­σά­γιου Ὕ­μνου, ὁ Λει­τουρ­γός πλη­σιά­ζει εὐ­χό­με­νος καί δο­ξο­λο­γών­τας, τήν Πρό­θε­ση: «Εὐ­λο­γη­μέ­νος ὁ ἐρ­χό­με­νος ἐν ὀ­νό­μα­τι Κυ­ρί­ου»

Ἡ Πρό­θε­ση –κατά τή νεότερη ἁγιογραφική παράδοση- ἁ­γι­ο­γρα­φεῖ­ται μέ τήν Εἰ­κό­να τῆς Γεν­νή­σε­ως τοῦ Χρι­στοῦ, κα­θώς ἁρ­μό­ζει στόν λει­τουρ­γι­κό συμ­βο­λι­σμό της, ἀλ­λά καί γιά το­νι­σθεῖ μέ τήν Εἰ­κό­να ἡ ἀ­λή­θεια τῆς Ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως, σέ μιά μυ­στι­κή ἐ­πα­να­συ­νάν­τη­ση τῆς ἑ­ορ­τῆς τῆς Ὀρ­θο­δο­ξί­ας, τῆς νί­κης δη­λα­δή τῶν εἰ­κό­νων καί ἐ­κεί­νου πού αὐ­τή ἑ­ορ­τά­ζει καί οἰ­κου­με­νι­κά καί δι­α­χρο­νι­κά δι­α­κη­ρύσ­σει: τοῦ μυ­στη­ρί­ου τῆς Ἐ­ναν­θρω­πή­σε­ως. Ἐ­κεῖ στή Πρό­θε­ση – Βη­θλε­έμ, ὅ­που συγ­κα­τέ­βη­κε ὁ Χρι­στός γιά νά συ­ναν­τή­σει τό κό­σμο, ἐ­κεῖ, εἰς τούς αἰ­ώ­νας τῶν αἰ­ώ­νων, στήν ἀ­έ­να­η τε­λε­σι­ουρ­γί­α τῆς Εὐ­χα­ρι­στί­ας, ὁ κό­σμος προ­σφέ­ρει ἑ­αυ­τόν στήν ἀ­γά­πη τοῦ Θε­οῦ, ἐ­κεῖ ὁ λα­ός τοῦ Θε­οῦ προ­σφέ­ρει τό κό­σμο καί τόν ἑ­αυ­τό του, – τό ψω­μί καί τό κρα­σί – γιά νά ἑ­τοι­μα­θεῖ πρός ὑ­πο­δο­χή τοῦ Θε­οῦ, νά ἀ­πο­κα­λυ­φθεῖ στό κτι­στό κό­σμο ἡ ἀ­γά­πη τοῦ Ἀ­κτί­στου Θε­οῦ, νά ἀ­να­δει­χθεῖ ἀ­πό ἐ­κεῖ ὁ Κύ­ριος τοῦ Σταυ­ροῦ, τοῦ Τά­φου, τῆς Ἀ­να­στά­σε­ως καί τῆς ‘ἐκ δε­ξι­ῶν κα­θέ­δρα­ς’, νά με­τα­μορ­φω­θεῖ ὁ κτι­στός κό­σμος μέ­σα στήν ἀ­γά­πη Του, σέ και­νή κτί­ση ἐν Χρι­στῷ καί ἐν ‘Αγίω Πνεύ­μα­τι.

Δ.  “Ζῶ δέ οὐ­κέ­τι ἐ­γώ, ζεῖ δέ ἐν ἐ­μοί Χρι­στός”.’       Ἐ­πι­λο­γι­κό.

Ἡ Ἐκ­κλη­σί­α μέ τή λα­τρεί­α της, μέ τά μυ­στή­ρια καί ἰ­δι­αί­τε­ρα μέ τή Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α γί­νε­ται ὁ τό­πος καί ὁ τρό­πος τῆς ἀ­έ­να­ης Ἐν­σάρ­κω­σης τοῦ Θε­οῦ Λό­γου, ὁ τό­πος τῆς δια­ρκοῦς προσ­λή­ψε­ως τοῦ κτι­στοῦ ἀ­πό τό Ἄ­κτι­στο. Ἡ Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση φα­νε­ρώ­νει τό και­νό τρό­πο τῆς συ­νάν­τη­σης Θε­οῦ καί ἀν­θρώ­που, μιά συ­νάν­τη­σης πού τήν πε­ρι­γρά­φει καί τήν ὁ­ρο­θε­τεῖ ἡ συ­νέρ­για Θε­οῦ καί ἀν­θρώ­που γιά τήν ἐ­πί­τευ­ξη τῆς σω­τη­ρί­ας καί τῆς θέ­ω­σης. Ἀ­πό τό Θε­ό δί­νε­ται ἡ και­νούρ­για δυ­να­τό­τη­τα καί ἡ χά­ρη γιά νά φτά­σει ὁ ἄν­θρω­πος στή θέ­ω­ση. Ἀλ­λά τώ­ρα ἀ­παι­τεῖ­ται ἡ ἀ­πό­λυ­τη ἀν­τα­πό­κρι­ση τοῦ ἀν­θρώ­που, ἡ προ­σω­πι­κή του θέ­λη­ση νά προ­σφέ­ρει ἐ­λεύ­θε­ρα τόν ἑ­αυ­τό του στήν ἐ­πί­τευ­ξη καί τήν ἀ­πο­τε­λε­σμα­τι­κό­τη­τα τῆς συ­νέρ­γιας. Καί ὁ πλέ­ον γνή­σιος καί αὐ­θεν­τι­κός τό­πος καί τρό­πος γιά νά γί­νουν καί νά τε­λε­σφο­ρή­σουν ὅ­λα αὐ­τά, εἶ­ναι τά μυ­στή­ρια της Ἐκ­κλη­σί­ας, ἰ­δι­αί­τε­ρα τό μυ­στή­ριο τῶν μυ­στη­ρί­ων ἡ Θεί­α Εὐ­χα­ρι­στί­α, ἐ­κεῖ ὅ­που σω­μα­το­ποι­εῖ­ται ἡ μυ­στι­κή συ­νάν­τη­ση καί ἕ­νω­ση τοῦ Θε­οῦ μέ τόν ἄν­θρω­πο[9].

Μέ­σα στήν Ἐκ­κλη­σί­α καί μέ τήν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση τοῦ Λό­γου νι­κῶν­ται ὁ θά­να­τος, ἡ φθο­ρά καί ἡ ἁ­μαρ­τί­α, συν­τρί­βε­ται τό πα­ρά­λο­γο καί τό κα­κό καί ὅ­λα πιά μπο­ροῦν νά ζή­σουν σάν σέ μιά και­νούρ­για κτί­ση, νά ζή­σουν μιά και­νή ζω­ή, μιά ζω­ή Θε­αν­θρώ­πι­νη. Μέ τήν Ἐ­ναν­θρώ­πη­ση ὁ ἄν­θρω­πος προ­σοι­κι­ώ­νε­ται τή χά­ρη τῆς Οἰ­κο­νο­μί­ας τῆς σω­τη­ρί­ας καί πλέ­ον προ­σκα­λεῖ­ται στόν ἀ­γώ­να τῆς προ­σω­πι­κῆς καρ­πο­φο­ρί­ας. Ἡ ζω­ή τῆς Ἐκ­κλη­σί­ας μας γί­νε­ται ὁ τό­πος μιᾶς και­νῆς πνευ­μα­τι­κό­τη­τας, ὅ­που ὁ ἄν­θρω­πος μέ τή ὑ­πα­κο­ή τοῦ στό Θέ­λη­μα τοῦ Θε­οῦ, ὅ­πως αὐ­τό φα­νε­ρώ­νε­ται στή κα­θο­λι­κό­τη­τα τοῦ ἐκ­κλη­σι­α­στι­κοῦ σώ­μα­τος, ἐν­σω­μα­τώ­νε­ται στό Κυ­ρια­κό Σῶ­μα καί γί­νε­ται πρό­σω­πο κα­θώς ἀ­πο­λαμ­βά­νει ἐν ἀ­γά­πῃ τήν κοι­νω­νί­α μέ τό Πρό­σω­πο τοῦ Θε­οῦ Λό­γου.


