Διαγωνισμός σύνθεσης κειμένων στην Σιφνέικη Ντοπιολαλιά

αφιερωμένος στον αείμνηστο  Ν.Γ. Προμπονά

 

  ntopiolalia

Η εφημερίδα «Σιφναϊκά Νέα» σε συνεργασία με τα σχολεία της Σίφνου προκήρυξε “Διαγωνισμό συγγραφής κειμένων, πεζών ή έμμετρων, στο σιφνέικο ιδίωμα” κατά το σχολικό έτος 2025-26. Η συμμετοχή των μαθητών ήταν περιορισμένη και για το λόγο αυτό τα κείμενα δεν αξιολογήθηκαν, ούτε δόθηκαν βραβεία. Δημοσιεύτηκαν όμως όλα στην εφημερίδα.

Ακολουθεί αναδημοσίευση από το φύλλο Μαίου-Ιουνίου 2026  της εφημερίδας «Σιφναϊκά Νέα»:

Όπως γνωρίζουν οι τακτικοί αναγνώστες μας, η εφημερίδα, ύστερα από πρόταση των Σιφνιών εκπαιδευτικών των σχολείων μας, προκήρυξε διαγωνισμό κειμένων στο σιφ­νέικο γλωσσικό ιδίωμα μεταξύ των μαθητών των τριών σχολείων (δημοτικού, γυμνασίου-λυκείου και ΕΠΑΛ) αλλά και κάθε παιδιού με σιφνέικη καταγωγή που θα ήθελε να λά­βει μέρος. Δυστυχώς, παρά τις ποικίλες προσπάθειες των εκπαιδευτικών μας ο διαγωνισμός αυτή τη φορά δεν είχε απήχηση στα παιδιά, ελάχιστα από τα οποία έστειλαν κεί­μενα τους. Ύστερα απ’ αυτό η Οργανωτική Επιτροπή αποφάσισε να μην προχωρήσει σε αξιολόγηση των κειμένων και η εφημερίδα περιορίζεται να δημοσιεύσει στο παρόν φύλ­λο όλα τα κείμενα που ήρθαν χωρίς καμία σειρά ή αξιολόγηση και να τα τοποθετήσει στις δύο κεντρικές σελίδες σύμφωνα μόνο με τις επιταγές της διαμόρφωσης του χώρου.

Ευχαριστούμε όλα τα παιδιά που ευαισθητοποιήθηκαν για το θέμα και την αξία της ντοπιολαλιάς και έστειλαν κείμενα και όλες και όλους τους εκπαιδευτικούς, που κατέβα­λαν διάφορες προσπάθειες να παρακινήσουν τα παιδιά να γράψουν.

 

Μαρία Λεμπέση του Σταμάτη, Γ΄ γυμνασίου

Παππούς: «Ηπήα δεκαπέντε-δεκάξι χρονώ να μάθω τον ντροχό και σε ένα μήνα ηγίνηκα πρώτος αγγειοπλάστης και με θαύμαζε όλος ο κόσμος που ήμαθα σ’ ένα μόνο μήνα και τα παιδιά τωνε παιδευγούντανε τόσα χρόνια να τα μά­θουνε.

Είχαμε καημό να αποκτήσουμε τροχό με ρέμα. Τόσα χρόνια ηπολεμούσαμε με το πο­δάρι και κλωτσούσαμε τον τροχό.

Εμένα με είχανε θαυμάξει όλοι γιατί ό,τι ήβλεπα, το’καμα, μέχρι ρόδο μου είχανε στείλει δείγμα να ‘κανα.

Να σκεφτείτε, μονάχα από τη Σίφνο, ητρο­φοδοτούντανε όλη η Ελλάδα, από τον Πει­ραιά μέχρι τη Σύρα. Με αυτά ητζούσε η Σίφ­νος ολόκληρη. Δεν υπήρχε μήτε κατσαρόλα μεταλλική να κάνουμε φαί, όλα με τα πήλινα. Και νερό από το πηγάδι βγάζαμε πάλι με τα πήλινα, εν υπήρχε ντενεκές.

Όλες οι τέχνες έχουνε περάσει από τα χέ­ρια μου. Οικοδόμος ήμουν ο πρώτος. Τέλος ήγινα χασάπης, ο πρώτος στη Σίφνο. Τα δέρ­ματα και τα πετσιά τα κατεργαζόμουν εγώ μοναχός μου!

Μια δόση είχα πάρει σαράντα πετσιά να πουλήσω κι ήρχε ένας κ’ ηγόρασε δυο και μου ’δωσε χρήματα πιότθερα από ότι ήδω­σα για τα σαράντα.

Με το που ήβλεπα κάθε ευκαιρία την ήρ­πατζα.

Μια δόση είχα έναν από τη Ρόδο και του έκανα χίγια κομμάτια πήλινα το χρόνο. Με­τά το 58 όμως τέρμα η τέχνη μου, διέλυσε η Σίφνος οικονομικά».

– Παππού στην Κατοχή, πώς ήταν;

– Αντί για ψωμί, ητρώαμε χόρτα με το γά­λα (όσοι είχανε γάλα, γιατί το απαγόρευαν οι Ιταλοί). Είχαμε κάτι χερόμυλοι και ηλέθαμε σε κρυφό μέρος το κριθάρι και το φάβα για να κάμουμε το ψωμί, κρυφά των Ιταλών.

Η Μαρία η Ψωμού, η Βαγγελία του Σεχλέ, ηρχούντανε μια ώρα δρόμο για να αλέσου­νε δέκα κιλά κριθάρι να προσοχή μπα να τσε δούνε οι Ιταλοί.

Ο αδερφός μου ηπήε στου Αντριτσάκαη και σήκωνε στον ώμο μαγιά του προβάτου και τον είδανε οι Ιταλοί και του δώσανε μια κλω­τσιά και τον επετάξανε όξω στο δρόμο για να του πάρουν τα πράματα που ηκουβαλούσε.

Κλειδωνόμασταν, ο κόσμος μέσα στα σπί­τια, για να μη νιώσουνε οι Ιταλοί φασαρία, και μπούνε μέσα, με κλειστά τα φώτα.

Γιαγιά (προγιαγιά):

«Όταν ήταν οι Ιταλοί επά ήφυα από το σκογειό και ηδούλευγα. Εν ήμαθα γράμματα, αλλά ήμαθα δουγειά.

Ηπήα στον Άη Αρτήμη και ηδουλεύγαμε καμιά δεκαργιά κοπέλες στον αργαγειό. Με­τά ηκλείσανε τον Άη Αρτήμη και ηπηαίναμε στον Αρτεμώνα και μαθαίναμε ραπτική και ηδουλεύγαμε πρωί και βράδυ. Μας ήλεε η μοδίστρα να κάνουμε ένα ακόμα καρίκωμα, όταν ήταν το φόρεμα ξεφτισμένο. Τώρα όμως όλα τα κάνουνε τα μηχανήματα.

Εκείνα τα χρόνια, Μαρία, εκτίτζανε με λά­σπη με τα χέρια! Δεν υπήρχε τσιμέντο.

Ηκάνανε λάκκο και ησβύνανε τον ασβέστη και ηκάνανε τις οικοδομές.

Ηθερίτζανε με τα χέρια και το βάλανε στο αλώνι και είχαν ένα γάδαρο και ηγύριτζε γύ­ρω γύρω για να σπάσουν τον γκαρπό. Μετά τον καθαρίτζανε με ένα φτυάρι ξύλινο, το ρι­χάλι, για να φει το άχερο.

Στους μύλους ηλέθανε το κριθάρι, το βά­λανε στο τσουβάλι και το κουβαλούσανε με το γαδούρι στο μύλο.

Όταν ητελείωσε ο πόλεμος, υπήρχαν πα­ντού νάρκες και ήρχανε δύο ειδικοί να ματζέ­ψουνε τις νάρκες. Ήθελαν το υλικό που ήταν μέσα για να σκοτώσουνε ψάρια. Ηπίανε όξω, ανοιχτά, ηπνίξανε μια, ήπηρε φωτιά και έτσι τους σκότωσε.

– Παππού, μετά τον πόλεμο, τι έκανες;

– Ηπήα στρατιώτης στη Σεούλ το 53, ένα χρόνο ήκανα στην Κορέα. Ηπήα με το παπό­ρι. Εικοσιτρεις μέρες ηκάναμε να πάμε και ει­κοσιέξε να γυρίσουμε στην Ελλάδα, επειδή ηπήαμε στην Σμύρνη γιατί είχαμε μέσα σαρά­ντα Τούρκοι άρρωστοι. Μέχρι την Κορέα ήταν 12,500 μίγια».

 

Φωτεινή Κακάκη, Β΄ γυμνασίου

ΣΙΦΝΟΣ 1960: Αφηγήσεις των παππούδων μου…

Δύσκολοι καιροί και μακάρι να μην ξανάρ­χουνε παιδάκι μου…

Πείνα και κακουχία αλλά δόξα το Θεό, τα ξιφάναμε και τα βγάλαμε πέρα…

Νερό στράγκα, το κουβαλούσαμε με τη στάμνα από το πηάδι. Φως ούτε για αστείο. Χρόνια μετά ήνοιξε η ηλεκτρική κάτω στο Σταυρί και σιγά-σιγά, όχι όλοι, ηβάλαμε το ρέμα…

Ηρμέαμε τα τζωντανά για γάλα, πηαίνα­με στη ματζιαούρα για τ’ αυγά και κρέας Χρι­στού Λαμπρή και αν.. Τα τζωντανά τα ‘χαμε για πουγιώ… μπας και πάρουμε καμιά δραχ­μή για να αγοράσουμε ότι δεν μπορούσα­με να χουμε δικό μας. Αν περίσευγε τίοπτα ητρώαμε και μεις…

