Bιβλιοθήκη 2ου Γυμνασίου Κοζάνης

Το ιστολόγιο της Σχολικής Βιβλιοθήκης

Αρχεία για Δεκέμβριος, 2007


>Καλά Χριστούγεννα σ’ όλους

>Έφτασαν επιτέλους τα Χριστούγεννα! Την τελευταία μέρα πριν κλείσουν τα σχολεία οργανώσαμε μια μικρή γιορτή και η χορωδία μας τραγούδησε παραδοσιακά κάλαντα και σύγχρονα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ευχόμαστε ΄σ’ όλους τους μαθητές μας και στις οικογένειές τους “Χρόνια Πολλά”, “Ευτυχισμένα Χριστούγεννα” και ο καινούριος Χρόνος να φέρει υγεία και χαρά σ’ όλο τον κόσμο.

Καλά Χριστούγεννα σ’ όλους

Έφτασαν επιτέλους τα Χριστούγεννα! Την τελευταία μέρα πριν κλείσουν τα σχολεία οργανώσαμε μια μικρή γιορτή και η χορωδία μας τραγούδησε παραδοσιακά κάλαντα και σύγχρονα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ευχόμαστε ΄σ’ όλους τους μαθητές μας και στις οικογένειές τους “Χρόνια Πολλά”, “Ευτυχισμένα Χριστούγεννα” και ο καινούριος Χρόνος να φέρει υγεία και χαρά σ’ όλο τον κόσμο.

>Η μάνα του Μαχμούντ Νταρουίς

>Η Μάνα του Μαχμούντ Νταρουίς
Γνωριμία με τον μεγαλύτερο ποιητή της Παλαιστίνης, μέσα από μία πρόχειρη μετάφραση του πιο γνωστού του ποιήματος ΜΑΝΑ.
Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμά της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις
Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω Θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου
Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω Στην άδεια σου αγκαλιά.

Η μάνα του Μαχμούντ Νταρουίς

Η Μάνα του Μαχμούντ Νταρουίς
Γνωριμία με τον μεγαλύτερο ποιητή της Παλαιστίνης, μέσα από μία πρόχειρη μετάφραση του πιο γνωστού του ποιήματος ΜΑΝΑ.
Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμά της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις
Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω Θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου
Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω Στην άδεια σου αγκαλιά.

>Ο επίκαιρος λόγος του Αλμπέρ Καμί

> Στις 10 Δεκεμβρίου 1957, ο Αλμπέρ Καμί τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ο λόγος του κατά την τελετή απονομής του βραβείου είχε ως θέμα την αποστολή του διανοούμενου, θέμα που εξακολουθεί να απασχολεί και σήμερα. Οι εκδόσεις «Φολιό-Γκαλιμάρ» με επανέκδοσή τους κυκλοφόρησαν έναν τόμο με το σύνολο των λόγων που εκφωνήθηκαν στην Ακαδημία της Σουηδίας το 1957.
Ο προβληματισμός του Καμί για το ρόλο του διανοουμένου σε μια ακόμη δύσκολη εποχή, παρά το τέλος των πολέμων, παραμένει έως σήμερα επίκαιρος, όπως φαίνεται και από το απόσπασμα :