[1] Μ. Καρ­δα­μά­κη, Ὀρ­θό­δο­ξη Πνευ­μα­τι­κό­τη­τα,  σελ. 100.

[2] Ἱ. Βλάχου, Οἱ Δεσποτικές ἑορτές, σέλ. 43.

[3] Ν. Λουδοβίκου,  Ἡ  Εὐχαριστιακή ὀντολογια,   σελ..206

[4] Σχετ. στό. Ν. Νησιώτη. Προλεγόμενα εἰς τήν θεολογική γνωσιολογίαν. σελ. 65- 56, 159-160

[5] π. Γ. Φλωρόφσκυ. Θέματα ὀρθοδόξου Θεολογίας, σελ. 191

16 Π. Νέλλα, Ἡ μητέρα τοῦ Θεοῦ καί ὁ θεοκεντρικός ἀνθρωπισμός. Σύναξη 59./  1996

[7] ἀρχ. Χρ. Σταυροπούλου, Κοινωνοί Θείας φύσεως, σελ 77-90.

[8] Ν. Λουδοβίκου, Ἡ  Εὐχαριστιακή ὀντολογία, σελ. 120, 276, 278, 274.

[9] σχέτ. Γ. Πατρώνου, Ἡ Θέωση τοῦ ἀνθρώπου, σελ. 115-122.

Πηγή: http://theologoi-kritis.sch.gr/

Ληστές και θύματα. Ήτοι λόγος περί φιλανθρωπίας

του Θεόδωρου Ι. Ζιάκα

Με τον όρο «φιλανθρωπία»[i] εννοούμε πράξεις ελέους (αρωγής, βοήθειας, υποστήριξης) στον πάσχοντα συνάνθρωπο. «Πάσχων» είναι ο ασθενής, ο πεινασμένος, ο άστεγος, ο φτωχός, ο αδικημένος, ο φυλακισμένος, ο πρόσφυγας, ο μετανάστης, ο ξένος και γενικά κάποιος που «έχει ανάγκη».

Ο πάσχων, ο αιτούμενος ελέους, υπάρχει σε κάθε πολιτισμό, απ’ όσους τουλάχιστον γνωρίζουμε. Γι’ αυτό και κάθε πολιτισμός έχει τη δική του θέσμιση της φιλανθρωπίας (νοηματοδότηση και πρακτική). Όπως σε όλα τα μεγάλα διαπολιτισμικά ζητήματα διακρίνουμε κι εδώ, από τη μια πλευρά, το καλό και το κακό (το ιδανικό και το αντι-ιδανικό) και από την άλλη πλευρά, το πραγματικό, ως βαθμό αποφυγής του κακού και ενσάρκωσης του καλού. Η διατύπωση του ιδανικού σε έναν πολιτισμό συμπυκνώνει και τη θεμελιώδη γνώση που έχει για το θέμα.

Καλούμενος να γράψω για τη φιλανθρωπία, αναλογίζομαι ότι μετέχω στον σημερινό παγκόσμιο πολιτισμό: τον νεωτερικό. Ότι ως Έλλην μετέχω, επίσης, στα υπολείμματα ενός άλλου οικουμενικού πολιτισμού. Έχω επομένως πρόσβαση τόσο στη νεωτερική όσο και στην ελληνική αντίληψη για τη φιλανθρωπία. Σ’ αυτή κυρίως τη δεύτερη θα ήθελα να αναφερθώ.

1. Στους αρχαίους Έλληνες

Για τους αρχαίους Έλληνες η προστασία των πασχόντων ήταν δουλειά του Θεού και όχι της Πολιτείας. Άλλωστε απέναντι στον Θεό είμαστε όλοι ξένοι και φτωχοί[ii] αιτούμενοι ελέους. Βέβαια αν κάποιος ήταν ιδιαίτερα ευσεβής μπορούσε να δείξει έλεος στον ενδεή. Ο Θεός θα το εκτιμούσε και ίσως τον αντάμειβε.

Η ελληνική Πολιτεία ήταν ένα είδος εταιρείας πολιτών-οπλιτών, δηλαδή περήφανων εγωιστικών υποκειμένων εξ ορισμού. Ο καθένας θεωρούνταν αποκλειστικός υπεύθυνος για την αντιμετώπιση της όποιας κατάστασής του. Οι ιδιωτικές δυστυχίες δεν αφορούσαν την Πολιτεία, παρά μόνο στο μέτρο που ήταν αποτέλεσμα της συμμετοχής σε συλλογικές υποχρεώσεις (π.χ. στον πόλεμο). Η Πολιτεία μόνο για τις ατυχείς επιπτώσεις των συλλογικών δράσεων επιλαμβανόταν (π.χ. μέριμνα για τα ορφανά των πεσόντων πολεμιστών). Επίσης η σκοπιμότητα της συλλογικής αυτοσυντήρησης (πρόληψη ταραχών και στάσεων) οδηγούσε ενίοτε την Πολιτεία να παίρνει μέτρα κατά της φτώχειας (π.χ. παροχή γης και έμμισθης απασχόλησης). Φτώχεια υπήρχε πάντοτε. Η ζωή ήταν δύσκολη για τον φτωχό, αλλά μόνο στα χέρια του μπορούσε να ελπίζει. Αν ήταν γέρος, χωρίς παιδιά να τον κοιτάξουν, αλλοίμονό του.

Τα ίδια ίσχυαν για την αρρώστια. Η Πολιτεία νοιαζόταν μόνο αν η αρρώστια την αφορούσε ως σύνολο, όπως π.χ. στην περίπτωση, που αντάμειψε τον Ιπποκράτη με δια βίου σίτιση στο Πρυτανείο, επειδή έσωσε την Αθήνα από την πανούκλα. Οι ιδιώτες ασθενούντες δεν ήταν στην αρμοδιότητά της. Γι’ αυτούς ειδικά φρόντιζε ο Ασκληπιός (από τους πιο αγαπητούς θεούς των Ελλήνων), μέσω των ειδικών ιδρυμάτων του (ναών – Ασκληπείων) και των ειδικών υπαλλήλων του (ιερέων – ιατρών).

Όταν, λοιπόν, βλέπουμε τους Αθηναίους να στήνουν βωμό στον θεό Έλεον,[iii] αντιλαμβανόμαστε ότι εκτιμούν την αξία της θείας φιλανθρωπίας. Αυτό όμως δεν τους εμποδίζει να βλέπουν την ανθρώπινη φιλανθρωπία σαν κάτι το μάλλον ασύμβατο με την αξιοπρέπεια του ελεύθερου ατόμου-πολίτη.

2. Στο Βυζάντιο

Στην οικουμενική φάση του ελληνικού κρατικού συστήματος, την βυζαντινή, τα πράγματα εμφανίζονται ριζικώς διαφορετικά.

Το ανιδιοτελές συναίσθημα της φιλανθρωπίας έχει αναχθεί σε υπέρτατη αξία. Στη σφαίρα της βυζαντινής πίστης ο Θεός σχεδόν ταυτίζεται με τη φιλανθρωπία του, καθ’ ότι «αγάπη εστί». Έγινε μάλιστα το απόλυτο θύμα της ανθρώπινης αρρώστιας προκειμένου να τη θεραπεύσει. Ο χριστιανός καταξιώνεται στο μέτρο ακριβώς που ενσαρκώνει το φιλάνθρωπο παράδειγμα του Χριστού.

Η εμφύτευση του χριστιανικού παραδείγματος στο εσωτερικό του ελληνικού πολιτισμού μετατόπισε τον άξονα περιστροφής του προς την κατεύθυνση της ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας. Εκκλησία και Πολιτεία έχουν κάνει κοινή υπόθεσή τους τη φιλανθρωπία. Η βυζαντινή Οικουμένη εμφανίζεται έτσι ως η πρώτη φιλάνθρωπη κοινωνία της ιστορίας. [iv]

Ο κύριος όγκος του φιλανθρωπικού έργου ασκείται εκεί από την Εκκλησία, η οποία παριστάνει, με τον ένα ή τον άλλο βαθμό επιτυχίας, την ενσάρκωση της παραδειγματικής Πολιτείας στο εσωτερικό της ιστορικής Πολιτείας. Η βυζαντινή Πολιτεία, όπως και οι ιδιώτες, εμπιστεύονται την Εκκλησία στο μέτρο που οι υπηρέτες της (επίσκοποι και πρεσβύτεροι) και τα μέλη της (έγγαμοι και μοναχοί), εφαρμόζουν την εντολή του αρχηγού της[v] και δίνουν το παράδειγμα της ανιδιοτέλειας. Τέρατα ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας, όπως οι άγιοι Ακέραιος, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος Ναζιανζηνός, Νικόλαος Μύρων, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Αττικός, Ευφροσύνη, Θεοδόσιος, Ιωάννης ο Ελεήμων[vi], Ακάκιος[vii] και πλήθος άλλοι, καθιέρωσαν ως αδιαμφισβήτητη τεκμαρτή απόδειξη αγιότητας, δηλαδή ευθυγράμμισης με το ύψιστο ανθρωπολογικό υπόδειγμα, την ακαταπόνητη φιλανθρωπία.

