Τζιτζίκια στήσαν το χορό
Γιάννης Ρίτσος
Νόημα: Τα παιδιά παίζουν ένα καλοκαιρινό µεσηµέρι γύρω από ένα σµήνος τζιτζικιών, ενώ µια πεταλούδα υφαίνει µε το πέταγµά της ένα µαντιλάκι που θα ανακουφίσει την πίκρα του γερασµένου κόσµου.
Θεματικό κέντρο – Βασική ιδέα: Η χαρά και η ανεµελιά των παιδιών συνυπάρχουν µε την πίκρα και την κούραση των µεγάλων.
∆οµή – Πλαγιότιτλοι
- Ενότητα 1η (στροφή α′): Το παιχνίδι και η χαρά των παιδιών.
- Ενότητα 2η (στροφή β′): Η κούραση και η πίκρα των µεγάλων.
Πρόσωπα: τα παιδιά και ο γερασµένος κόσµος (τα τζιτζίκια και η πεταλούδα µπορούν να θεωρηθούν ως πρόσωπα εφόσον αλληλεπιδρούν εκούσια –πράγµα το οποίο είναι πιο σαφές για την πεταλούδα– µε τα ανθρώπινα πρόσωπα).
Χρόνος: καλοκαίρι. Στην πρώτη µάλιστα στροφή συγκεκριµενοποιείται: ο χρόνος είναι το καταµεσήµερο.
Τόπος: Ο τόπος δεν προσδιορίζεται µε ακρίβεια. Από την παρουσία, όµως, των τζιτζικιών και της πεταλούδας συνάγεται ότι πρόκειται για υπαίθριο χώρο.
Γλώσσα: απλή µε κάποια λαϊκά στοιχεία («ντάλα» , «αντήλιο»).
Ύφος : απλό, φυσικό και παραστατικό. Οι εικόνες του χορού των τζιτζικιών και του πετάγµατος της πεταλούδας δίνουν µια υπερρεαλιστική απόχρωση στο ποίηµα.
Μετρική Το ποίηµα ανήκει στη νεότερη ποίηση, εποµένως δεν έχει οµοιόµορφες στροφές, ως προς τον αριθµό των στίχων, οµοιοκαταληξία και µέτρο, παρότι –φυσικά– διαθέτει εσωτερικό ρυθµό.
Εκφραστικά µέσα
| ΕΙΚΟΝΕΣ
Οπτικές Ο χορός των τζιτζικιών («Τζιτζίκια στήσαν το χορό»), το παιχνίδι των παιδιών («και στέκουν γύρω τα παιδιά/ και παίζουν παλαµάκια»), το πέταγµα της πεταλούδας («Μια πεταλούδα διάφανη … τα φρύδια επάνω, αντήλιο»), το γνέσιµο του µαντιλιού («κι έπαιζε και κρυφόγνεφε/ της πίκρας µαντιλάκι»). Ηχητικές Το τραγούδι των τζιτζικιών («Τζιτζίκια στήσαν το χορό»), τα παλαµάκια των παιδιών («και παίζουν παλαµάκια»). Απτική Τα παλαµάκια των παιδιών («και παίζουν παλαµάκια»). |
| ΠΡΟΣΩΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ «Τζιτζίκια στήσαν το χορό», (Μια πεταλούδα) «κι έπαιζε και κρυφόγνεφε», «γέρου κόσμου» |
| ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ «αντήλιο», «της πίκρας µαντιλάκι». |
| ΕΜΦΑΣΗ «Τζιτζίκια στήσαν το χορό», «Μια πεταλούδα διάφανη». |
| ΜΕΤΩΝΥΜΙΑ: «και παίζουν παλαμάκια» (αντί χτυπούν παλαμάκια). |
| ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ «στου γέρου κόσµου στάθηκε τα φρύδια επάνω» αντί στάθηκε επάνω στα φρύδια του γέρου κόσµου.
ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ «Τζιτζίκια στήσαν το χορό», «Μια πεταλούδα διάφανη … αντήλιο», «κι έπαιζε … πίκρας µαντιλάκι». |
Παράλληλο κείμενο
- Να βρείτε κοινά στοιχεία με το παρακάτω ποίημα του Σεφέρη.
«Υστερόγραφο» [απόσπασµα]
Γνώρισα
τη φωνή των παιδιών την αυγή
πάνω σε πράσινες πλαγιές ροβολώντας
χαρούµενα σαν µέλισσες και σαν
τις πεταλούδες, µε τόσα χρώµατα.
Γιώργος Σεφέρης,Ηµερολόγιο Καταστρώµατος Β′. Ποιήµατα, Ίκαρος, Αθήνα 199819
Κάτω στης µαργαρίτας το αλωνάκι
Οδυσσέας Ελύτης
Νόημα: Έφηβοι ερωτεύονται στην κάψα του καλοκαιριού.
Θεματικό κέντρο – Βασική ιδέα: Το εφηβικό ερωτικό ξύπνηµα µε φόντο την ελληνική φύση.
∆οµή του ποιήµατος
Ολόκληρο το ποίηµα συνιστά µία ενότητα.
Πρόσωπα του ποιήµατος
Τα πρόσωπα του κειµένου είναι έφηβοι, αγόρια και κορίτσια («κοιµούνται αγοροκόριτσα»).
Τίτλος
Ο τίτλος δεν είναι ο πραγµατικός του ποιήµατος, αλλά ο πρώτος στίχος του αποσπάσµατος που ανήκει στη συλλογή « Ήλιος ο πρώτος», μια αισιόδοξη αντίσταση μέσα στην κατοχή, όπως έχει λεχθεί.
Φωνές
Η µόνη φωνή που ακούγεται στο απόσπασµα είναι αυτή του αφηγητή.
