Πρωτοχρονιά στη Λάρισα του 1934
Ένας ακόμα χρόνος έφυγε. Όπως κάθε χρόνο τέτοια περίοδο, έτσι και φέτος µια ξεχωριστή ατµόσφαιρα χαράς και προσµονής είναι ήδη αισθητή.
Την Κυριακή, της 31ης Δεκεμβρίου , από τις 11 το βράδυ με ζεστό κρασί κι αναμμένα φαναράκια, για να φωτιστεί ο ουρανός, ο Δήμος, οι κάτοικοι της Λάρισας με πυροτεχνήματα, έκαναν τη νύχτα μέρα, με μουσική, χορό κι ευχές άφησαν πίσω τους ό,τι τους στενοχώρησε υποδέχτηκαν με ελπίδα στην πλατεία Λαμπρούλη, στο Φρούριο, ό,τι καλό φέρνει ο καινούργιος χρόνος.
Κι αν αυτά συνέβησαν στην πρωτεύουσα του θεσσαλικού κάμπου, σύμφωνα με το πνεύμα αναδρομής των τελευταίων ημερών του χρόνου, το άρθρο που ακολουθεί δημοσιευμένο στην εφημερίδα «ΕΛΕΥΘΕΘΡΙΑ» στις 3 Ιανουαρίου 1934, θα μας μεταφέρει στο πνεύμα εκείνων των ημερών, που κρύβουν κι εκείνες την ίδια με σήμερα ελπίδα και την ίδια ευχή: ο καινούργιος χρόνος να χαρίσει σε όλους τους ανθρώπους Υγεία κι Ευτυχία .
Η πρώτη ημέρα του έτους 1934, αναφέρει ο συντάκτης του άρθρου, γιορτάστηκε στη Λάρισα μεγαλοπρεπέστατα, με όλον τον επιβαλλόμενο σεβασμό προς την έννοια της γιορτής και της ημέρας αυτής, η οποία κατά την χριστιανική παράδοση και ανάλογα με τις περιστάσεις τις οποίες βιώνει ο καθένας από εμάς, προοιωνίζει την αίσια έκβαση ολόκληρου του νέου έτους.
Την αναγγελία του νέου έτους 1934 έκαναν 21 κανονιοβολισμοί, οι οποίοι ρίχτηκαν με την ανατολή του ηλίου, ενώ οι άνδρες της μουσικής μπάντας του Σώματος Στρατού, που έδρευε στην πόλη των Λαρισαίων, μαζί με τους σαλπιγκτές περιήλθαν τις κεντρικότερες οδούς της παιανίζοντας και ανακρούοντας τον εωθινό.
Μετά από λίγο η πόλη παρουσίαζε όψη πανηγυρική κι έπλεε μέσα σε πολύχρωμους ωκεανούς. Είχαν σημαιοστολιστεί όλα τα τραπεζικά ιδρύματα και πολλά άλλα οικήματα και καταστήματα. Εν τω μεταξύ, όσο περνούσε η ώρα, οι πολίτες της Λάρισας, όλων των κοινωνικών τάξεων και ηλικιών, ντυμένοι με τα γιορτινά τους έβγαιναν από τα σπίτια τους συμμετέχοντας έτσι στον εορτασμό για την έναρξη του νέου έτους.
Όμως, περισσότερη και ζωηρότερη κίνηση σημειώθηκε στην οδό Ακροπόλεως, η οποία παρουσίαζε όψη φαντασμαγορική. Γιατί, εκτός από τις σημαίες και τα πάσης φύσεως λάβαρα, που είχαν αναρτηθεί στους εξώστες και τα παράθυρα των ιδρυμάτων και των οικιών, είχαν παραταχθεί και στρατιώτες των διαφόρων όπλων της Φρουράς Λαρίσης από τις 9:30 περίπου το πρωί. Η παράταξη αυτή των στρατιωτών, με αφετηρία το φαρμακείο «Σαντράλ», εκτεινόταν μέχρι τον Μητροπολιτικό Ναό. Είχαν λάβει μέρος οι στρατιώτες ενός τάγματος του 4ου Συντάγματος Πεζικού, ενός Λόχου του Τάγματος Γεφυροποιών, του Ιππικού και του Πυροβολικού. Όλοι έφεραν εξάρτηση εκστρατείας. Το γενικό πρόσταγμα είχε ο αντισυνταγματάρχης κ. Καράμπελας, Διοικητής του 3ου Συντάγματος Ιππικού.
Και η αστυνομία, όμως, δεν υστέρησε. Έτσι, όλοι οι υπαξιωματικοί και οι χωροφύλακες φορώντας την επίσημη στολή είχαν παραταχθεί σε όλα τα καίρια σημεία της πόλης και με περισσή ευγένεια καθοδηγούσαν τους πολίτες και τακτοποιούσαν τα πάντα. Μέσα στον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλίου βρισκόταν ο υπασπιστής κ. Σακελλαρίου με ανάλογη δύναμη χωροφυλάκων, ο οποίος ήταν ο επικεφαλής όλων των αξιωματικών και υπαξιωματικών και χωροφυλάκων και φρόντιζε να τακτοποιηθούν στις θέσεις τους οι προσερχόμενοι στον ναό σύμφωνα με το αξίωμα τους και την κοινωνική τους θέση. Την εποπτεία για την τήρηση της τάξης είχε αναλάβει αυτοπροσώπως ο Διοικητής κ. Ρουμελιώτης.