Το Βυζάντιο ήταν, λοιπόν, «κράτος πρόνοιας». Κεντρικός θεσμός του βυζαντινού προνοιακού συστήματος ήταν τα μοναστήρια. Γύρω τους λειτουργούσαν ορφανοτροφεία, πτωχοκομεία, πτωχοτροφεία, νοσοκομεία, λεπροκομεία, γηροκομεία, γηροτροφεία, ξενοδοχεία[viii] και άσυλα αστέγων, Το κράτος συμμετείχε είτε αυτόνομα, συντηρώντας το ίδιο τέτοια ιδρύματα, είτε έμμεσα, χρηματοδοτώντας την προνοιακή λειτουργία των μοναστηριών. Απ’ αυτή την άποψη τα μοναστήρια «δεν ήταν παρά το μακρύ χέρι του κράτους», όπως λέει ο H.-G. Beck.[ix] Η όλη προνοιακή δραστηριότητα χρηματοδοτούνταν από τη φορολογία, από τις δωρεές και τις διαθήκες των ευσεβών ιδιωτών. Σ’ αυτήν πρέπει να προσθέσουμε τη σχετική δημοσιονομική πολιτική, όπως του καθορισμού οροφής στις τιμές των βασικών ειδών διατροφής, της επιδότησης του ενοικίου των φτωχών, τα δημόσια συσσίτια κλπ.[x]

Αξίζει να σημειωθεί ότι τα αξιώματα που αναφέρονταν στη διαχείριση του προνοιακού συστήματος, όπως π.χ. του «Ορφανοτρόφου» και του «Πτωχοτρόφου», απολάμβαναν μεγάλη περιωπή. Κατείχαν μια πολύ υψηλή θέση στο αυτοκρατορικό Πρωτόκολλο.

Κάθε αυτοκράτορας που σέβονταν τον εαυτό του, θεωρούσε υποχρέωσή του να προσθέσει τη συμβολή του στο κοινωνικό οικοδόμημα της φιλανθρωπίας. Χαρακτηριστική, και αποκαλυπτική συνάμα, για τη χριστιανική προέλευση της φιλανθρωπίας ως κρατικού μελήματος, είναι μια επιστολή του αυτοκράτορα Ιουλιανού στον εθνικό αρχιερέα της Γαλατίας Αρσάκιο. Είναι ντροπή, του λέει, να μονοπωλούν οι χριστιανοί τη φιλανθρωπία. Και τον παρακινεί να τους συναγωνιστεί στην ίδρυση ξενοδοχείων.[xi]

Το χριστιανικό παράδειγμα είχε επηρεάσει και ονομαστούς μη χριστιανούς, ήδη από την προβυζαντινή εποχή. Ο Πλωτίνος π.χ. είχε μετατρέψει το σπίτι του σε ορφανοτροφείο.

3. Ο φιλανθρωπικός αρχέτυπος

Ονομάζουμε ανιδιοτελή τη χωρίς ανταπόδοση φιλανθρωπία. Κάθε άλλη μορφή, π.χ. η δωρεά για να επωφεληθώ από τις φοροαπαλλαγές ή για να διαφημίσω την επιχείρησή μου, είναι ιδιοτελής φιλανθρωπία.

Μιλάμε βεβαίως για «φυσική», υπαρκτή εδώ και τώρα, και όχι «μεταφυσική» ανταπόδοση. Το επιχείρημα ότι η προσδοκία «μεταφυσικής ανταπόδοσης» κάνει και πάλι ιδιοτελή τη φιλανθρωπία, είναι επιχείρημα τυπικά σοφιστικό. Το «επιχείρημα» αυτό αρέσει πάρα πολύ σ’ εκείνους που φοβούνται μήπως αναδυθεί η ανιδιοτέλεια μέσα τους και τους υπονομεύσει το εγώ.

Το Βυζάντιο είχε πλήρη επίγνωση της διαφοράς. Την αξιοποίησε δε επωφελώς και στις τρεις βαθμίδες της χριστιανικής ανθρωπολογικής κλίμακας: Ο άνθρωπος του φόβου (ο «δούλος του Θεού») κάνει το καλό επειδή φοβάται την Κόλαση. Του θύμιζε λοιπόν την ύπαρξη της Κολάσεως. Ο άνθρωπος του κέρδους (το Άτομο, ο «μισθωτός εργάτης του Θεού») κάνει το καλό επειδή ελπίζει να κερδίσει τον Παράδεισο. Του υποσχόταν λοιπόν απλόχερα τον Παράδεισο. Το Πρόσωπο (ο «Φίλος του Θεού») κάνει το καλό επειδή αγαπά. Αυτόν δεν χρειαζόταν ούτε να τον φοβίσει ούτε να τον δελεάσει, γιατί αυτός ήταν η ψυχή του όλου συστήματος. [xii]

Όσο ο τρίτος αυτός τύπος ανθρώπου διατηρούσε την επιρροή του και οι μπαταρίες της ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας φορτίζονταν, το προνοιακό σύστημα λειτουργούσε ικανοποιητικά. Όσο η επιρροή του υποβαθμιζόταν παρήκμαζε. Τότε ο Σοφιστής (ο εγωτικός ατομικισμός) ταύτιζε την τρίτη βαθμίδα με την πρώτη, το Πρόσωπο με τον Δούλο, αποκτούσε το πάνω χέρι και η αποσύνθεση έπαιρνε τη σκυτάλη ακάθεκτη. Άσφαλτη ένδειξη ότι το σύστημα κινδύνευε πάντοτε ήταν η ανάλογη πάχυνση των διαχειριστών του. Ήταν μοιραίο, για τον λόγο αυτό, να καταρρεύσει κάποια στιγμή. Τίποτα δεν είναι αθάνατο στον μάταιο τούτο κόσμο. Κράτησε όμως χίλια χρόνια.

Η γνώση του θέματος εμπεριέχεται στον χριστιανικό αρχέτυπο της φιλανθρωπίας: την παραβολή του «Καλού Σαμαρείτη». Τα στοιχεία της είναι σε όλους γνωστά: οι ληστές, το θύμα, οι αδιάφοροι «δικοί» μας, ο φιλάνθρωπος ξένος και ο ξενοδόχος. Υπάρχει θύμα, επειδή προφανώς υπάρχουν ληστές. Η υποβαλλόμενη λύση έχει έτσι δύο σκέλη: Κυνηγήστε τους ληστές. / Περιθάλψτε το θύμα.

Το πρώτο απαιτεί μια ευνομούμενη – αντιληστρική Πολιτεία. Το δεύτερο απαιτεί σπλαχνικούς ανθρώπους («καλούς Σαμαρείτες») και κοινωνική πρόνοια («πανδοχεία»). Αλλά προσοχή: Η λύση προσκρούει α) στην αδιαφορία των «δικών» μας (των ταγμένων στην υπηρεσία της) και β) στην υποτίμηση του ξένου/κατώτερου (ο Σαμαρείτης είναι «μίασμα» για τον Ιουδαίο), από τον οποίο όμως «κατώτερο» και ξένο μπορούμε να περιμένουμε την ευσπλαχνία.

Φυσικά το ιδεώδες θα ήταν μια κατάσταση, όπου δεν υπάρχουν ληστές και άρα θύματα. Κάτι τέτοιο όμως θεωρούνταν ανέφικτο από τους Έλληνες, τόσο τους αρχαίους όσο και τους βυζαντινούς. Για τους πρώτους: πατήρ πάντων είναι ο πόλεμος. Για τους δεύτερους: άρχων του κόσμου τούτου είναι ο διάβολος (διαβολή – διαμάχη – πόλεμος). Είναι αδύνατο να εξαλειφθεί η βία. Το μέγιστο, που μπορεί να γίνει, είναι να καταστέλλεται η αυθαίρετη βία από τη νόμιμη βία.

