Ο τόμος αυτός είναι ο τέταρτος στή σειρά οδοιπορικών μας στίς ομόδοξες, πολύπαθες χώρες του Βορρά και έχει τη δική του ιδιομορφία: Πέρα από τήν περιγραφή κάποιων περιοχών, ασχολείται και με ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα των χωρών αυτών: το εγκαταλελειμμένο παιδί. Μέ στόχο νά κάνει, πρώτον, συγκοινωνούς του προβλήματος περισσότερους ανθρώπους. Και δεύτερον, νά ενημερώσει όλους όσους συνέδραμαν καί συνδράμουν στήν ιερή προσπάθεια ώστε νά ‘ρθουν ακόμη πιό κοντά καί νά βοηθήσουν αυτά τά παιδιά, είτε υλικά ή ηθικά, είτε άμεσα ή έμμεσα, είτε επώνυμα ή ανώνυμα…
«Μέ λένε Πάβελ και είμαι απο τη Σιβηρία. Ο μπαμπάς μου και η μαμά μου δέν τα πήγαιναν και τόσο καλά. Ολο τσακώνονταν και έπιναν. Ο μπαμπάς μου χτυπούσε τη μαμά μου. Μια μέρα τη χτύπησε πάρα πολύ. Επειτα την πήγε στο δάσος. Την έδεσε με ένα σύρμα και την έπνιξε μέσα στό βάλτο. Τώρα είναι στη φυλακή κι εγώ ζώ με τον παππού και τη γιαγιά μου…»
«Ονομάζομαι Ολεγκ καί είμαι 12 ετών. Γεννήθηκα σε μια όμορφη πόλη, τη Γιάλτα και είμαστε έξι αδέλφια, δύο αγόρια και τέσσερα κορίτσια. Ομως η μαμά μου και ο μπαμπάς μου έπιναν πολύ, ήταν διαρκώς μεθυσμένοι και δεν μας φρόντιζαν καθόλου. Πρίν από πέντε χρόνια βρεθήκαμε στους δρόμους. Δέν είχαμε που νά κοιμηθούμε και τί να φάμε. Ψάχναμε στα σκουπίδια και ζητιανεύαμε. Αδυνατίσαμε πολύ. Παραλίγο νά πεθάνουμε. Κάποιοι καλοί άνθρωποι μας πήγαν στο νοσοκομείο. Για αρκετές μέρες μας έκαναν θεραπεία για να δυναμώσουμε, ενώ από τον μπαμπά και τη μαμά πήραν τα γονικά δικαιώματα. Αφού συνήλθαμε μας έφεραν στο ίδρυμα για τα εγκαταλελειμμένα ορφανά παιδιά…»
(από το οπισθόφυλλο της έκδοσης)