
“Το θεατρικό αυτό δρώμενο στηρίζεται σε αληθινή μαρτυρία της Σοφίας Κυριακίδου, γιαγιάς των μαθητών μας, Αντωνίας Βέλκου και Πετλάκη Αθανασίου. Δραματοποιήθηκε από τους μαθητές που συμμετείχαν στην παράσταση, υπό την καθοδήγηση της θεατρολόγου και ηθοποιού Ειρήνης Αμανατίδου”
Θεατρικό
- Σκηνή 1
Το έργο μας ξεκινάει με ένα πανηγύρι στο χωριό Άργος. Στη σκηνή σε μια καρέκλα με σκυφτό το κεφάλι μια γιαγιά. Από τις δύο πλευρές της σκηνής μπαίνουνε δυο φίλοι, ένας Έλληνας και ένας Τούρκος. Ο Γιάννης φωνάζει:
(Γιάννης)- Ε φίλε μου Θανάση! Μέρχαμπά! Γκέλ μπουρντά!
(Θανάσης)- Οοοοο!
Οι φίλοι πλησιάζουν και αγκαλιάζονται. Μένουν για λίγο αγκαλιασμένοι.
(Γιάννης)- Νάσιλ Σιν;
(Θανάσης)-Καλά είμαι! Εσύ φίλε μου;
(Γιάννης)- Πώς πήγε η σοδειά σου φέτος;
(Θανάσης)-Πολύ καλά!
(Γιάννης)-Ξέρεις, αν χρειαστείς βοήθεια στο όργωμα και εγώ και η φαμελιά μου, είμαστε εδώ!
(Θανάσης)-Το ξέρω φίλε μου, το ξέρω!Χρόνια τώρα αδελφικοί δεσμοί ενώνουν τις οικογένειες μας!
(Γιάννης)-Σερεφέ αδερφέ μου!
(Θανάσης)-Στην υγειά σου και σένα! Χρόνια πολλά!
μπαίνουν οι χωριανοί Έλληνες και Τούρκοι. Χορεύουνε και τραγουδάνε. Από τη μια μεριά με σειρά Δημήτρης Κ. , Δημήτρης Χ. Γιάννης Μ. Μαρία, Βασιλική, Αλεξάνδρα. Από την άλλη Μαριέλα, Φένια κρατώντας ένα μωρό αγκαλιά. Από την άλλη μεριά μπαίνουν Μπλεόνα , Ανθή
(Δημήτρης Κ.)-Μαρία γκελ μπουραγιά! Έλα να χορέψουμε!
Η Μπλεόνα και η Ανθή μπαίνουν στον χορό .Η μουσική σταματά. Το πανηγύρι παγώνει. Όλοι μένουν ακίνητοι σε μια δυναμική εικόνα.Ένας αφηγητής βγαίνει μπροστά.
Αφηγητής 1(Φένια)
Η γιαγιά μου λεγόταν Σοφία. Από αυτήν πήρα το όνομά μου. Καταγόταν από τον Πόντο. Το χωριό που ζούσαν λεγόταν Άργος. Ο πληθυσμός ήταν ανάμεικτος, Τούρκοι και Πόντιοι μαζί. Μιλούσαν και ποντιακά και τούρκικα.
(σκύβει το κεφάλι)
Αφηγητής 2(Μαριέλα)
Ζούσαν ειρηνικά και αγαπημένα. Όλοι μαζί έκαναν γιορτές, πανηγύρια, γάμους, βαφτίσεις.
(σκύβει το κεφάλι)
- Σκηνή 2
Αφηγητής 3(Ανθή)
Ξαφνικά με τον πόλεμο όλα άλλαξαν. Άρχισαν οι Τούρκοι να σκοτώνουν. Δεν υπολόγιζαν ούτε γείτονα, ούτε συγχωριανό, ούτε φίλο.
(σκύβει το κεφάλι). Οι συχωριανοί αρχίζουν να φωνάζουν και τρέχουν να κρυφτούν.
Πόλεμος! Βοήθεια! Οι Τούρκοι! Τρέξε Μαρία!
Βλέπουμε τους δύο φίλους που ακόμα είναι παγωμένοι στο πανήγυρι να σφάζονται.
(Θανάσης)-Τι πας να κάνεις; Μη!Αδέρφια δεν είμαστε;
(Γιάννης)-Όχι πια!