Η πεποίθηση αυτή αποτέλεσε τον ακρογωνιαίο λίθο του δικαιοπολιτικού οπλοστασίου του αρχαίου και του βυζαντινού ελληνικού κόσμου.

4. Σε επίπεδο Οικουμένης

Όσο μπορούσε να αναπαράγεται η πόλις-κράτος το πρόβλημα λυνόταν με τον τρόπο που ήδη εκθέσαμε. Λυνόταν, εννοείται, για τους έχοντες πολιτικά δικαιώματα: τους μετέχοντας κρίσεως και αρχής.

Από ένα σημείο όμως και πέρα η πόλις-κράτος είχε ξεπεραστεί, επειδή αδυνατούσε να διαχειριστεί την «παγκοσμιοποίση» της εποχής της: το οικουμενικό σύστημα που είχε δημιουργήσει η ανάπτυξή της. Η αδυναμία αυτή επικυρώθηκε από τον διαπολεοκρατικό Πελοποννησιακό πόλεμο και από την ανάπτυξη του σοφιστικού-σχετικιστικού πνεύματος, το οποίο αποσάθρωνε την ανθρωπολογική βάση του πολεοτικού συστήματος: την υπεύθυνη ατομικότητα. Αυτό το τελευταίο ήταν που καθιστούσε την αδυναμία ανήκεστη.

Τελικώς εφευρέθηκε κρατική μορφή διαχείρισης σε επίπεδο Οικουμένης, με τη ρωμαϊκή επινόηση της πολιτικής ιδιότητας δύο επιπέδων: Να είσαι πολίτης της πόλης σου, του Κοινού της καταγωγής σου. Και συγχρόνως να είσαι πολίτης της Ρώμης, της «Κοσμόπολης»: «ρωμαίος πολίτης» – «κοσμοπολίτης». (Πράγμα που δεν θα αλλάξει με την αντικατάσταση της παλιάς Ρώμης από τη νέα Ρώμη – Κωνσταντινούπολη.)

Το διώροφο πολιτειακό σχήμα δεν μπορούσε, ωστόσο, να εξασφαλίσει από μόνο του τη βιώσιμη αντιμετώπιση του προβλήματος. Πρώτον, γιατί δεν ήταν εύκολο να εφαρμοστεί στο επίπεδο της κοσμόπολης-κράτους η λύση που ίσχυε νωρίτερα στο επίπεδο της πόλης-κράτους. Και δεύτερο και σπουδαιότερο, γιατί η κρίση της εξατομίκευσης κατέστρεφε τον ανθρωπολογικό φορέα της αρχαιοελληνικής λύσης. Στο σημείο ακριβώς αυτό ήρθε να δώσει τη λύση της η παρεμβολή του χριστιανισμού, με την αναγωγή της ανιδιοτελούς φιλανθρωπίας σε υπέρτατη κοινωνική και υπαρκτική αξία.

Στην ουσία ο χριστιανισμός παρεμβαίνει στον κινητήρα της καταρρέουσας ελληνικής ατομικότητας, για να μεταλλάξει τους εξαντλημένους ηρωικούς (ομηρικούς) ελκυστές της σε αυτοθυσιαστικό ηρωισμό νέου τύπου: υπέρ των πασχόντων αδιακρίτως. Με τον τρόπο αυτό ο χριστιανισμός κατορθώνει να συγκρατήσει το ελληνικό Άτομο, για να μη διαλυθεί τελείως. Και αφ’ ετέρου, το βοηθά να ανέλθει στη βαθμίδα του Προσώπου, όπου η συνταύτιση ελευθερίας και ανιδιοτελούς αγάπης, καθιστά την ατομική ελευθερία απρόσβλητη και την αγάπη αδούλωτη.

Στην ειδική αυτή βάση ο χριστιανισμός και η ελληνική ανθρωποκεντρική παράδοση, συνέπηξαν συμμαχία στους προβυζαντινούς χρόνους, για να πολεμήσουν από κοινού τη γνωστικίζουσα παγανιστική ιδιωτεία, την τόσο ελκυστική για τον σκεπτόμενο ανέστιο άνθρωπο. Η κοινή νίκη τους εναντίον του γνωστικισμού υπήρξε η βάση της μακράς φιλίας ελληνισμού και χριστιανισμού, πάνω στην οποία στηρίχθηκε η βιωσιμότητα του βυζαντινού ιστορικού σχήματος.

5. Στο ανθρωπολογικό πεδίο

Η ανιδιοτελής φιλανθρωπία γίνεται όχημα για τη μετάλλαξη του Ατόμου σε Πρόσωπο, επειδή δίνει τη δυνατότητα στο Άτομο να απελευθερωθεί από τα πάθη του.

Από ένα σημείο και πέρα στην ανάπτυξη του Ατόμου, η εξωτερική ελευθερία του δεν μπορεί να διατηρηθεί, αν δεν ολοκληρωθεί σε εσωτερική πνευματική ελευθερία. Αν δηλαδή το Άτομο δεν απαλλαγεί από τα πάθη του. Μας το έδειξε ήδη η αρχαιοελληνική ατομικότητα, η οποία προσπάθησε, αλλά χωρίς επιτυχία, να κρατηθεί από το τραγικό «δέος» και τη φιλοσοφική «αρετή», προκειμένου να αποφύγει την αποσύνθεσή της.

Αποκαλυπτική είναι, απ’ αυτή την άποψη, η υπαρκτική εφαρμογή του φιλανθρωπικού αρχέτυπου. Η εφαρμογή του στον εαυτό μας, όπου: «Ληστές» είναι τα πάθη μας. «Θύμα» τους η ζωή μας. Αδιάφοροι «δικοί» μας: οι αξίες μας, τα πρότυπά μας. Υποτιμημένος «ξένος»: ο Εσταυρωμένος Υιός-Λόγος της Αγάπης. Και «παν-δοχείο» η εκάστοτε Εκκλησία του. Και ο νοών νοείτω.

Ρίζα των παθών είναι η φιλαυτία, σύμφωνα με την βυζαντινή ανθρωπογνωσία.[xiii] Γι’ αυτό κάθε αγώνας εναντίον τους τα κάνει ακόμα χειρότερα, αν αφήνει άθικτη τη φιλαυτία. Ο μόνος τρόπος να καρποφορήσει ο αγώνας εναντίον των παθών είναι η άρση της φιλαυτίας. Πράγμα αδύνατο δίχως την άσκηση της φιλανθρωπίας. Στο σημείο αυτό η βυζαντινή εμπειρία και γνώση είναι αξεπέραστη. Σοφά επεξεργασμένη είναι ανοιχτή και προσιτή σε όποιον δεν φοβάται να εκτεθεί στην επίδρασή της.

Παράδειγμα: Η έννοια της «αμαρτίας», ως πανανθρώπινης αρρώστιας. Η αυθεντική σημασία του παρεξηγημένου αυτού τεχνικού όρου της βυζαντινής ψυχιατρικής έχει χαθεί, μαζί με τόσα άλλα παλιά πράγματα υψηλής αξίας. Σήμαινε τη συνηθισμένη ανθρωπολογική μας κατάσταση, όπου ενώ έχουμε όλες τις αναγκαίες προδιαγραφές, για να γίνουμε πολίτες μιας Πολιτείας θεμελιωμένης στην απόλυτη πνευματική ελευθερία, μας αρέσει, αντίθετα, να κυλιόμαστε στην απόλυτη πνευματική δουλεία, σαν τους χοίρους στη λάσπη.

Η πιο τυπική συνιστώσα της «αμαρτίας» με αυτή τη έννοια, δηλαδή ως πάγιας ανθρώπινης κατάστασης, είναι ακριβώς η θεμελίωση της κοινωνικής θέσμισης και των τρεχόντων συλλογικών και ατομικών αποφάσεων, στη βιαιοπραγία, την ασπλαχνία και την αναισθησία. Και η πεποίθησή μας ότι είναι «φυσική» η «παρά φύσιν» αυτή κατάσταση. Ως βασική θεραπευτική αγωγή, εναντίον του ζοφερού αυτού ύπνου της ψυχής, η βυζαντινή ψυχιατρική συνιστά: ανιδιοτελή φιλανθρωπία σε γενναίες επαναληπτέες δόσεις. Δίχως την αγωγή αυτή καμιά αφύπνιση δεν θεωρείται εφικτή.

Ο νέος τύπος ανθρώπου, ο ασκητικός άνθρωπος της ανιδιοτελούς προσφοράς, είχε σαφή την επίγνωση ότι εισάγει στη ρωμαϊκή Οικουμένη μια τρίτη βαθμίδα πολιτειακής δικαιοδοσίας, έξω από τη σφαίρα των παθών. Ότι αντλώντας απ’ αυτήν το νόημα της ύπαρξής τους, οι πολίτες του Κόσμου και των Κοινών, καθίστανται ικανοί να παίρνουν αποφάσεις ελεύθερες από τις αντίστοιχες ενδοκοσμικές και ενδοκοινοτικές τους δουλείες.

Σ’ αυτό ακριβώς συνίσταται το μυστικό της εκπληκτικής, ως προς την έκταση και τη βιωσιμότητά της, βυζαντινής φιλανθρωπίας. Μαζί και της χιλιόχρονης μακροημέρευσης της μοναδικής «παγκοσμιοποίησης» στην ιστορία, η οποία ευτύχησε να αυτοθεσμιστεί.

6. Στο νεωτερικό παρόν

Η Δύση χαμπάρι δεν πήρε, για ό,τι συνέβη στο ανατολικό ημισφαίριο της ρωμαϊκής Οικουμένης. Οπισθοδρομώντας στην δεσποτική-φεουδαρχική βαρβαρότητα, υποχρεώθηκε να ξαναπάρει το δρόμο του πολιτισμού από την αρχή.

Παρόλο που υπήρξε «τριτοκοσμική περιφέρεια» της ελληνικής Ανατολής,[xiv] ο δρόμος που πήρε, κάτω από τη βίαιη ώθηση του βορειοευρωπαϊκού ατομισμού, ήταν τελείως καινούργιος. Άσχετος και ξένος προς αυτόν που είχαν πάρει οι Έλληνες από τη μυκηναϊκή εποχή, για να καταλήξουν στη βυζαντινή Οικουμένη. Μιλώ για τον ειδικό δρόμο της Δύσης, ο οποίος μας έφερε στο νεωτερικό Άτομο και στο εθνοκρατικό πολιτειακό του οικοσύστημα.

Άτομα ήταν βεβαίως και τα δύο, τόσο το ελληνικό όσο και το νεωτερικό, αφού πρόταγμά τους ήταν η ατομική ελευθερία. Υπήρξε όμως διαμετρικά αντίθετη η κατεύθυνση της ανάπτυξής τους.

Το ελληνικό Άτομο επιδίωκε την εξωτερική ανάπτυξη της ατομικής ελευθερίας, μέσω της αδιαμεσολάβητης διαπροσωπικής διαβούλευσης, η οποία επεκτείνει την αυτεξουσιότητα από τον ένα στον άλλο τομέα της συλλογικής ζωής, μέχρι να συμπεριλάβει το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων.

Το νεωτερικό Άτομο, αντίθετα, επιδιώκει την εσωτερική ανάπτυξη της ατομικής ελευθερίας του, την οποία και αντιλαμβάνεται ως ελευθερία ακώλυτης ικανοποίησης των ατομικών παθών. Για να την επιτύχει καινοτομεί την εξουδετέρωση της κοινωνικής επικινδυνότητας των παθών, μέσω της διαμεσολάβησης των διυποκειμενικών σχέσεων με απρόσωπα συστήματα, στα οποία και εναποθέτει, εξ ολοκλήρου, τη διαχείριση της κοινωνικής παθολογίας. Ο άλλος, ως πάσχων, ενδεής και αιτούμενος ελέους, υπόκειται έτσι σε καταστατική διαγραφή από τον υπαρκτικό ορίζοντα του νεωτερικού Ατόμου. Το υπαρκτικό κενό που παράγει η συστημική διαγραφή του Άλλου, αναπληρώνεται από την υπερτροφική ανάπτυξη του αυτοαναφορικού φαντασιακού: της «εσωτερικότητος».[xv]

Ήδη το νεωτερικό Άτομο κατόρθωσε να υλοποιήσει το ιδεώδες του: Έχει κατασκευάσει μια πλανητικού επιπέδου Τεχνόσφαιρα. Ασύλληπτη και ιλιγγιώδη, όχι μόνο σε έκταση, αλλά και σε πολυπλοκότητα. Έχει κλειστεί μέσα της, ακριβώς όπως το είχε συλλάβει στις σκοτεινές στοές της εκκοσμικευμένης μεσαιωνικής Γνώσης του: «ελεύθερο» από τη Φύση και τη Μεταφύση. Και προσπαθεί, εκεί μέσα, με ακαταπόνητη επινοητικότητα, να γεμίσει τον καταναλωτικό πίθο των Δαναΐδων. Να «ικανοποιήσει» τον αποθηριωμένο «όχλο των παθών».[xvi]

Η τραγωδία του νεωτερικού Ατόμου είναι ότι η επίτευξη του καταστατικού στόχου του πολιτισμού του και η ανθρωπολογική ολοκλήρωσή του, το έφερε ήδη μπρος στην ίδια αρρώστια, η οποία είχε συντρίψει το ελληνικό Άτομο: την κρίση της εξατομίκευσης: τον σχετικισμό, το κενό νοήματος, τον μηδενισμό. Αποσυντίθεται τώρα που η ακμαιότητά του είναι απολύτως αναγκαία. Τώρα που στους ώμους του στηρίζεται ολόκληρο Παγκόσμιο Σύστημα.

Όπως η Πόλις-κράτος είχε ξεπεραστεί από μια υπερπολεοκρατική Οικουμένη, η οποία ζητούσε ενιαία κρατική διαχείριση, ενώ το υποκείμενό της διαλυόταν, έτσι και τώρα: Το Έθνος-κράτος έχει ξεπεραστεί από την υπερεθνοκρατική Οικουμένη του και ζητείται η δημιουργία μιας υπερεθνικής-οικουμενικής κρατικής διαχείρισης, η βιωσιμότητα της οποίας απαιτεί εναρμόνιση με το εθνοκρατικό κεκτημένο. Κι όλα αυτά στα πλαίσια ενός Συστήματος, του οποίου η αναπαραγωγή καταστρέφει την εξωτερική του βάση: τη Βιόσφαιρα.

Χρειάστηκε να πετύχουν/αποτύχουν αιματηρότατες νεωτερικές επαναστάσεις, για να φτάσουμε εδώ. Εκατομμύρια νεκροί. Άπειρος βασανισμός και ποδοπάτημα του ανθρώπου. Το επαναστατικό ζητούμενο, σύστοιχο με το νεωτερικό πρόταγμα της φαντασιακής αυτοπραγμάτωσης, ήταν να ξεσηκωθούν τα θύματα. Να εξοντώσουν τους ληστές. Να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους. Και να επιβάλουν την τέλεια κοινωνία (της Λογικής ή της Ισότητας), η οποία ελλείψει ληστών και θυμάτων, δεν θα είχε, επιτέλους, ανάγκη την ανιδιοτελή φιλανθρωπία και τον εσταυρωμένο εκπρόσωπό της.

Παράλληλα οι «ληστές» του δυτικού καπιταλισμού, φοβούμενοι μην έχουν την τύχη των καρατομημένων ανατολικών συναδέλφων τους, έκαναν γενναίες σοσιαλδημοκρατικές παραχωρήσεις στα δικά τους «θύματα», χρηματοδοτώντας την οικοδόμηση εκτεταμένων προνοιακών συστημάτων, από τις συσσωρευμένες τριτοκοσμικές υπεραξίες (σύμφωνα με τις πλέον δημοφιλείς, κατά τον 20ο αιώνα, αναλύσεις του ιμπεριαλισμού). Μετά το 1989, που εξέλιπε το «αντίπαλο δέος», οι προνοιακές κατακτήσεις-παραχωρήσεις έχασαν το νόημά τους. Και «παίρνονται πίσω».