Στις 10:20 π.μ. ακριβώς, κάτω από τους παιάνες της μουσικής μπάντας του Στρατού έφτασε η Σημαία, την οποία κρατούσε ο ανθυπολοχαγός κ. Ψύλλας περιστοιχιζόμενος από τους άνδρες της τιμητικής φρουράς. Οι παραταγμένοι στρατιώτες και αξιωματικοί απέδωσαν χαιρετώντας τον οφειλόμενο φόρο τιμής στη Σημαία και ακολουθούσαν τα λάβαρα των διαφόρων Οργανώσεων, τα οποία συνοδεύονταν από τα Προεδρεία τους με επικεφαλής τον Γενικό Πρόεδρο κ. Οικονομίδη.
Ο δήμαρχος, κ. Μ. Σάπκας, προσήλθε πρώτος, συνοδευόμενος από τον πρόεδρο του δημοτικού συμβουλίου, κ. Μανωλάκη, κι ακολούθησαν οικ.κ Νικολαΐδης και Δ. Χατζηγιάνης (βουλευτές), οι γερουσιαστές Μπούρας και Καζάκης, o Κοντογιάννης (διευθυντής της Νομαρχίας), o Αβραάμ Σαλβατώρ (πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινοτικής Συνελεύσεως), o Αλχανάτ (Πρόεδρος της Ισραηλιτικής Κοινότητας), o κ. Μπλιάτσος (πρόεδρος του Συμβουλίου της Ε.Υ.Η.Λ), o κ. Παπαοικονόμου (Γυμνασιάρχης), o κ. Καλλιγάς (Επιθεωρητής των δημοτικών σχολείων της Περιφέρειας ), η κ. Αργυρώ Στάμου (Διευθύντρια του Εθνικού Ορφανοτροφείου) κ.α.
Από τους αξιωματικούς παρευρέθηκαν οι κ.κ. Απ. Συρμακέζης (Μέραρχος), Μπάκος (Επιτελάρχης του Σώματος),Λεμπέσης (Διοικητής του 4ου Συντάγματος Πεζικού), Παπαθανασίου (Φρούραρχος), Σταθόπουλος (Διοικητής κέντρου επιστρατεύσεως), Σερμπέτης (Διευθυντής νοσοκομείου) κ.α.
Μετά τη θεία λειτουργία και την ανάγνωση των ευχών της ημέρας από τον σεβασμιότατο Μητροπολίτη Αρσένιο άρχισε να ψάλλεται η δοξολογία, η οποία αναγγέλθηκε με τους κανονιοβολισμούς.Kαι, πριν ακόμη ο σεβασμιότατος Μητροπολίτης, που περιστοιχιζόταν από ολόκληρο το πλήθος των κληρικών, ζητωκραυγάσει υπέρ του ελληνικού έθνους, της δημοκρατίας και του στρατού και απευθύνει προς το εκκλησίασμα τις θερμές του ευχές για το νέο έτος, δημιουργήθηκε σε πολλούς από τους παρισταμένους ότι στην ωραία αυτή γιορτή συμμετείχε από το πρωί και ο επουράνιος Βασιλεύς, ο Θεός. Η εντύπωση αυτή-σύμφωνα με τον αρθρογράφο-στηρίχτηκε σε μια εκθαμβωτική αστραπή και μια εκκωφαντική βροντή, που συνοδεύτηκαν από ολιγόλεπτη και δυνατή βροχή. Αυτό το γεγονός, επειδή συνέβη στο τέλος της δοξολογίας, ερμηνεύτηκε από αρκετούς από το εκκλησίασμα ως οιωνός μεγάλης και πλούσιας σοδειάς, αντιμετώπισης της οικονομικής κρίσης που από το 1932 είχε ενσκήψει στην χώρα μας και γενικά ως σημάδι καλοτυχίας κι ευτυχίας.
Μετά το πέρας της δοξολογίας ακολούθησε η παρέλαση των ανδρών ενώπιον του Μεράρχου κ. Συρμακέζη, ο οποίος είχε σταθεί στην γωνία που βρίσκεται το περίπτερο ( στη βόρεια πλευρά της πλατείας Θέμιδος) ενώ η μουσική μπάντα παιάνιζε διάφορα εμβατήρια μπροστά στο καφενείο «Αλάμπρα». Παρά τον βροχερό καιρό το πλήθος των Λαρισαίων παρακολούθησε μέχρι τέλους την παρέλαση έχοντας καταλάβει τις πιο καίριες θέσεις.