Χρόνος
Ο χρόνος του ποιήµατος είναι το καλοκαίρι στις πιο θερµές µέρες του, ενδεχοµένως δηλαδή πρόκειται για τον Ιούλιο. Ειδικότερα, ο ποιητής αναφέρεται στο µεσηµέρι, οπότε η ζέστη φτάνει στο αποκορύφωµά της.
Τόπος
Ο τόπος του ποιήµατος είναι ένα αλώνι διάσπαρτο από µαργαρίτες, στάχυα και κεχριά.
Τεχνικές αφήγησης
ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ Ο ποιητής περιγράφει την εικόνα του ερωτικού σκιρτήµατος βασιζόµενος στις αισθήσεις. Η όραση, η γεύση, η όσφρηση, η ακοή και η αφή την υπονοούν στο άγγιγµα των εφήβων υποδηλώνοντας έτσι την ερωτική επιθυµία τους.
Χρήση των ρηµάτων και των ουσιαστικών
Το µεγαλύτερο µέρος των ουσιαστικών και των ρηµάτων που χρησιµοποιεί ο ποιητής προσλαµβάνονται µέσω συνειρµών. Κάθε απόπειρα λογικής εξήγησής τους είναι παρακινδυνευµένη κι άστοχη.
Γλώσσα – Ύφος
Η γλώσσα του ποιήµατος είναι απλή, καθηµερινή, όχι όµως απλοϊκή, ακριβώς επειδή η αποκωδικοποίησή της προϋποθέτει συνειρµούς. Το ύφος είναι πυκνό, παραστατικό και σε ορισµένα σηµεία φτάνει στα όρια της επιτήδευσης.
Μετρική
Το ποίηµα ανήκει στη νεότερη ποίηση, οπότε δεν υπάρχουν οµοιόµορφοι στίχοι ούτε οµοιοκαταληξία και µέτρο. Υπάρχει εσωτερικός ρυθµός, που διευκολύνεται µε τη χρήση της διαδικασίας των συνειρµών.
| ΕΙΚΟΝΕΣ
Οπτικές Το αλώνι µε τις µαργαρίτες («κάτω στης µαργαρίτας το αλωνάκι»), ο ιδρώτας του ήλιου («Ιδρώνει ο ήλιος»), το τρέµουλο του νερού («τρέµει το νερό»), τα σουσάµια του ήλιου που πέφτουν («Φωτιάς σουσάµια σιγοπέφτουνε»), τα στάχυα που λυγίζουν τον ουρανό («Στάχυα ψηλά λυγίζουνε το µελαψό ουρανό»), οι έφηβοι που κοιµούνται στα νταριά («Πέρα µέσ’ στα χρυσά νταριά κοιµούνται αγοροκόριτσα»), ο ήλιος που σπαρταράει στα δόντια («Στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει»). Ηχητική Ο χορός των µελισσόπουλων («Στήσαν χορό τρελό τα µελισσόπουλα»). Απτική Το αγκάλιασµα των εφήβων («Πέρα µέσ’ στα χρυσά νταριά … µυρίζει πυρκαγιά»). Οσφρητικές Η µυρωδιά της πυρκαγιάς («Ο ύπνος τους µυρίζει πυρκαγιά») και η µυρωδιά του µοσχοκάρυδου («Απ’ τη µασχάλη τους γλυκά στάζει το µοσχοκάρυδο»). Γευστική Η γλυκιά και έντονη γεύση του µοσχοκάρυδου («Απ’ τη µασχάλη τους γλυκά στάζει το µοσχοκάρυδο»). |
| ΠΡΟΣΩΠΟΠΟΙΗΣΕΙΣ «Στήσαν χορό τρελό τα µελισσόπουλα», «Ιδρώνει ο ήλιος», «τρέµει το νερό», «Στάχυα ψηλά λυγίζουνε το µελαψό ουρανό», «ο ήλιος σπαρταράει». ΜΕΤΑΦΟΡΕΣ «Φωτιάς σουσάµια», «µελαψό ουρανό», «χρυσά νταριά», «Ο ύπνος τους µυρίζει πυρκαγιά». |
| ΚΛΙΜΑΚΩΤΟ «Στήσαν χορό τρελό τα µελισσόπουλα … Στάχυα ψηλά λυγίζουνε το µελαψό ουρανό» (για να φανεί η ένταση της ζέστης). |
| ΥΠΕΡΡΕΑΛΙΣΤΙΚΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ «Στήσαν χορό τρελό τα µελισσόπουλα», «Ιδρώνει ο ήλιος τρέµει το νερό», «Φωτιάς σουσάµια σιγοπέφτουνε», «Στάχυα ψηλά λυγίζουνε το µελαψό ουρανό», «Ο ύπνος τους µυρίζει πυρκαγιά», «Στα δόντια τους ο ήλιος σπαρταράει», «Απ’ τη µασχάλη τους γλυκά στάζει το µοσχοκάρυδο». |
| ΑΣΤΙΞΙΑ Στο ποίηµα δεν υπάρχουν σηµεία στίξης, εκτός από δύο τελείες. Βέβαια, όλοι οι στίχοι ξεκινούν µε κεφαλαίο γράµµα. Η έλλειψη της τελείας, σύµφωνα µε το µελετητή του Ελύτη Τάσο Λιγνάδη, αντικαθίσταται από την ύπαρξη του κεφαλαίου γράµµατος, που ακολουθεί. Ο σκοπός είναι µάλλον µουσικός. Ο ποιητής θέλει να δηλώσει ότι κατά τη φωνητική απόδοση η πνοή του λόγου δεν επιτρέπεται να σταµατήσει, αλλά να κάνει ένα ανεπαίσθητο τσάκισµα. |