Το νέο ιστορικό περιβάλλον είναι φυσικά ο παράδεισος όλων των αρχετυπικών «ληστών»: παλιών και νέων, ατομικών και εταιρικών, κρατικών και παρακρατικών. Τα θύματά τους ατελείωτα. Πρώτα πρώτα είναι ο ίδιος ο κυρίαρχος νεωτερικός τύπος ανθρώπου, ο οποίος έχει προγραμματικά αποφασίσει ότι το είναι του συμπίπτει με τα πάθη του. Και ότι ζωή του είναι η λεηλασία της ψυχής του.

Είναι προφανές, ότι για να αντιμετωπιστούν τέτοιας απίστευτης έκτασης υπαρκτικά, κοινωνικά, πολιτικά, «περιβαλλοντικά» κλπ. προβλήματα, δεν αρκούν οι φιλανθρωπικές ασπιρίνες της εταιρικής, της ταξικής ή της «διεθνιστικής» σκοπιμότητας. Ούτε οι επιβεβλημένες από την ανάγκη αντιστάσεις στις αυτοκτονικές απορρυθμίσεις, της όποιας σοσιαλδημοκρατικής πρόνοιας στοιχειώνει ακόμη το εθνοκρατικό κεκτημένο.

Χωρίς μια πλανητικού μεγέθους προσφυγή στην ανιδιοτελή φιλανθρωπία, το μεταμοντέρνο μέλλον του γενναίου νεωτερικού μας κόσμου δεν προοιωνίζεται καθόλου λαμπρό.

7. Σύνοψη

Ανακεφαλαιώνοντας την ανάλυση του προβλήματος διαπιστώνουμε: α) Ότι έχει δύο όψεις ξεχωριστές και αδιάσπαστα ενωμένες: την υπαρκτική και την κοινωνική. Και β) ότι η λύση είναι προσωπική και στις δύο.

Κατόπιν τούτου ας ρωτήσουμε τον εαυτό μας αξιότιμε αναγνώστη: Μήπως είσαι ληστής; Αν όχι προς τι η βιαστική απομάκρυνση από το θύμα (έξω σου και μέσα σου);

Από τη συλλογή άρθρων «Περί φιλανθρωπίας». (Eκδοση art-emis, Αθήνα 2009- www.artemisathens.org)


[i] Ως διανθρώπινη σχέση ο όρος είναι στην κυριολεξία του ανακριβής. Συνιστά καταχρηστική επέκταση της «θεϊκής φιλανθρωπίας», όπου και κυριολεκτείται. Επιπλέον μια πράξη «φιλανθρωπίας» δεν υποδηλώνει κατ’ ανάγκη «φιλία» προς τον ευεργετούμενο.

[ii] Διός εισιν άπαντες ξείνοι τε πτωχοί τε (Οδύσσεια ζ 207 και ξ 57).

[iii] Παυσανίας 1. 17. 1.

[iv] Κ. Άμαντος, Η ελληνική φιλανθρωπία κατά τους μεσαιωνικούς χρόνους. Διάλεξη υπέρ των προσφύγων της Μικράς Ασίας, στην Εταιρεία Βυζαντινών σπουδών, 22-10-1922. (ΑΘΗΝΑ Σύγγραμμα Περιοδικόν της Εν Αθήναις Επιστημονικής Εταιρείας, τ. 35 σ. 131. Αθήνησιν. Εκ του Τυπογραφείου Π.Δ. Σακελλαρίου, 1923.) Στο κείμενο αυτό παρέχεται πλούτος στοιχείων για τη φιλανθρωπία στο Βυζάντιο.

[v] «… πείνασα και μου δώσατε να φάω. Δίψασα και με ποτίσατε. Ξένος ήμουν και με περιμαζέψατε. Γυμνός και με ντύσατε. Αρρώστησα και με επισκεφθήκατε. Στη φυλακή ήμουν και ήρθατε …» (Ματθ. 25, 34.)

[vi] «Η ακαταπόνητος δράσις του (Ελεήμονος) υπέρ των δυστυχούντων εδείχθη προ πάντων, όταν μετά την άλωσιν της Ιερουσαλήμ υπό των Περσών (615 μ. Χ.) κατέφυγον άπειροι πρόσφυγες εις Αλεξάνδρειαν. Ίδρυσε νοσοκομεία και πτωχοτροφεία, ετοποθέτησε τους υγιείς εις ξενοδοχεία, εξηγόρασε αιχμαλώτους, διένειμε καθ’ εκάστην βοηθήματα εις τους προσερχομένους οιουσδήποτε απόρους, εφρόντισεν ακόμη και περί απόρων γυναικών επιτόκων. Λέγεται ότι έτρεφε πολλάκις 7500 πτωχούς. Είναι φανερόν πόσην επίδρασιν ηδύνατο να έχη το παράδειγμα του Ελεήμονος εις τον τότε χριστιανικόν κόσμον.». (Κ. Άμαντος, ό.π. σ. 135.)

[vii] «Ανάλογος προς την περίθαλψιν των πτωχών ήτο η πρόνοια περί των αιχμαλώτων, ανεξαρτήτως φυλής και θρησκεύματος. Εκ των παλαιοτέρων ονομαστόν είναι το παράδειγμα του επισκόπου Αμίδης Ακακίου, όστις επώλησε κειμήλια της Εκκλησίας προς εξαγοράν παρά των στρατιωτών του Βυζαντίου Περσών αιχμαλώτων. “Αύτη η του θαυμαστού Ακακίου πράξις πλέον τον Περσών βασιλέα κατέπληττεν, ότι αμφότερα Ρωμαίοι μεμελετήκασι πολέμω τε και ευεργεσία νικάν”.». (Κ. Άμαντος, ό.π. σ. 137.)

[viii] Ξενώνες, ξενοδοχεία, ξενοκομεία, πανδοχεία, ονομάζονταν τα ιδρύματα τα οποία περιέθαλπαν κυρίως τους ξένους, εμπόρους, στρατιώτες, αιχμαλώτους, προσκυνητές, μεταξύ των οποίων και τους ντόπιους φτωχούς.

[ix] Εντυπωσιάζει τους συγχρόνους μας η πληθώρα των μοναστηριών στο Βυζάντιο και ειδικά μέσα στην πρωτεύουσα και στις άλλες μεγάλες πόλεις. Δεν γνωρίζουν ότι τα μοναστήρια, εκτός από τη σωτηρία της ψυχής των μοναχών, επιτελούσαν πλήθος άλλες κοινωνικές λειτουργίες, μεταξύ των οποίων το σύνολο των αναγκαίων για τη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής προνοιακών δραστηριοτήτων.

[x] Hans – Georg Beck, Η βυζαντινή χιλιετία, σ.348. (ΜΙΕΤ Αθήνα 1990.)

[xi] «Ξενοδοχεία καθ’ εκάστην πόλιν κατάστησον πυκνά, ίν’ απολαύσωσιν οι ξένοι της παρ’ ημών φιλανθρωπίας, ού των ημετέρων μόνον, αλλά και άλλων όστις αν ενδεηθή χρημάτων. Όθεν δ’ ευπορήσεις, επινενόηταί μοι… αισχρόν γαρ ει… τρέφουσιν οι δυσσεβείς Γαλιλαίοι προς τοις εαυτών και τους ημετέρους, οι δ’ ημέτεροι της παρ’ ημών επικουρίας ενδεείς φαίνονται…» (Juliani, quae superunt, έκδ. Hertlein σ. 553. Πρβ. Θεοφάνους Χρονογραφία, τ. Α’ σ.134. Αρχαίο κείμενο και μετάφραση αρχ. Ανανία Κουστένη. Εκδόσεις Αρμός. Αθήνα 2007.)

[xii] Για την τρίβαθμη ανθρωπολογική κλίμακα βλ. Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, Μυσταγωγία, σ.240. Εκδόσεις Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αθήναι 1989.

[xiii] Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης Ζηζιούλας, Νόσος και θεραπεία στην Ορθόδοξη θεολογία. (Στο Ορθοδοξία και σύγχρονος κόσμος. Κέντρο Μελετών Ι.Μ. Κύκου. Λευκωσία 2006.)

[xiv] Γ. Κοντογιώργης, Το Ελληνικό Κοσμοσύστημα, τ. Ι. Εκδόσεις Ι. Σιδέρης. Αθήνα 2006.