«Ο ρόλος του συγγραφέα δεν διαχωρίζεται από τα δύσκολα καθήκοντα. Εξ ορισμού δεν μπορεί σήμερα να τεθεί στην υπηρεσία εκείνων που δημιουργούν την ιστορία, αλλά μόνο στην υπηρεσία εκείνων που την υφίστανται. Διαφορετικά, βρίσκεται μόνος και χωρίς την τέχνη του. Ούτε όλοι οι στρατοί των τυραννικών καθεστώτων δεν μπορούν να τον βγάλουν από τη μοναξιά του, ακόμη κι αν, και κυρίως αν, συμφωνήσει να τους ακολουθήσει. Ομως η σιωπή ενός αγνώστου φυλακισμένου, αφημένου στις ταπεινώσεις, στην άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί για να επαναφέρει τον συγγραφέα από την εξορία, κάθε φορά τουλάχιστον που καταφέρνει, μέσα από τα προνόμια της ελευθερίας του, να μη λησμονεί αυτή τη σιωπή και να τη συγκρατεί μέσα από την τέχνη του.Κανείς από εμάς δεν είναι αρκετά σημαντικός για κάτι τέτοιο. Αλλά σε κάθε περίσταση της ζωής του, σκοτεινής ή πρόσκαιρα λαμπερής, δεμένος χειροπόδαρα από την τυραννία ή ελεύθερος για κάποιο χρόνο να εκφραστεί, ο συγγραφέας μπορεί να ξαναβρεί την αίσθηση μιας ζωντανής κοινότητας η οποία θα τον δικαιώσει, με μόνη προϋπόθεση να αποδεχτεί , όσο μπορεί, τα δύο φορτία που διαμορφώνουν το μεγαλείο του επαγγέλματός του : την υπηρεσία της αλήθειας και της ελευθερίας. Αφού η φιλοδοξία του είναι να συνενώσει τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, δεν μπορεί να βολευτεί με το ψεύδος και την υποταγή, τα οποία, όπου βασιλεύουν, αυξάνουν τη μοναξιά. Οποιες κι αν είναι οι προσωπικές μας αδυναμίες, η ευγένεια του επαγγέλματός μας, θα ριζώνει πάντα σε δύο σκοπούς δύσκολους να υπηρετήσεις: την άρνηση να ψεύδεσαι για όσα γνωρίζεις και την αντίσταση στον καταναγκασμό. (…)Κάθε γενιά, αναμφίβολα, πιστεύει ότι θα αλλάξει τον κόσμο. Η δική μου γνωρίζει όμως ότι δεν πρόκειται να το κάνει. Ωστόσο, ο ρόλος της είναι ίσως μεγαλύτερος. Πρέπει να εμποδίσει τον κόσμο να φθαρεί. Κληρονόμος μιας διεφθαρμένης ιστορίας όπου εμπλέκονται αποτυχημένες επαναστάσεις, τεχνικές που ξεστράτισαν, πεθαμένοι θεοί και παρωχημένες ιδεολογίες, όπου μέτρια καθεστώτα μπορούν σήμερα να καταστρέψουν τα πάντα, χωρίς να γνωρίζουν πώς να πείσουν, όπου το πνεύμα ταπεινώθηκε μέχρι που έγινε η υπηρέτρια του μίσους και του καταναγκασμού, αυτή η γενιά όφειλε, στην ίδια και γύρω της, να επανορθώσει, ξεκινώντας από τις δικές της αρνήσεις , κάτι από αυτό που κάνει να ζεις και να πεθαίνεις αξιοπρεπώς».

Εφημ. Ελευθεροτυπία

Ο επίκαιρος λόγος του Αλμπέρ Καμί

Στις 10 Δεκεμβρίου 1957, ο Αλμπέρ Καμί τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ο λόγος του κατά την τελετή απονομής του βραβείου είχε ως θέμα την αποστολή του διανοούμενου, θέμα που εξακολουθεί να απασχολεί και σήμερα. Οι εκδόσεις «Φολιό-Γκαλιμάρ» με επανέκδοσή τους κυκλοφόρησαν έναν τόμο με το σύνολο των λόγων που εκφωνήθηκαν στην Ακαδημία της Σουηδίας το 1957.
Ο προβληματισμός του Καμί για το ρόλο του διανοουμένου σε μια ακόμη δύσκολη εποχή, παρά το τέλος των πολέμων, παραμένει έως σήμερα επίκαιρος, όπως φαίνεται και από το απόσπασμα :

