Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών στην Ιστορία: αλλαγές με βήμα σημειωτόν

Προσεγγίζοντας τα Προγράμματα Σπουδών της Ιστορίας

Στην παρούσα εργασία επιχειρείται η σύγκριση των Προγραμμάτων Σπουδών (Π.Σ.) της Ιστορίας του 2003, του 2015 και του 2018-19 στο επίπεδο των γενικών σκοπών τους με βάση τους εξής άξονες:

α) βασικές ιστορικές έννοιες που περιλαμβάνονται και στα τρία Π.Σ., είναι οι έννοιες της ιστορικής συνείδησης, της ιστορικής σκέψης και της εθνικής ταυτότητας.

Στο Π.Σ. του 2018-19, όπου αναλύονται λεπτομερώς οι βασικές ιστορικές έννοιες, αναφέρονται επιπρόσθετα οι έννοιες της δημοκρατικής εκπαίδευσης και της καλλιέργειας ανθρωπιστικών αξιών, ενώ για την δόμηση της εθνικής ταυτότητας αναφέρεται ότι πρέπει να είναι πλουραλιστική και με ανεκτική. [1] Γίνεται αναφορά για μια γενετική ιστορική συνείδηση σε απόλυτη συνάφεια με την ιστορική σκέψη με πολυδιάστατο, κριτικό και αναστοχαστικό προσανατολισμό του ιστορικού λόγου. Επιπλέον βασικές δευτερογενείς έννοιες παρουσιάζονται ανά θεματική ενότητα, όπως της ιστορικής συνέχειας, της αλλαγής, της ιστορικής ενσυναίσθησης, της πολυπρισματικότητας. της ιστορικής οπτικής, της ηθικής διάστασης.

Στα Π.Σ. του 2003 και του 2015 η ανάπτυξη της ιστορικής σκέψης ορίζεται ως η κατανόηση των ιστορικών γεγονότων εξετάζοντας αίτια και αποτελέσματα, ενώ η ιστορική συνείδηση συνδέεται με την κατανόηση της συμπεριφοράς των ανθρώπων και της διαμόρφωσης αξιών και στάσεων.[2] Έμφαση δίνεται στη διαμόρφωση ουσιαστικής ιστορικής και εθνικής ταυτότητας[3].

β) Η δηλωτική και διαδικαστική γνώση που και στα τρία Π.Σ. θεωρητικά επιδιώκεται σε ένα πλαίσιο ανακαλυπτικής και διερευνητικής μάθησης και  διαμόρφωσης ενός ιστορικά εγγράμματου μαθητή με χρήση των πηγών, αξιοποίηση των Νέων Τεχνολογιών και άλλων εργαλείων.

Όμως στα Π.Σ. 2003 και 2015 δεν φαίνεται να υποστηρίζεται σε πρακτικό επίπεδο η διαδικαστική γνώση, αφού τα Διαθεματικά Σχέδια εργασίας αντιστοιχούν σε μόλις 10% του συνολικού διδακτικού χρόνου, δεν αποσαφηνίζεται ο χρόνος που θα αφιερωθεί για την Τοπική Ιστορία και στο Π.Σ. του 2015 η διαδικαστική γνώση αφορά επιλεγμένες ιστορικές υποενότητες.[4] Χαρακτηριστικές  φράσεις στα δύο Π.Σ. όπως: ΄΄να γνωρίζουν΄΄, ΄΄ να κατανοούν΄΄, ΄΄να είναι ενήμεροι΄΄, ΄΄να συνειδητοποιούν΄΄ αποκαλύπτουν μια κατεύθυνση περισσότερο για γνώση δηλωτική παρά διαδικαστική.

Στο Π.Σ. του 2018 όμως δίνονται στους εκπαιδευτικούς ανά θεματική ενότητα οι πρωτογενείς αλλά και οι δευτερογενείς έννοιες που θα διδαχθούν, που συνδέονται με τη διαδικαστική γνώση, υποστηριζόμενες από αρκετές (συγκριτικά με τα άλλα δύο Π.Σ. ) ενδεικτικές δραστηριότητες που κινητοποιούν το μαθητή, προτείνοντας την αξιοποίηση σύγχρονων διδακτικών εργαλείων, αλλά και ενός νέου στοιχείου, των Θεματικών Φακέλων. Αξιοσημείωτες φράσεις που υποδηλώνουν διαδικαστική γνώση στο Π.Σ. του 2018: ΄΄να εξηγήσουν τους λόγους΄΄, ΄΄να προβληματιστούν΄΄, ΄΄να διερευνήσουν΄΄, ΄΄να προσδιορίσουν΄΄, ΄΄να ερμηνεύσουν΄΄.

γ) Η πολυπρισματικότητα του παρελθόντος. Η εξοικείωση των μαθητών σε ερμηνείες του παρελθόντος μέσα από πολλές οπτικές γωνίες  και αντιθέσεις διακρίνεται πολύ περισσότερο, από τα άλλα δύο Π.Σ., στο Π.Σ. του 2018.[5] Δίνεται η δυνατότητα επιλογής στους εκπαιδευτικούς για  ιστορικές πηγές, «που διακρίνονται για την πολυτροπικότητα και την πολυπρισματικότητά  τους και η δυνατότητα στους μαθητές για συστηματική άσκηση στην αναγνώριση διαφορετικών οπτικών και ερμηνειών, αξιολογώντας το ρόλο προσώπων και τη σημασία γεγονότων και καταστάσεων, θέτοντάς τα στο ιστορικό και ερμηνευτικό τους πλαίσιο.[6]

δ) Ο ρόλος του εκπαιδευτικού και των μαθητών και η δυνατότητα αξιοποίησης εναλλακτικού επιπρόσθετου εκπαιδευτικού υλικού.  Στο Π.Σ. του 2018, σε σύγκριση με τα άλλα δύο, ο εκπαιδευτικός είναι απελευθερωμένος από την μετωπική αφήγηση και ο μαθητής από τη μηχανική αποστήθιση. Στοιχεία έντονα στα Π.Σ. του 2003 και 2015, μακριά από τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης του οικοδομισμού, της εμπλαισιωμένης μάθησης.

Και στα τρία Π.Σ. τονίζεται ο ενεργητικός ρόλος του μαθητή με αξιοποίηση των ιστορικών πηγών, των Ν.Τ. και του ιστορικού αποθέματος της περιοχής του. Όμως μόνο από τις ενδεικτικές δραστηριότητες του Π.Σ. του 2018-19 φαίνεται να τεκμηριώνεται αυτό. Με την αξιοποίηση των πρωτογενών και δευτερογενών ιστορικών εννοιών, με τη δυνατότητα επιλογής από τον εκπαιδευτικό Θεματικών Φακέλων που συνδέονται με το κοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον των μαθητών. Με την εξοικείωση του  μαθητή με την ιστορική έρευνα, θέτοντας ερωτήματα, διαχειριζόμενος αλληλοσυγκρουόμενα στοιχεία επιχειρηματολογώντας. Σε ένα λειτουργικό πλαίσιο ιστορικής γνώσης, διαδικαστικής, δηλωτικής και εννοιολογικής, όπου ενθαρρύνεται η συνδυαστική χρήση του εγχειριδίων και εκπαιδευτικού υλικού (αφηγήσεις, αλληλοσυγκρουόμενες πηγές, θεματικοί ιστορικοί χάρτες, θεματικοί φάκελοι, πολυτροπικό ψηφιακό υλικό), σε αντίθεση με τα Π.Σ. 2003 και 2015, όπου το εγχειρίδιο παραμένει το βασικό διδακτικό εργαλείο, αν και θεωρητικά γίνεται λόγος για χρήση άλλων πηγών με βιωματικές και ομαδικές δραστηριότητες.[7]

ε) Η δυνατότητα αξιοποίησης οικείων γνώσεων και εμπειριών των μαθητών/τριών. Στο Π.Σ. του 2018 προτείνεται θεωρητικά και στηρίζεται με ενδεικτικές δραστηριότητες η αξιοποίηση των οικείων γνώσεων των μαθητών, στο πλαίσιο των νέων πεδίων της ιστορίας και της επεξεργασίας των Θεματικών Φακέλων (μικροϊστορία, προφορική ιστορία).[8] Στα άλλα δύο Π.Σ. η αξιοποίηση της εμπειρίας των μαθητών προβλέπεται κυρίως στο πλαίσιο της Τοπικής Ιστορίας και σε Διαθεματικά σχέδια εργασίας, που όμως, όπως προαναφέρθηκε, δεν καταλαμβάνουν παρά ελάχιστο διδακτικό χρόνο.

