ΕΙΣ    ΜΝΗΜΗΝ     ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ    Κ.     ΣΤΕΦΟΠΟΥΛΟΥ

Ομιλία της 07.12.07, στο Δημοτικό Σχολείο Χρισσού

Σήμερα το Χρισσό τιμά ένα άξιο τέκνο του ? τον «ιστοριογράφο», όπως ήθελε και ο ίδιος να τον καλούν, Δημήτριο Στεφόπουλο.

Ο Δημήτριος Στεφόπουλος γεννήθηκε το 1906 στο Χρισσο?όπου και έκλεισε τα μάτια του, το 1975, σε ηλικία 69 ετών. Υπηρέτησε αρχικά στην Xωροφυλακή ?και κατόπιν στην Αστυνομία Πόλεων, από την οποία συνταξιοδοτήθηκε σε πολύ μικρή ηλικία [μόλις 29 ετών] λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας. Παρ’ ολ? αυτά , στρατεύθηκε το 1940, κατά την ιταλική εισβολή ?και υπηρέτησε στο αλβανικό μέτωπο ?όπου και  τραυματίσθηκε στο χέρι. Ακολούθησαν τα δύσκολα χρόνια της κατοχής, στα οποία κι? αυτός [όπως και ολόκληρο το χωριό] έζησε δύσκολες στιγμές.

     Οι παλαιότεροι θυμούνται τον «μικρόν το δέμας» κυρ-Δημήτρη [παρανόμι : «Παυσανίας»] να περιδιαβαίνει, εκεί γύρω στα μέσα της δεκαετίας του 1960 ? και μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 1970 ? τα χωριά της περιοχής,  πωλώντας τα βιβλία που εξέδιδε ο ίδιος, «ιδίοις αναλώμασι»? Ήταν το 1963 η το 1964 που εμφανίσθηκε στο φαρμακείο του δρόσου Κραββαρτόγιαννου ?μετέπειτα εκδότη των «Τετράμηνων» και των «Φωκικών Χρονικών»- έχοντας ανά χείρας το βιβλίο του «Κρίσσα-ιστορική μελέτη». Συστήθηκε στον Κραββαρτόγιαννο ως «ιστοριογράφος» – και  του είπε ότι θα ασχολείται με την συγγραφή βιβλίων για την ιστορία της περιοχής. Δεν απέκρυψε το γεγονός της πενίας του ?εξ άλλου, αυτό το εδήλωνε ο ίδιος στο εισαγωγικό σημείωμα της πρώτης, ήδη, παρουσίας του στην βιβλιογραφία : «Παρακαλώ όπως τύχη τούτο [το βιβλίον μου] της ευμενούς εγκρίσεως σας, καθώς και της απολύτου υποστηρίξεως σας, δεδομένου ότι τυγχάνω ένας πτωχός ανάπηρος και οικογενειάρχης». Δεν πρέπει να εκλάβουμε αυτήν την ομολογία του για την οικονομική του κατάσταση ως ομολογία για το κίνητρο του για ενασχόληση με την Ιστοριογραφία : Τα βιβλία του ήταν αυτοεκδόσεις, οπωσδήποτε δαπανηρές για τον ίδιο ?και έπρεπε να στηριχθεί στην υπόθεση ότι θα είλκυαν το ενδιαφέρον του κοινού ?διαφορετικά, η ίδια η δραστηριότητα της συγγραφής και της έκδοσης αυτών των βιβλίων θα σταματούσε? Φαίνεται ότι στα πλαίσια της ενίσχυσης των εκδόσεων αυτών πρέπει να εντάξουμε και το γεγονός ότι είχε ασχοληθεί με την εκδοσή καρτών, κατά μια μαρτυρία?