[xv] «Η φαντασία είναι το αντίδοτο των Νέων Χρόνων κατά του δικού τους μηδενός: τα πλάσματά της προσφέρουν γενναιόδωρα στον άνθρωπο την δυνατότητα να αυτοπραγματωθεί δημιουργικά ως ελεύθερη ύπαρξι.» (Στ. Ράμφος, Γενάρχες πεπρωμένων, σ.23. Αρμός Αθήνα 2007.) Αλλά: Τι γίνεται αν το «δημιουργικά αυτοπραγματωμένο» φαντασιακό είναι αφύσικο, ανελεύθερο και απάνθρωπο; Για πόσο η φυσική πραγματικότητα θα είναι εφεκτική στον βιασμό της από την «αυτοπραγματούμενη» φαντασίωση;

[xvi] Έκφραση του Μεγάλου Φωτίου. (Ι. Ζηζιούλας, ό.π.)

Επιστήμη και προκατάληψη

του Κωνσταντίνου Ε. Βαγιονάκη*

Η Μεγάλη Εκρηξη και η ιστορία του Σύμπαντος

«Απορώ με τους ανθρώπους που θέλουν να “γνωρίσουν” το Σύμπαν όταν είναι αρκετά δύσκολο να βρεις τον δρόμο σου στην Τσαϊνατάουν»  Γούντι Αλεν

Η σύγχρονη κοσμολογία ξεκίνησε το 1917 με την εφαρμογή από τον ίδιο τον Αλβέρτο Αϊνστάιν της γενικής θεωρίας της σχετικότητας σε ολόκληρο το Σύμπαν. Τότε βέβαια όλες οι ενδείξεις ήταν για ένα στατικό, αμετάβλητο και αιώνιο Σύμπαν που απετελείτο από έναν μόνο γαλαξία, τον δικό μας. Για να περιγράψουν οι εξισώσεις της γενικής σχετικότητας ένα στατικό Σύμπαν, ο Αϊνστάιν προσέθεσε έναν όρο με μια σταθερά που αντιστάθμιζε την ελκτική βαρύτητα και έμεινε γνωστή ως «κοσμολογική σταθερά».