Συμπερασματικά στα Π.Σ. του 2003 και του 2015 θεωρούμε ότι το θεωρητικό μέρος που αφορά τους γενικούς στόχους, οι γνωστικοί άξονες, τα προσδοκώμενα μαθησιακά αποτελέσματα δεν ξεφεύγουν από το παραδοσιακό πλαίσιο. Ουσιαστικά έχουν εθνοκεντρικό προσανατολισμό (ειδικά του 2015 που αναφέρεται στον στόχο της διαμόρφωσης μιας ΄΄ουσιαστικής΄΄ εθνικής ταυτότητας).

Όσον αφορά το ΠΣ του 2018-19 θα λέγαμε ότι είναι πιο ΄΄ανοιχτό΄΄, περνώντας στην επεξεργασία δευτερογενών ιστορικών εννοιών με στόχο την πολυπρισματική και επιστημονική προσέγγιση της Ιστορίας από τους μαθητές και τη διαμόρφωση μιας όχι μόνο εθνικής, αλλά και πλουραλιστικής ταυτότητας.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγράμματος Σπουδών (ΔΕΠΠΣ) και Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών (ΑΠΣ) Δημοτικού – Γυμνασίου (ΦΕΚ 303, τ. Β – 13/03/2003)

Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος «Ιστορία» της Γ ́, Δ ́, Ε ́, ΣΤ ́ τάξης Δημοτικού, της Α ́, Β ́, Γ ́ τάξης Γυμνασίου, της Α ́, Β ́, Γ ́ τάξης Γενικού Λυκείου, της ομάδας προσανατολισμού Ανθρωπιστικών Σπουδών και της ομάδας προσανατολισμού Οικονομικών – Πολιτικών − Κοινωνικών και Παιδαγωγικών Σπουδών της Γ ́ τάξης Γενικού Λυκείου (ΦΕΚ 181/Β/ 23.1.2015)

Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος της Ιστο-ρίας στις Γ ́, Δ ́, Ε ́ και Στ ́ τάξεις του Δημοτικού Σχολείου (ΦΕΚ 5222/Β/21.11.2018)

Πρόγραμμα Σπουδών του μαθήματος της Ιστορίας Α΄ και Β΄ τάξης Γενικού Λυκείου (ΦΕΚ 2020/Β/3.6.2019)

[1] Π.Σ. Ιστορίας 2019, ΦΕΚ 2020/Β/3-06-2019, 22917.

[2] Π.Σ. Ιστορίας 2003, ΦΕΚ 303Β/13-03-2003, 3915

[3] Π.Σ. Ιστορίας 2015, ΦΕΚ 181Β/23-01-2015, 2405.

[4] Π.Σ. Ιστορίας 2015, ΦΕΚ 181Β/23-01-2015,  2405.

[5] Π.Σ. Ιστορίας 2019, ΦΕΚ 2020/Β/3-06-2019, 22918.

[6] Π.Σ. Ιστορίας 2019, ΦΕΚ 2020/Β/3-06-2019, 22921.

[7] Π.Σ. Ιστορίας 2003, ΦΕΚ 303Β/13-03-2003, 3941.

[8] Π.Σ. Ιστορίας 2019, ΦΕΚ 2020/Β/3-06-2019, 22920.

Οι αποσιωπήσεις στην Ιστορία

1.1.Εννοιολογικός ορισμός της ιστορικής αποσιώπησης

Η ιστορία συχνά γίνεται «εργαλείο» της πολιτικής εξουσίας, θεσμών ή και κοινωνικών ομάδων «υπηρετώντας» επιδιώξεις τους μέσω της αποδεικτικής, απολογητικής, νομιμοποιητικής λειτουργίας της. Αυτό έχει ως συνέπεια την επιλεκτική χρήση ιστορικών τεκμηρίων, την επιλεκτική αναφορά ιστορικών γεγονότων και την αποσιώπηση άλλων. [1]

Η «ιστορική αποσιώπηση» αποτελεί μια ακραία μορφή κατάχρησης της Ιστορίας. Προσπαθώντας να την ορίσουμε εννοιολογικά, θα λέγαμε ότι είναι η σκόπιμη ενέργεια αποφυγής αναφοράς ή αποκάλυψης ιστορικών γεγονότων. Είναι προσπάθεια ελέγχου του παρελθόντος, ώστε να ελεγχθεί το παρόν, οδηγώντας σε παραποίηση της ιστορίας και «επιβολή στερεοτύπων και μύθων».[2] Αποτελεί το προϊόν μιας πολιτικής «λήθης», που υλοποιείται από την πολιτική εξουσία ή και από κοινωνικούς φορείς, ομάδες και άτομα μέσω καταστροφής τεκμηρίων, απόκρυψης ή αγνόησης αρχείων, απαγόρευσης πρόσβασης σε αυτά ή και μέσω του εκφοβισμού των κατόχων ή των παραγωγών τους.[3]

Χαρακτηριστικό πεδίο αποσιωπήσεων αποτελεί η σχολική Ιστορία, όπου στο πλαίσιο της εργαλειοποίησης της ιστορίας διαπιστώνονται επιλεκτικές αποσιωπήσεις.

1.2.Παράγοντες αποσιωπήσεων στην Ιστορία

 

Βασικός παράγοντας είναι η  «χειραγώγηση» της ιστορίας προς υπηρέτηση αλλότριων, προς την ιστορική επιστήμη, σκοπών.[4] Χειραγώγηση που συνδέεται με επιδιώξεις των κυρίαρχων πολιτικών ελίτ. Μέσα από διαδικασίες σιωπής γεγονότων έχουν τη δυνατότητα να κατευθύνουν την ιστορική ερμηνεία, καθορίζοντας το ποιο ιστορικό αφήγημα θα προβληθεί και ποιο πρέπει να αποσιωπηθεί, ώστε να εξυπηρετηθούν οι στόχοι τους.[5] Οι στόχοι αυτοί αποτελούν και τους παράγοντες ιστορικών αποσιωπήσεων:

  • Η διαχείριση της συλλογικής μνήμης με σκοπό την κατασκευή συλλογικής ταυτότητας με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά (τονίζοντας συνήθως τις ένδοξες στιγμές του έθνους και σιωπώντας για τα μελανά σημεία του).[6] Παρατηρείται όχι μόνο σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, αλλά και σε δημοκρατικά, όπου επιχειρείται αποσιώπηση ιστορικών γεγονότων, για να διευκολυνθεί μέσω της  προπαγάνδας της εξουσίας, το κυρίαρχο εθνικό αφήγημα. Να σημειωθεί εδώ και ο ρόλος ιστορικών που συμβάλλουν σε αυτή την αντιεπιστημονική προσέγγιση του παρελθόντος με δύο τρόπους: είτε εξυπηρετώντας και οι ίδιοι ατομικά τους συμφέροντα είτε επηρεασμένοι από την προσωπική τους ιδεολογία αποσιωπούν και παραποιούν γεγονότα. Με παρόμοιο τρόπο κινούνται δυστυχώς και άλλοι φορείς και κοινωνικές ομάδες (πολιτικά κόμματα, ΜΜΕ κ.ά.) που για ιδιοτελείς σκοπούς αποσιωπούν γεγονότα ιστορικά. Αισιόδοξο στοιχείο είναι τις τελευταίες δεκαετίες με την ανάπτυξη της Δημόσιας Ιστορίας η παρουσία ιστορικών, κοινωνικών ομάδων, μειονοτήτων, κοινωνικών κινημάτων που αμφισβητούν την κυρίαρχη ιστορική αφήγηση φέρνοντας στο φως ίχνη του παρελθόντος που έχουν αποσιωπηθεί.
  • Η επικράτηση από το 19ο αιώνα μιας ιστορίας με προσανατολισμό εθνικό, με κύριο στόχο την υπεράσπιση των εθνικών στόχων. Γεγονότα που μπορεί να ανατρέψουν τέτοιο προσανατολισμό, συνήθως αποσιωπούνται. Ο φόβος για τις συνέπειες της γνώσης τέτοιων γεγονότων οδηγούν τους πολιτικούς σε πολιτικές λήθης, διαγράφοντας στοιχεία του παρελθόντος.[7]
  • Η επιλογή των «θυτών» στην ιστορία για απαλοιφή μνημών που τους «ενοχλούν» και που αποσιωπούνται για να απαλλαγούν από αισθήματα ενοχής ή ντροπής. [8]
  • Η «θεραπευτική» παρέμβαση του κράτους σε περιπτώσεις τραυματικών ιστορικών γεγονότων. Τα τραύματα που δεν έχουν θεραπευτεί, μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για διχασμό και βία. Έτσι εξηγείται και η αδράνεια του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου να αποδεχτεί μια σχετική ιστορική μελέτη του παρελθόντος αν και επιστημονικά τεκμηριωμένη. Αν χρειαστεί, το κράτος παρεμβαίνει συνήθως αποσιωπώντάς τη.
  • Η ανάγκη προβολής ενός συμφιλιωτικού ιστορικού αφηγήματος «νομιμοποιεί» την επιλογή αποσιώπησης από την εξουσία, ιδιαίτερα σε κράτη που βρίσκονται σε μετασυγκρουσιακή κατάσταση.

 

1.3. Παράδειγμα αποσιώπησης ιστορικού γεγονότος

Το παράδειγμα που αναφέρουμε παρακάτω εντάσσεται στο πλαίσιο του εμφυλίου Πολέμου (1946-1949). Ένας πόλεμος που άφησε στο πέρασμα των χρόνων ένα «συλλογικό τραύμα» στην ελληνική κοινωνία και μια διαιρεμένη μνήμη ερμηνείας του οδηγώντας σε αποσιώπηση βασικών παραμέτρων του για δεκαετίες. Οι πολιτικές παρατάξεις επέλεξαν να αποφύγουν την ανάκληση στη μνήμη τραυματικών εμπειριών, που μπορεί να απειλούσαν την ενότητα του έθνους.[9]

Για την περίοδο του Εμφυλίου ακολούθησε μια σιωπή από τους «πρωταγωνιστές» του, νικητές και ηττημένους. Και οι δύο αντιμαχόμενες πλευρές ακολούθησαν μια πολιτική λήθης για το ζήτημα, που οδήγησε στη σιωπή του στην επίσημη Ιστορία.

Οι νικητές του εμφυλίου (η Δεξιά παράταξη) επέλεξαν την αποσιώπηση του εμφυλίου προς αποφυγή αναμόχλευσης παθών, στο όνομα της  εθνικής «συσπείρωσης» και ενότητας επικεντρώνοντας την «απειλή» στον κομμουνισμό. Μια απειλή που πλαισιωνόταν μεταπολεμικά από το διεθνές κλίμα του Ψυχρού πολέμου.[10]

Αλλά και οι ηττημένοι (η Αριστερά) ακολούθησαν το δρόμο της σιωπής για τον εμφύλιο. Προτίμησαν να ακολουθήσουν τη λήθη, με στόχο την παύση των πολιτικών διώξεων και διακρίσεων και της θεμελίωσης της δημοκρατίας.

Ένα παράδειγμα ιστορικής αποσιώπησης που εντάσσεται στο γενικότερο πλαίσιο του εμφυλίου είναι και αυτό που αναφέρεται στην εκκένωση εμπόλεμων περιοχών της χώρας από τα παιδιά το 1948. Είναι μια μνήμη διαιρεμένη, αφού και οι δύο πλευρές που αντιμάχονταν είχαν τη δική τους εκδοχή για το ζήτημα.

Και οι δύο πλευρές προέβησαν σε αυτό το εγχείρημα. Η κυβέρνηση της Αθήνας συγκέντρωσε παιδιά (περίπου 15-20.000) από τις περιοχές της Νότιας Ελλάδας που εμπλέκονταν στον εμφύλιο  προς τις παιδοπόλεις, που είχαν δημιουργηθεί με τον συντονισμό της βασίλισσας Φρειδερίκης. Η Αριστερά ονόμασε αυτή τη δράση ως «παιδοφύλαγμα», ωε εγκλεισμό  χιλιάδων παιδιών σε στρατόπεδα, όπου με ένα σύστημα πειθαρχημένης διαβίωσης από απόστρατους αξιωματικούς του στρατού και της χωροφυλακής, προσπαθούσαν να τα στρέψουν ενάντια στον ΔΣΕ και στο ΚΚΕ. Για την κυβέρνηση της Αθήνας ο στόχος ήταν η εκκένωση ορεινών περιοχών, που ήλεγχε ο ΔΣΕ.[11] Μάλιστα προσέφυγε για το θέμα σε διεθνείς οργανισμούς, ζητώντας την παρέμβασή τους για τον επαναπατρισμό των παιδιών.

Από την άλλη, η κυβέρνηση του Βουνού μετέφερε παιδιά (περίπου 25.000) ορεινών περιοχών της Βόρειας Ελλάδας προς τις Λαϊκές Δημοκρατίες, πρακτική που οι αντίπαλοι ονόμασαν «παιδομάζωμα» και «γενιτσαρισμό». Όρος που χρησιμοποιήθηκε από τη Δεξιά για προπαγανδιστικούς λόγους.[12]  Για το Δημοκρατικό Στρατό η εκκένωση περιοχών από τα παιδιά συνδεόταν με τη διάσωσή τους και επιπλέον εθεωρείτο και μια λύση στο πρόβλημα των εφεδρειών. Σύμφωνα με τη δική του εκδοχή, η επιχείρηση αυτή στόχευε στη σωτηρία των παιδιών από τις συνέπειες του πολέμου (φυλακίσεις παιδιών σε  Μακρόνησο, Λέρο κ.ά. εκτελέσεις παιδιών στην Κέρκυρα) και έγινε με τη συναίνεση των γονιών τους σε εθελοντική βάση.[13]

Το «παιδομάζωμα» και το «παιδοφύλαγμα» αποτελούν ένα «τραύμα» και για τις δύο κοινότητες μνήμης, οι οποίες θεωρούσαν τη δική τους ερμηνεία ως ιστορική αλήθεια. Κοινά στοιχεία των δύο αφηγημάτων ήταν τα στοιχεία της απομάκρυνσης των παιδιών και το αίσθημα αποξένωσης με τον επαναπατρισμό τους.

Το παράδειγμά μας αποτελεί ένα συλλογικό και πολιτικό τραύμα, αφού η αιτία που το προκάλεσε ήταν πολιτική.[14] Με την αποσιώπηση αυτής της βιωμένης εμπειρίας αποκλείστηκε η αναγκαία διεργασία του πένθους, ο μόνος τρόπος να φτάσει η κοινωνία σε μια συμφιλίωση ουσιαστική με το παρελθόν, που είναι η αναγνώριση του τραύματος.[15]

.

 

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

 

Κουλούρη Χ., Thiesse A.-M., Jollivet S. (2015) Ο κοινωνικός ρόλος του/ της Ιστορικού.Στο Καραμανωλάκης Β., Couroucli M., Σκλαβενίτης Τ.Ε. (Επιμ.), Συναντήσεις της ελληνικής με τη γαλλική ιστοριογραφία από τη Μεταπολίτευση ως σήμερα. Αθήνα, École Francaise d’Athènes, Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Εταιρία Μελέτης Νέου Ελληνισμού.

Χριστίνα Κουλούρη, «Ιστορία και Πολιτική: Οι μαίανδροι μιας αμφίσημης σχέσης», στο δεκάτομο συλλογικό έργο υπό την επιμ. Α.Ι. Μεταξά, Πολιτική Επιστήμη: διακλαδική και κριτική προσέγγιση της πολιτικής πράξης, Σάκκουλας, τόμ. IX: Πολιτική Μεθοδολογία, Αθήνα 2016, σ.119-134.

Λε Γκοφ, Ζακ (1998).  Ιστορία και μνήμη, Αθήνα: Νεφέλη

Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Υπάρχουν σελίδες της Ιστορίας που δεν θέλει κανείς να τις διαβάσει. Οι φάκελοι, το ανεπιθύμητο παρελθόν και οι ιστορικοί» στο Κοινωνικές κρίσεις και ιδεολογικά διλήμματα (19ος-20ός αιώνας) Κείμενα για τη Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, επιμ. Καίτη Αρώνη-Τσίχλη
Στέφανος Παπαγεωργίου Αλεξάνδρα Πατρικίου (Αθήνα: Παπαζήση, 2014), 240

Martin Sabrow, «The Use of History to Legitimise Political Power: The Case of Germany», in Hannes Swoboda and Jan Marinus Wiersma (επιμ.), Politics of the Past: The Use and Abuse of History, Vienna 2009, σ.97-103.

 

Antoon De Baets, Responsible History, Berghan 2009, σελ.9-48.

Νίκος Μαραντζίδης,  «Το παιδομάζωμα στον εμφύλιο», Τα Νέα, 12 Αυγούστου 2008

Ηλεκτρονικές πηγές

Αβδελά, Ε. (Απρίλιος, 2014). Η σχολική ιστορία πρόσφορο έδαφος για πολιτική προπαγάνδα. Ιστοριογραφία και δημόσια ιστορία σήμερα: μια δύσκολη σχέση. Χρόνος, τεύχος 12. Ανακτήθηκε στις 26 Μαρτίου 2022, από http://chronosmag.eu/index.php/index.php/el-950.html

Νίκος Δεμερτζής Ο ελληνικός Εμφύλιος ως πολιτισμικό τραύμα στο: https://ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/sas/article/view/821/843  91-109 Τόμ. 28 (2011): Πολιτισμικό τραύμα

 Νίκος Δεμερτζής, Ο Εμϕύλιος Πόλεμος: από τη συλλογική οδύνη στο πολιτισμικό τραύμα: Νίκος Δεμερτζής, Ελένη Πασχαλούδη, Γιώργος Αντωνίου (επιμ.), Εμϕύλιος: Πολιτισμικό τραύμα, Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2013, 43-90.

[1] Χριστίνα Κουλούρη, Anne Marie Thisse & Servanne Jollivet Thiesse «Ο κοινωνικός ρόλος του/ της Ιστορικού», στο Συναντήσεις της ελληνικής με τη γαλλική ιστοριογραφία από τη Μεταπολίτευση ως σήμερα, επιμ. Βαγγέλης Καραμανωλάκης, Maria Couroucli, Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης (Αθήνα: École Francaise d’Athènes,  Ινστιτούτο Ιστορικών Ερευνών, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Εταιρία Μελέτης Νέου Ελληνισμού 2015), 260.

[2] Χριστίνα Κουλούρη,  «Ιστορία και Πολιτική: Οι μαίανδροι μιας αμφίσημης σχέσης», στο Πολιτική Επιστήμη: διακλαδική και κριτική προσέγγιση της πολιτικής πράξης, επιμ. Α.Ι. Μεταξάς ( Αθήνα: Σάκκουλας,  2016), 130.

[3] Antoon De Baets,  Responsible History, (New York: Berghan 2009), 9-48.

[4]  Χριστίνα Κουλούρη,  «Ιστορία και Πολιτική: Οι μαίανδροι μιας αμφίσημης σχέσης»,  119.

[5] Ζακ Λε Γκοφ, Ιστορία και μνήμη, (Αθήνα: Νεφέλη, 1998), 90

[6] Martin Sabrow, «The Use of History to Legitimise Political Power: The Case of Germany», στο Politics of the Past: The Use and Abuse of History, επιμ. Hannes Swoboda και Jan Marinus Wiersma, (Βιέννη: 2009).

[7] Βαγγέλης Καραμανωλάκης, «Υπάρχουν σελίδες της Ιστορίας που δεν θέλει κανείς να τις διαβάσει. Οι φάκελοι, το ανεπιθύμητο παρελθόν και οι ιστορικοί» στο Κοινωνικές κρίσεις και ιδεολογικά διλήμματα (19ος-20ός αιώνας) Κείμενα για τη Ρένα Σταυρίδη-Πατρικίου, επιμ. Καίτη Αρώνη-Τσίχλη
Στέφανος Παπαγεωργίου Αλεξάνδρα Πατρικίου (Αθήνα: Παπαζήση, 2014), 240.

[8] Χριστίνα Κουλούρη, (2016), ό.π. , 125-126.

[9] Πολυμέρης Βόγλης, «Εμφύλιος Πόλεμος, μεταξύ μνήμης και ιστορίας», Τα Νέα 29 Αυγούστου 2009.

[10] Στο ίδιο, 440.

[11] Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, «Μνήμες, τραύματα και μετα-μνήμη: το «παιδομάζωμα» και η επεξεργασία του παρελθόντος», στο Μνήμες και λήθη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, επιμ. Ρίκη Βαν Μπουσχότεν, Τασούλα Βερβενιώτη, Ευτυχία Βουτυρά, Βασίλης Δαλκαβούκης και Κωνσταντίνα Μπάδα, (Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, 2008), 131-132.

[12] Νίκος Μαραντζίδης,  «Το παιδομάζωμα στον εμφύλιο», Τα Νέα, 12 Αυγούστου 2008.

[13] Διονύσης Αρβανιτάκης, «Το παιδομάζωμα και η Εθνικοφροσύνη», Ριζοσπάστης,11 Νοεμβρίου 2012.

[14] Στο ίδιο, 145

[15] Στο ίδιο, 147.

European Radio Logo

Συντάκτες ιστολογίου

  • ΠΕΤΡΟΣ ΚΟΚΚΟΣΗΣ

  • Log in



     
    Ιούλιος 2024
    Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
    1234567
    891011121314
    15161718192021
    22232425262728
    293031  
    Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
    Αντίθεση