>Έφτασαν επιτέλους τα Χριστούγεννα! Την τελευταία μέρα πριν κλείσουν τα σχολεία οργανώσαμε μια μικρή γιορτή και η χορωδία μας τραγούδησε παραδοσιακά κάλαντα και σύγχρονα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ευχόμαστε ΄σ’ όλους τους μαθητές μας και στις οικογένειές τους “Χρόνια Πολλά”, “Ευτυχισμένα Χριστούγεννα” και ο καινούριος Χρόνος να φέρει υγεία και χαρά σ’ όλο τον κόσμο.
Αρχεία για Δεκέμβριος, 2007
Καλά Χριστούγεννα σ’ όλους
Έφτασαν επιτέλους τα Χριστούγεννα! Την τελευταία μέρα πριν κλείσουν τα σχολεία οργανώσαμε μια μικρή γιορτή και η χορωδία μας τραγούδησε παραδοσιακά κάλαντα και σύγχρονα χριστουγεννιάτικα τραγούδια. Ευχόμαστε ΄σ’ όλους τους μαθητές μας και στις οικογένειές τους “Χρόνια Πολλά”, “Ευτυχισμένα Χριστούγεννα” και ο καινούριος Χρόνος να φέρει υγεία και χαρά σ’ όλο τον κόσμο.
>Η μάνα του Μαχμούντ Νταρουίς
>Η Μάνα του Μαχμούντ Νταρουίς
Γνωριμία με τον μεγαλύτερο ποιητή της Παλαιστίνης, μέσα από μία πρόχειρη μετάφραση του πιο γνωστού του ποιήματος ΜΑΝΑ.
Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμά της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις
Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω Θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου
Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω Στην άδεια σου αγκαλιά.
Η μάνα του Μαχμούντ Νταρουίς
Η Μάνα του Μαχμούντ Νταρουίς
Γνωριμία με τον μεγαλύτερο ποιητή της Παλαιστίνης, μέσα από μία πρόχειρη μετάφραση του πιο γνωστού του ποιήματος ΜΑΝΑ.
Μου λείπει το ψωμί της μάνας μου
Ο καφές της μάνας μου
Το άγγιγμά της
Φουσκώνουν μέσα μου οι παιδικές μου αναμνήσεις
Μέρα τη μέρα
Πρέπει να δώσω αξία στη ζωή μου
Την ώρα του θανάτου μου
Πρέπει να αξίζω τα δάκρυα της μάνας μου
Και αν έρθω πίσω κάποια μέρα
Βάλε με σα μαντήλι στα βλέφαρά σου
Τα κόκαλά μου σκέπασε με χλόη
Που την αγίασαν τα βήματά σου
Δέσε μας μαζί
Με μια μπούκλα απ’ τα μαλλιά σου
Με μια κλωστή που κρέμεται από το φόρεμά σου
Μπορεί να γίνω αθάνατος
Μπορεί να γίνω Θεός
Εάν αγγίξω τα βάθη της καρδιάς σου
Αν καταφέρω και γυρίσω
Κάνε με ξύλα να ανάψεις τη φωτιά σου
Σκοινί για να απλώνεις τα ρούχα σου στην ταράτσα του σπιτιού σου
Δίχως την ευχή σου
Είμαι πολύ αδύναμος για να σταθώ
Μεγάλωσα πολύ
Δώσε μου πίσω τους χάρτες των αστεριών που είχα παιδί
Για να βρω με τα χελιδόνια
Το δρόμο πίσω Στην άδεια σου αγκαλιά.
>Ο επίκαιρος λόγος του Αλμπέρ Καμί
>
Στις 10 Δεκεμβρίου 1957, ο Αλμπέρ Καμί τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ο λόγος του κατά την τελετή απονομής του βραβείου είχε ως θέμα την αποστολή του διανοούμενου, θέμα που εξακολουθεί να απασχολεί και σήμερα. Οι εκδόσεις «Φολιό-Γκαλιμάρ» με επανέκδοσή τους κυκλοφόρησαν έναν τόμο με το σύνολο των λόγων που εκφωνήθηκαν στην Ακαδημία της Σουηδίας το 1957.