Μέσα σε δέκα χρόνια οι παρατηρησιακές ενδείξεις άλλαξαν δραματικά. Από το 1924 ως το 1929, χρησιμοποιώντας το ιστορικό τηλεσκόπιο του αστεροσκοπείου στο όρος Γουίλσον στην Καλιφόρνια, ο Εdwin Ηubble έδειξε ότι όχι μόνο υπήρχαν εκατομμύρια άλλοι γαλαξίες όπως ο δικός μας αλλά και ότι αυτοί απομακρύνονταν ο ένας από τον άλλον κατά τρόπο που μπορούσε να περιγραφεί με μια απλή μαθηματική σχέση, έκτοτε γνωστή ως «νόμος του Ηubble»: όσο πιο μακριά είναι ένας γαλαξίας τόσο πιο γρήγορα κινείται. 
Ο νόμος του Ηubble υπήρξε η πρώτη ένδειξη μιας δυναμικής εξέλιξης του Σύμπαντος που στην πραγματικότητα ήρθε να βρει μιαν έτοιμη εξήγηση. Οπως είχαν ήδη δείξει ο Αlexander Friedmann το 1922 και ο Georges Lematre το 1927, οι εξισώσεις της γενικής σχετικότητας επέτρεπαν την περιγραφή ενός Σύμπαντος σε διαστολή, όπου δηλαδή ο ίδιος ο χώρος διαστέλλεται. Ως συνέπεια αυτής της διαστολής οι γαλαξίες απομακρύνονται και τα φωτεινά κύματα επιμηκύνονται με αποτέλεσμα τη συστηματική μετατόπισή τους προς το ερυθρό άκρο του φάσματος. Ο Αϊνστάιν και πολλοί άλλοι φυσικοί εγκατέλειψαν τότε την κοσμολογική σταθερά.
Η ερμηνεία αυτή του νόμου του Ηubble δείχνει μιαν «αρχή»: το Σύμπαν αραιώνει και ψύχεται καθώς διαστέλλεται, οπότε, αν φανταστούμε ότι γυρνάμε τον χρόνο πίσω, γίνεται όλο και πιο πυκνό και θερμό. Μπορούμε τότε να εφαρμόσουμε τους νόμους της φυσικής που έχουμε καλά κατανοήσει και ελέγξει ως τώρα- θερμοδυναμική, σωματιδιακή φυσική, πυρηνική και ατομική φυσική, βαρύτητα, δυναμική των ρευστών- για να ιχνηλατήσουμε τη θερμική ιστορία του διαστελλόμενου Σύμπαντος από κάποια ορισμένη αρχική στιγμή
ως σήμερα. Εχουμε έτσι κατακτήσει έναν σημαντικό βαθμό εμπιστοσύνης για τα γεγονότα που διαμόρφωσαν το Σύμπαν μας όλο αυτό το διάστημα (περίπου για το 99,99% της όλης ιστορίας του).
Πράγματι σε πολύ πρώιμες στιγμές η θερμοκρασία ήταν πολύ υψηλή, ικανή να ιονίσει το υλικό που γέμιζε το Σύμπαν. Μπορούμε τότε από το αρχικό πλάσμα στοιχειωδών σωματιδίων να κατανοήσουμε τον σχηματισμό πρωτονίων και νετρονίων μέσα στο πρώτο μικροδευτερόλεπτο και από εκεί να προβλέψουμε πώς αυτά συνδυάζονται για τον σχηματισμό των ελαφρών πυρήνων δευτερίου, ηλίου και λιθίου μέσα στα τρία πρώτα λεπτά. Η συμφωνία αυτής της «αρχέγονης πυρηνοσύνθεσης» με την παρατηρούμενη αφθονία αυτών των στοιχείων είναι μία από τις πιο εντυπωσιακές συνέπειες της διαστολής ενός αρχικού θερμού Σύμπαντος.
Αμέσως μετά το Σύμπαν συνίστατο από ένα πλάσμα πυρήνων, ηλεκτρονίων και φωτονίων το οποίο ήταν αρκετά πυκνό για να επιτρέψει στα φωτόνια να διαφύγουν. Καθώς το Σύμπαν διαστελλόταν και ψυχόταν, έφτασε μια στιγμή όπου οι ενέργειες δεν ήταν ικανές να το κρατήσουν ιονισμένο, με αποτέλεσμα να αρχίσει ο σχηματισμός ουδέτερων ατόμων και τα φωτόνια να αποδεσμευθούν. Αυτή είναι η ακτινοβολία που από τότε έχει ταξιδέψει ουσιαστικά ανεμπόδιστη διά μέσου του Σύμπαντος παρέχοντας ένα φωτογραφικό στιγμιότυπό του όταν αυτό ήταν περίπου 380.000 ετών και η θερμοκρασία του ανερχόταν σε περίπου 3.000 Κ. Σήμερα, περίπου 13,7 δισεκατομμύρια έτη αργότερα, η ακτινοβολία αυτή έχει ψυχθεί σε συχνότητες μικροκυμάτων και παρατηρείται ως η «κοσμική ακτινοβολία υποβάθρου», μια θερμική ακτινοβολία 2.73 Κ και εξαιρετικής ομοιομορφίας, αδιάψευστες ενδείξεις της κοσμολογικής προέλευσής της. Ανιχνεύθηκε για πρώτη φορά από τους Αrno Ρenzias και Robert Wilson το 1965 και τα χαρακτηριστικά της, ιδιαίτερα οι μικρές θερμοκρασιακές διακυμάνσεις της, που σχετίζονται με μικρές διακυμάνσεις στη πυκνότητα ύλης και ενέργειας και που με τη σειρά τους οδήγησαν στον σχηματισμό των μεγάλων κοσμικών δομών στο ύστερο Σύμπαν, μετρήθηκαν από τους δορυφόρους CΟΒΕ το 1992 και WΜΑΡ το 2003 και μετά, ενώ ακόμη υψηλότερη ακρίβεια αναμένεται από τα δεδομένα του δορυφόρου Ρlanck που εκτοξεύθηκε εφέτος. Το πρότυπο για τη διαστολή ενός αρχικά θερμού και πυκνού Σύμπαντος αποτελεί το «καθιερωμένο πρότυπο» της κοσμολογίας. Ο όρος αυτός σημαίνει ότι πρόκειται πράγματι για ένα πρότυπο, ένα μοντέλο που συνιστά προσέγγιση, όπως κάθε γνώση, σε αυτό που παρατηρούμε και που
έχει δοκιμαστεί με επιτυχία σε μια σειρά μη τετριμμένων ελέγχων, που δεν αφήνουν περιθώριο σε άλλη πειστική εναλλακτική πρόταση.
Το καθιερωμένο κοσμολογικό πρότυπο είναι ευρύτερα γνωστό ως πρότυπο της Μεγάλης Εκρηξης, ένας όρος με ιδιαίτερη απήχηση που αναφέρεται στο μεμονωμένο γεγονός μιας αρχικής έκρηξης που υποτίθεται ότι σημάδεψε την αρχή των πάντων. Πράγματι, γυρίζοντας τον χρόνο πίσω ως περίπου το ένα δέκατο του δισεκατομμυριοστού του δευτερολέπτου από την αρχή, ως δηλαδή εκεί που μπορούμε να εφαρμόσουμε με κάποια εμπιστοσύνη τους νόμους της φυσικής που ξέρουμε, το ερώτημα παραμένει: Τι συνέβη πριν; Από εκείνη τη στιγμή ως τον λεγόμενο χρόνο Ρlanck μόνο υποθετικές θεωρήσεις μπορούμε να διατυπώσουμε, λιγότερο ή περισσότερο εύλογες (όπως ο λεγόμενος «κοσμολογικός πληθωρισμός»), με βάση πάντα μια υποκείμενη φυσική. Αλλά και πάλι: Τι συνέβη ακόμη πιο πριν; Πέρα από το κρίσιμο όριο του χρόνου Ρlanck, οι παρούσες θεωρίες μας αρχίζουν να χάνουν το νόημά τους. Ειδικότερα οι εξισώσεις της γενικής σχετικότητας καταλήγουν στη λεγόμενη «αρχική ιδιομορφία» στο σημείο μηδέν, όπου η θερμοκρασία, η πυκνότητα και η καμπυλότητα αποκλίνουν προς το άπειρο. Η Μεγάλη Εκρηξη υποτίθεται ότι πυροδότησε τη διαστολή του Σύμπαντος τότε και εδώ αρχίζει το μυστήριο!
Στην πραγματικότητα δεν έχουμε άμεσες φυσικές ενδείξεις για τις εποχές πριν από την εποχή της εκπομπής της κοσμικής ακτινοβολίας υποβάθρου. Αν κάποια ημέρα σταθεί δυνατόν να υπάρξουν και να αναλυθούν τέτοιες ενδείξεις (π.χ., ανίχνευση κοσμολογικών νετρίνων υποβάθρου ή βαρυτικής ακτινοβολίας υποβάθρου, κάτι που προς το παρόν φαντάζει εξαιρετικά δύσκολο), τότε οι ιδέες μας θα μπορέσουν να ελεγχθούν και λογικά να ενσωματωθούν στο καθιερωμένο πρότυπο (ή σε κάποια επέκτασή του). Εξακολουθεί όμως να μας είναι αδύνατον να σκεφθούμε κάτι που να συνδέεται με την αρχική στιγμή της Μεγάλης Εκρηξης ή αν ένα τέτοιο μεμονωμένο γεγονός πράγματι συνέβη.
Αλλωστε στο ερώτημα «πού συνέβη η Μεγάλη Εκρηξη;» είναι λάθος να σκέπτεται κανείς ότι αναγκαστικά αυτό συνέβη σε ένα εντοπισμένο σημείο. Επειδή πρόκειται για μια χωροχρονική ιδιομορφία με άπειρη πυκνότητα, η απάντηση θα μπορούσε να είναι σε κανένα σημείο και παντού μαζί, ένα είδος εμβρυϊκής κατάστασης που εκτεινόμενη έδωσε γένεση σε αυτό που παρατηρούμε 13,7 δισεκατομμύρια έτη μετά. Και στο έσχατο ερώτημα «τι υπήρχε πριν από τη Μεγάλη Εκρηξη;» η
απάντηση θα μπορούσε να είναι ότι αυτό δεν έχει νόημα, μια και η Μεγάλη Εκρηξη δημιούργησε η ίδια (υποθέτουμε μέσα από τις διαδικασίες μιας κβαντικής θεωρίας της βαρύτητας) τον χώρο και τον χρόνο, την ύλη και την ενέργεια (με τον ίδιο τρόπο, δεν έχει νόημα να ρωτάμε τι υπάρχει βορειότερα του Βορείου Πόλου). Στην πραγματικότητα, καμία τέτοια ή άλλη υπόθεση (π.χ., ότι η Μεγάλη Εκρηξη που οδήγησε στο δικό μας Σύμπαν είναι μία από άπειρες άλλες σε έναν αιώνιο χώρο ή ότι η Μεγάλη Εκρηξη είναι ένα στάδιο ενός αιώνιου κύκλου διαστολής- συστολής) δεν αποτελεί σήμερα μέρος αυτού που η επιστήμη ονομάζει καθιερωμένο κοσμολογικό πρότυπο της Μεγάλης Εκρηξης.
Επιστημονικά αρκεί μόνο μια βεβαιωμένη αποτυχία για να απορρίψει ένα πρότυπο. Κάτι τέτοιο δεν έχει υπάρξει ως σήμερα για το πρότυπο της Μεγάλης Εκρηξης ούτε έχουμε κάποια μείζονα ασυνέπειά του. Π.χ., η σημερινή τιμή της σταθεράς του Ηubble (70 σχετικές μονάδες), που υπεισέρχεται στον ομώνυμο νόμο και που σχετίζεται με την ηλικία του Σύμπαντος, συνδυαζόμενη με την από δεκαετίας παρατηρούμενη επιταχυνόμενη διαστολή που φαίνεται να επανεισαγάγει μια μικρή τιμή για τη κοσμολογική σταθερά, συνεπάγεται ότι η ηλικία του Σύμπαντος είναι σε συμφωνία με την ηλικία των πιο παλιών αστρικών σμηνών του γαλαξία μας. Την ίδια στιγμή βέβαια παραμένουν προβλήματα ανοικτά (π.χ., η άγνωστη φύση κάποιων παραμέτρων, όπως η κοσμολογική σταθερά), που πάντως δεν είναι ικανά να θυσιάσουν τον κύριο κορμό του καθιερωμένου κοσμολογικού προτύπου.
Φιλοσοφικά η γενική πεποίθηση τείνει να είναι ότι το Σύμπαν δεν μπορεί να έχει μιαν αρχή (ή και ένα τέλος). Η παρατηρούμενη κοσμολογική εξέλιξη όμως αποτελεί βασική επιτυχία του καθιερωμένου προτύπου. Από την άλλη μεριά, το καθιερωμένο πρότυπο βασίζεται σε κάποιες παραδοχές. Κεντρική ανάμεσά τους είναι η παραδοχή της οικουμενικότητας των νόμων της φυσικής, ότι δηλαδή μπορούμε να προεκτείνουμε την τοπική φυσική μακριά στον χώρο και στον χρόνο (τουλάχιστον ως εκεί που ξέρουμε ότι αρχίζει να αποτυγχάνει, όπως στη Μεγάλη Εκρηξη). Ούτε αυτό όμως είναι χωρίς εμπειρική υποστήριξη. Και άλλωστε η δύναμη της επιστήμης πηγάζει πάντα από την αφαίρεση (το αντίθετο αποτελεί θετικιστική προκατάληψη).
Μερικοί λένε ότι το πρότυπο της Μεγάλης Εκρηξης διηγείται μια ιστορία του Σύμπαντος πολύ ωραία για να είναι αληθινή. Η αλήθεια είναι ότι το πρότυπο της Μεγάλης Εκρηξης διηγείται μια ιστορία του Σύμπαντος πολύ απλή για να είναι λάθος.

* Καθηγητής θεωρητικής φυσικής στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

Πηγή: http://www.antifono.gr/portal/index.php/Κατηγορίες/Κοσμολογία-Διαδίκτυο-Χάος/Άρθρα/1662-Επιστήμη-και-προκατάληψη

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση