Οι Έλληνες ποιητές γράφουν για τα ποτάμια …
Η θάλασσα και τα ποτάμια
Πήγαν τα ποτάμια
παραπονεμένα
κι είπαν της θαλάσσης:
Φέρνομε σ᾿ εσένα
όλα μας τα πλούτη,
όλη τη χαρά μας,
όλη τη ζωή μας,
όλα τα νερά μας.
Και για πληρωμή μας
συ τι μας χαρίζεις;
Παίρνεις τα νερά μας
και μας τ᾿ αρμυρίζεις!
Και τους είπ᾿ εκείνη:
Πώς μπορώ ν᾿ αλλάξω;
Τα γλυκά νερά σας
πώς να τα φυλάξω;
Είμ᾿ απὸ τη φύση
αρμυρὴ πλασμένη
Κι αρμυρὸ κοντά μου
καθετί θα γένει.
Τα παράπονά σας
πόνε στα χαμένα.
Θέτε το καλὸ σας;
φεύγετ᾿ απὸ μένα.
(Γεώργιος Δροσίνης)
Τα μέσα μου ποτάμια
Μέσα μου κυλάνε δυο ποτάμια,
δυο φλέβες που χτυπάνε δυνατά.
Άραχθος και Λούρος έρχονται από ψηλά.
Ο ένας έρχεται από το Τόμαρο,
φίδι που γδέρνεται στ’ άγρια βουνά
μέχρι να βγει στο ξέφωτο.
Πλατάνια και ιτιές ,τριφύλλια ,καλαμπόκια,
και κάτω στο τελείωμα ελιές και εσπεριδοειδή,
πουρνάρια, δρυς, παλιά υδραγωγεία ,υδρόμυλοι,
νεροτριβές και χάνια.
Ο άλλος Άραχθος ορμητικός,
θεριεύει με τα δάκρυα των ανθρώπων
με τον καθημερινό τους μόχθο.
Πέτρα πάνω στην πέτρα• σε κάθε πέτρα κι ένας άγιος.
Πέτρινα γεφύρια, ξωκλήσια, εικονίσματα,
αλώνια, βρύσες, αναβαθμίδες της ξερολιθιάς.
Δρόμοι των νερών των ανθρώπων και των πολιτισμών.
Μέσα μου κυλάνε δυο ποτάμια,
δυο φλέβες που χτυπάνε δυνατά.
(Γιάννης Παππάς)
Το Ποτάμι
Όλα ανεβοκατεβαίνουν,
όλα πάνε και γυρίζουν.
Ένα μόνο δε γυρίζει:
το ποτάμι, το ποτάμι.
Όλα χάνουν τη λαλιά τους,
όλα κάποτε σωπαίνουν.
Ένα μόνο δε σωπαίνει:
το ποτάμι, το ποτάμι.
Όλα πάνε και γυρίζουν,
όλα κάποτε σωπαίνουν.
Ένα μόνο δε γυρίζει,
ένα μόνο δε σωπαίνει:
Το ποτάμι το ποτάμι.
(Ζαχαρίας Παπαντωνίου)
Το Ποτάμι
Πες μου ποτάμι που τρελά
μέσα στους κάμπους τρέχεις
και τόσες εμορφιές της γης
με τα νερά σου βρέχεις,
γιατί μας ψάλλεις θλιβερό
σκοπό με τη φωνή σου;
Ποιος άλλος ζει τέτοια ζωή
γλυκιά σαν τη δική σου;
Κι εκείνο αποκρίθηκε:
Την ευτυχία έχω
αφού η μοίρα μού ’γραψε
αιώνια να τρέχω.
Αν ροδοδάφνες γέρνουνε
με χάρη στα νερά μου,
αν λυγαριές κι αγράμπελες
ανθίζουν στα πλευρά μου,
μήπως μπορώ να τις χαρώ
και να τις αγαπήσω;
Περνώ, τις βλέπω μια στιγμή
και τις αφήνω πίσω…
Και το ποτάμι σώπασε
κι αφήνει το διαβάτη
με πικραμένη την καρδιά,
με δακρυσμένο μάτι,
γιατί μια μαύρη, μια σκληρή
ιδέα τον τρομάζει,
πως κι η δικιά του η ζωή
με το ποτάμι μοιάζει.
(Γεώργιος Δροσίνης)