Ο προβληματισμός του Καμί για το ρόλο του διανοουμένου σε μια ακόμη δύσκολη εποχή, παρά το τέλος των πολέμων, παραμένει έως σήμερα επίκαιρος, όπως φαίνεται και από το απόσπασμα :
Ο επίκαιρος λόγος του Αλμπέρ Καμί
Στις 10 Δεκεμβρίου 1957, ο Αλμπέρ Καμί τιμήθηκε με το Νομπέλ Λογοτεχνίας. Ο λόγος του κατά την τελετή απονομής του βραβείου είχε ως θέμα την αποστολή του διανοούμενου, θέμα που εξακολουθεί να απασχολεί και σήμερα. Οι εκδόσεις «Φολιό-Γκαλιμάρ» με επανέκδοσή τους κυκλοφόρησαν έναν τόμο με το σύνολο των λόγων που εκφωνήθηκαν στην Ακαδημία της Σουηδίας το 1957.
Ο προβληματισμός του Καμί για το ρόλο του διανοουμένου σε μια ακόμη δύσκολη εποχή, παρά το τέλος των πολέμων, παραμένει έως σήμερα επίκαιρος, όπως φαίνεται και από το απόσπασμα :
>Έκθεση αφιερωμένη στον Γ. Θεοτοκά
Έκθεση αφιερωμένη στον Γ. Θεοτοκά
>Ένας "νέος" ποιητής
>Ο Τάσος Ηλιάδης είναι γεννημένος το 1940, απόφοιτος Δημοτικού Σχολείου και ελειοχρωματιστής στο επάγγελμα. Ερασιτεχνικά ασχολείται με τη ζωγραφική, εδώ και πολλά χρόνια, δημιουργώντας δικές του συνθέσεις. Σύντομα εκδίδεται μία ποιητική του συλλογή με τον τίτλο “ΑΙΘΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ”. Σας επισυνάπτω απόσπασμα από τον πρόλογο του Καθηγητή Μιχάλη Μερακλή, στον οποίο εμπεριέχεται και ένα μικρό δείγμα της ποίησης του Τάσου Ηλιάδη:
Διάβασα τα ποιήματα του κυρίου Τάσου Ηλιάδη και βρήκα σε αυτά μιαν ευαισθησία ανόθευτη από υπέρμετρες –πέρα από τους οπωσδήποτε επιτρεπτούς στην ποίηση «τροπισμούς»– επιτηδεύσεις και εκζητήσεις στο λόγο, με τις οποίες, και γνωστοί και καλοί ποιητές, είθισται πλέον να συσκοτίζουν, χωρίς ουσιαστικήν αιτίαν τους στίχους τους, (είναι τάχα, προκειμένου για την ποίηση, ουσιαστική αιτία η μόδα;), προκαλώντας μάλιστα, και στους ίδιους τους φίλους και αναγνώστες της ποίησης, μεγαλύτερην ή μικρότερην απώθηση.
Ο ποιητής μάς καλεί σ’ ένα ποίημα «να σηκώσουμε/ τις σκόρπιες διαφημίσεις/ από τις κόρες των ματιών μας». Και δεν πρόκειται, φαντάζομαι, μόνο για τις διαφημίσεις του εμπορίου: όλοι κάτι διαφημίζουν – οι πολιτικοί πρώτοι πρώτοι. Και με την αναπόσπαστη πάντα συνθήκη των χονδροειδών υπερβολών, που κατατείνουν στο ψεύδος. Το να αποστρέψουμε τα μάτια μας από τις «διαφημίσεις» θα σήμαινε σε τελευταία ανάλυση: να γίνει μια επανάσταση· που δεν θα ξεκινάει πια από κάτω (που να βρεθεί το ομόλογο πλήθος τώρα!), αλλά από μέσα μας, από το μέσα του καθενός. Την εκδοχή αυτή στηρίζω και στο έξοχο ποίημα «Ροβινσώνας»:
Τώρα πώς επιθυμείς το όνομα σου
να ακούεις;
Βράχηκες μερόνυχτα με συντρόφους
που το κύμα πήρε.
Σ’ έβγαλε μια χούφτα θάλασσα σε αμμουδερό
εξώστη, Ροβινσώνα.
Ησυχία γύρω. Άγνωστα τα σφυρίγματα
των πουλιών.
Κοίταξες πρώτα τα χέρια σου. Κρύα ξανά.
Είδες το πρόσωπο σου σε λακκούβα
παραμορφωμένο. Είπες δικό μου είναι.
Ξέχασες τους συντρόφους σου για πολύ
μέσα σε χρόνο λίγο.
Όταν ζωή σ’ εκράτει τροφή έψαξες
να βρεις πάνω στης γης τα χείλη.
Γρήγορα απόφαση σου ήλθε να πάρεις
Ροβινσώνα.
Σήμερα είπες, τώρα. Το χθες μου
δεν θυμάμαι. Ο χρόνος με ακολουθεί.
Θα λείψουν εδώ οι τύποι τα πρέπει
των νόμων, η σκουριά τους.
Τα πρόσωπα, οι υποσχέσεις για το μέλλον.
Τώρα βάζω τις πρώτες φτέρες για σκέπη
στην καλύβα. Θα κάμω νέα εργαλεία.
Θα σκαλίσω τη γη, θα γνωρίσω το μέρος
που βρέθηκα. Νέα θα τα κάμω όλα.
Αφού ο δρόμος νέος είναι που βαδίζω τώρα.
Ένας "νέος" ποιητής
Ο Τάσος Ηλιάδης είναι γεννημένος το 1940, απόφοιτος Δημοτικού Σχολείου και ελειοχρωματιστής στο επάγγελμα. Ερασιτεχνικά ασχολείται με τη ζωγραφική, εδώ και πολλά χρόνια, δημιουργώντας δικές του συνθέσεις. Σύντομα εκδίδεται μία ποιητική του συλλογή με τον τίτλο “ΑΙΘΡΙΟΣ ΛΟΓΟΣ”. Σας επισυνάπτω απόσπασμα από τον πρόλογο του Καθηγητή Μιχάλη Μερακλή, στον οποίο εμπεριέχεται και ένα μικρό δείγμα της ποίησης του Τάσου Ηλιάδη:
Διάβασα τα ποιήματα του κυρίου Τάσου Ηλιάδη και βρήκα σε αυτά μιαν ευαισθησία ανόθευτη από υπέρμετρες ?πέρα από τους οπωσδήποτε επιτρεπτούς στην ποίηση «τροπισμούς»? επιτηδεύσεις και εκζητήσεις στο λόγο, με τις οποίες, και γνωστοί και καλοί ποιητές, είθισται πλέον να συσκοτίζουν, χωρίς ουσιαστικήν αιτίαν τους στίχους τους, (είναι τάχα, προκειμένου για την ποίηση, ουσιαστική αιτία η μόδα;), προκαλώντας μάλιστα, και στους ίδιους τους φίλους και αναγνώστες της ποίησης, μεγαλύτερην ή μικρότερην απώθηση.
Ο ποιητής μάς καλεί σ? ένα ποίημα «να σηκώσουμε/ τις σκόρπιες διαφημίσεις/ από τις κόρες των ματιών μας». Και δεν πρόκειται, φαντάζομαι, μόνο για τις διαφημίσεις του εμπορίου: όλοι κάτι διαφημίζουν ? οι πολιτικοί πρώτοι πρώτοι. Και με την αναπόσπαστη πάντα συνθήκη των χονδροειδών υπερβολών, που κατατείνουν στο ψεύδος. Το να αποστρέψουμε τα μάτια μας από τις «διαφημίσεις» θα σήμαινε σε τελευταία ανάλυση: να γίνει μια επανάσταση· που δεν θα ξεκινάει πια από κάτω (που να βρεθεί το ομόλογο πλήθος τώρα!), αλλά από μέσα μας, από το μέσα του καθενός. Την εκδοχή αυτή στηρίζω και στο έξοχο ποίημα «Ροβινσώνας»:
Τώρα πώς επιθυμείς το όνομα σου
να ακούεις;
Βράχηκες μερόνυχτα με συντρόφους
που το κύμα πήρε.
Σ? έβγαλε μια χούφτα θάλασσα σε αμμουδερό
εξώστη, Ροβινσώνα.
Ησυχία γύρω. Άγνωστα τα σφυρίγματα
των πουλιών.
Κοίταξες πρώτα τα χέρια σου. Κρύα ξανά.
Είδες το πρόσωπο σου σε λακκούβα
παραμορφωμένο. Είπες δικό μου είναι.
Ξέχασες τους συντρόφους σου για πολύ
μέσα σε χρόνο λίγο.
Όταν ζωή σ? εκράτει τροφή έψαξες
να βρεις πάνω στης γης τα χείλη.
Γρήγορα απόφαση σου ήλθε να πάρεις
Ροβινσώνα.
Σήμερα είπες, τώρα. Το χθες μου
δεν θυμάμαι. Ο χρόνος με ακολουθεί.
Θα λείψουν εδώ οι τύποι τα πρέπει
των νόμων, η σκουριά τους.
Τα πρόσωπα, οι υποσχέσεις για το μέλλον.
Τώρα βάζω τις πρώτες φτέρες για σκέπη
στην καλύβα. Θα κάμω νέα εργαλεία.
Θα σκαλίσω τη γη, θα γνωρίσω το μέρος
που βρέθηκα. Νέα θα τα κάμω όλα.
Αφού ο δρόμος νέος είναι που βαδίζω τώρα.