Πρώτοι παρήλασαν και χαιρέτισαν τον Μέραρχο με στροφή της κεφαλής οι στρατιώτες του 4ου Συντάγματος Πεζικού, ακολούθησαν οι άνδρες του Τάγματος Γεφυροποιών, της Πεζοπόρου Πυροβολαρχίας του Ορειβατικού με επικεφαλής τον λοχαγό κ. Παπακυριαζή, του Συντάγματος Πεζικού, της Έφιππης Πυροβολαρχίας και του Βαρέως Πυροβολικού. Όταν τελείωσε η παρέλαση, οι αξιωματικοί και διάφοροι άλλοι πολίτες προσήλθαν στο Νομαρχιακό κατάστημα και συμμετείχαν στην δεξίωση, που είχε ετοιμαστεί για εκείνους.
Ο πανηγυρισμός για το νέο έτος έκλεισε με τη μουσική μπάντα, η οποία περιήλθε τους κεντρικότερους δρόμους της Λάρισας, ανακρούοντας το ανακλητικό-σημείο λήξης της εορτής. Έτσι, τελείωσε η ωραία αυτή γιορτή της Πρωτοχρονιάς με τις ευχές όλων των συμμετεχόντων να είναι το 1934 έτος υγείας κι ευτυχίας.

ΠΗΓΈΣ
-Εφημερίδα, «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ», Τετάρτη 3 Ιανουαρίου 1934.
Νικ. Παπαθεοδώρου,
Γράφει η Κωνσταντινιά Πατσή
*Η Κωνσταντινιά Πατσή είναι διευθύντρια του ΓΕΛ Τυρνάβου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος Master of Business Administration (MBA) του Staffordshire University
Ο βομβαρδισμός της Λάρισας (1941)
Κ. Π. Καβάφης – Η Ζωή και το Εργο του
Ο Κωνσταντίνος Π. Καβάφης, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1863 (29 Απριλίου) και πέθανε στην ίδια πόλη το 1933 την ημέρα των γενεθλίων του. Ηταν το ένατο και τελευταίο παιδί του Πέτρου Ι. Καβάφη (Κωνσταντινούπολη, 1814 – Αλεξάνδρεια, 1870), μεγαλέμπορου βαμβακιού, από φαναριώτικο γένος που οι ρίζες του φαίνεται πως είναι βυζαντινές και της Χαρίκλειας Φωτιάδη (Νιχώρι Κωνσταντινουπόλεως, 1834 – Αλεξάνδρεια, 1899) από παλαιότατη οικογένεια της Πόλης. Υπήρξε, χωρίς αμφιβολία, η μεγαλύτερη πνευματική φυσιογνωμία της Αλεξάνδρειας.
Ο μικρός Καβάφης ζει τα πρώτα παιδικά του χρόνια στην Αλεξάνδρεια, μέσα σε εξαιρετικές συνθήκες ευημερίας. Στο ισόγειο του διώροφου σπιτιού των Καβάφηδων στην αριστοκρατική οδό Σερίφ, στεγάζονταν τα γραφεία του ακμαιότατου εμπορικού οίκου «Καβάφης & Σία» (κύριος συνέταιρος ο Γεώργιος Καβάφης, θείος του ποιητή, εγκατεστημένος στο Λονδίνο), ενώ η οικογένεια του Πέτρου Καβάφη διαβίωνε με χαρακτηριστική άνεση στο πρώτο και στο δεύτερο πάτωμα, διατηρώντας Γάλλο παιδαγωγό, Αγγλίδα τροφό, Έλληνες υπηρέτες, Ιταλό αμαξά και Αιγύπτιο θυρωρό!
To 1870 με το θάνατο του πατέρα Καβάφη αρχίζει, ουσιαστικά, η σταθερή πορεία της οικογένειας προς την οικονομική κρίση και παρακμή. Το 1872 η Χαρίκλεια Καβάφη μετακομίζει με τα παιδιά της στην Αγγλία όπου και θα παραμείνουν τα επόμενα έξι χρόνια (κυρίως στο Λίβερπουλ αλλά και στο Λονδίνο). Ο μικρός Καβάφης σπουδάζει σε αγγλικό σχολείο όπου και διδάσκεται για μητρική του γλώσσα την αγγλική αλλά παράλληλα μαθαίνει και ελληνικά και γαλλικά. Μετά από λίγα χρόνια παραμονής στην Αγγλία αναγκάζονται να επιστρέψουν στην Αλεξάνδρεια καθώς τα οικονομικά της οικογένειας πηγαίνουν άσχημα και η οικογενειακή επιχείρηση διαλύεται. Ο Καβάφης συνεχίζει τις σπουδές του στο Εμποροπρακτικό Λύκειο «Ερμής» ενώ παράλληλα υπάρχουν σαφή στοιχεία ότι κατά το διάστημα που μεσολάβησε ανάμεσα στην επιστροφή από την Αγγλία (1878) και στο ξεκίνημα της φοίτησης στον «Ερμή» (1881), ο Καβάφης είχε αρχίσει να μελετά και να εργάζεται πνευματικά από μόνος του, χρησιμοποιώντας βιβλία από τις δανειστικές βιβλιοθήκες της Αλεξάνδρειας. Σ’ αυτήν την τριετία ανάγεται και η φιλόδοξη απόπειρά του να συντάξει ένα ιστορικό λεξικό, προσπάθεια που δεν ολοκληρώθηκε αφού τα λήμματα του έργου σταμάτησαν «στη μοιραία λέξη Αλέξανδρος».
Το 1882, στη διάρκεια της αιγυπτιακής εξέγερσης κατά των Αγγλων, πηγαίνει με την οικογένειά του για τρία χρόνια (ως τον Οκτώβριο του 1885) στην Κωνσταντινούπολη, στο σπίτι του φαναριώτη παππού του, Γεωργάκη Φωτιάδη. Η τριετής παραμονή του Καβάφη στην Πόλη αποδεικνύεται ιδιαιτέρως σημαντική και κρίσιμη για διαφορετικούς λόγους. Σύμφωνα με τις βιογραφικές σημειώσεις της Ρίκας Σεγκοπούλου, ο ομοσεξουαλισμός του άρχισε να εκδηλώνεται στα 1883. Παράλληλα, γνωρίζουμε, ότι ο ποιητής άρχισε να εκφράζει ζωηρό ενδιαφέρον για να ακολουθήσει πολιτική και δημοσιογραφική καριέρα. Φυσικά, το πιο αξιοσημείωτο αυτής της περιόδου, είναι το γεγονός ότι η παραμονή του στην Πόλη συμπίπτει με τις πρώτες μαρτυρημένες συστηματικές του προσπάθειες να επιδοθεί στην τέχνη του ποιητικού λόγου. Τεκμήριο της πρώιμης αυτής προσπάθειας του Καβάφη, αποτελεί μια ομάδα αδημοσίευτων από τον ίδιο ποιημάτων, τα οποία εκδόθηκαν μαζί με άλλα ανέκδοτα ποιήματα το 1968 από το Γ.Π. Σαββίδη. Τον καιρό εκείνο συμπληρώνει και τις μελέτες του πάνω στην αρχαία και μεσαιωνική ελληνική φιλολογία που τις είχε αρχίσει την εποχή ακόμα που βρισκόταν στην Αγγλία.
Τον Οκτώβριο του 1885, ο Καβάφης γυρίζει στην Αλεξάνδρεια μαζί με τη μητέρα του και τους αδελφούς του, Αλέξανδρο και Παύλο. Με την επιστροφή του, ο Καβάφης εγκαταλείπει την αγγλική υπηκοότητα (που είχε αποκτήσει ο πατέρας του στα 1850) και παίρνει την ελληνική.
Τα πρώτα χρόνια μετά την επιστροφή στην Αλεξάνδρεια είναι μια περίοδος προσαρμογής. Ο Καβάφης αρχίζει να εργάζεται, όχι ακόμη συστηματικά, αλλάζοντας διάφορα επαγγέλματα όπως του δημοσιογράφου στην εφημερίδα «Τηλέγραφος» (1886), του μεσίτη στο Χρηματιστήριο Βάμβακος (1888) και του άμισθου γραμματέα στο Γραφείο Αρδεύσεων (1889-1892) όπου και θα προσληφθεί ως έκτακτος έμμισθος υπάλληλος το 1892 και θα εργαστεί μόνιμα εκεί επί τριάντα χρόνια, μέχρι το 1922, φτάνοντας στο βαθμό του υποτμηματάρχη.
Η κυριότερη χρονολογική τομή ως προς την εξέλιξη του έργου του ποιητή, κατά την εποχή αυτή, τοποθετείται στα 1891. Είναι η χρονιά κατά την οποία ο Καβάφης εκδίδει σε μονόφυλλο το πρώτο πραγματικά αξιόλογο ποίημά του (το Κτίσται) και δημοσιεύει μερικά από τα πιο αξιόλογα πεζά του κείμενα, όπως τα δύο περί των «Ελγινείων» που παρουσιάζουν δημόσια την πολιτική πλευρά του ποιητή, «Ολίγαι λέξεις περί στιχουργίας» και άλλα.
Τα οικονομικά του βελτιώνονται σημαντικά και τα επόμενα χρόνια ταξιδεύει στο Κάιρο (1893), στο Παρίσι και στο Λονδίνο με τον αδελφό του Τζων (1897). Το 1899 πεθαίνει η μητέρα του σε ηλικία 65 ετών, γεγονός που συγκλονίζει τον ποιητή. Το 1901 και το 1903 ταξιδεύει στην Ελλάδα και γνωρίζεται στην Αθήνα με Ελληνες πεζογράφους (Πολέμης, Ξενόπουλος, Πορφύρας). Στις 30 Νοεμβρίου του 1903, δημοσιεύεται στα Παναθήναια το ιστορικό άρθρο του Ξενόπουλου για τον Καβάφη με τίτλο «Ένας Ποιητής». Την ίδια χρονιά γράφει και το σημαντικότερο πεζό κείμενό του, τον «φιλοσοφικό έλεγχο» των ποιημάτων του που είναι γνωστό με τον τίτλο «Ποιητική». Τα επόμενα χρόνια κυλούν ανάμεσα σε ποιητικούς, φιλοσοφικούς στοχασμούς, γνωριμίες με εξέχουσες προσωπικότητες στην Αλεξάνδρεια (Ιων Δραγούμης, Ε.Μ. Φόρστερ), ανανεώσεις συμβολαίων εργασίας στις Αρδεύσεις και τους διαδοχικούς θανάτους των αδερφών του. Σημαντικό βιογραφικό στοιχείο αποτελεί και η εγκατάσταση του ποιητή στο περίφημο σπίτι-εργαστήρι της οδού Λέψιους στα 1907, όπου και θα περάσει το υπόλοιπο της ζωής του δημιουργώντας το σημαντικότερο τμήμα, ποσοτικά και ποιοτικά του έργου του.
Το 1922 δηλώνει την πρόθεσή του να μη συνεχίσει την εργασία του στις Αρδεύσεις απ’ όπου και παραιτείται με το βαθμό του υποτμηματάρχη («επιτέλους ελευθερώθηκα απ’ αυτό το μισητό πράγμα») και χωρίς καμιά περίσπαση αφοσιώνεται στη συμπλήρωση του ποιητικού του έργου. Το 1926 η κυβέρνηση του δικτάτορα Πάγκαλου απονέμει στον Καβάφη το παράσημο του Φοίνικος, διάκριση την οποία ο ποιητής αποδέχεται υποστηρίζοντας ότι «Το παράσημο μου το απένειμε η Ελληνική Πολιτεία, την οποία σέβομαι και αγαπώ. Η επιστροφή του παρασήμου θα είναι προσβολή εκ μέρους μου προς την Ελληνικήν Πολιτείαν γι’ αυτό και το κρατώ». Το 1927 γνωρίζεται με τη Μαρίκα Κοτοπούλη και το Νίκο Καζαντζάκη. Από το 1930 αρχίζει να υποφέρει από το λάρυγγά του και τον Ιούλιο του 1932 οι γιατροί διαγιγνώσκουν καρκίνο του λάρυγγα. Πηγαίνει στην Αθήνα όπου εισάγεται σε νοσοκομείο και του γίνεται τραχειοτομία. Μετά από τετράμηνη παραμονή στην Αθήνα, επιστρέφει στην Αλεξάνδρεια όπου και το επόμενο έτος, 1933, στις 29 Απριλίου, μέρα των γενεθλίων του, πεθαίνει.
Η νεολιθική θεά του Τυρνάβου (6000 π.Χ)
Γράφει η Κωνσταντίνα Πατσή, Φιλόλογος, διευθύντρια ΓΕ.Λ Τυρνάβου
Το προϊστορικό παρελθόν δεν είναι, συνήθως, ιδιαίτερα δημοφιλές Κάποτε έρχεται στην επιφάνεια είτε ως εξωτικό και μυστηριώδες περιβάλλον μιας ρομαντικής, σχεδόν, καταφυγής είτε ως η πανάρχαια ρίζα του δυτικού πολιτισμού (Kοσμάς Τουλούμης).
Κατάλοιπα-μαρτυρίες ενός από τους πρωιμότερους γεωργοκτηνοτροφικούς πολιτισμούς της Ευρώπης που αναπτύχθηκε στη Θεσσαλία συνδεδεμένου με τις πανάρχαιες ρίζες του δυτικού πολιτισμού ήταν θαμμένα για χιλιετηρίδες στην εύφορη γη της περιοχής του Τυρνάβου, η οποία λόγω των ιδιαίτερων μορφολογικών χαρακτηριστικών της προσέλκυσε τον άνθρωπο από την αυγή ακόμα του πολιτισμού του. ήδη από την πρώιμη παλαιολιθική εποχή (200-400 χιλιάδες χρόνια πριν από σήμερα) επιλέγονται ως τόποι εγκατάστασης του ανθρώπου κοντινές στην πόλη μας περιοχές , ενώ από τη νεολιθική εποχή στην ευρύτερη περιοχή της πόλης μας δημιουργούνται οι πρώτοι οικισμοί (μαγούλα Καραγάτς ή Μπαλαμπάνη, Βρύση ή Αγία Άννα )
Ένας μυθικός, ανεκπλήρωτος έρωτας …στις όχθες του Πηνειού.