«Ο ρόλος του συγγραφέα δεν διαχωρίζεται από τα δύσκολα καθήκοντα. Εξ ορισμού δεν μπορεί σήμερα να τεθεί στην υπηρεσία εκείνων που δημιουργούν την ιστορία, αλλά μόνο στην υπηρεσία εκείνων που την υφίστανται. Διαφορετικά, βρίσκεται μόνος και χωρίς την τέχνη του. Ούτε όλοι οι στρατοί των τυραννικών καθεστώτων δεν μπορούν να τον βγάλουν από τη μοναξιά του, ακόμη κι αν, και κυρίως αν, συμφωνήσει να τους ακολουθήσει. Ομως η σιωπή ενός αγνώστου φυλακισμένου, αφημένου στις ταπεινώσεις, στην άλλη άκρη του κόσμου, αρκεί για να επαναφέρει τον συγγραφέα από την εξορία, κάθε φορά τουλάχιστον που καταφέρνει, μέσα από τα προνόμια της ελευθερίας του, να μη λησμονεί αυτή τη σιωπή και να τη συγκρατεί μέσα από την τέχνη του.Κανείς από εμάς δεν είναι αρκετά σημαντικός για κάτι τέτοιο. Αλλά σε κάθε περίσταση της ζωής του, σκοτεινής ή πρόσκαιρα λαμπερής, δεμένος χειροπόδαρα από την τυραννία ή ελεύθερος για κάποιο χρόνο να εκφραστεί, ο συγγραφέας μπορεί να ξαναβρεί την αίσθηση μιας ζωντανής κοινότητας η οποία θα τον δικαιώσει, με μόνη προϋπόθεση να αποδεχτεί , όσο μπορεί, τα δύο φορτία που διαμορφώνουν το μεγαλείο του επαγγέλματός του : την υπηρεσία της αλήθειας και της ελευθερίας. Αφού η φιλοδοξία του είναι να συνενώσει τον μεγαλύτερο δυνατό αριθμό ανθρώπων, δεν μπορεί να βολευτεί με το ψεύδος και την υποταγή, τα οποία, όπου βασιλεύουν, αυξάνουν τη μοναξιά. Οποιες κι αν είναι οι προσωπικές μας αδυναμίες, η ευγένεια του επαγγέλματός μας, θα ριζώνει πάντα σε δύο σκοπούς δύσκολους να υπηρετήσεις: την άρνηση να ψεύδεσαι για όσα γνωρίζεις και την αντίσταση στον καταναγκασμό. (…)Κάθε γενιά, αναμφίβολα, πιστεύει ότι θα αλλάξει τον κόσμο. Η δική μου γνωρίζει όμως ότι δεν πρόκειται να το κάνει. Ωστόσο, ο ρόλος της είναι ίσως μεγαλύτερος. Πρέπει να εμποδίσει τον κόσμο να φθαρεί. Κληρονόμος μιας διεφθαρμένης ιστορίας όπου εμπλέκονται αποτυχημένες επαναστάσεις, τεχνικές που ξεστράτισαν, πεθαμένοι θεοί και παρωχημένες ιδεολογίες, όπου μέτρια καθεστώτα μπορούν σήμερα να καταστρέψουν τα πάντα, χωρίς να γνωρίζουν πώς να πείσουν, όπου το πνεύμα ταπεινώθηκε μέχρι που έγινε η υπηρέτρια του μίσους και του καταναγκασμού, αυτή η γενιά όφειλε, στην ίδια και γύρω της, να επανορθώσει, ξεκινώντας από τις δικές της αρνήσεις , κάτι από αυτό που κάνει να ζεις και να πεθαίνεις αξιοπρεπώς».

Εφημ. Ελευθεροτυπία

>Έκθεση αφιερωμένη στον Γ. Θεοτοκά

>

Αυτή την εβδομάδα (10-16/12/2007) στο σχολείο μας η Σχολική Βιβλιοθήκη οργανώνει σε συνεργασία με το Ε.ΚΕ.ΒΙ. έκθεση – αφιέρωμα στον Γ. Θεοτοκά.
Ανθρωπος εξαιρετικά καλλιεργημένος, με πολύπλευρο συγγραφικό έργο. με πλουσιότατη κοινωνική δράση, με ποι­κίλα και ευρύτατα ενδιαφέροντα, με ένα όνομα από τα πιο σημαντικά στην ελληνική λογοτεχνία και στην ελληνική δημόσια ζωή. Εξέπληττε και γοήτευε με τη μεγάλη του απλότητα – μιαν – απλότητα που όπως γρήγορα καταλά­βαινες, δεν ήταν διόλου αφέλεια ή άπλοϊκότητα, αλλά πνευμα­τική κατάκτηση, καρπός εσωτερικής πειθαρχίας και άσκη­σης, μια πειστική απόδειξη γνησιότητας. Tα κείμενα του Θεοτοκά είχαν πάντα μορφή, γιατί είχαν πάντα ένα κέντρο, έναν άξονα. Και ο άξονας αυτός δεν ήταν άλλος από εκείνο που ο ίδιος αγαπούσε να ονομάζει χ ρ έ ο ς. Ο Θεοτοκάς ήταν άνθρωπος «μορφωμένος», γιατί πίστευε στο χρέος, γιατί ήταν ο ά ν θ ρ ω π ο ς τ ο υ χ ρ έ ο υ ς. Αλλά . . .προτιμότερο να αφήσουμε να μας μιλήσει ο ίδιος ο Θεοτοκάς.
«Από τα πρώτα μου νιάτα με κυριεύει συχνά αυτή η έμμονη ιδέα πώς, αν κλονίζεται ό τόπος μου, αν κινδυνεύει όλος αυτός ο κόσμος ο πνευματικός, ηθικός, συναισθηματικός, γλωσσικός, που λέγεται Ελληνισμός, εγώ είμαι υπεύθυνος που δεν αγωνίζομαι να τον σώσω. Πασχίζω τότε να κάμω κάτι. Ολη μου τη ζωή, νομίζω, θα προσπαθώ. Φυσικά, δέν γελιούμαι για τη σημασία που μπορούνε να έχουν οι προσπάθειες μου. Ξέρω καλά τα οριά τους. Μα συλλογίζομαι πώς η αδιάκοπη παρουσία κάμποσων ανθρώπων που έχουν τούτη τη λόξα της ευθύνης για τόν τόπο, τη γλώσσα, τους νέους, ανθρώπων που δεν διαλαλούν τη διάθεση τους σαν πατριδοκάπηλοι, μα δουλεύουν μοναχικά και επίμονα, στερεώνοντας ολοένα ορισμένα κοτρώνια, ορισμένους ακρογωνιαίους λίθους της ελληνικής διάρκειας, η ύπαρξη αυτής της αθόρυβης Φιλικής Εταιρείας είναι ίσως η καλύτερη εγγύηση για κάποια μελλούμενα…»«Ασθενείς και Οδοιπόροι»