Τους βλέπουμε μαζεμένους και κουλουριασμένους να κρύβονται σε δύο μεριές της σκηνής. Στη μια μεριά κρύβονται ένα αγόρι και τρία κορίτσια(Δημήτρης Χ., Μπλεόνα, Μαριέλα).
- Σκηνή 3
Αφηγητής 1(Φένια)
Η γιαγιά ήταν τέσσερα αδέρφια, δύο αγόρια μεγαλύτερα και δύο κορίτσια. Ήταν 5 χρονών και η αδερφούλα της, η Βασιλική, ενός έτους. Ο πατέρας τους έστειλε τα αγόρια στο βουνό μαζί με άλλους συγχωριανούς τους. Κρύβονταν εκεί.
(σκύβει το κεφάλι)
(Μπλεόνα)-Μου λείπουν τα παιδιά μου!
(Δημήτρης Χ.)-Μαρία το ξέρεις καλά! Το βουνό ήταν η μόνη λύση! Έμαθες τι έγινε σήμερα;
(Μπλεόνα)-Κι άλλος σκοτωμός;
(Δημήτρης Χ.)- Ο Μπεχτσέτ σκότωσε το Θανάση!
(Μπλεόνα)-Ιιιιιιι…
(Δημήτρης Χ.)- Φίλοι αδελφικοί: Καταλαβαίνεις; Έχουν αγριέψει οι Τούρκοι δεν υπολογίζουν τίποτε…
(Μπλεόνα)-Παναγιά μου φύλαξε μας!
Η εικόνα παγώνει
Αφηγητής 1(Φένια)
Ήρθαν ένα βράδυ οι Τούρκοι, χτυπούσαν δυνατά την πόρτα. Την άνοιξε ο πατέρας της.
(σκύβει το κεφάλι)
(κάνουν όλοι εκκωφαντικούς θορύβους χτυπώντας στο πάτωμα τα πόδια και λένε κάποιες Τούρκικες λέξεις: Καπουγού ατς).
Το αγόρι(Δημήτρης Χ.) που κρύβεται με τα τρία κορίτσια σηκώνεται όρθιο. Μαζί του και η Μπλεόνα(μητέρα). Το άλλο κορίτσι(Μαριέλα) εξακολουθεί να είναι σκυμμένο. Οι Τούρκοι (Γιάννης, Δημήτρης)πλησιάζουν το όρθιο αγόρι. Τα άλλα παιδιά παραμένουν σκυμμένα.
(Δημήτρης Κ.)-Πού είναι τα αγόρια παλιορωμιοί;
(Δημήτρης Χ.)-Δεν είναι εδώ…
(Μπλεόνα)-Μην μας πειράξετε.
(Γιάννης)-Πού είναι;
(Δημήτρης)-Δε θα μείνει ούτε σπόρος από σας.
Σκοτώνουν το αγόρι και μαχαιρώνουν το ένα κορίτσι που κρύβεται εκεί. Το άλλο κορίτσι αρχίζει να κλαίει χαμηλόφωνα.
Αφηγητής 1(Φένια)
Επειδή δεν τους βρήκαν σκότωσαν στην πόρτα τον πατέρα της, μπήκαν μέσα στο σπίτι, μαχαίρωσαν τη μαμά της και έφυγαν.
(σκύβει το κεφάλι). Το κορίτσι που κλαίει(Μαριέλα) πλησιάζει τη μαμά του.
Μαμά(Μπλεόνα)
Πάρε γρήγορα το μωρό και πήγαινε δίπλα στην θεία σου. Η μανούλα θα γίνει καλά και θα έρθει να σας βρει.
Βγάζει το σταυρό της, της το φοράει, την φιλάει και πεθαίνει. Το κοριτσάκι παίρνει από το χέρι τη μικρή της αδερφή, χαϊδεύει το κεφάλι του πατέρα της και φεύγουν. Πηγαίνει στη θεία που υποδέχεται τα παιδιά!
Αφηγητής 1(Φένια)
Η γιαγιά πάντα έκλαιγε όταν αφηγούνταν αυτή τη σκηνή….
(σκύβει το κεφάλι)
- Σκηνή 4
Βλέπουμε τη γιαγιά να κάθεται σε μια καρέκλα και να συγκινείται και να αφηγείται.