Apollo und Daphne- Jean Baptiste van Loo
Ο Απόλλωνας, ο θεός του φωτός, της μαντικής τέχνης, προστάτης των καλών τεχνών , των οραμάτων, της θεραπείας κ.α είναι ο δίδυμος αδελφός της θεάς Άρτεμης. Πατέρας του είναι ο Δίας και μητέρα του η Λητώ. Ο Δίας σε μία από τις πολλές απιστίες του στην Ήρα, ερωτεύτηκε την Λητώ και έσμιξε μαζί της. Μη μπορώντας η Ήρα να τιμωρήσει τον άπιστο σύζυγό της έστρεψε την οργή της στη Λητώ και δεν της επέτρεπε να βρει τόπο να γεννήσει. Η Λητώ τελικά μετά από αναζήτηση γέννησε σε ένα πλεούμενο ξερονήσι, το οποίο φανέρωσε ο Ποσειδώνας και το οποίο δεν φοβόταν την οργή της Ήρας. Το νησί ήταν άγονο και δεν προσφερόταν ούτε για καλλιέργεια, ούτε για κτηνοτροφική δραστηριότητα, έτσι δεν είχε να χάσει τίποτα, όταν η οργή της βασίλισσας των Θεών θα έπεφτε πάνω του. Το όνομά του αρχικά ήταν Ορτυγία και σήμαινε γη των ορτυκιών στη συνέχεια, όμως, μετά την γέννηση του Απόλλωνα και αφού ο Θεός το στερέωσε με τέσσερις πασσάλους στο βυθό, το ονόμασε Δήλο (Φωτεινό). Το μέρος είχε βρεθεί για την γέννηση των θεών, παρόλα αυτά όμως η Λητώ δεν μπορούσε να γεννήσει τους θεούς, αφού η Ήρα, κράταγε στον Όλυμπο την Ειλειθυία, την θεά των αίσιων τοκετών. Η Δήμητρα, η Αθηνά και η Αφροδίτη έσπευσαν σε βοήθεια της σπαράζουσας τιτάνιδας όμως, ήταν αδύνατο να γεννήσει η Λητώ παρά την παρουσία τους, χωρίς την συγκατάθεση της Ήρας. Τότε οι θεές έστειλαν την Ίριδα στην Ήρα για να την πείσει, προσφέροντάς της και ένα περίτεχνο περιδέραιο κατασκευασμένο από τον Ήφαιστο. Η Ήρα το δέχτηκε και ηρέμησε, αφήνοντας την Ειλειθυία να πάει στη Δήλο. Μετά από την τεράστια ταλαιπωρία της η Λητώ κατάφερε να γεννήσει, πρώτα την Άρτεμη και μετά τον Απόλλωνα.
Ο Απόλλωνας ήταν ένας από τους ομορφότερους Ολύμπιους θεούς. Κι όμως, αρκετές φορές δεν βρήκε ανταπόκριση στον έρωτά του. Αυτές που κυρίως έκαναν την καρδιά του θεού να χτυπήσει ήσαν οι Νύμφες. Ο πρώτος αποτυχημένος έρωτάς του η Νύμφη Δάφνη, η οποία μεταμορφώθηκε στο ομώνυμο δέντρο.
Η Δάφνη, κόρη του Πηνειού ποταμού και της Γαίας, πολύ γρήγορα ακούστηκε παντού για την ομορφιά της. Η Νύμφη ολημερίς κυνηγούσε στα δάση, σαν τη θεά Άρτεμη, και κουβέντα δεν ήθελε να ακούσει για τα τόσα παλικάρια που την πολιορκούσαν. Του κάκου αυτά τη ζητούσαν για γυναίκα. Άδικα πάσχιζε ο πατέρας της, ο Πηνειός, να την πείσει να παντρευτεί και να του χαρίσει εγγόνια. Ο Απόλλων ερωτεύτηκε τη Νύμφη Δάφνη, την κόρη του θεού ποταμού Πηνειού της Θεσσαλίας. Όταν κάποτε τη συνάντησε ο Απόλλωνας, θαμπώθηκε από την ομορφιά της και θέλησε να την κάνει δική του. Η Νύμφη όμως δεν ανταποκρίθηκε στον έρωτα του θεού και κατέφυγε στο βουνό. Μερόνυχτα ολόκληρα ο Φοίβος (προσωνυμία του Απόλλωνα) την κυνηγούσε ανάμεσα στους θάμνους και τα πουρνάρια, φωνάζοντάς της πως δεν ήταν ένας τυχαίος γαμπρός, αλλά ο λαμπρός Απόλλωνας, που τον τιμούσαν θεοί και θνητοί. Ο μύθος λέει ότι για να ξεφύγει από τον Απόλλωνα και να γλυτώσει από την επίμονη πολιορκία του, παρακάλεσε τον πατέρα της, τον Πηνειό, να την μεταμορφώσει. Εκείνος της έκανε το χατίρι και τη μεταμόρφωσε σε δέντρο-τη δάφνη- που ρίζωσε στις όχθες του ποταμού Πηνειού. Απελπισμένος και μετανιωμένος ο Απόλλωνας καθαγίασε τη δάφνη και την έκανε ιερό φυτό της λατρείας του. Ο Απόλλωνας απαρηγόρητος έκοψε φύλλα από τα κλαδιά της και στέφτηκε με αυτά. Από τότε προς τιμήν του έρωτά του οι ήρωες και οι νικητές στέφονται με ένα δάφνινο στεφάνι.