Έκθεση αφιερωμένη στον Γ. Θεοτοκά

Αυτή την εβδομάδα (10-16/12/2007) στο σχολείο μας η Σχολική Βιβλιοθήκη οργανώνει σε συνεργασία με το Ε.ΚΕ.ΒΙ. έκθεση – αφιέρωμα στον Γ. Θεοτοκά.
Ανθρωπος εξαιρετικά καλλιεργημένος, με πολύπλευρο συγγραφικό έργο. με πλουσιότατη κοινωνική δράση, με ποι­κίλα και ευρύτατα ενδιαφέροντα, με ένα όνομα από τα πιο σημαντικά στην ελληνική λογοτεχνία και στην ελληνική δημόσια ζωή. Εξέπληττε και γοήτευε με τη μεγάλη του απλότητα – μιαν – απλότητα που όπως γρήγορα καταλά­βαινες, δεν ήταν διόλου αφέλεια ή άπλοϊκότητα, αλλά πνευμα­τική κατάκτηση, καρπός εσωτερικής πειθαρχίας και άσκη­σης, μια πειστική απόδειξη γνησιότητας. Tα κείμενα του Θεοτοκά είχαν πάντα μορφή, γιατί είχαν πάντα ένα κέντρο, έναν άξονα. Και ο άξονας αυτός δεν ήταν άλλος από εκείνο που ο ίδιος αγαπούσε να ονομάζει χ ρ έ ο ς. Ο Θεοτοκάς ήταν άνθρωπος «μορφωμένος», γιατί πίστευε στο χρέος, γιατί ήταν ο ά ν θ ρ ω π ο ς τ ο υ χ ρ έ ο υ ς. Αλλά . . .προτιμότερο να αφήσουμε να μας μιλήσει ο ίδιος ο Θεοτοκάς.
«Από τα πρώτα μου νιάτα με κυριεύει συχνά αυτή η έμμονη ιδέα πώς, αν κλονίζεται ό τόπος μου, αν κινδυνεύει όλος αυτός ο κόσμος ο πνευματικός, ηθικός, συναισθηματικός, γλωσσικός, που λέγεται Ελληνισμός, εγώ είμαι υπεύθυνος που δεν αγωνίζομαι να τον σώσω. Πασχίζω τότε να κάμω κάτι. Ολη μου τη ζωή, νομίζω, θα προσπαθώ. Φυσικά, δέν γελιούμαι για τη σημασία που μπορούνε να έχουν οι προσπάθειες μου. Ξέρω καλά τα οριά τους. Μα συλλογίζομαι πώς η αδιάκοπη παρουσία κάμποσων ανθρώπων που έχουν τούτη τη λόξα της ευθύνης για τόν τόπο, τη γλώσσα, τους νέους, ανθρώπων που δεν διαλαλούν τη διάθεση τους σαν πατριδοκάπηλοι, μα δουλεύουν μοναχικά και επίμονα, στερεώνοντας ολοένα ορισμένα κοτρώνια, ορισμένους ακρογωνιαίους λίθους της ελληνικής διάρκειας, η ύπαρξη αυτής της αθόρυβης Φιλικής Εταιρείας είναι ίσως η καλύτερη εγγύηση για κάποια μελλούμενα…»«Ασθενείς και Οδοιπόροι»

