Εισαγωγή στην "Ψυχολογία του Αθεϊσμού"

του Paul C. Vitz (Καθηγητή Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο Νέας Υόρκης)

Πηγή: http://www.leaderu.com/truth/1truth12.html Copyright © 1995-2005 “Leadership University”. All rights reserved

 Μετάφραση: Α. Ν. Επιμέλεια: Θωμάς Δρίτσας

Ο τίτλος αυτού το πονήματος «Η Ψυχολογία του Αθεϊσμού» ίσως φαντάζει παράξενος.

Φυσικά, οι συνάδελφοί μου ψυχολόγοι το βρήκαν αλλόκοτο, και επί πλέον – τολμώ να πω – κάπως ενοχλητικό. Εδώ που τα λέμε, από τότε που ιδρύθηκε η ψυχολογία προ ενός αιώνα περίπου, συνήθιζε να εστιάζει σε αντίθετο θέμα, ήτοι, στην ψυχολογία της θρησκευτικής πίστης. Πράγματι, η προέλευση της μοντέρνας ψυχολογίας από πολλές απόψεις είναι στενά συνδεδεμένη με τους ψυχολόγους που σαφέστατα πρότειναν ερμηνείες για την πίστη στον Θεό.

Οι Ουίλιαμ Τζέημς και Σίγκμουντ Φρόυντ για παράδειγμα, είχαν και οι δυο τους προσωπικά και επαγγελματικά ασχοληθεί με το θέμα αυτό. Θυμηθείτε το έργο “The Will to Believe” (Η θέληση να πιστεύεις) του Τζέημς, και το -ακόμη διάσημο- έργο του, “Varieties of Religious Experience” (Ποικιλίες Θρησκευτικής Εμπειρίας). Και τα δύο αυτά έργα είναι αφιερωμένα στην προσπάθεια κατανόησης της πίστεως ως αποτέλεσμα ψυχολογικών –δηλαδή φυσικών- αιτιών. Ο Τζέημς ίσως να έδειχνε κάποια συμπάθεια προς στην θρησκεία, όμως η προσωπική του θέση ήταν αυτή της αμφιβολίας και του σκεπτικισμού, και τα γραπτά του αποτελούσαν τμήμα της γενικής υπονόμευσης της θρησκευτικής πίστεως από την ψυχολογία. Όσο για τον Φρόυντ, οι κριτικές του για την θρησκεία –και ειδικά για τον Χριστιανισμό- είναι πασίγνωστες, και θα τις αναλύσουμε σε λίγο. Προς το παρόν, μας φτάνει να γνωρίζουμε πόσο βαθειά είχε απασχολήσει τον Φρόϋντ και την σκέψη του, το ζήτημα του Θεού και της θρησκείας.

Δεδομένης της στενής σχέσης μεταξύ της θεμελίωσης του μεγαλύτερου μέρους της ψυχολογίας και της κριτικής ερμηνείας της θρησκείας, δεν θα πρέπει να μας ξαφνιάσει το γεγονός πως οι περισσότεροι ψυχολόγοι βλέπουν με κάποιο τρόμο, το ενδεχόμενο να γίνει οποιαδήποτε απόπειρα πρότασης για τον ορισμό της ψυχολογίας του Αθεϊσμού. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα ωθούσε –το λιγότερο- σε αμυντική στάση τους περισσότερους ψυχολόγους, και θα τους έδινε μια γεύση από το δικό τους γιατρικό.

Οι ψυχολόγοι ως επί το πλείστον παρατηρούν και ερμηνεύουν τους άλλους, και είναι καιρός πια μερικοί από αυτούς να βιώσουν προσωπικά, το πώς νοιώθει κανείς όταν τον βάζουν κάτω από το μικροσκόπιο της ψυχολογικής θεωρίας και των πειραμάτων της. Όπως και να ‘χει το θέμα, σκοπεύω να δείξω πως οι ψυχολογικές θεωρίες – που χρησιμοποιούνται αρκετά επιτυχημένα για την ερμηνεία της θρησκείας -είναι δίκοπο μαχαίρι, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί εξ ίσου για την ερμηνεία του αθεϊσμού. Η σάλτσα για τον πιστό είναι σάλτσα και για τον μη-πιστό.

Πριν ξεκινήσω όμως, θέλω να επισημάνω δύο σημεία που βασίζονται στην αξίωση που βρίσκεται μέσα στα πιο πάνω σχόλιά μου. Πρώτα απ’ όλα, θεωρώ πως τα μεγαλύτερα εμπόδια στην πίστη στον Θεό δεν είναι λογικά, αλλά μπορούμε –σε γενικές γραμμές- να τα ονομάσουμε «ψυχολογικά εμπόδια». Δεν είναι επιθυμία μου να προσβάλλω τους πολλούς, εξέχοντες φιλοσόφους (πιστούς και μη πιστούς) στο ακροατήριό μου, όμως, είμαι πεπεισμένος πως, για κάθε άνθρωπο που επηρεάζεται δυναμικά από λογικά επιχειρήματα, υπάρχουν πάρα – πάρα πολλοί άλλοι, που επηρεάζονται από μη λογικούς, ψυχολογικούς παράγοντες.

Η ανθρώπινη καρδιά είναι κάτι που δεν μπορεί κανείς να εξηγήσει, ούτε μπορεί να γνωρίσει την κάθε αυταπάτη της, όμως, είναι υποχρέωση του κάθε ψυχολόγου να προσπαθήσει. Έτσι λοιπόν, για ξεκίνημα, προτείνω πως παίζουν μεγάλο ρόλο τα νευρωσικά, ψυχολογικά εμπόδια, προκειμένου να υπάρξει πίστη στον Θεό. Το τι μπορεί να είναι αυτά τα εμπόδια, θα το πούμε σε λίγο. Συνεπώς, για τους πιστεύοντες είναι σημαντικό να έχουν κατά νουν πως πολύ συχνά, πίσω από την μη-πίστη, κρύβονται ψυχολογικά κίνητρα και πιέσεις, που συχνά δεν γίνονται αντιληπτά.

Ένας από τους πρώιμους ειδικούς του υποσυνείδητου – ο Απόστολος Παύλος – έγραψε: «…το γαρ θέλειν παράκειταί μοι, το δε κατεργάζεσθαι το καλόν ουχ ευρίσκω… βλέπω δε έτερον νόμον εν τοις μέλεσί μου αντιστρατευόμενον τω νόμω του νοός μου…» (Προς Ρωμαίους 7: 18, 23). Έτσι, μου φαίνεται σαν έγκυρη θεολογία, αλλά και έγκυρη ψυχολογία, να πούμε πως οι ψυχολογικοί παράγοντες μπορούν να αποτελέσουν εμπόδια για την πίστη και για την συμπεριφορά, και πως πολύ συχνά, μπορεί να υπάρχουν και υποσυνείδητοι παράγοντες επίσης. Επί πλέον, σαν πόρισμα, είναι λογικό να προταθεί πως οι άνθρωποι ποικίλουν πολύ, ως προς το βαθμό που αυτοί οι παράγοντες υπάρχουν στην ζωή τους.

Μερικοί από εμάς είχαμε την ευλογία μιας ανατροφής, ενός ταμπεραμέντου, ενός κοινωνικού περίγυρου, και άλλων δωρεών, που έχουν κάνει την πίστη στον Θεό ένα πιο εύκολο επίτευγμα, από πολλούς άλλους, που έχουν υποφέρει περισσότερο, ή που έχουν ανατραφεί σε ένα πνευματικά στερημένο περιβάλλον, ή που είχαν άλλα βάσανα να αντιμετωπίσουν. Η Αγία Γραφή το λέει ξεκάθαρα, πως πολλά παιδιά –ακόμα και μέχρι τρίτης ή τέταρτης γενεάς- υποφέρουν από τις αμαρτίες των πατέρων τους, έστω και αν πρόκειται για αμαρτίες πατέρων που πιθανόν να ήσαν πιστοί. Εν ολίγοις, το πρώτο σημείο μου είναι, πως ορισμένοι άνθρωποι έχουν πολύ πιο σοβαρά ψυχολογικά εμπόδια για να πιστέψουν, απ’ ότι έχουν άλλοι – σημείο που συγκλίνει με την ξεκάθαρη προτροπή της Γραφής πως δεν πρέπει να κρίνουμε τους άλλους, όσο και αν καλούμεθα να διορθώσουμε το κακό.