Ο Λατίνος ποιητής Οβίδιος στο πρώτο βιβλίο των Μεταμορφώσεων δίνει με στίχους τον μύθο ( μετάφραση του Αλκιβιάδη- Μιχάλη Κωνσταντόπουλου):
«Τη Δάφνη πρωταγάπησε κάποτε ο Απόλλων,
που από θυμό τον έσπρωξε ο Έρωτας σε εκείνη.
Όταν ο Φοίβος σκότωσε το Δράκο και χαιρόταν,
τον Έρωτα ειρωνεύθηκε, για τα δικά του βέλη.
«Τι θες, εσύ, μικρό παιδί κι έχεις τέτοια όπλα;
Αυτά μόνο ταιριάζουνε στους ώμους τους δικούς μου.
Εγώ μπορώ τον κάθε εχθρό με αυτά να εξοντώνω.
Πριν από λίγο ξάπλωσα τον Πύθωνα στο χώμα,
και τον τεράστιο όγκο του τον γέμισα σαΐτες.
Να μην ανακατεύεσαι με τα δικά μου όπλα
και μη ζητάς να σ’ επαινούν για τις δικές μου χάρες.
Μείνε με τη λαμπάδα σου, αγάπες να φουντώνεις.»
Αμέσως ανταπάντησε ο γιος της Αφροδίτης.
«Εσύ, που όλους τους στόχους σου με βέλη σημαδεύεις
και κάθε πλάσμα ζωντανό στο έδαφος ξαπλώνεις,
πάντα θα υπολείπεσαι της δόξας της δικής μου,
κι ετοιμάσου να δεχτείς τα ερωτικά μου βέλη.»
Με τα φτερά του πέταξε σκίζοντας τον αέρα
κι απ’ την κορφή του Παρνασσού στρώθηκε στο σημάδι.
Απ’ τις χορδές του τόξου του έφυγαν δυο σαΐτες,
που η μια σβήνει τον έρωτα κι η άλλη τον ανάβει.
Η δεύτερη, η ολόχρυση, με αιχμηρή τη μύτη
κάρφωσε τον Απόλλωνα και του ανάβει πόθο.
Η πρώτη, που ήταν χάλκινη με μύτη στομωμένη
στη Δάφνη πάνω κάρφωσε, στου Πηνειού την κόρη..
Ο Απόλλων ερωτεύεται την όμορφη τη Νύμφη,
μα αυτή δεν καταδέχεται να μάθει το όνομά του,
και μοναχή της κυνηγά αγρίμια μες στο δάσος
με μια ταινία στα μαλλιά, στην Άρτεμη να μοιάζει.
………………………………………………………
Ο Απόλλωνας την αγαπά. Θέλει να την κερδίσει.
Γυρεύει ανταπόκριση, μα όλα τον προδίδουν
κι η μαντική η τέχνη του ανώφελη του είναι.
Όπως αρπάζουνε φωτιά τα καλαμένια στάχυα,
από δαδί που άτυχα πλησίασε το φράχτη
ή το ‘ριξε απρόσεχτα, σαν έφεξε η μέρα,
διαβάτης κι άρπαξε φωτιά και φούντωσε η φλόγα
έτσι φλογίζεται ο θεός, καίγεται η καρδιά του
γιατί εκεί μέσα κατοικεί ο μάταιος ερωτάς του
Βλέπει τα αστόλιστα μαλλιά να χύνονται στους ώμους
-αλήθεια πώς να έμοιαζαν σαν θα ‘ταν στολισμένα;-
Τα μάτια της παρατηρεί, που λάμπουνε σαν άστρα.
Τα δάχτυλα, τα χέρια της με τα γυμνά της μπράτσα
και το μικρό το στόμα της, -τι μάταιο να βλέπει!
Με το μυαλό φαντάζεται και τα κρυφά της μέρη.
Η Δάφνη φεύγει γρήγορα όταν τον συναντάει.
Δεν κάθεται ούτε λεπτό τα λόγια του ν’ ακούσει.
«Σε ικετεύω, Νύμφη μου, μείνε! Δεν είμ’ εχθρός σου.
Μην τρέχεις όπως φεύγουνε τα αρνιά μπροστά στο λύκο,
τα ελάφια μπρος στο λέοντα κι όπως τα περιστέρια
με τα τρεμάμενα φτερά μπρος στ’ αετού τη θέα.
Απόλλων και Δάφνη.
Εκείνα έχουν πίσω τους καθένα τον εχθρό του,
όμως εσύ ξοπίσω σου τον ερωτά μου έχεις.
Φυλάξου να μην γκρεμιστείς και πέσεις στα αγκάθια
και χαραχτούν οι γάμπες σου μ’ αταίριαστα σημάδια
και προκαλέσω άθελα τέτοιο δικό σου πόνο.
Μην είσαι τόσο βιαστική! Σταμάτα να φοβάσαι,
θα περπατάω πίσω σου αν πάψεις τη φυγή σου.
Να μάθεις δε με ρώτησες ποιο είναι το όνομά μου.