Γιαγιά(Λίνα)
Τα μεγάλα πράσινα μάτια της μητέρας μου τα βλέπω ακόμα ανοιχτά καθώς ξεψυχάει. Πήρα αγκαλιά την αδερφούλα μου και έτρεξα στο σπίτι της θείας. Μόλις μας είδε στην πόρτα κατάλαβε. Γυρίσαμε στο σπίτι, πήραμε τους γονείς μου και τους θάψαμε χαράματα στα μνήματα. Μετά, ετοιμαστήκαμε να φύγουμε από το χωριό. Βράδυ, με όσα μπορούσαμε να κουβαλήσουμε, ξεκινήσαμε μαζί με άλλους συγχωριανούς.
Ξεκινά η πορεία
Τρεις μέρες περπατούσαμε. Στη διαδρομή βλέπαμε συνέχεια σκοτωμένους, τα ποτάμια ήταν κόκκινα από το αίμα των νεκρών.
Ρεσιτάλ Καζάντζα- Φένιας
Όσο μπορούσα έκλεινα τα μάτια της Βασιλικής, να μην βλέπει τους νεκρούς, μικρό κοριτσάκι ήταν. Πολλοί στον δρόμο έπεφταν από την πείνα, μάνες έπνιγαν τα μωρά τους, για να μη μας προδώσουν με το κλάμα. Πώς καταφέραμε να κατεβούμε στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας για να επιβιβαστούμε στα πλοία δεν ξέρω! Ο θεός μας έδωσε δύναμη για να έρθουμε στην Ελλάδα.
(μόλις η τελειώσει η γιαγιά μένει ακίνητη και τα παιδιά από πίσω της σταματάνε το αργό περπάτημα και ξεκινούν την αφήγηση)
Αφηγητής 3(Θανάσης)
Η γιαγιά Σοφία παρόλο που ήρθε 5 χρονών στην Ελλάδα θυμόταν τα πάντα. Μέχρι και τον θάνατό της έκλαιγε και μοιρολογούσε για την πατρίδα, τους γονείς της, τη ζωή εκεί.
Μιλούσε την Ποντιακή και την Τούρκικη γλώσσα στα εγγόνια της.
Αφηγητής 4(Δημήτρης Κ.)
Πάντοτε της έλεγα να μην μιλά τούρκικα, γιατί θύμωνα με αυτά που τους έκαναν.
Γιαγιά(Λίνα)
Ανταμλαρέν μπιρ σουτσού γιοκ! Δεν φταίνε οι άνθρωποι. Δεν φταίνε οι συγχωριανοί μου. Δεν φταίνε οι φίλοι μου. Ούτε ο Χασάν, ούτε ο Αλί, ούτε η Μελέκ. Ο πόλεμος φταίει. Αυτός αλλάζει τους ανθρώπους.
Αφηγητής 5(Δημήτρης Χ.)
Όταν έφτασαν στην Ελλάδα δεν τους ήθελαν, πέρασαν δύσκολα αλλά τα κατάφεραν. Μέχρι να έρθουν στο Μάνδαλο ζούσαν σε διάφορα μέρη.
Αυτήν και την μικρότερη αδερφή της, που κουβαλούσε στον δρόμο και δεν την άφηνε στιγμή, τις μεγάλωσε η δική τους γιαγιά. Μετά από χρόνια αντάμωσε και με τα αδέρφια της τα αγόρια που ήρθαν και αυτά στο χωριό.
Αφηγητής 1(Ανθή)
Η γιαγιά Σοφία μεγάλωσε, παντρεύτηκε τον Θεόφιλο και έκαναν 9 παιδιά. Ένα από αυτά ήταν ο μπαμπάς μου ο Γιώργος. Εφτά αγόρια και δύο κορίτσια. Εγγόνια; 22.
Όταν μαζευόντουσαν όλοι μαζί, γίνονταν πανηγύρι.
Εδώ ξεπαγώνουν. Τα παιδιά τρέχουν προς τη γιαγιά, φιλιούνται, αγκαλιάζονται . Η γιαγιά Σοφία μένει και λέει:
Γιαγιά(Λίνα)
– Ο πόλεμος φταίει. Αυτός αλλάζει τους ανθρώπους.
Τέλος
Υπεύθυνη καθηγήτρια: Παναγιωτίδου Αντιγόνη ΠΕ02

Υπεύθυνη καθηγήτρια: Τσιτλακίδου Αλεξάνδρα ΠΕ06