Το δεύτερο σημείο μου, σαν αξίωση, είναι πως –παρά τις σοβαρές δυσκολίες στην απόκτηση πίστης- όλοι μας έχουμε παρά ταύτα την ελευθερία επιλογής να δεχθούμε τον Θεό, ή να Τον απορρίψουμε. Αυτή η αξίωση δεν έρχεται σε αντίθεση με το πρώτο σημείο. Ίσως χρειάζεται λίγη διευκρίνιση για να γίνει πιο κατανοητό. Δηλαδή, ένας άνθρωπος, εξ αιτίας του παρελθόντος του –ή και του παρόντος του- μπορεί να δυσκολευτεί πιο πολύ από τους άλλους να πιστέψει στον Θεό. Όμως, υποτίθεται πως ανά πάσα στιγμή –και σίγουρα πολλές φορές- μπορεί να επιλέξει να κινηθεί προς τον Θεό, ή να απομακρυνθεί από Αυτόν. Έτσι, ένας άνθρωπος μπορεί να ξεκινήσει με τόσα πολλά εμπόδια που, ακόμα και μετά από μια πολυετή, αργή απόφασή του να κινηθεί προς τον Θεό, να μην φτάσει εκεί ποτέ. Άλλοι μπορεί να φτάσουν πρώτα στον θάνατο, πριν φτάσουν στην πίστη. Υποθέτουμε λοιπόν, πως θα κριθούν –όπως όλοι μας- από την απόσταση που διένυσαν κινούμενοι προς τον Θεό, και από το πόσο καλά αγάπησαν τον πλησίον… Από το πόσο απέδωσαν με αυτά που είχαν.

Παρομοίως, ένας άλλος άνθρωπος, χωρίς καμία ψυχολογική δυσκολία, είναι το ίδιο ελεύθερος να απορρίψει τον Θεό, και αναμφιβόλως, πολλοί το κάνουν. Οπότε, αν και κατά βάθος το θέμα εντοπίζεται στην θέληση και την αμαρτωλή φύση μας, είναι παρά ταύτα δυνατόν να ερευνήσουμε εκείνους τους ψυχολογικούς παράγοντες που προδιαθέτουν τον άνθρωπο να μην πιστεύει, και που κάνουν τον δρόμο του προς τον Θεό ιδιαίτερα μακρύ και επίπονο.

Τα κοινωνικά και προσωπικά κίνητρα

Φαίνεται να υπάρχει μια διαδεδομένη αντίληψη σε μεγάλο μέρος της Δυτικής διανοούμενης κοινωνίας, πως η πίστη στον Θεό βασίζεται σε ένα σωρό από παράλογες, ανώριμες ανάγκες και επιθυμίες, ενώ ο αθεϊσμός ή ο σκεπτικισμός προέρχεται από μια δήθεν λογική, σοβαρή εκτίμηση της πραγματικότητας. Για να ξεκινήσω την κριτική επί της αξίωσης αυτής, θα αρχίσω με την προσωπική μου ιστορία.

Όπως μπορεί να γνωρίζουν κάποιοι από εσάς για το άτομό μου, μετά από μια κάπως χαλαρή, ξενέρωτη Χριστιανική ανατροφή, έγινα αθεϊστής όταν πήγαινα στο κολλέγιο στην δεκαετία του 50, και παρέμεινα αθεϊστής, μέχρι την αποφοίτησή μου και εν συνεχεία στα πρώτα χρόνια μου ως νεαρός, πειραματικός ψυχολόγος στο σώμα των καθηγητών του Πανεπιστημίου της Νέας Υόρκης. Δηλαδή, είμαι ένας ενήλικας μεταστραφείς, ή, πιο σωστά, ένας ξανα-μεταστραφείς στον Χριστιανισμό, ο οποίος επέστρεψε στην πίστη –προς μεγάλη του έκπληξη- στα τριάντα-τόσο του χρόνια, μέσα στο πολύ κοσμικό περιβάλλον της ακαδημαϊκής ψυχολογίας της Πόλεως της Νέας Υόρκης.

Δεν μπήκα στην πτυχή αυτή για να πλήξετε με τις λεπτομέρειες της ζωής μου, αλλά για να σημειώσετε, πως μέσα από την ανασκόπηση της προσωπικής μου εμπειρίας, γίνεται πλέον ξεκάθαρο σε μένα, πως οι λόγοι που έγινα και που παρέμεινα αθεϊστής-σκεπτικιστής από την ηλικία των 18 μέχρι τα 38 μου, ήσαν επιφανειακοί, παράλογοι και μάλλον χωρίς καμία διανοουμενίστικη ή ηθική ακεραιότητα. Επί πλέον, είμαι πεπεισμένος πως τα κίνητρά μου ήσαν –και ακόμα είναι- τα συνηθισμένα στους διανοούμενους κοινότυπα κίνητρα, και προπαντός στους κοινωνικούς επιστήμονες.

Οι κύριοι συντελεστές που εμπλέκονται στην επιλογή μου να γίνω αθεϊστής (αν και δεν τους είχα εντοπίσει τότε) είναι οι εξής:

Γενική κοινωνικότητα

 Μια σοβαρή επιρροή στα νιάτα μου ήταν η έντονη κοινωνική αμηχανία που ένοιωθα. Ντρεπόμουν λιγάκι, που προερχόμουν από μια Μέσο-Δυτική Πολιτεία, επειδή φάνταζε τρομερά ανιαρή, στενόχωρη, και επαρχιώτικη. Σίγουρα, δεν είναι και τόσο ρομαντικό ή εντυπωσιακό, να κατάγεται κανείς από το Σινσινάτι του Οχάϊο, έχοντας ακαθόριστες, ανακατεμένες, Γερμανο-Αγγλο-Ελβετικές ρίζες… εν ολίγοις, να είσαι μια δυσβάσταχτα μεσοαστική προσωπικότητα… Πέραν της επιθυμίας να δραπετεύσω από ένα ανιαρό –και σύμφωνα με τα δικά μου κριτήρια ανάξιο, και κοινωνικά μειονεκτικό παρελθόν- επιθυμούσα να συμμετέχω, ή μάλλον, να αισθάνομαι πιο βολικά, στο καινούργιο, συναρπαστικό – ακόμα και γοητευτικό – κοσμικό περιβάλλον στο οποίο εισχωρούσα. Είμαι σίγουρος, πως τα ίδια ακριβώς κίνητρα έχουν επηρεάσει το ίδιο δυνατά τις ζωές αμέτρητων «ανηφορούντων» και ανήσυχων νέων ανθρώπων των δύο τελευταίων αιώνων. Ας θυμηθούμε τον Βολταίρο, ο οποίος μετακόμισε στον λαμπερό, αριστοκρατικό και ραφινάτο κόσμο του Παρισιού μεν, αλλά, πάντοτε ένοιωθε άσχημα για την επαρχιακή και μη αριστοκρατική καταγωγή του… ή, τα Εβραϊκά γκέττο, από τα οποία τόσοι «αφομοιωμένοι» Εβραίοι είχαν δραπετεύσει… ή, το νεοαφιχθέν στην Νέα Υόρκη επαρχιωτόπουλο, που ντρέπεται για τους φονταμενταλιστές γονείς του…

Αυτό το είδος κοινωνικής πίεσης έχει σπρώξει πάρα πολλούς μακριά από την πίστη στον Θεό, και απ’ όλα όσα συσχετίζονται –κατ’ αυτούς- με την πίστη αυτή.

Θυμάμαι ένα μίνι-σεμινάριο στην περίοδο την μεταπτυχιακή, όπου σχεδόν όλα τα παριστάμενα μέλη είχαν εκδηλώσει κάποια στιγμή την ίδια αμηχανία και την ίδια ανταπόκριση στις πιέσεις που ένοιωθαν, εν όψει της εξειδικευμένης κοινωνικότητας της «μοντέρνας ζωής». Ο ένας φοιτητής προσπαθούσε να απαλλαγεί από το θρησκευτικό υπόβαθρο των Βαπτιστών του Νότου… ο άλλος, ήθελε να ξεφύγει από το περιβάλλον των Μορμόνων μιας μικρής κωμόπολης… ένας τρίτος, επιδίωκε να βγει από ένα πολύ Εβραϊκό γκέττο του Μπρούκλυν… και ο τέταρτος, ήμουν εγώ.