Δεν είμαι εγώ απ’ τα βουνά, μα ούτε και τσοπάνος
να βόσκω τα κοπάδια μου σε τούτα εδώ τα μέρη.
Αν ήξερες ποιος ήμουνα δε θα ‘τρεχες καθόλου.
Δική μου η χώρα των Δελφών, η Τένεδος κι η Κλάρος,
κι εμένα όλοι προσκυνούν στην πόλη των Πατάρων.
Ο Δίας είν’ πατέρας μου, κι εγώ αποκαλύπτω
μελλούμενα και τωρινά κι αυτά που έχουν γίνει.
Με τις χορδές της λύρας μου δένονται τα τραγούδια.
Τα βέλη μου αλάθευτα, βρίσκουν παντού το στόχο,
όπως αυτό που άνοιξε πληγή μες στην καρδιά μου.
Την ιατρική ανακάλυψα κι ο κόσμος με ικετεύει,
στα χέρια μου τα βότανα βρίσκουν τη δύναμή τους,
μα βότανο δε βρίσκεται τον έρωτα να γιάνει
κι όλες οι τέχνες άχρηστες είναι για μένα τώρα.»
Θα ‘λεγε περισσότερα, μα η Πηνειίδα Νύμφη
τα λόγια του δεν κάθισε ούτε στιγμή ν’ ακούσει,
και προσπαθούσε να σωθεί με βήμα φοβισμένο.
Ο αέρας, καθώς έτρεχε, γύμνωνε το κορμί της,
το ρούχο της ανέμιζε. Και τα λυτά μαλλιά της
η αύρα με απαλές πνοές τα ‘στελνε προς τα πίσω.
Και η φυγή την έκανε πιο όμορφη να μοιάζει.
Στο ρέμα που συνάντησε κάνει την προσευχή της.
«Πατέρα, αν έχουν δύναμη ακόμη τα ποτάμια
βοήθα με και άλλαξε την όμορφη θωριά μου
γιατί αιτία είναι αυτή της περιπέτειάς μου.»
Σαν τέλειωσε η προσευχή, μούδιασε το κορμί της,
φλοιός λεπτός της κάλυψε τα δροσερά της στήθη.
Τα χέρια έγιναν κλαδιά και τα μαλλιά της φύλλα,
τα πόδια της τα γρήγορα στη γη βαθιά ριζώσαν.
Το πρόσωπό της σκέπασε η φυλλωσιά του θάμνου
κι από όλη της την ομορφιά απόμεινε η λάμψη.
Μα ο Θεός δεν έπαψε και τώρα να τη θέλει.
Το δέντρο σαν πλησίασε τ’ αγγίζει με το χέρι
και κάτω απ’ το λεπτό φλοιό ακούει την καρδιά της.
Σφιχταγκαλιάζει τα κλαδιά, φιλάει τον κορμό της
-σαν να ‘χε σάρκα και οστά- μ’ αυτός τον αποφεύγει.
«Αφού γυναίκα δεν μπορείς να γίνεις πια δική μου,
το δέντρο τώρα που ‘γινες αιώνια θα μ’ ανήκει.
Στεφάνι θα σε βάζω εγώ επάνω στα μαλλιά μου,
στολίδι και στη λύρα μου και γύρω απ’ τη φαρέτρα
και τους Ρωμαίους στρατηγούς, εσύ θα συνοδεύεις,
όταν με ατέλειωτες πομπές το θρίαμβο θα ψάλλουν
και θ’ αντηχούν στο Λάτιο χαρμόσυνα τραγούδια
Σαν τα μαλλιά μου που ποτέ δε γνώρισαν ψαλίδι
και το κεφάλι μου ανθηρό για πάντα το κρατάνε,
έτσι κι εσύ τα φύλλα σου ποτέ σου δε θα χάνεις.»
Κούνησε η Δάφνη την κορφή όπως ένα κεφάλι
που γνέφει καταφατικά, δείγμα πως συμφωνούσε.» (Οβίδιος, “Μεταμορφώσεις”, στ. 452-567»
Πηγές
Ελληνική Ιστορία – Ελληνική Ιστορία – Απόλλωνας
http://www.dionisos12.com/ierarchia-onton/theoi/olympioi-theoi/theos-apollon
https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%AC%CF%86%CE%BD%CE%B7_(%CE%BD%CF%8D%CE%BC%CF%86%CE%B7)
http://vagiablog.blogspot.gr/2014/08/blog-post_27.html
* Η Κωνσταντινιά Πατσή είναι Διευθύντρια του ΓΕΛ Τυρνάβου. Πτυχιούχος της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, κάτοχος Μεταπτυχιακού διπλώματος Master of Business Administration (MBA) του Staffordshire University
Καλημέρα κόσμε!
Καλωσήρθατε στο Blogs.sch.gr. Αυτό είναι το πρώτο σας άρθρο. Αλλάξτε το ή διαγράψτε το και αρχίστε το “Ιστολογείν”!
















