- Psaroloco Kit_ Animation_Gr (Εκπαιδευτικό σενάριο που αφορά στη δημιουργία κόμικ)
- Σενάρια 4ο_3_Κόμικς
- EL_Teaching_with_Europeana_best_practices_2019_2020
Περιγράψτε το προφίλ του μαθητή που σας αποτυπώνει καλύτερα
“Ο Άγγελος Γκέτσης, μαθητής της Γ’ Λυκείου, δημιούργησε τη συσκευή PEACE (Portable Evasine Assistance) ένα είδος γυαλιών που με τη χρήση υπερήχων εντοπίζουν εμπόδια στο περιβάλλον ενός ατόμου με προβλήματα όρασης. Πρόσφατα διακρίθηκε με το Local Prize στον” από TEDx Athens διατίθεται με άδεια χρήσης CC by-nc-2.0
Ξεκινώντας με ένα παιχνίδι!
Μαζέψτε όσο περισσότερα αυγά μπορείτε:
Το οικονομικό πρόβλημα για μαθητές Γυμνασίου
Το οικονομικό Πρόβλημα της κατανάλωσης αγαθών:
Παρακολουθήστε το παρακάτω βίντεο!
Όλα τα πλάσματα έχουν ανάγκη από μια χαραμάδα φως, από μια δόση ενέργειας για να τα κρατάει στη ζωή. Η παρακάτω ιστορία δεν μοιάζει να είναι και πολύ Χριστουγεννιάτικη, θα μπορούσε όμως να γίνει εάν όλοι οι άνθρωποι έψαχναν να βρουν πώς θα μπορούσαν να γίνουν λίγο πιο ανθρώπινοι. Οι ιστορίες των Χριστουγέννων που μιλάνε για ξωτικά και μάγισσες που κουβαλάνε τη δικιά τους σκούπα θα μπορούσαν να μιλάνε και για τον Μελάκ.
Ο Μελάκ θα μπορούσε να είναι αδελφός, φίλος, γείτονας και συνάδελφος. Και εμείς να αλλάξουμε τα παραμύθια μας. Αφού διαβάσουμε μαζί την παρακάτω ιστορία, θα ήθελα να μου γράψετε σχόλια και σκέψεις που σας απασχόλησαν!
“Πεινάει, φοβάται… προς βοράν.
Διψάει, φοβάται… προς βοράν.
Κρυώνει, φοβάται… προς βοράν.
Βαδίζει, φοβάται… προς βοράν.
Τρέμει, φοβάται, τρέχει φοβάται.
Κλαίει φοβάται, φοβάται.
Μια μέρα ξύπνησα και όλα τα χρώματα είχαν χαθεί.
Ο ουρανός γκρίζος, η γη γεμάτη στάχτες.
Πουθενά πουλιά, είχαν πετάξει μακριά και τα ζώα είχαν λουφάξει.
Το βουητό τα είχε τρομάξει. Εγώ δεν βρήκα μέρος να κρυφτώ.
Άρπαξα τη Νόρα από το χέρι και τρέξαμε στους λόφους.
Έτρεμε η γη, έτρεμε ο αέρας, έτρεμε ο κόσμος.
Φωτιές παντού, φωτιές. Τα σπίτια έπεφταν, τρύπες άνοιγαν εδώ και εκεί.
Πέτρες πετάγονταν ψηλά και μετά πετάγονταν στο χώμα.
Ο δάσκαλος έτρεχε, η θεία της Ισράκ ξαπλωμένη στο δρόμο. Έσερνα την αδελφή μου,
Μαμά πού είσαι; Μπαμπά πού είσαι; Έσερνα τη Νουρ. Η Νούρ μου έσφιγγε τα δάχτυλα και έκλαιγε.
Τρέχει, φοβάται, κρύβεται. Φοβάται, κλείνει τα αυτιά του. Φοβάται, σφίγγει την αδελφή του.
Φοβάται, κοιτάζει τα άγνωστα πρόσωπα. Δεν κλαίει, φοβάται.
Φτάσαμε στα βουνά, κρυώνω. Κρυφτήκαμε στο δάσος. Κρυώνω. Και άλλοι άνθρωποι και άλλα παιδιά.
Κρυώνω, πεινάω. Μας έδωσαν να φάμε πίτα. Κρυώνω. Μας έδωσαν μια πετσέτα. Σκεπαστήκαμε. Κοιμηθήκαμε.
Βλέπει τη θάλασσα. Είναι χαρούμενος. Βλέπει τις βάρκες. Φοβάται. Δεν κλαίει περιμένει, φοβάται. Ανάψανε φωτιά, εμείς περιμένουμε η Νούρ κοιμάται. Μας ξύπνησαν γιατί ήρθε η σειρά μας. Βάζουν τη Νούρ στη βάρκα. Κλαίει, μαμά πού είσαι; Οι βαρκάρηδες φωνάζουν. Τι λένε οι βαρκάρηδες; Τι λένε; Δεν καταλαβαίνω, φοβάται. Οι άνθρωποι πετάνε κάτω τα πράγματά τους. Εμείς δεν έχουμε πράγματα. ‘Εχουμε μόνο την πετσέτα. Σπρώχνουν τη βάρκα, ταξιδεύει. Φοβάται. Περιμένει. Φοβάται. Κρυώνει. Φοβάται. Ένα φως πέφτει πάνω τους. Φωνάζουν. Φοβάται. Όλοι στη βάρκα φωνάζουν. Φοβάται. Οι ψαράδες τους παίρνουν αγκαλιά. Ανεβήκαμε σε ένα φορτηγό και μας σκέπασαν με κουβέρτες. Φτάσαμε στα σπίτια. Μας έδωσαν παντελόνια και παπούτσια, και φαγητό και κρεβάτια και παιχνίδια. Και κάναμε μπάνιο με ζεστό νερό. Και μια γυναίκα μας μίλησε, καταλάβαμε τί έλεγε. Μίλαγε σαν εμάς. Και η Νούρ γέλασε και όλοι γέλασαν. Εγώ έκλαιγα. Και το βράδυ μάζεψε η γυναίκα εμάς τα παιδιά και μας είπε ένα παραμύθι. «Μια φορά και έναν καιρό ζούσε ένας χωρικός με το γιό του, γυναίκα δεν είχε, είχε όμως ένα όνειρο, να αγοράσει άλογο. Πήγε λοιπόν στο παζάρι να αγοράσει μια όμορφη φοράδα. Την άλλη μέρα πρωί, πρωί η φοράδα το έσκασε. Όλο το χωριό τον λυπήθηκε τον χωρικό. Εκείνος όμως δεν το ‘βαλε κάτω. Η τύχη και η ατυχία δεν κρατάνε για πάντα, έλεγε.
Οι μέρες περνούσαν και ο χωρικός με το γιό του δούλευαν, δούλευαν, σταματημό δεν είχαν. Και ένα απόγευμα, να σου μπροστά τους η φοράδα παρέα με ένα άγριο άλογο. «Πο πο τύχη άνθρωπέ μου», είπαν οι συγχωριανοί. Η τύχη και η ατυχία δεν κρατάνε για πάντα. Την επόμενη μέρα ο γιός καβάλησε το άγριο άλογο, αλλά εκείνο τον πέταξε κάτω και του έσπασε το πόδι. «Αχ, τι μεγάλη συμφορά», είπαν οι συγχωριανοί. Συμφορές, ατυχίες, χαρές, όλα μέσα στη ζωή είναι.
Μια βδομάδα αργότερα μήνυμα έφτασε για πόλεμο σε μια χώρα μακρινή. Όλα τα παλικάρια του χωριού ντύθηκαν στρατιώτες. Έκλαιγαν μάνες, έκλαιγαν γυναίκες και αρραβωνιαστικιές, έκλαιγαν πατεράδες και αδελφές. Μόνο ο χωρικός δεν έκλαιγε γιατί ο γιός του δεν θα πήγαινε στον πόλεμο. Είχε βλέπετε σπασμένο πόδι. «Ευλογημένο να είναι το άλογο που σε πέταξε κάτω γιέ μου». «Συμφορά πιο μεγάλη απ τον πόλεμο δεν υπάρχει». «Συμφορές, ατυχίες, χαρές πάνε και έρχονται στη ζωή, μην το ξεχνάς ποτέ αυτό». «Απ το κακό βγαίνει καλό, μην το ξεχνάς και πάντα να ελπίζεις».
Πάει σχολείο, δεν φοβάται, περιμένει, δεν φοβάται, παίζει, δεν φοβάται, ζωγραφίζει, δεν φοβάται, βλέπει όνειρα, και τότε λίγο …φοβάται”.
Συγγραφέας: Πιπίνη Αργυρώ.
Καλωσήρθατε στο Blogs.sch.gr. Αυτό είναι το πρώτο σας άρθρο. Αλλάξτε το ή διαγράψτε το και αρχίστε το “Ιστολογείν”!

Πρόσφατα σχόλια