Ειδική κοινωνικότητα

 Ένας άλλος κυρίαρχος λόγος που επιθυμούσα να γίνω αθεϊστής, ήταν πως επιζητούσα την αποδοχή των ισχυρών και «δικτυωμένων» επιστημόνων στον χώρο της ψυχολογίας. Συγκεκριμένα, επιζητούσα την αποδοχή των καθηγητών μου στην μεταπτυχιακή σχολή. Σαν απόφοιτος, είχα παντελώς «κοινωνικοποιηθεί» από την ειδική «κουλτούρα» της ψυχολογίας της ακαδημαϊκής έρευνας. Όμως, οι καθηγητές μου στο Πανεπιστήμιο Στάνφορντ, όσο και αν διαφωνούσαν επί των θεωριών της ψυχολογίας, ήσαν οπωσδήποτε ενωμένοι (απ’ όσα μπορούσα να διακρίνω) σε δύο πράγματα, ήτοι, την έντονη φιλοδοξία τους για ατομική καριέρα, και την απόρριψη της θρησκείας. Όπως λέει και ο Ψαλμωδός: «Διότι ο ασεβής καυχάται εις τας επιθυμίας της ψυχής αυτού, και ο πλεονέκτης μακαρίζει εαυτόν· καταφρονεί τον Κύριον. Ο ασεβής διά την αλαζονείαν του προσώπου αυτού δεν θέλει εκζητήσει τον Κύριον· πάντες οι διαλογισμοί αυτού είναι ότι δεν υπάρχει Θεός.» (Ψαλμοί, 10: 3-4).

Στο περιβάλλον αυτό, όπως έμαθα να ντύνομαι σαν φοιτητής κολλεγίου φορώντας τα κατάλληλα ρούχα, έτσι έμαθα να «σκέπτομαι» σαν σωστός ψυχολόγος, «φορώντας» τις κατάλληλες –δηλαδή τις αθεϊστικές- ιδέες και νοοτροπίες.

Προσωπική άνεση

 Τέλος, στην λίστα αυτών των επιφανειακών (αλλά οπωσδήποτε ισχυρών) παράλογων πιέσεων για να γίνω αθεϊστής, οφείλω να προσθέσω και την απλή, προσωπική μου άνεση. Η αλήθεια είναι πως, μέσα στον σημερινό, πανίσχυρο, εκκοσμικευμένο και νεοπαγανιστικό περιβάλλον, είναι μάλλον άβολο να γίνει κανείς ένας συνειδητός πιστός. Θα έπρεπε εγώ να είχα εγκαταλείψει πάρα πολλές απολαύσεις, και να διαθέτω μεγάλο μέρος από τον χρόνο μου.

Χωρίς να μπαίνω σε λεπτομέρειες, δεν είναι τόσο δύσκολο να φανταστείτε τις σεξουαλικές απολαύσεις που θα έπρεπε να απορρίψω, αν επρόκειτο να γίνω συνειδητός πιστός. Επίσης, ήξερα πως θα μου στοίχιζε σε χρόνο, και σε χρήμα. Θα υπήρχαν οι εκκλησιασμοί, οι εκκλησιαστικές συνάξεις, χρόνος για προσευχή και ανάγνωση της Γραφής, χρόνος για την βοήθεια συνανθρώπων… Αδύνατον… Ήμουν ήδη πάρα πολύ απασχολημένος. Προφανώς θα μου αναστάτωνε πολύ το πρόγραμμά μου, αν γινόμουν θρήσκος…

Τώρα, ίσως να σκέφτεστε πως τέτοιοι λόγοι περιορίζονται σε κάτι ανώριμους νεαρούς σαν εμένα στα είκοσί μου χρόνια. Και όμως, μια τέτοια λογική δεν είναι τόσο περιορισμένη. Θα σας αναφέρω εδώ την περίπτωση του Μόρτιμερ Άντλερ: πρόκειται για τον πασίγνωστο Αμερικανό φιλόσοφο, συγγραφέα και διανοούμενο, ο οποίος διέθεσε μεγάλο μέρος της ζωής του, μελετώντας τον Θεό και διάφορα θρησκευτικά θέματα. Ένα από τα πιο πρόσφατα βιβλία του, του 1980, είναι το «How to Think About God: A Guide for the 20th Century Pagan» (Πώς να Σκέφτεστε για τον Θεό: Ένας Οδηγός για τον Παγανιστή του 20ου Αιώνα»). Στο έργο του αυτό, ο Άντλερ υποστηρίζει ένθερμα το επιχείρημα της ύπαρξης του Θεού, και κοντά στα τελευταία κεφάλαια, πλησιάζει πάρα πολύ στην αποδοχή του Ζώντος Θεού. Όμως αποτραβιέται, και παραμένει μέσα στην “απέραντη παρέα των θρησκευτικά ανένταχτων”. (Graddy, 1982). Παρά ταύτα, ο Άντλερ αφήνει την εντύπωση πως η απόφασή του αυτή είναι περισσότερο ζήτημα θελήματός του, παρά διανοήματός του. Όπως σημειώνει ένας από τους σχολιαστές του (Graddy, 1982), ο Άντλερ επιβεβαιώνει αυτή την εντύπωση, μέσα στην αυτοβιογραφία του, το 1976, με τίτλο «Philosopher at Large» (Φιλόσοφος Αδέσποτος). Εκεί μέσα, καθώς ερευνά τους λόγους που δύο φορές «φρενάρισε» στο κατώφλι της πλήρους θρησκευτικής δέσμευσής του, σημειώνει πως «η απάντηση βρίσκεται στην κατάσταση του θελήματός μας, και όχι του νοός μας». Και συνεχίζει, σχολιάζοντας πως, για να γίνει συνειδητά θρήσκος, «θα απαιτείτο μια ριζική αλλαγή στον τρόπο που ζω…» και «η απλή αλήθεια είναι πως δεν ήθελα να πληρώ τις προϋποθέσεις ενός πραγματικά θρήσκου ανθρώπου» (Graddy, p. 24).

Να το λοιπόν! Μια καταπληκτικά ειλικρινής και συνειδητή παραδοχή πως, το να είναι κανείς ένας «πραγματικά θρήσκος άνθρωπος» είναι μεγάλος μπελάς, μεγάλο ξεβόλεμα… Δεν μπορώ παρά να υποθέσω, πως κάπως έτσι είναι οι ρηχοί λόγοι που κρύβονται πίσω από τις απόψεις πολλών απίστων…

Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, καταλήγουμε πως λόγω των κοινωνικών μου αναγκών για αφομοίωση, λόγω των επαγγελματικών μου αναγκών για αποδοχή από την ακαδημαϊκή ψυχολογία, και λόγω των προσωπικών μου αναγκών για μια άνετη ζωή, ο αθεϊσμός ήταν απλούστατα η πιο κατάλληλη τακτική. Κάνοντας μια ανασκόπηση σε όλα αυτά τα κίνητρα, μπορώ να πω με κάθε ειλικρίνεια πως μια επιστροφή στον αθεϊσμό θα μου παρείχε τη ίδια γοητεία, με μια επιστροφή στην εφηβεία… [2]

Ψυχαναλυτικά κίνητρα

 Όπως είναι ευρύτερα γνωστό, η κεντρική Φροϋδική άποψη για την πίστη στον Θεό είναι πως μια τέτοια πίστη είναι επισφαλής, εξ αιτίας της ψυχολογικής της προέλευσης. Δηλαδή, θεωρεί πως ο Θεός είναι μια προβολή των ιδιαίτερων, έντονων, υποσυνείδητων επιθυμιών μας. «Θεός» είναι η εκπλήρωση επιθυμιών που πηγάζουν από τις παιδικές ανάγκες για προστασία και ασφάλεια. Επειδή λοιπόν αυτές οι επιθυμίες είναι ως επί το πλείστον ασυνείδητες, η οποιαδήποτε άρνηση της ερμηνείας αυτής δεν πρέπει να θεωρείται αξιόπιστη. Πρέπει να παρατηρήσουμε εδώ, πως κατά την ανάπτυξη μιας τέτοιας άποψης, ο Φρόιντ επεκτείνει το επιχείρημα «ad hominem» (Λατ.=εκ του ανθρώπου), και το φτάνει σε μια ευρύτερη εμβέλεια. Στο έργο του «The Future of an Illusion» (Το Μέλλον μιας Αυταπάτης) (1927, 1961) ο Φρόιντ ξεκαθαρίζει την θέση του απόλυτα: «Οι θρησκευτικές ιδέες έχουν προκύψει από τις ίδιες ανάγκες με όλα τα άλλα επιτεύγματα του πολιτισμού, ήτοι, εκ της ανάγκης για προστασία απέναντι στην συντριπτική δύναμη της φύσης (σελ.21)». «Συνεπώς, τα θρησκευτικά πιστεύω είναι: αυταπάτες, εκπληρώσεις των αρχαιοτάτων, των πιο ισχυρών και πιο πιεστικών επιθυμιών της ανθρωπότητας… Όπως ήδη γνωρίζουμε, η τρομερή αίσθηση της αδυναμίας στην παιδική ηλικία προξένησε την ανάγκη για προστασία – για προστασία μέσω αγάπης – πράγμα που το παρείχε ο πατέρας… Έτσι, η αγαθή διακυβέρνηση μιας θείας Πρόνοιας κατευνάζει τον φόβο που έχουμε για τους κινδύνους της ζωής (σελ. 30)».

