H Χρυσούλα ,ένα κορίτσι με ξανθά μαλλιά και ζωηρά μάτια, μια μέρα
έφυγε απ το σπίτι της βιαστικά χωρίς να το πολυσκεφθεί ,δεν πήρε τίποτε μαζί της.
Όταν βγήκε έξω, είδε τα κλαδιά των δέντρων κάτασπρα .
‘Επειτα ,άκουσε δύο χιονάνθρωπους να συνομιλούν μες στο σκοτάδι. Τα δελτία ειδήσεων είπαν πως θα ταν βαρύς ο χειμώνας φέτος.
Μετά από ώρα κουράστηκε να τριγυρνά μόνη στην παγωμένη χώρα κι άρχισε να τρέμει από το κρύο. Πείνασε.
Χτύπησε την πόρτα του πρώτου σπιτιού που βρήκε και μπήκε μέσα.
Η αρκούδα είχε ήδη σκεπαστεί με τη μάλλινη κουβέρτα της .Σε περίμενα Χρυσούλα, της είπε. Πάνω στο τραπέζι έχει ζεστό τσάι και κουλουράκια κανέλας .Άνοιξε τη ντουλάπα. Σου έπλεξα κασκόλ και γάντια για να μη κρυώνεις. Μπορείς να μείνεις όσο θέλεις. Είναι τόσο βαρετός ο Χειμώνας χωρίς συντροφιά.. Ένας χιονάνθρωπος μετά από μέρες κοίταξε απ το παράθυρο.
Έίδε τη Χρυσούλα να φοράει ποδιά .Εκείνη τη στιγμή έβαζε στο φούρνο ένα κέικ καρότου..




Πρόσφατα σχόλια