      Στον υπέρτιτλο της πρώτης του έκδοσης ο Στεφόπουλος αναφέρει δυο ιδιότητες του που έχουν σημασία για την σκιαγράφηση της μορφής του : πρωτ? απ? όλα, ήταν συνταξιούχος στρατιωτικός [με μια πενιχρή, οπωσδήποτε, σύνταξη ?που, όπως ο ίδιος ομολογεί, δεν του έφθανε ούτε την οικογένεια του να θρέψει] ? και , μετά, υπήρξε «Υπογραμματεύς Κοινότητος Χρισσού». Η θητεία του στο στράτευμα του εδίδαξε την πειθαρχία του συγγραφέα στο θέμα του ? ενώ η θέση του στην κοινότητα Χρισσού του παρείχε την πρόσβαση σε πρωτογενές ιστοριογραφικό υλικό ? το οποίο κάνει τα κείμενα του πραγματικά ανεκτίμητα για την σημερινή έρευνα. Ο ίδιος ο Κραβαρτόγιαννος παραπέμπει αργότερα [σε δικό του βιβλίο,  για τα έγγραφα της οικογενείας Καρανάκη] σε πηγές που παραθέτει ο Στεφόπουλος: Αυτή η έμμεση αναγνώριση της αξίας του έργου του Στεφόπουλου δείχνει την αξιοσύνη του και την  ικανότητα της διάκρισης μεταξύ σημαντικού και ασήμαντου στην Ιστοριογραφία?.

       Όπως δηλώνει ο ίδιος στο προλογικό σημείωμα του βιβλίου «Κρίσσα-ιστορική μελέτη», έχει χρησιμοποιήσει στο έργο του όχι μόνον ?τον Α? τόμο του υποθηκοφυλακείου Αμφίσσης» -αλλά και τα «Απομνημονεύματα του Καπετάν Θανάση Κουτρούμπα εκ Χρισσού» -καθώς και «διάφορες  ιστορικές παραδόσεις»: ο Στεφόπουλος είχε τα μάτια του ανοιχτά σε όλες τις τοπικές πηγές ? η αγάπη του για την τοπική ιστορία ήταν άδολη και η ενασχόληση μαζί της συστηματική?

     Τα βιβλία που εξέδωσε μετά το 1963, είναι μάρτυρες της αδιάλειπτης ενασχόλησης του με την έρευνα και την συγγραφή: «αρχαία Κρίσσα και αρχαία Κίρρα -1965 », «Ιστορικαί μελέται αρχαίων πόλεων [Αμφίσσης, Μυωνίας, Οιανθείας, Κίρρας, Κρίσσας, Ιτέας], 1967 » , «Ιστορικαί μελέται αρχαίων πόλεων Παρνασσίδος [Αμφίσσης, Κρίσσας, Κίρρας, Ιτέας, Οιανθείας, Μυωνίας, Εχεδάμειας, Αντικίρρας], 1970 », «Ιστορικαί μελέται αρχαίων πόλεων, κωμοπόλεων και χωριών Παρνασσίδος, 1971 » , «Ιστορία της Φωκίδος, 1975 ».

      Σε κάθε ένα απ? αυτά τα πονήματα, ο Στεφόπουλος διευρύνει  τα όρια των αναζητήσεων του ?έτσι  που, στο τελευταίο βιβλίο του [την «Ιστορία της Φωκίδος»] να περιλάβουν ολόκληρο τον νομό Φωκίδος? Σ? αυτό, ακριβώς, το βιβλίο κάνει κάτι που δεν πέρασε καν από το μυαλό των προϊσταμένων των Υπηρεσιών του νομού μας, διαχρονικά: Είχε την έμπνευση να στείλει σε όλους τους Κοινοτάρχες και Δημάρχους της Φωκίδας επιστολές με την παράκληση να στείλουν εκείνοι, γραπτώς, λίγα λόγια για τα μνημεία και την ιστορία του χωριού τους ? τα οποία παρέθετε ο ίδιος σχεδόν αυτούσια, αναφέροντας πάντοτε την πηγή του. Ο στόχος του Στεφόπουλου δεν ήταν η προσωπική προβολή ? άλλα η διάσωση των μνημείων, των κειμηλίων και των παραδόσεων του τόπου του.