Ας εξετάσουμε αυτό το επιχείρημα προσεκτικά, διότι, παρά την ενθουσιώδη αποδοχή του από τόσους ασυλλόγιστους αθεϊστές και σκεπτικιστές, είναι στην πραγματικότητα μια πάρα πολύ αδύναμη θέση. Στην πρώτη παράγραφο, ο Φρόιντ παραλείπει να παρατηρήσει πως τα επιχειρήματά του εις βάρος των θρησκευτικών πεποιθήσεων ισχύουν (για να χρησιμοποιήσουμε τα ίδια τα λόγια του) εξ ίσου για ΟΛΑ τα επιτεύγματα του πολιτισμού, συμπεριλαμβανομένης και της ίδιας της ψυχανάλυσης! Δηλαδή, αν η ψυχική προέλευση ενός διανοητικού επιτεύγματος ακυρώνει την αξία της αλήθειάς του, τότε, η Φυσική, η Βιολογία, πόσο μάλλον η ίδια η Ψυχανάλυση, είναι εξ ίσου ευάλωτη, από την ίδια κατηγορία. Στην δεύτερη παράγραφο, ο Φρόιντ κάνει μια άλλη περίεργη δήλωση, ήτοι, πως οι αρχαιότερες και «πιο πιεστικές επιθυμίες» της ανθρωπότητας ήσαν για την αγαπητική, προστατευτική καθοδήγηση ενός παντοδύναμου, αγαπητικού Πατέρα – για μια θεία Πρόνοια. Όμως, αν αυτές οι επιθυμίες ήσαν όντως τόσο δυνατές και αρχαίες όσο διατείνεται, θα περίμενε κανείς πως όλες οι προ Χριστού θρησκείες θα υπερτόνιζαν τον Θεό ως ένα αγαθό πατέρα. Αυτό όμως, κάθε άλλο παρά ίσχυε για την παγανιστική θρησκεία του Μεσογειακού κόσμου, και συνεχίζει, επί παραδείγματι, να μην ισχύει, για τις άλλες λαϊκές θρησκείες όπως είναι ο Βουδισμός, και ένα μεγάλο μέρος του Ινδουισμού. Μάλιστα, ο Ιουδαϊσμός και ακόμα περισσότερο ο Χριστιανισμός, είναι από πολλές απόψεις ξεχωριστές, ακριβώς λόγω της έμφασής τους στον Θεό ως αγαπητικό Πατέρα.

Ας αφήσουμε όμως κατά μέρος αυτές τις δύο διανοουμενίστικες γκάφες, και ας στραφούμε σε μια άλλου είδους κατανόηση της θεωρίας του περί προσωπικών προβολών. Μπορεί να αποδειχθεί, πως αυτή η θεωρία δεν είναι στην πραγματικότητα ένα αναπόσπαστο μέρος της ψυχανάλυσης, και συνεπώς, δεν μπορεί να επικαλείται οποιαδήποτε θεμελιώδη υποστήριξη από την ψυχαναλυτική θεωρία. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα αυτόνομο επιχείρημα. Στην πραγματικότητα, η κριτική στάση του Φρόιντ προς την θρησκεία και εναντίον της θρησκείας, είναι βαθειά ριζωμένη στις προσωπικές του προκαταλήψεις, και αποτελεί ένα είδος υστερο-ψυχανάλυσης, ή μάλλον, ένα προσωπικό πλαίσιο, το οποίο δεν συνδέεται ιδιαίτερα με τις πιο επιστημονικά δοκιμασμένες θεωρίες του. (Αυτή η απόσπαση, ή αυτονόμηση, σε σχέση με την κυρίως ψυχαναλυτική θεωρία, ίσως εξηγεί την επιρροή που έχει, έξω από τον χώρο της επίσημης ψυχανάλυσης.

Υπάρχουν δύο τεκμήρια για την ερμηνεία αυτής της θεωρίας των προβολών. (Projection Theory): Το πρώτο είναι πως η θεωρία αυτή είχε περιγραφεί λεπτομερώς, πολλά χρόνια νωρίτερα από τον Λούντβιχ Φώερμπαχ στο βιβλίο του «The Essence of Christianity» (Η ουσία του Χριστιανισμού) (1841, 1957). Η ερμηνεία του Φώερμπαχ ήταν πολύ γνωστή στους κύκλους των διανοουμένων της Ευρώπης, και ο Φρόιντ, σαν νέος, διάβαζε αχόρταγα τον Φώερμπαχ (σχετ.: Gedo & Pollock, 1976, σελ. 47, 350). Παραθέτω μερικές χαρακτηριστικές δηλώσεις του Φώερμπαχ, που το αποδεικνύουν εμφανώς: Εκείνο που λείπει του ανθρώπου (είτε πρόκειται για εκπεφρασμένη και συνεπώς συνειδητή ανάγκη), εκείνο είναι και ο «Θεός» του (1841, 1957, σελ. 33). Ο άνθρωπος προβάλλει την φύση του μέσα στον κόσμο που βρίσκεται έξω από αυτόν, πριν την ανακαλύψει μέσα του (σελ.11). Η θρησκεία είναι το να ζει κανείς μέσα σε προβεβλημένες ονειρο-εικόνες. Η θρησκεία θυσιάζει την πραγματικότητα στον βωμό της ονειρο-προβολής.

Θα μπορούσαμε να αναφερθούμε σε πολλά άλλα αποσπάσματα, όπου ο Φώερμπαχ περιγράφει την θρησκεία με «Φροϋδικούς» όρους, όπως ‘εκπλήρωση επιθυμίας’, κλπ… Αυτό που έκανε ο Φρόιντ με το επιχείρημά του, ήταν να το αναβιώσει με πιο κομψή μορφή, και να το εκδώσει μετά από λίγο καιρό, όταν το ακροατήριο που θα επιθυμούσε να ακούσει μια τέτοια θεωρία θα ήταν πολύ μεγαλύτερο. Και φυσικά, με κάποιον τρόπο, θα φρόντιζε επίσης να εννοηθεί πως τα ευρήματα και η θεωρία της ψυχανάλυσης παρείχαν την αμέριστη υποστήριξή τους στην θεωρία αυτή. Ο Φωερμπαχικός χαρακτήρας της άποψης του Φρόιντ στο έργο «Illusion» (Αυταπάτη) είναι εμφανής και σε εκφράσεις του τύπου «η συντριπτική, ανωτέρα δύναμη της φύσης» και «η τρομακτική αίσθηση αδυναμίας στην παιδική ηλικία», που δεν είναι εκφράσεις ψυχαναλυτικές – ούτε σε ορολογία, ούτε σε νόημα. Άλλη μια απόδειξη της μη-ψυχαναλυτικής βάσης της θεωρίας των προβολών, μας έρχεται απ’ ευθείας από τον Φρόιντ, ο οποίος το παραδέχεται ο ίδιος. Σε μια επιστολή του το 1927 προς τον φίλο του, τον Όσκαρ Φίστερ – ένα πρώιμο ψυχαναλυτή και πιστό Προτεστάντη πάστορα – ο Φρόιντ έγραφε τα εξής: Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι, στο ότι οι απόψεις που εκφράζονται στο βιβλίο μου “The Future of an Illusion” (Το μέλλον μιας Αυταπάτης) δεν αποτελούν μέρος της (ψυχ)αναλυτικής θεωρίας. Αποτελούν προσωπικές απόψεις, δικές μου. (Επιστολή Φρόιντ/Φίστερ, 1963, σελ.117).

Υπάρχει και μια άλλη, κάπως αλλιώτικη ερμηνεία για τον Θεό, που επίσης την ανέπτυξε ο Φρόιντ, η οποία – παρά το μετριοπαθές ψυχαναλυτικό της ύφος – είναι εξ ίσου μια προσαρμοσμένη θεωρία προβολών του Φώερμπαχ. Πρόκειται για την σχετικά παραγκωνισμένη ερμηνεία του Φρόιντ για το ιδανικό «εγώ». Το υπέρ-εγώ, συμπεριλαμβανομένου του ιδανικού εγώ, θεωρείται «ο διάδοχος του Οιδιπόδειου Συμπλέγματος», που αντιπροσωπεύει μια προβολή του εξιδανικευμένου πατέρα – και μάλλον του Θεού και Πατρός (Φρόιντ, 1923, 1962, σελ.26-28, σελ.38).

Η δυσκολία εδώ είναι, πως το ιδανικό εγώ δεν έτυχε μεγάλης προσοχής ή ανάπτυξης, μέσα στα γραπτά του Φρόιντ. Επί πλέον, ευκόλως μπορεί να ερμηνευθεί ως προσαρμογή της θεωρίας του Φώερμπαχ περί προβολών. Έτσι, μπορούμε να συμπεράνουμε πως στην πραγματικότητα, η ψυχανάλυση δεν παρέχει σημαντικές θεωρητικές απόψεις, ώστε να χαρακτηρίζεται η πίστη στον Θεό ένα νευρωσικό φαινόμενο. Ο Φρόιντ, ή χρησιμοποίησε την πολύ παλαιότερη θεωρία προβολής ή αυταπάτης του Φώερμπαχ, ή, ενσωμάτωσε τον Φώερμπαχ στην δική του ιδέα περί ιδανικού εγώ. Υποθέτουμε πως αυτός ήταν ο λόγος που ο Φρόιντ εξομολογήθηκε στον Φίστερ πως το βιβλίο του «Αυταπάτη» δεν ήταν ένα αληθινό κομμάτι της ψυχανάλυσης.

 Ο Αθεϊσμός ως Εκπλήρωση Οιδιπόδειας Επιθυμίας

Ωστόσο, ο Φρόιντ είχε δίκιο να ανησυχεί πως μια πίστη μπορεί να είναι μια αυταπάτη επειδή προέρχεται από ισχυρές επιθυμίες – από ασυνείδητες, παιδιάστικες ανάγκες. Η ειρωνεία είναι, πως στην ουσία, μας έδωσε μια πανίσχυρη, νέα μέθοδο να κατανοούμε την νευρωσική βάση του αθεϊσμού.

Το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα

Η κεντρική ιδέα στο έργο του Φρόιντ – εκτός από το ασυνείδητο – είναι το γνωστό πλέον σε όλους Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα. Κατά την διαμόρφωση της ανδρικής προσωπικότητας, οι ουσιαστικές ιδιότητες αυτού του Συμπλέγματος είναι οι ακόλουθες: Περίπου στην ηλικία των τριών έως έξι ετών, το αγόρι αναπτύσσει μια έντονη σεξουαλική επιθυμία για την μητέρα. Ταυτόχρονα, το αγόρι αναπτύσσει ένα έντονο μίσος και φόβο για τον πατέρα, και μια επιθυμία να τον αντικαταστήσει. Είναι μια «έντονη επιθυμία για εξουσία». Αυτό το μίσος βασίζεται στην γνώση του παιδιού πως ο πατέρας του, με το πιο μεγάλο μπόϊ του, και την πιο μεγάλη δύναμή του, αποτελεί εμπόδιο στην επιθυμία για την μητέρα του. Ο φόβος του αγοριού μπορεί να είναι σαφώς ο φόβος ευνουχισμού του από τον πατέρα του, αν και συνηθέστερα, έχει λιγότερο σαφή χαρακτήρα. Ο υιός φυσικά δεν σκοτώνει τον πατέρα του στην πραγματικότητα, όμως, η πατροκτονία θεωρείται συχνά το θέμα των φαντασιώσεών του και των ονείρων του. Η «επίλυση» του συμπλέγματος υποτίθεται πως επιτυγχάνεται μέσω της αναγνώρισης από το παιδί πως δεν μπορεί να αντικαταστήσει τον πατέρα, και, μέσω του φόβου του ευνουχισμού – πράγμα που εξωθεί το αγόρι να ταυτισθεί με τον πατέρα του – να ταυτισθεί με τον «κακό», και να απωθεί μέσα του τα αρχικά, τρομακτικά συστατικά του συμπλέγματος.

Είναι σημαντικό να θυμόμαστε πως – σύμφωνα με τον Φρόιντ – το Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα ποτέ δεν επιλύεται πραγματικά, και έχει την ικανότητα να ενεργοποιηθεί σε μεταγενέστερα στάδια – όπως παραδείγματος χάριν στην εφηβεία. Έτσι, τα ισχυρά συστατικά του δολοφονικού μίσους και της αιμομικτικής σεξουαλικής επιθυμίας εντός οικογενειακού πλαισίου, δεν αφαιρούνται στην πράξη, ποτέ. Αντ’ αυτού, επικαλύπτονται και καταπνίγονται. Ο Φρόιντ περιγράφει το νευρωσικό ενδεχόμενο αυτής της κατάστασης:

Το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι ο πραγματικός πυρήνας των νευρώσεων… Ό,τι υπολείμματα του συμπλέγματος παραμείνουν μέσα στο ασυνείδητο, αντιπροσωπεύουν την προδιάθεση για μια κατοπινή ανάπτυξη νευρώσεων στον ενήλικα. Εν ολίγοις, όλες οι νευρώσεις πηγάζουν από αυτό το σύμπλεγμα. Προφανώς, στις περισσότερες περιπτώσεις, αυτή η δυνατότητα δεν εκδηλώνεται με κάποιον σοβαρά νευρωσικό τρόπο. Αντιθέτως, γίνεται αντιληπτός στις συμπεριφορές προς την εξουσία, μέσα σε όνειρα, σε ολισθήματα της γλώσσας, σε εφήμερους παραλογισμούς, κλπ… Τώρα, με το να αξιώνει πως ένα παγκόσμιο Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι η προέλευση όλων των νευρώσεων, ο Φρόιντ άθελά του διαμόρφωσε μια απλή λογική για να κατανοήσουμε την προέλευση της απόρριψης του Θεού σε σχέση με την εκπλήρωση επιθυμιών. Στο κάτω-κάτω, το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα είναι ασυνείδητο. Εντοπίζεται στην παιδική ηλικία, και, πιο σημαντικά, το κυρίαρχο κίνητρό του είναι το μίσος για τον πατέρα και η επιθυμία να μην υπάρχει, εκπροσωπούμενα από την επιθυμία να ανατρέψει ή να σκοτώσει τον πατέρα.

Ο Φρόιντ πολύ συχνά περιέγραφε τον Θεό ως ένα ψυχολογικό ισοδύναμο του πατέρα, έτσι, μια φυσιολογική εκδήλωση ενός Οιδιπόδειου κινήτρου θα ήταν οι πανίσχυρες, ασυνείδητες επιθυμίες για την μη-ύπαρξη του Θεού. Συνεπώς, μέσα στο Φροϋδικό πλαίσιο, ο αθεϊσμός είναι μια αυταπάτη που έχει προκληθεί από την Οιδιπόδεια επιθυμία για θανάτωση του πατέρα και την αντικατάστασή του με τον εαυτό του. Το να συμπεριφέρεται κανείς σαν να μην υπάρχει ο Θεός, είναι μια προφανής – αλλά όχι τόσο διακριτικά καμουφλαρισμένη – επιθυμία να Τον θανατώσουμε, όπως επίσης, όταν βλέπουμε σε ένα όνειρο την μορφή του γονέα να φεύγει, ή να εξαφανίζεται, είναι εξ ίσου ένδειξη μιας τέτοιας επιθυμίας. Η έκφραση «Ο ΘΕΟΣ ΠΕΘΑΝΕ» δεν είναι παρά μια εκπλήρωση Οιδιπόδειας επιθυμίας, χωρίς προσωπείο.

Και σίγουρα δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε τον Οιδιπόδειο χαρακτήρα του τόσο πολλού σύγχρονου αθεϊσμού και σκεπτικισμού: Ο πασίγνωστος πλέϋ-μπόϋ Χιου Χέφνερ, ακόμα και ο μυθιστορηματικός τύπος του Τζέημς Μποντ, με την απόρριψη του Θεού, συν τις αμέτρητες νεαρές γυναίκες τους, είναι ολοφάνερο πως βιώνουν του Φρόιντ το Οιδιπόδειο, καθώς και την πρωταρχική επανάσταση, όπως π.χ. στο Τοτέμ και Ταμπού. Το ίδιο παρατηρείται και στους αμέτρητους άλλους σκεπτικιστές, οι οποίοι βιώνουν ποικίλες παραλλαγές του ίδιου σεναρίου, με εκμεταλλεύσιμη σεξουαλική ανοχή, σε συνδυασμό με ναρκισσιστική αυτό-λατρεία.

Και βέβαια, το Οιδιπόδειο όνειρο δεν είναι μόνο η θανάτωση του πατέρα, και η κατάκτηση της μητέρας ή των άλλων γυναικών στην ομάδα, αλλά και ο εκτοπισμός του. Ο σύγχρονος αθεϊσμός έχει επιδιώξει να το πετύχει αυτό. Τώρα πλέον, ο άνθρωπος και όχι ο Θεός, είναι η συνειδητά εντοπισμένη, υπέρτατη πηγή καλωσύνης και ισχύος στο Σύμπαν. Οι ουμανιστικές φιλοσοφίες δοξάζουν τον άνθρωπο και τις «δυνατότητές» του, με τον ίδιο τρόπο που η θρησκεία δοξάζει τον Δημιουργό. Έχουμε μεταβεί –καθοδικά- από τον ένα Θεό, στους πολλούς θεούς, στο «όλοι είναι θεοί». Στην ουσία, ο άνθρωπος – με τον ναρκισσισμό και τις Οιδιπόδειες επιθυμίες του – παλεύει να επιτύχει, εκεί που απέτυχε ο Σατανάς, δηλαδή, να βάλει τον εαυτό του στον θρόνο του Θεού. Χάρις στον Φρόιντ, έγινε πιο εύκολο να αντιλαμβανόμαστε την βαθύτατα νευρωσική, απόλυτα αναξιόπιστη ψυχολογία της μη-πίστεως αυτής.

Ένα ενδιαφέρον παράδειγμα του Οιδιπόδειου κίνητρου που προτείνεται εδώ, είναι η περίπτωση του Βολταίρου, του κορυφαίου σκεπτικιστή επί οιουδήποτε θρησκευτικού θέματος, ο οποίος δεν αποδεχόταν την Χριστιανική και Εβραϊκή αντίληψη περί προσωπικού Θεού, ενός Θεού-Πατέρα. Ο Βολταίρος ήταν θεϊστής, ο οποίος πίστευε σε ένα κοσμικό, απρόσωπο, αγνώστου χαρακτήρα Θεό. Το ψυχολογικά σημαντικό πράγμα με τον Βολταίρο ήταν πως απέρριπτε τον πατέρα του τόσο πολύ, που απέρριψε ακόμα και το όνομά του, και υιοθέτησε το όνομα «Βολταίρ». Δεν είναι ξεκάθαρο από πού προήλθε αυτό το νέο όνομα, αλλά μια ευρύτερα αποδεκτή ερμηνεία είναι πως το σχημάτισε από τα γράμματα του επώνυμου της μητέρας του. Όταν ο Βολταίρος ήταν είκοσι-τόσο χρονών (το 1718), εξέδωσε ένα θεατρικό έργο με τίτλο «ΕΝΤΙΠ» (από το όνομα ΟΙΔΙΠΟΥΣ). Ήταν το πρώτο από τα έργα του που παρουσιάσθηκε δημοσίως. Το ίδιο το έργο αφηγείται μεν τον κλασσικό μύθο, αλλά με εξόφθαλμα υπονοούμενα για θρησκευτική και πολιτική επανάσταση. Σε όλη του την ζωή, ο Βολταίρος –όπως ο Φρόιντ- έπαιζε με την ιδέα πως δεν ήταν ο υιός του πατέρα του. Προφανώς ένοιωθε την ανάγκη να προέρχεται από μια πιο υψηλή, πιο αριστοκρατική γενιά, αντί της πραγματικής μεσοαστικής του προέλευσης. Μια κραυγαλέα έκφραση της αγωνίας αυτής (του να έχει δηλαδή ένα πιο άξιο πατέρα) είναι το έργο του ιδίου, «Candide». Εν ολίγοις, η εχθρικότητα του Βολταίρου προς τον πατέρα του, η θρησκευτική του απόρριψη του Θεού Πατρός, και η πολιτική του απόρριψη του βασιλέα (μια ευρύτερα παραδεκτή πατρική μορφή), όλα αντικατόπτριζαν τις ίδιες βασικές ανάγκες. Μιλώντας ψυχολογικά, η επανάσταση του Βολταίρου εναντίον του πατέρα του και του Θεού, άνετα ερμηνεύονται ως Οιδιπόδεια εκπλήρωση επιθυμίας – ως παρηγορητικές αυταπάτες και συνεπώς, κατά την λογική του Φρόιντ, ως πεποιθήσεις και συμπεριφορές ανάξιες ενός ώριμου μυαλού.

Ο Ντιντερό, ο μέγας εγκυκλοπαιδικός και ομολογημένος αθεϊστής – και μάλιστα ένας από τους ιδρυτές αδελφούς του μοντέρνου αθεϊσμού – επίσης είχε Οιδιπόδεια ενασχόληση και επίγνωση. Ο Φρόιντ επαναλαμβάνει επιδοκιμαστικά την προβλεπτική παρατήρηση του Ντιντερό: «Αν το μωρό ενός αγρίου αφηνόταν μόνο του, διατηρώντας όλη του την ανοησία, και προσθέτοντας στην ελάχιστη λογική ενός τέτοιου βρέφους τα βίαια πάθη ενός τριαντάχρονου άνδρα, θα στραγγάλιζε τον πατέρα του και θα ξάπλωνε με την μητέρα του.» Είναι τα λόγια από το έργο “Le Neveau de Rameau” (Ο ανεψιός του Ραμώ), που τα επανέλαβε ο Φρόιντ στην ομιλία 21των εισαγωγικών μαθημάτων του (1916-1917), σελ. 331-338.

Η θεωρία του Προβληματικού Πατέρα

Γνωρίζω πολύ καλά, πως υπάρχει σοβαρός λόγος για περιορισμένη μόνο αποδοχή της Οιδιπόδειας θεωρίας του Φρόιντ. Όπως και να ’χει το πράγμα, η άποψή μου είναι πως ενώ ισχύει για μερικούς το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα, απέχει πάρα πολύ από το να είναι μια παγκόσμια εκπροσώπηση ενός ασυνείδητου κινήτρου. Επειδή υπάρχει ανάγκη για βαθύτερη κατανόηση του αθεϊσμού, και επειδή δεν γνωρίζω κανένα θεωρητικό πλαίσιο (εκτός από το Οιδιπόδειο), είμαι αναγκασμένος να σκιαγραφήσω ένα δικό μου μοντέλο, ή, καλύτερα, να αναπτύξω μια ανεπεξέργαστη θέση του Φρόιντ. Στην εργασία του για τον Λεονάρντο Ντα Βίντσι, ο Φρόιντ έκανε την ακόλουθη παρατήρηση: «Η Ψυχανάλυση, που μας έμαθε τον ενδόμυχο σύνδεσμο μεταξύ του πατρικού συμπλέγματος και τη πίστη στον Θεό, μας έδειξε πως ο προσωπικός Θεός λογικά δεν είναι τίποτε περισσότερο από ένα εξυψωμένο πατέρα, και καθημερινά μας αποδεικνύει πως τα νεαρά άτομα χάνουν την θρησκευτική τους πίστη μόλις καταρρεύσει η εξουσία του πατέρα τους. (Λεονάρντο Ντα Βίντσι, 1910, 1947, σελ.98).

Η δήλωση αυτή δεν κάνει υποθέσεις για ασυνείδητες σεξουαλικές επιθυμίες για την μητέρα, ούτε για το υποτιθέμενο παγκόσμιο ανταγωνιστικό μίσος που εστιάζει στον πατέρα. Ίσα-ίσα, κάνει μια απλή, ευκολονόητη αξίωση, πως μόλις ένα παιδί ή ένα νεαρό άτομο απογοητευθεί ή χάσει τον σεβασμό του για τον επίγειο πατέρα του, τότε ακριβώς χάνεται και η πίστη του στον ουράνιο Πατέρα του.

Υπάρχουν, φυσικά, πολλοί τρόποι για ένα πατέρα να χάσει την εξουσία του και να απογοητεύσει σοβαρά το παιδί του. Παραθέτω μερικούς από αυτούς τους τρόπους, για τους οποίους υπάρχουν κλινικές αποδείξεις:

Μπορεί να είναι παρών, αλλά να είναι εμφανώς αδύναμος, δειλός, και ανάξιος σεβασμού, ακόμα και αν είναι «καλός» κατά τα άλλα.

Μπορεί να είναι παρών, αλλά να είναι σωματικά, σεξουαλικά ή ψυχολογικά βίαιος.

Μπορεί να απουσιάζει, λόγω θανάτου ή εγκαταλείποντας ή αφήνοντας την οικογένεια.

Αν συγκεντρώσουμε όλα αυτά τα προτεινόμενα καθοριστικά στοιχεία του αθεϊσμού, θα τα ονομάζαμε συνολικά «υπόθεση περί προβληματικού πατέρα». Για να υποστηριχθεί η εγκυρότητα αυτής της προσέγγισης, θα ολοκληρώσω, προσκομίζοντας υλικό από περιστατικά των βίων ορισμένων επιφανών αθεϊστών, καθ’ ότι πρέκυψε κατά την μελέτη των βιογραφιών των αθεϊστών, να αντιληφθώ για πρώτη φορά την δυνατότητα της υπόθεσής μου αυτής.

Ξεκινάμε, με την σχέση που είχε ο Σίγκμουντ Φρόιντ με τον πατέρα του. Το ότι ο πατέρας του Φρόιντ, ο Ιακώβ, ήταν μεγάλη απογοήτευση – ή κάτι χειρότερο – είναι σημείο που συμφωνούν όλοι οι βιογράφοι του. Συγκεκριμένα, ο πατέρας του ήταν ένας αδύναμος άνδρας, που δεν μπορούσε να συντηρήσει την οικογένειά του οικονομικά. Αντιθέτως, τα χρήματα για την συντήρησή της φαίνεται να τα παρείχε η οικογένεια της συζύγου του, και άλλοι. Επί πλέον, ο πατέρας του Φρόιντ ήταν παθητικός στην αντίδρασή του στον αντισημιτισμό. Ο Φρόιντ αφηγείται ένα περιστατικό που του το είχε πει ο πατέρας του, όπου ο Ιακώβ είχε ανεχθεί έναν αντισημίτη να τον αποκαλεί «βρωμερό Εβραίο» και να του πετάξει το καπέλο από το κεφάλι του. Ο νεαρός Σίγκμουντ, στο άκουσμα του περιστατικού αυτού, καταντροπιάστηκε με την αποτυχία του πατέρα του να ανταποκριθεί – δηλαδή, με την αδυναμία του. Ο Σίγκμουντ Φρόιντ ήταν ένας πολύπλοκος – και από πολλές απόψεις αμφιλεγόμενος – άνδρας, όμως όλοι συμφωνούν πως ο ίδιος ήταν γενναίος μαχητής, και πως θαύμαζε απεριόριστα το θάρρος στον άλλον. Σαν νεαρός, ο Σίγκμουντ είχε αντιδράσει αρκετές φορές σωματικά στον αντισημιτισμό, και φυσικά, υπήρξε ένας από τους μεγάλους διανοούμενους μαχητές. Οι ενέργειες του Ιακώβ όμως, ως προβληματικού πατέρα, πηγαίνουν ακόμα πιο βαθειά. Συγκεκριμένα, σε δύο επιστολές του σε ενήλικο στάδιο, ο Φρόιντ γράφει πως ο πατέρας του ήταν σεξουαλικά διεστραμμένος, και πως τα ίδια τα παιδιά του Ιακώβ υπέφεραν από αυτό. Υπάρχουν συνεπώς και άλλες πιθανές ηθικές συμφορές, τις οποίες δεν έκανα τον κόπο να σημειώσω. Η σχέση του Ιακώβ με τον Θεό και την θρησκεία ενυπήρχε και στον υιό του. Ο Ιακώβ είχε ασχοληθεί με ένα είδος μεταρρυθμιστικού Ιουδαϊσμού, όταν ο Σίγκμουντ ήταν μικρό παιδί. Οι δυο τους περνούσαν ώρες ολόκληρες διαβάζοντας μαζί την Γραφή, ενώ αργότερα, ο Ιακώβ άρχισε να εμβαθύνει όλο και περισσότερο στην ανάγνωση του Ταμούδ και στην συζήτηση επί των Εβραϊκών γραφών. Εν ολίγοις, αυτό το αδύναμο, μάλλον παθητικό «καλό ανθρωπάκι», αυτός ο μαλθακός, ήταν εμφανώς συνδεδεμένος με τον Ιουδαϊσμό και τον Θεό, και επίσης με μια σοβαρή έλλειψη θάρρους, και πιθανότατα με σεξουαλική διαστροφή και άλλες αδυναμίες, πολύ οδυνηρές για τον νεαρό Σίγκμουντ.

Εν συντομία: και ορισμένοι άλλοι διάσημοι αθεϊστές φαίνεται να είχαν παρόμοια σχέση με τους πατεράδες τους.

Ο Καρλ Μαρξ άφησε να εννοηθεί, πως δεν ένοιωθε κανένα σεβασμό για τον πατέρα του. Ένας σημαντικός λόγος για αυτό, ήταν πως ο πατέρας του είχε μεταστραφεί στον Χριστιανισμό, όχι από κάποια θρησκευτική πεποίθηση, αλλά από μια επιθυμία να διευκολύνει την ζωή του. Αφομοιώθηκε, για το βόλεμά του. Με την πράξη του αυτή, ο πατέρας του Μαρξ διέκοψε μια παλιά, οικογενειακή παράδοση. Ήταν ο πρώτος στην οικογένειά του που δεν έγινε ραββίνος. Πράγματι, ο Καρλ Μαρξ προερχόταν από μια μακρά σειρά από ραββίνους, από τις δυο μεριές της οικογενείας του.

Ο πατέρας του Λούντβιχ Φώερμπαχ είχε κάνει κάτι, που κάλλιστα θα μπορούσε να είχε πονέσει τον υιό του βαθύτατα. Όταν ο Φώερμπαχ ήταν 13 ετών, ο πατέρας του άφησε την οικογένειά του, και πήγε να συζήσει φανερά με μια άλλη γυναίκα, σε μια άλλη πόλη. Ήταν η Γερμανία των πρώτων χρόνων του 1800, και μια τέτοια δημόσια απόρριψη σίγουρα θα ήταν σκάνδαλο, και βαθύτατη απόρριψη για τον νεαρό Λούντβιχ, και φυσικά στην μητέρα του και τα άλλα παιδιά.

Ας κάνουμε ένα άλμα 100-τόσο χρόνων, και ας εξετάσουμε την ζωή της πιο γνωστής σήμερα Αμερικανίδας αθεϊστριας – την Μάντελεην Μάρεη Οχαίρ. Θα σας διαβάσω κάτι από μέσα από το πρόσφατο βιβλίο του υιού της, για το πώς ήταν η ζωή στην οικογένειά του, όταν ήταν παιδί. Το βιβλίο αρχίζει, όταν είναι 8 ετών. «Σπανίως κάναμε κάτι όλοι μαζί, σαν οικογένεια. Το μίσος ανάμεσα στον παππού μου και την μητέρα μου, εμπόδιζε τέτοιες υγιείς σκηνές.» (σελ.7) Γράφει, πως δεν γνώριζε γιατί ακριβώς μισούσε η μητέρα του τον πατέρα της τόσο πολύ, πάντως τον μισούσε για τα καλά, καθ’ ότι το εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου αρχίζει με ένα φρικαλέο καυγά, κατά τον οποίο αυτή επιχειρεί να σκοτώσει τον πατέρα της με ένα χασαπομάχαιρο 25 εκατοστών. Δεν το κατάφερε η Μάντελεην, όμως ούρλιαζε «Θα σε δω νεκρό! Θα σε πετύχω κάποτε! Θα πατάω πάνω από τον τάφο σου!» (σελ.8) Όποιος και αν ήταν ο λόγος που η Οχαίρ μισούσε τον πατέρα της, είναι ολοφάνερο από το βιβλίο αυτό πως ήταν βαθύτατο το μίσος, πως ξεκινούσε από τα παιδικά της χρόνια, και πως η ψυχολογική –και πιθανόν σωματική- κακοποίηση να είναι η αιτία του.

Εκτός από την κακοποίηση, την απόρριψη, ή την δειλία, ένας τρόπος που μπορεί ένας πατέρας να είναι σοβαρότατα «προβληματικός», είναι η απλή απουσία του. Πολλά παιδιά βεβαίως ερμηνεύουν τον θάνατο του πατέρα τους ως ένα είδος προδοσίας, ή μια πράξη εγκατάλειψης. Από αυτήν την σκοπιά, είναι αξιοπρόσεκτο, πόσο κοινό είναι στις ζωές πολλών επιφανών αθεϊστών, το μοτίβο του αποθανόντος πατέρα. Ο Βαρώνος Ντ’ Όλμπαχ (γεννηθείς Πωλ Ανρί Τιρή), ο Γάλλος ορθολογιστής και πιθανότατα ο πρώτος δημόσιος αθεϊστής, φαίνεται πως ορφάνεψε στα 13 του χρόνια, και πως στην συνέχεια έμενε με τον θείο του (από τον οποίο πήρε και το όνομα). Ο πατέρας του Μπερτράν Ράσσελ πέθανε όταν ο νεαρός Μπερτράν ήταν 4 ετών. Ο Νίτσε είχε την ίδια ηλικία με τον Ράσσελ όταν έχασε τον δικό του πατέρα. Ο πατέρας του Σαρτρ πέθανε, πριν γεννηθεί ο Ζαν-Πωλ Σαρτρ, και ο Αλμπέρ Καμύ ήταν ενός έτους όταν έχασε τον πατέρα του.

Τα βιογραφικά στοιχεία αυτά υπάρχουν σε πολλές γνωστές πληροφοριακές πηγές. Προφανώς, πρέπει να συγκεντρωθούν περισσότερες πληροφορίες για να υποστηριχθεί η θεωρία του «προβληματικού πατέρα», όμως οι πληροφορίες που ήδη υπάρχουν είναι ουσιώδεις. Είναι απίθανο, να είναι τυχαίες. Η ψυχολογία του πώς ένας αποθανών ή ανύπαρκτος πατέρας μπορεί να θέσει μια συναισθηματική βάση για αθεϊσμό ίσως να μην είναι ξεκάθαρη εκ πρώτης όψεως. Όμως, αν ο πατέρας μας απουσιάζει, ή είναι τόσο αδύναμος ώστε να έχει πεθάνει, ή είναι τόσο αναξιόπιστος ώστε να μας έχει εγκαταλείψει, τότε δεν είναι και πολύ δύσκολο να προσδώσουμε το ίδιο ελάττωμα στον ουράνιο Πατέρα… Τέλος, υπάρχει επίσης η πρώιμη εμπειρία των βασάνων, του θανάτου, του κακού, ορισμένες φορές ανακατεμένα με θυμό απέναντι στον Θεό που επέτρεψε να συμβούν. Οποιοσδήποτε πρώιμος θυμός με τον Θεό για την απώλεια του πατέρα, και του επακόλουθου πόνου, είναι ακόμη μία, αλλιώτικη μεν, ψυχολογία της μη-πίστης, αλλά πάντως συνδεδεμένη στενά με την ψυχολογία του «προβληματικού πατέρα». Ένα μέρος αυτής της ψυχολογίας έχει σκιαγραφηθεί στην πρόσφατη αυτοβιογραφία του Ράσσελ Μπέηκερ. Ο Μπέηκερ είναι ένας πολύ γνωστός δημοσιογράφος και χιουμορίστας συγγραφέας της εφημερίδας Νιου Γιορκ Τάϊμς. Ο πατέρας του διακομίσθηκε στο νοσοκομείο και πέθανε εκεί ξαφνικά, όταν ο νεαρός Ράσσελ ήταν πέντε ετών. Ο Μπέηκερ, αφού έκλαψε και θρήνησε, είπε μετά, στην οικονόμο της οικογένειας, την Μπέσυ: «Για πρώτη φορά, σκέφτηκα σοβαρά για τον Θεό. Ανάμεσα στους λυγμούς μου, είπα στην Μπέσυ πως αν ο Θεός μπορούσε να κάνει τέτοια πράγματα στους ανθρώπους, τότε ο Θεός ήταν απαίσιος, και δεν Τον χρειαζόμουν πια. Η Μπέσυ μου είπε για την ειρήνη του Παραδείσου και την χαρά να παρευρίσκεται κανείς με τους αγγέλους, και την χαρά του πατέρα μου, που ήταν ήδη εκεί. Το επιχείρημα αυτό δεν κατάφερε να κατευνάσει τον θυμό μου. «Ο Θεός μας αγαπά όλους, σαν να είμαστε δικά Του παιδιά» μου είπε η Μπέσυ. «Τότε αν μ’ αγαπάει ο Θεός, γιατί έκανε τον πατέρα μου να πεθάνει;» Η Μπέσυ είπε πως κάποια μέρα θα το καταλάβαινα, αλλά είχε δίκιο μόνο εν μέρει. Εκείνο το απόγευμα, αν και δεν θα μπορούσα να το εκφράσω έτσι τότε, αποφάσισα πως ο Θεός είχε πολύ λιγότερο ενδιαφέρον για τους ανθρώπους, απ’ ότι θα ομολογούσαν όλοι μαζί οι κάτοικοι της πόλης. Εκείνη την ημέρα, αποφάσισα πως δεν ήταν να εμπιστεύεται κανείς τον Θεό απόλυτα. Μετά από αυτό, δεν έκλαψα ποτέ ξανά με κάποια σιγουριά, ούτε περίμενα τίποτε -από οποιουδήποτε τον Θεό– εκτός από αδιαφορία, και ούτε αγάπησα ποτέ σε βάθος, χωρίς να φοβάμαι πως θα μου κόστιζε πολύ, σε πόνο. Στην ηλικία των πέντε, είχα ήδη γίνει σκεπτικιστής… (Growing up, σελ.61)

Καταλήγοντας, επιτρέψτε μου να επισημάνω πως, όσο και αν υπερισχύουν τα επιδερμικά κίνητρα για να γίνει κανείς αθεϊστής, συνεχίζουν παρά ταύτα να υπάρχουν ριζωμένες και οι πιο βαθειές, και ανησυχητικές πηγές του αθεϊσμού. Όσο εύκολο και αν φαίνεται, το να επισημαίνουμε μια περίπτωση «προβληματικού πατέρα», δεν πρέπει να ξεχνάμε πόσος πόνος και πολυπλοκότητα κρύβεται πίσω από κάθε ένα τέτοιο περιστατικό. Και για αυτούς που ο αθεϊσμός έχει εμπεδωθεί εξ αιτίας ενός πατέρα που τους απέρριψε, τους αρνήθηκε, τους μίσησε, τους χειρίσθηκε ιδιοτελώς, ή που τους κακοποίησε σωματικά ή σεξουαλικά, πρέπει να υπάρξει κατανόηση και συμπόνοια. Βεβαίως είναι μεγάλη τραγωδία, να εξαναγκάζεται ένα παιδί να μισήσει τον πατέρα του, ή, ακόμα, να απελπίζεται, εξ αιτίας των αδυναμιών του πατέρα του. Στο κάτω-κάτω, το μόνο που θέλει ένα παιδί, είναι να αγαπά τον πατέρα του. Για τον οποιονδήποτε άπιστο -του οποίου η αθεΐα πηγάζει από μια τέτοια εμπειρία- οφείλει ο πιστός (που έχει ευλογηθεί από την αγάπη του Θεού) να προσεύχεται ιδιαιτέρως για αυτόν, ώστε κάποτε θα συναντηθούν και οι δύο τους στον Ουρανό. Να συναντηθούν, και να απολαύσουν την χαρά. Αν γίνει αυτό, τότε ο πρώην άθεος ίσως αισθανθεί μεγαλύτερη χαρά από τον πιστό, επειδή, εκτός από την χαρά του πιστού, ο άθεος θα απολαύσει και κάτι παραπάνω, που θα έχει προέρθει από την έκπληξή του, σαν βρεθεί περιστοιχισμένος από την χαρά, πού αλλού – στον οίκο του Πατέρα του.

Βιβλιογραφία

Adler, M. (1976). Philosopher at large. New York: Macmillan.

Adler, M. (1980). How to think about God: A guide to the twentieth century pagan. New York: Macmillan.

Baker, R. (1982). Growing up. New York: Congdon & Weed.

Feuerbach, L. (1891/1957). The essence of Christianity. Ed. and abridged by E. G. Waring & F. W. Strothman. New York: Ungar.

Freud, S. (1910/1947). Leonardo da Vinci, New York: Random.

Freud, S. (1927/1961). The future of an illusion. New York: Norton.

Freud S. (1923/1962). The ego and the id. New York: Norton.

Freud S. & Pfister, 0. (1963). Psychoanalysis and faith: The letters of Sigmund Freud and Oskar Pfister. New York: Basic.

Gedo, J. E. & Pollock, G. H. (Eds.). (1967). Freud: The fusion of science and humanism. New York: International University.

Graddy, W.E. (1982, June). The uncrossed bridge. New Oxford Review, 23-24.

Krull, M. (1979). Freud und sein Vater. Munich: Beck. Murray, W.J. (1982). My life without God. Nashville, TN: Nelson.

Vitz, P.C. (1983). Sigmund Freud’s attraction to Christianity: Biographical evidence. Psychoanalysis and Contemporary Thought, 6, 73-183.

Vitz, P.C. (1986). Sigmund Freud’s Christian unconscious. New York: Guilford, in press.

Vitz, P.C. & Gartner, J. (1984a). Christianity and psychoanalysis, part 1: Jesus as the anti-Oedipus. Journal of Psychology and Theology, 12, 4-14.

Vitz, P.C. & Gartner, J. (1984b). Christianity and psychoanalysis, part 2: Jesus the transformer of the super-ego. Journal of Psychology and Theology, 12, 82-89.

Σημειώσεις

1. Διεύθυνση: New York University, Department of Psychology, 6 Washington Place, New York 10003.

2. Απ’ ότι γνωρίζω υπάρχει μία συνέχεια στην ιστορία του Άντλερ. Μου είπαν, πρόσφατα, πως πριν από περίπου 2 έτη, ο Άντλερ έγινε Αγγλικανός.

 

Αναδημοσίευση από το: http://thegreekz.com/forum/showthread.php?t=400900

Αφήστε μια απάντηση

Η διεύθυνση του email σας δεν θα δημοσιευθεί.

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση