Διαβάζουμε την ξεκαρδιστική ιστορία ενός μικρού ελέφαντα που αγαπούσε πολύ τα ζαχαρωτά
και όπως ήταν επόμενο, το πλήρωσε πολύ ακριβά!! Της Αγγελικής Βαρελλά!
Μια φορά και έγαν καιρό ζούσε στην ζούγκλα ένα πολύ λαίμαργο ελεφαντάκι που τρελαινόταν για ζαχαρωτά. Να φανταστείτε ότι κάθε μέρα έτρωγε μια σκάφη ζαχαροκάλαμα, βάλτε και τα γλυκά που έτρωγε στα πάρτυ των φίλων του, λογαριάστε τώρα πόσα γλυκά καταβρόχθιζε… Τόνους ολόκληρους! Όπως ήταν φυσικό, του σάπισαν τα δόντια και όπως ξέρετε οι ελέφαντες δεν έχουν πολλά δόντια όπως εσείς και εγώ, έχουν μόνο δύο χαυλιόδοντες, αλλά είναι κάτι δοντάρες…
Tο κακό με το ελεφαντάκι ήταν πως δεν έπλενε ποτέ τα δόντια του και ας του φώναζε ο ο καημένος ο πατέρας του «Πλύνε χρυσό μου τους χαυλιόδοντες σου, θα χαλάσουνε!», τίποτα εκείνο. Τότε ο πατέρας του θύμωνε και του έλεγε «Παχύδερμο!». Η Αλήθεια είναι πως το ελεφαντάκι βαριόταν, ήταν παχουλό και δυσκίνητο και μέχρι να σηκώσει το ένα του πόδι βρωμούσε το άλλο! Που να πάει μέχρι τον ποταμό, τόση διαδρομή… θα νύχτωνε κάθε φορά!
Έλα όμως που το δόντι του πονούσε. Το έδεσε με ένα πλατύ φύλλο και κάθισε κάτω από ένα δέντρο και έκλαιγε… «Αντί να κλαις», το συμβούλεψε μια σοφή κουκουβάγια «καλύτερα θα κάνεις να πας σε έναν οδοντογιατρό». «Και θα γίνω καλά;» , κλαψούρισε το ελεφαντάκι.
«Όχι μόνο θα γίνεις καλά αλλά θα μπορείς να τρως και όσα γλυκά θέλεις».
Το μικρό ελεφαντάκι ενθουσιάστηκε! «Μα τότε να πάω αμέσως, αλλά που μένει ο οδοντογιατρός;»
Πρέπει να κατέβεις στην πόλη, αυτό είναι το κακό», είπε η κουκουβάγια και έξυσε με αμηχανία το κεφάλι της.
Να πάει στην πόλη; Αυτό ήταν ένας λόγος… Πως να κάνει τόσο δρόμο με τα πόδια, μόνο με το αυτοκίνητο θα μπορούσε να πάει αλλά ο πατέρας του δεν είχε γιοταχι. Τι να κάνει, σκέφτηκε, σκέφτηκε και αποφάσισε να κάνει οτοστόπ. Στάθηκε στη γωνιά της ζούγκλας και άρχισε να σηκώνει τη προβοσκίδα του, αλλά όσο και αν έκανε νοήματα στους οδηγούς, κανένας δεν σταματούσε να το πάρει. Ο πονόδοντος όλο και δυνάμωνε και το ελεφαντάκι κάτι έπρεπε να κάνει.. Έκανε λοιπόν ένα πατίνι! Έκοψε ξύλα, βρήκε δυο ρόδες, έβαλε και ένα καπέλο από φτέρες, για να μην τον καίει ο ήλιος και μια και δυο πήρε τον δρόμο για την πόλη.
Μόλις έφτασε στα πρώτα σπίτι της πόλης, βρήκε ένα μαγαζί. Παρκάρισε το πατίνι και μπήκε μέσα. «Σας παρακαλώ», είπε ευγενικά, «μήπως έχετε να μου δώσετε να βάλω κάτι στο δόντι μου, που με πονάει τρομερά;»
«Εδώ παιδί μου είναι εστιατόριο», είπε ο μαγαζάτορας, δεν είναι φαρμακείο.
«Το ξέρω» απάντησε εκείνο «αλλά η γιαγιά σας δεν ξέρει κανένα φάρμακο, οι γιαγιάδες ξέρουν πολλά!»
«Έχω λίγο ούζο, κάνει πολύ καλό, θέλεις να σου δώσω ούζο να βάλεις στο δόντι σου;»
«Και βέβαια θέλω» είπε το ελεφαντάκι χωρίς καν να ξέρει τι είναι το ούζο.
Ο μαγαζάτορας του έδωσε το μπουκάλι, είπε λίγο αλλά που να σταματήσει ο πονόδοντος στη δοντάρα; Ο μαγαζάτορας του έδωσε άλλο ένα μπουκάλι, το ελεφαντάκι το είπε και αυτό όλο και ναι μεν έπαψε να πονάει αλλά μέθυσε και το τι έκανε δεν περιγράφεται…
Πρώτα, πρώτα άρχισε να γελάει λες και του καθάριζαν αυγά…γέλια, γέλια, γέλια στο τέλος έσπασαν τα τζάμια του μαγαζιού. Μετά κρεμάστηκε από το πολύφωτο και φυσικά το έριξε κάτω, μαζί με το ταβάνι. Ύστερα, όταν έγινε φέσι που λένε άρπαξε με την προβοσκίδα του ότι έβρισκε στα ράφια και το έκανε γυαλιά καρφιά. Ο μαγαζάτορας τραβούσε τα μαλλιά του, είχε πάει να κάνει καλό και βρήκε τον μπελά του.
Φώναξε αμέσως την αστυνομία. Ο αστυφύλακας τα έχασε, πρώτη φορά του συνέβαινε να πάει στο τμήμα μεθυσμένο ελέφαντα. Τον έπιασε από το αυτί και τον πήγε κατευθείαν στον αρχηγό της αστυνομίας! Για να μην τα πολυλογούμε ο αστυφύλακας τον πήγε στον δικό του οδοντογιατρό που είχε οδοντιατρείο στην κεντρική πλατεία .
Με τη σφυρίχτρα του σταματούσε τα τρόλεϊ και τα αυτοκίνητα γιατί το ελεφαντάκι έφερνε μεγάλη δυσκολία της κυκλοφορίας, όλος ο κόσμος σταματούσε να το δει.
«Μα γιατί με κοιτάζουν έτσι παράξενα;», αναρωτιόταν ο μικρός λιχούδης… «δεν έχουν ξαναδεί ποτέ τους ελέφαντα; Ούτε στα περιοδικά;»
Ευτυχώς το οδοντιατρείο βρισκόταν στο ισόγειο και δεν ήταν υποχρεωμένο να ανέβει σκάλες ή ασανσέρ.. τώρα το πως χώρεσε στην πόρτα, ας μην το λέμε καλύτερα.. Έσπρωχνε ο αστυφύλακας και άλλοι δέκα διαβάτες και στο τέλος μπήκε! Το ελεφαντάκι δεν φοβήθηκε καθόλου το γιατρό, ό γιατρός φοβήθηκε το ελεφαντάκι. Πρώτο και κύριο έσπασε ο καναπές στην αίθουσα αναμονής, δεύτερον έσπασε η καρέκλα του ιατρείου, τρίτον έσπασαν όλα τα οδοντιατρικά εργαλεία γιατί ο χαυλιόδοντας ήταν πολύ σκληρός.
Στο τέλος όλα πήγαν καλά! Το έλεφαντάκι ανέβασε με την προβοσκίδα του το γιατρό στο πονεμένο του δόντι, ο αστυφύλακας από κάτω βοηθούσε και του έδινε τα οδοντιατρικά εργαλεία όπως κάνουν στις εγχειρήσεις . Με ένα μικρό κομπρεσέρ ο καλός γιατρός αφαίρεσε το πονεμένο μέρος και του έβαλε ένα γερό σφράγισμα, για φανταστείτε, από ελεφαντοκόκαλο! Μετά του ξέπλυνε το στόμα με γαρυφαλόλαδο και του είπε με τις υγείες σου!
Όταν ήρθε η ώρα να πληρώσει το ελεφαντάκι δεν είχε χρήματα προσκάλεσε όμως το γιατρό για διακοπές στη ζούγκλα να κάνουν και σαφάρι! Ευτυχώς όλα τέλειωσαν καλά! Το ελεφαντάκι ανέβηκε στο πατίνι και γύρισε θριαμβευτικά στη ζούγκλα! Με τις υγείες σας!
Το παραμύθι μπορούμε να το ακούσουμε εδώ και με τη φωνή της Μάνιας Τεχριτζόγλου
στο CD “Τα παραμύθια της γαλάζιας γραμμής” με τη μουσική του Θάνου Μικρούτσικού!
Κεντρική εικόνα από εδώ
