Πολυτεχνείο;; Εδώ Πολυτεχνείο ή εκεί Πολυτεχνείο;;
Μα τι είναι τέλος πάντων αυτό το Πολυτεχνείο, που μας πήρανε τα αυτιά;;
Για να καταλάβουμε λοιπόν γιατί είναι σημαντικό το Πολυτεχνείο
και ειδικά για τα παιδιά, το μέλλον αυτής της χώρας,
θα ταξιδέψουμε αρκετά χρόνια πίσω, στο παρελθόν της Ελλάδας,
μέσα από το βιβλίο του Φίλιππου Μανδηλάρα
«Η πρώτη μου ιστορία για την εξέγερση του Πολυτεχνείου»,
από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος.
Για να καταλάβεις τι έγινε στο Πολυτεχνείο το 1973,
Πρέπει να πάμε από τότε πίσω χρονιά τουλάχιστον 33.
Έλα, λοιπόν να μπούμε στη χρονόμηχανή
Και η Ελλάδα στην οθόνη όπου να ‘ναι θα φανεί!
Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Γενναία πολεμούν οι Έλληνες, αλλά χάνουν
Και οι Γερμανοί στην κατοχή ότι θέλουν κάνουν.
ΕΜΦΥΛΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
Τελειώνει ο πόλεμος, φεύγουν οι Γερμανοί
Μα οι Έλληνες για ειρήνη δεν είναι ικανοί.
Τα μίση πιάνουν, σκοτώνει αδερφός τον αδερφό
Στην φυλακή τον στέλνει, σε τόπο ερημικό
Η Ελλάδα είναι ακόμα διαιρεμένη
όποιος μιλά ελεύθερα στο σπίτι του, δεν μένει.
Δολοφονίες, ταραχές ακυβερνησία,
Στη χώρα βασιλεύει η ασυνεννοησία.
Τότε, τρείς μαριονέτες, που όταν τις έβλεπες σε έπιανε ναυτία
Αποφάσισαν με μιας να καταργήσουν τη δημοκρατία.
Στρατιωτικές στολές φορέσανε καλοσιδερωμένες
Και οι φαλάκρες φρόντισαν να είναι γυαλισμένες.
Θα σώζαν έλεγαν τη χώρα απ’ το γκρεμό,
Στο δρόμο θα την έβαζαν που έλεγαν σωστό.
Και αυτό που όλοι Χούντα έλεγαν ή δικτατορία,
Επανάσταση τ’ ονόμαζαν αυτοί, του έθνους Σωτηρία.
Μοιάζαν να είναι αυστηροί, ποτέ τους δεν γελούσαν
Τα λόγια τους ήταν κενά, τη γλώσσα τυραννούσαν.
Είχαν μαζί τους το στρατό και την αστυνομία
Και ούτε να ακούσουν ήθελαν για εκλογές και ισονομία.
Αν κάποιος «όχι» έλεγε, στις διαταγές τους αντιδρούσε,
Στην εξορία ευθύς τον έστελναν, τα κύματα μετρούσε.
Έξι χρόνια είχαν πια περάσει και οι μαριονέτες είχαν καλοβολευτεί,
Το κόλπο με το φόβο είχε πιάσει, άλλος δεν άφηναν να ακουστεί.
Οι νέοι όμως, τις νύχτες υπόγεια αντιδρούσαν
Στους τοίχους γράφανε συνθήματα και στίχους τραγουδούσαν.
Να καταλάβουμε το Πολυτεχνείο!
Να μην το κουνήσουμε από εκεί μέχρι να πέσει η Χούντα!
Να καλέσουμε τους εργάτες στο πλευρό μας!
Έτσι γεμίσαν τα κτήρια του Πολυτεχνείου με φοιτητές,
Και απ’ έξω χιλιάδες κόσμος- υπάλληλοι, εργάτες, μαθητές.
Και να, ακούστηκαν απ’ τα ραδιόφωνα λόγια αληθινά
Όχι άλλα εμβατήρια, ψαλμοί και νέα περσινά
Έξω απ’ το Πολυτεχνείο ο κόσμος όλο και πυκνώνει,
Το κίνημα κατά της χούντας δυναμώνει.
Το βλέπουνε αυτό οι τρείς οι μαριονέτες,
Τον μπόγια τους καλούν και όλους τους υπηρέτες!
Αργά το απόγευμα εμφανίζεται η αστυνομία,
Αποφασισμένη είναι να σταματήσει την «ανομία».
Δακρυγόνα ρίχνουν, τον κόσμο διώχνουν.
Μα όλοι αντιστέκονται, μακριά τους σπρώχνουν.
Στήνουν οδοφράγματα για να αντισταθούν,
Στη Χούντα, στους ανθρώπους της, δεν θα παραδοθούν.
Οι δρόμοι είναι άδειοι πια, ο κόσμος τρομοκρατημένος.
Παίρνει θέση ο στρατός, ο αγώνας μοιάζει πια χαμένος,
Μπρος την πύλη του Πολυτεχνείου οι φοιτητές ακόμα τραγουδούν,
Συνθήματα φωνάζουν και τους δικτάτορες κατηγορούν.
Απέναντί τους τρία τανκς, τρείς κάννες είναι εκεί στραμμένες,
Λες οι ελπίδες τους να γκρεμιστούν, να πάνε έτσι χαμένες;
Ποιος το περίμενε ότι το τανκς θα ξεκινούσε;
Ποιος το περίμενε ότι από την πύλη θα περνούσε;
Και όμως ο οδηγός του εκτέλεσε την εντολή,
Γκρέμισε την πύλη και μπήκε στην αυλή.
Πίσω του ορμούν οι αστυνόμοι οπλισμένοι
Κανέναν δε θα αφήσουνε- είναι αποφασισμένοι.
Τρέχουν οι φοιτητές όπως όπως να σωθούν,
Σε στενά, σε εισόδους να κρυφτούν.
Πολλοί χαθήκανε τη νύχτα εκείνη στα στενά,
Πολλοί καταλήξανε σε άθλια, βρομερά κελιά.
Μα για τη Χούντα η αντίστροφη πορεία είχε αρχίσει,
Η παντοδυναμία της είχε πια ξεφτίσει.
Οχτώ μήνες μετά οι αγώνες των φοιτητών διακαιωθήκαν.
Φύγαν οι χουντικοί, αφού πρώτα αλληλοεξοντωθήκαν.
Έπειτα επέστρεψε στη χώρα η πολυπόθητη δημοκρατία
Και όλοι τώρα σαν μεθυσμένοι έμοιαζαν απ’ την ελευθερία!