     Ο Στεφόπουλος είναι μεταξύ των πρώτων που αναφέρεται σε αρχαιότητες του νομού που δεν είχαν ακόμη ελκύσει το ενδιαφέρον της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας ? όπως συμβαίνει, π.χ., στην περίπτωση των αρχαιοτήτων Δεσφίνας ? η  του Παλαιοαξαριου, όπου τοποθετεί την αρχαία Ποτιδάνεια.   Στην περίπτωση του Καλλίου, ο Στεφόπουλος κάνει μια πρώτη περιγραφή των αρχαιοτήτων ?λίγα χρόνια πριν τις ανασκαφές του εφόρου Θέμελη και την καταβύθιση των ερειπίων στο φράγμα του Μόρνου: «Δυτικά του χωριού υπάρχει το παλιό υδραγωγείο, ανεμόμυλος, αρχαίοι σκαλιστοί τάφοι επί βράχων, καθώς και μαρμάρινοι τοιούτοι».

    Γράφει στην «Ιστορία της Φωκίδος» ,με αφορμή την περίπτωση ενός κοινοτάρχη που δεν είχε ανταποκριθεί στην παράκληση του: «Μετά λύπης μας γνωρίζομεν στους αναγνώστας μας ότι παρ? όλας και κατ? επανάληψιν παρακλήσεις μας προς τους κ.κ. Προέδρους των Κοινοτήτων Δωρίδος, δεν μας απέστειλαν το ιστορικόν του χωρίου των, ειμή και μόνον όσοι μας απέστειλαν τούτο, τους οποίους και περιγράφωμεν το πλήρες ιστορικόν του χωρίου των, ευθυνόμενοι μόνον αυτοί οι ίδιοι δια την αμέλειαν των και απερισκεψίαν των».

             Αξίζει τον κόπο να περιδιαβάσουμε την «Ιστορία της Φωκίδος» για να λάβουμε μια ιδέα για το έργο του και τα στοιχεία που διέσωσε:

          Γράφει για το δικό του το χωριό ,το Χρισσό, με περισσή αγάπη: «είναι τώρα χωριό, ενώ άλλοτε ήτο μια μεγάλη κωμόπολις με πληθυσμόν άνω των 1500 κατοίκων, ήτο πρωτεύουσα του Δήμου Κρίσσης με Δημαρχίαν, Ειρηνοδικείον, Αστυνομία και Σχολαρχείον. Σήμερον αριθμεί περί τους 1.000 κατοίκους. Κείται στους πρόποδας του Παρνασσού με κλίμα υγιεινό και ωραία θέα προς την θάλασσα, το όνομα του πήρε από την αρχαία πόλη Κρίσσα?». Γνωρίζει για την ιστορία του χωρίου λεπτομέρειες: «Τον 12ο αι. μ.Χ. επισκέπτεται την Κρίσσαν ο Ισραηλίτης περιηγητής Βενιαμίν Τολέδα και περιγράφει αυτήν πλουσίαν κώμην, ασχολουμένων των κατοίκων στην γεωργία, μεταξουργία, διαβιούντων εις αυτήν 200 Ισραηλιτών».

         Για τον Επτάλοφο, συμπληρώνει: «Χαρακτηριστικον είναι το γεγονός ότι κατά την πολιορκίαν των Σαλώνων [?] εφονεύθη [?] ο υιός του <Αγοριανίτη> οπλαρχηγού Καπετάν Τράκα Θεοδώρου, ονόματι Σταμάτης, το πρώτον θύμα του αγώνος. Πληροφορηθείς τον φόνον ο πατέρας του [?] λέγει: ??γάμος χωρίς σφαχτά δεν γίνεται??».

Το έργο του είναι γεμάτο με σπάνιες πληροφορίες. Για την Μονή Πανάσας, στην Γραβιά, δίνει την ημερομηνία  κτίσεως, από την κτιτορική της επιγραφή [1517]. αναφέρεται με λεπτομέρειες στα κειμήλια της Μονής Κουτσουρούς ? ενώ για την Μονή Βαρνακόβης  επισημαίνει την ίδρυση και λειτουργία κρυφού σχολειού «από το 1500», μια πληροφορία που δεν πρέπει να μείνει αδιερεύνητη σε μια εποχή που το θέμα του θεσμού αυτού ξανακινεί το ενδιαφέρον των Νεοελλήνων.

     Για το χωριό  Καστριώτισσα της Οίτης, αναφέρει ότι «το Παλαιό Κάστρο [?] διασώζεται ακόμα εις ερείπια νοτιοδυτικά του χωριού, με τεράστιους γεωμετρικούς ογκόλιθους από την αρχαίαν εποχήν των Οφιονέων Αιτωλών όπου <την> κατοικούσαν» – διορθώνοντας, έτσι, την λανθασμένη απόδοση των ερειπίων στην αρχαία Καλλίπολη?  Για την Μουσουνίτσα αναφέρει ότι «κατά την άλωσιν του Κάστρου των Σαλώνων έλαβεν μέρος ένας [1] Μουσουνισιώτης» -δίνοντας σημασία στην ιστορική «λεπτομέρεια»-που, όμως, έχει βαρύνουσα σημασία για την τοπική υπερηφάνεια? 

          Δεν παραλείπει ποτέ να αναφέρει τα τοπικά προϊόντα των χωριών ? ούτε και τα στοιχεία της τοπικής οικονομίας, την αγροτική και κτηνοτροφική παραγωγή. Για την Καστριώτισσα και την Κάτω Μουσουνίτσα γράφει: «Οι πλείστοι των κατοίκων της διαμένουν στην Αθήνα ως γαλατάδες και στην αλλοδαπήν». Πολλές φορές παρουσιάζει μια μεγάλη περιγραφική ικανότητα. Για το χωριό Σκλήθρο, λέει:

«Είναι μικρό χωριό ανάμεσα σε δάσος βαλανιδιών σε υψόμετρο 800 μέτρων [?] είναι χτισμένο στο βάθος μιας χοάνης ανάμεσα στις βουνοπλαγιές της Οίτης, φτωχό χωριό. Καθεδρικός ναός του ο Άγιος Γεώργιος. Πανηγυρίζουν την 23η Αυγούστου, εορτήν της Παναγίας, όπου ο ναός της βρίσκεται σε γραφικό, μαγευτικό μέρος, με την δροσερή πηγή του».

     Συχνά διατυπώνει και τις δικές του απόψεις για την αρχαία τοπογραφία: στην ενότητα «Γλυφάδα ? Δαφνοχώριον», τοποθετεί τον Ναό του Νεμείου Διός Ευπαλίου, γνωστόν από αρχαίες πηγές, στην θέση «Ομερ-Εφέντη» [σημερινό χωριό ??Καστράκι??].

         Σε ορισμένα σημεία φαίνεται η αγωνία του για την ερήμωση της υπαίθρου, που είχε ήδη αρχίσει επί των ημερών του: Για την Περιθιώτισσα των Βαρδουσίων, με το «υγιεινό κλίμα και <την> πλούσια βλάστηση», αναφέρει ότι «παραμένουν μόνον οι γέροι και αι γραίαι».

          Ακόμη και για χωριά που, στο σύνολο της επιστημονικής βιβλιογραφίας, δεν αντιπροσωπεύονται παρά με λίγες γραμμές ? ο Στεφόπουλος δίνει όσα στοιχεία μπορεί να μαζέψει ? και προσπαθεί να κάνει γνωστούς εκτός του στενού τους γεωγραφικού ορίζοντα, οικισμούς όπως την Ξυλογαϊδαρα, την Μακρινή, την Σώτενα, την Μηλιά, το Δροσάτο?

         Ο Δημήτριος Κ. Στεφόπουλος είναι ένας αφανής ήρωας των γραμμάτων μας ? η προσφορά του στην  ιστορία μας, την οποία με τόση ταπεινοσύνη επρόσφερε, είναι άξια λόγου ?και μαρτυρεί μια πάνκοινη [αλλά και παραγκωνισμένη] αλήθεια: Όση και να είναι η ενασχόληση των ειδικών επιστημόνων με μια περιοχή και την Ιστορία της, είναι οι ντόπιοι λόγιοι και το έργο τους ,που αφυπνίζουν το ενδιαφέρον του απλού λαού για τον τόπο του και τα μνημεία του.

ΣΩΤΗΡΗΣ ΡΑΠΤΟΠΟΥΛΟΣ,

ΘΥΜΙΟΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ,

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΖΑΧΑΡΟΠΟΥΛΟΥ