>Ένας "νέος" ποιητής

>Ο Τάσος Ηλιάδης είναι γεννημένος το 1940, απόφοιτος Δημοτικού Σχολείου και ελειοχρωματιστής στο επάγγελμα. Ερασιτεχνικά ασχολείται με τη ζωγραφική, εδώ και πολλά χρόνια, δημιουργώντας δικές του συνθέσεις. Σύντομα εκδίδεται μία ποιητική του συλλογή με τον τίτλο “ΑΙΘΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ”. Σας επισυνάπτω απόσπασμα από τον πρόλογο του Καθηγητή Μιχάλη Μερακλή, στον οποίο εμπεριέχεται και ένα μικρό δείγμα της ποίησης του Τάσου Ηλιάδη:
Διάβασα τα ποιήματα του κυρίου Τάσου Ηλιάδη και βρήκα σε αυτά μιαν ευαισθησία ανόθευτη από υπέρμετρες –πέρα από τους οπωσδήποτε επιτρεπτούς στην ποίηση «τροπισμούς»– επιτηδεύσεις και εκζητήσεις στο λόγο, με τις οποίες, και γνωστοί και καλοί ποιητές, είθισται πλέον να συσκοτίζουν, χωρίς ουσιαστικήν αιτίαν τους στίχους τους, (είναι τάχα, προκειμένου για την ποίηση, ουσιαστική αιτία η μόδα;), προκαλώντας μάλιστα, και στους ίδιους τους φίλους και αναγνώστες της ποίησης, μεγαλύτερην ή μικρότερην απώθηση.
Ο ποιητής μάς καλεί σ’ ένα ποίημα «να σηκώσουμε/ τις σκόρπιες διαφημίσεις/ από τις κόρες των ματιών μας». Και δεν πρόκειται, φαντάζομαι, μόνο για τις διαφημίσεις του εμπορίου: όλοι κάτι διαφημίζουν – οι πολιτικοί πρώτοι πρώτοι. Και με την αναπόσπαστη πάντα συνθήκη των χονδροειδών υπερβολών, που κατατείνουν στο ψεύδος. Το να αποστρέψουμε τα μάτια μας από τις «διαφημίσεις» θα σήμαινε σε τελευταία ανάλυση: να γίνει μια επανάσταση· που δεν θα ξεκινάει πια από κάτω (που να βρεθεί το ομόλογο πλήθος τώρα!), αλλά από μέσα μας, από το μέσα του καθενός. Την εκδοχή αυτή στηρίζω και στο έξοχο ποίημα «Ροβινσώνας»:

Τώρα πώς επιθυμείς το όνομα σου
να ακούεις;
Βράχηκες μερόνυχτα με συντρόφους
που το κύμα πήρε.
Σ’ έβγαλε μια χούφτα θάλασσα σε αμμουδερό
εξώστη, Ροβινσώνα.
Ησυχία γύρω. Άγνωστα τα σφυρίγματα
των πουλιών.
Κοίταξες πρώτα τα χέρια σου. Κρύα ξανά.
Είδες το πρόσωπο σου σε λακκούβα
παραμορφωμένο. Είπες δικό μου είναι.
Ξέχασες τους συντρόφους σου για πολύ
μέσα σε χρόνο λίγο.
Όταν ζωή σ’ εκράτει τροφή έψαξες
να βρεις πάνω στης γης τα χείλη.
Γρήγορα απόφαση σου ήλθε να πάρεις
Ροβινσώνα.
Σήμερα είπες, τώρα. Το χθες μου
δεν θυμάμαι. Ο χρόνος με ακολουθεί.
Θα λείψουν εδώ οι τύποι τα πρέπει
των νόμων, η σκουριά τους.
Τα πρόσωπα, οι υποσχέσεις για το μέλλον.
Τώρα βάζω τις πρώτες φτέρες για σκέπη
στην καλύβα. Θα κάμω νέα εργαλεία.
Θα σκαλίσω τη γη, θα γνωρίσω το μέρος
που βρέθηκα. Νέα θα τα κάμω όλα.
Αφού ο δρόμος νέος είναι που βαδίζω τώρα.

Ένας "νέος" ποιητής

Ο Τάσος Ηλιάδης είναι γεννημένος το 1940, απόφοιτος Δημοτικού Σχολείου και ελειοχρωματιστής στο επάγγελμα. Ερασιτεχνικά ασχολείται με τη ζωγραφική, εδώ και πολλά χρόνια, δημιουργώντας δικές του συνθέσεις. Σύντομα εκδίδεται μία ποιητική του συλλογή με τον τίτλο “ΑΙΘΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ”. Σας επισυνάπτω απόσπασμα από τον πρόλογο του Καθηγητή Μιχάλη Μερακλή, στον οποίο εμπεριέχεται και ένα μικρό δείγμα της ποίησης του Τάσου Ηλιάδη:
Διάβασα τα ποιήματα του κυρίου Τάσου Ηλιάδη και βρήκα σε αυτά μιαν ευαισθησία ανόθευτη από υπέρμετρες ?πέρα από τους οπωσδήποτε επιτρεπτούς στην ποίηση «τροπισμούς»? επιτηδεύσεις και εκζητήσεις στο λόγο, με τις οποίες, και γνωστοί και καλοί ποιητές, είθισται πλέον να συσκοτίζουν, χωρίς ουσιαστικήν αιτίαν τους στίχους τους, (είναι τάχα, προκειμένου για την ποίηση, ουσιαστική αιτία η μόδα;), προκαλώντας μάλιστα, και στους ίδιους τους φίλους και αναγνώστες της ποίησης, μεγαλύτερην ή μικρότερην απώθηση.
Ο ποιητής μάς καλεί σ? ένα ποίημα «να σηκώσουμε/ τις σκόρπιες διαφημίσεις/ από τις κόρες των ματιών μας». Και δεν πρόκειται, φαντάζομαι, μόνο για τις διαφημίσεις του εμπορίου: όλοι κάτι διαφημίζουν ? οι πολιτικοί πρώτοι πρώτοι. Και με την αναπόσπαστη πάντα συνθήκη των χονδροειδών υπερβολών, που κατατείνουν στο ψεύδος. Το να αποστρέψουμε τα μάτια μας από τις «διαφημίσεις» θα σήμαινε σε τελευταία ανάλυση: να γίνει μια επανάσταση· που δεν θα ξεκινάει πια από κάτω (που να βρεθεί το ομόλογο πλήθος τώρα!), αλλά από μέσα μας, από το μέσα του καθενός. Την εκδοχή αυτή στηρίζω και στο έξοχο ποίημα «Ροβινσώνας»:

Τώρα πώς επιθυμείς το όνομα σου
να ακούεις;
Βράχηκες μερόνυχτα με συντρόφους
που το κύμα πήρε.
Σ? έβγαλε μια χούφτα θάλασσα σε αμμουδερό
εξώστη, Ροβινσώνα.
Ησυχία γύρω. Άγνωστα τα σφυρίγματα
των πουλιών.
Κοίταξες πρώτα τα χέρια σου. Κρύα ξανά.
Είδες το πρόσωπο σου σε λακκούβα
παραμορφωμένο. Είπες δικό μου είναι.
Ξέχασες τους συντρόφους σου για πολύ
μέσα σε χρόνο λίγο.
Όταν ζωή σ? εκράτει τροφή έψαξες
να βρεις πάνω στης γης τα χείλη.
Γρήγορα απόφαση σου ήλθε να πάρεις
Ροβινσώνα.
Σήμερα είπες, τώρα. Το χθες μου
δεν θυμάμαι. Ο χρόνος με ακολουθεί.
Θα λείψουν εδώ οι τύποι τα πρέπει
των νόμων, η σκουριά τους.
Τα πρόσωπα, οι υποσχέσεις για το μέλλον.
Τώρα βάζω τις πρώτες φτέρες για σκέπη
στην καλύβα. Θα κάμω νέα εργαλεία.
Θα σκαλίσω τη γη, θα γνωρίσω το μέρος
που βρέθηκα. Νέα θα τα κάμω όλα.
Αφού ο δρόμος νέος είναι που βαδίζω τώρα.


Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων