<<ΜΙΑ ΔΥΝΑΤΗ ΦΙΛΙΑ>>
– << Μετά το σχολείο, τι θα έλεγες να πάμε βόλτα;>>
– << Δεν ξέρω, θα με περιμένουν στο σπίτι. Αλλά… ίσως να πάμε για λίγο.>>
Λοιπόν, ας σας συστήσω τα δύο αυτά κορίτσια. Τη μία την λένε Ιζαμπέλα, είναι ένα πάρα πολύ πλούσιο κορίτσι, ο μπαμπάς της είναι εφοπλιστής. Επίσης η Ιζαμπέλα έχει ταξιδέψει σχεδόν σε όλο τον κόσμο. Παρόλα που είναι πολύ πλούσια, είναι και πολύ προσγειωμένη δεν νιώθει σαν τους περισσότερους πλούσιους που πιστεύουν ότι με τα λεφτά τους μπορούν να αγοράσουν τα πάντα. Όμως η Ιζαμπέλα νιώθει και πολύ μοναξιά γιατί ώρες – ώρες οι γονείς της δεν την καταλαβαίνουν.
Αυτή, την μοναξιά την νιώθει πάντα, την ξεχνάει όμως όταν βρίσκεται με την κολλητή της την Θωμαή. Η Θωμαή σε αντίθεση με την Ιζαμπέλα, είναι φτωχή. Οι γονείς της τα βγάζουν πέρα με το ζόρι. Αυτή είχε προτείνει κάποια στιγμή να δουλέψει, αλλά οι γονείς της δεν την άφησαν, γιατί ήξεραν ότι, αν το έκανε, θα χαλούσε το μέλλον της.
Τελικά, τα κορίτσια, μετά το σχολείο πήγαν βόλτα. Αυτό τους έκανε πολύ καλό, γιατί είπε η μια στην άλλη τα προβλήματα που είχε. Η Ιζαμπέλα ήταν πολύ στενοχωρημένη γιατί οι γονείς της μαλώνουν συνεχώς και φοβάται μη χωρίσουν. Η Θωμαή είναι και αυτή πολύ στενοχωρημένη γιατί τους αύξησαν το ενοίκιο και οι γονείς της δεν είχαν τόσα λεφτά να το πληρώσουν, έτσι η Θωμαή φοβάται μήπως μείνουν στο δρόμο. Αφού η μια παρηγόρησε την άλλη, γύρισαν σπίτια τους.
Η Ιζαμπέλα, μόλις γύρισε σπίτι της, αντιμετώπισε το ίδιο σκηνικό: τους γονείς της να μαλώνουν. Αυτή, πήγε στο δωμάτιό της να διαβάσει. Κάποια στιγμή, χτύπησε η πόρτα΄ήταν η μαμά της και της ζήτησε να κατέβει λίγο στο σαλόνι.
Η Ιζαμπέλα, είδε εκεί τον μπαμπά της, ο οποίος και ξεκίνησε να της μιλάει.
– «Ιζαμπέλα, σε είδε ο σοφέρ, σήμερα που έκανες βόλτα με ένα κορίτσι. Πληροφορήθηκα ότι την λένε Θωμαή και είναι πολύ φτωχή. Αληθεύει;»
– «Ναι, αλλά είναι Η ΚΑΛΥΤΕΡΗ ΜΟΥ ΦΙΛΗ!!! Την εμπιστεύομαι και με εμπιστεύεται!» του απάντησε αποφασιστικά η Ιζαμπέλα.
– «Λες ανοησίες! Αυτοί οι άνθρωποι, θέλουν να μας πάρουν λεφτά. Να τους λυπηθούμε! Και εσύ έπεσες στην παγίδα!» είπε αγριεμένα ο μπαμπάς της.
– «Μπαμπά τι λες; Η Θωμαή και η οικογένειά της δεν είναι τέτοιοι άνθρωποι. Δε δέχονται χρήματα από άλλους. Γιατί δε θέλουν να τους λυπούνται.»
– «Νομίζεις!»
– «Είμαι σίγουρη, μπαμπά. Άλλωστε και εσύ πριν γίνεις πλούσιος, ήσουνα φτωχός, πιο φτωχός από την…»
– «Σταμάτα! Σου απαγορεύω να κάνεις παρέα με αυτήν την… δεν μπορώ να την περιγράψω! Από εδώ και πέρα, θα κάνεις παρέα με την Ελεονόρα που είναι κορίτσι της κοινωνίας μας.»
– « Μα μπαμπά… Εγώ, δεν…»
– «Τελεία και παύλα, Ιζαμπέλα.»
– « Πάντως να το ξέρεις, είσαι άδικος!» του είπε η Ιζαμπέλα και έφυγε κλαίγοντας.
Ανέβηκε στο δωμάτιό της και τηλεφώνησε στη Θωμαή.
– « Γεια σου Θωμαή, τι κάνεις;»
– « Εγώ καλά είμαι, εσύ τι έπαθες και ακούγεσαι έτσι;»
– « Να ο μπαμπάς μου έμαθε ότι κάνουμε παρέα……»
– « Σου ζήτησε, να φανταστώ να κάνεις παρέα με την Ελεονόρα. ‘Έτσι;»
– « Ακριβώς. Μακάρι να ήξερε τι πραγματικά είναι η Ελεονόρα.»
– « Άκου, έχω ένα σχέδιο»
– « Για πες….»
– « Λοιπόν, θα μαλώσουμε εικονικά, και…….»
Τα κορίτσια πράγματι συμπεριφέρονταν σαν μαλωμένες για τις επόμενες μέρες. Και η Ιζαμπέλα έκανε παρέα με την Ελεονόρα. Έτσι ο μπαμπάς της, ήταν ευτυχισμένος καθώς μάθαινε τι γινόταν από τον σοφέρ που παρακολουθούσε την Ιζαμπέλα.
Όμως, η χαρά του μπαμπά της, κόπηκε όταν έμαθε ότι η Ελεονόρα έδωσε ένα τσιγάρο στην Ιζαμπέλα, και ακόμα ότι η Ελεονόρα έπινε. Τότε θεώρησε ότι η Ελεονόρα ήταν πολύ κακή επιρροή για την κόρη του. Ένιωθε και τύψεις γιατί η κόρη του είχε μια πολύ καλή φίλη και αυτός της ζήτησε να μαλώσουν.
Τότε αποφάσισε να φωνάξει στο σπίτι τους την Θωμαή, να της ζητήσει να τον συγχωρήσει για την συμπεριφορά του και να ξαναγίνει φίλη με την κόρη του. Και πράγματι έτσι έγινε. Η Θωμαή, ακόμα του ζήτησε μια χάρη να μην μαλώνουν με την γυναίκα του μπροστά στην Ιζαμπέλα γιατί φοβάται ότι θα χωρίσουν. Και αυτός την ευχαρίστησε.
Η Θωμαή και η Ιζαμπέλα πλέον κάνουν πιο πολύ παρέα και οι γονείς της Ιζαμπέλας δεν έχουν πρόβλημα. Ακόμα, όταν ο μπαμπάς της Ιζαμπέλας έμαθε για το πρόβλημα της Θωμαής. Πλήρωσε αυτός κρυφά το ενοίκιο και πρόσφερε στον μπαμπά και στη μαμά της Θωμαής δουλειά σε μία από τις εταιρείες του.
Τραϊανού Μαρία