Ησπέρναμε διάφορα Βίκο, κριθάρι, λα­θούρι, είχαμε και περιβόγια και ματζεύγα­με και τις εγκιές για λάδι και μυτζίθρες και μανούρες, απ όλα ηκάναμε και τίοτα εν ήμε­νε για να φάμε εμείς… Θερίτζαμε, αλονεύ­γαμε και ανταλλάσαμε τα πράματά που είμα­χε.. Τότε τα λεφτά δεν υπήρχαν … Ο κό­σμος δούλευγε από το πρωί ως το βράδυ… Ήγιο με ήγιο. Όχι σαν εδά οχτάωρα… αλλά κανείς δεν ηγόγκιτζε . Όλοι δόξα το θεό λέ­αμε και μπουχτούσαμε όσο μπορούσαμε. Μι­κροί μεγάλοι…

Κάθε Σαββάτο τζιμώναμε το ψωμί της βδο­μάδας στον ξυλόφουρνο και την Κυριακή το πρωί είχαμε και την ροβυθάδα καομένη για να μπορέσουν όλοι να πάνε στην εκκλησιά… Μη θένε και μαερέματα Κυριακάτικα… Το ψωμί βέβαια ημούχλιατζε μέχρι το άλλο Σάβ­βατο και μου λεε η μάνα μου ¨Φάε το το ψω­μάκι δεν έχει τίοτα, με αυτό θα κάνεις χρυ­σά μαλλάκια .. μην είσαι σιχάντερη…¨. Αν ημπορούσα ας είκανα και αγκιός…

Κάποιοι είχαν γαδαρομούλαρα για να κου­βαλούνε τα κλαδιά στα τσικαλάδικα, άλλοι εί­χαν αλιάδες για τζεβγάρια και τα τζωντανά μπαστουρομένα, όχι σαν εδά που δουγιού­νε τους φιλόζωους… Ετότες έτσι και πείρα­τζες τους κολυτεράνους σου είχες κακά ξε­μπερδέματα… Οι άνθρωποι τζούσαμε απ τα χωράφια.

Η διασκέδαση μας ήταν στους γάμους και στους χορούς που βάτζανε διάφοροι στα σπί­τια τους.. Τι φοξ αγκλέ και ευρωπαικά χορεύ­γαμε, τι βιογκιά ,τι ωραία τακίμια … Ποιητι­κά και πλάκες μεταξύ μας. Τρία μερόνυχτα κρατούσαν οι γάμοι… Βέβαια υπήρχαν και τα καφενεία που πηέναμε καθημερινά, μό­νο οι άντρες δηλαδή, για κανένα χαρτάκι και για να αλλάξουμε λίγο τον άερό μας. Πιο με­τά ήρχε και η τηλεόραση και ματζευγούμα­σταν για να δούμε το έργο… Ένα κανάλι βέ­βαια υπήρχε…

Γι αυτό είχε και δέκα παιδιά ο καθένας… Δεν υπήρχε τηλεόραση… Φτώχια αλλά αγνά χρόνια. Ήμασταν ευτυχισμένοι με ότι είχαμε. Γι αυτό σου λέω μάθετε και τίοτα άλλο εκτός από το ρημάδι που κρατείτε όλη μέρα στο χέ­ρι σας. Αν γυρίσουν κείνα τα χρόνια θα ψο­φήσετε την πείνα. Γρηκάτε και καένα μεγα­λύτερο… Τίοτα δεν νιώθετε να κάνετε πχια παιδάκι μου…

 

Φιλίππα Γ. Βενιού, Ε’ Δημοτικού

ΜΙΑ ΜΕΡΑ ΣΤΟ ΑΛΩΝΙ

Μια μέρα του Ιούνη ήμουνα με τον πάπφου μου στη θεμωνιά για να αλωνίσει γιατί ο καιρός ήτανε κάψα φωτιά, λαβράδι που λένε. Οπότε ηβάλαμε τη μηχανή με τα μαχαίρια, το γάδαρο με τη δήμαρια, ηδέσαμε εκεί χάμου τα μαραφέτια κι ηβάλαμε πόστα. Εν τω μεταξύ μου λέει κάποια στιγμή να ‘χω το νου μου να μη ζηπαστεί ο γάδαρος και με πετάξει χάμου από τη μηχανή και σκοτωθώ, θυμούμαι ακριβώς την κουβέντα του:

«Ξάνυξε μην ζηπαστεί ο γάδαρος κι σε γκρεμήσει μονάχα βάστου καλά το σπάο…».

Όλα πήγανε ρολόι ώσπου κάποια στιγμή ο γάδαρος ήκανε την κουτσουκέλα του. Εκειδά

ηκούρνιασε ο γέρος κι ήρχισε να γκανίτζει τη σειρά του: «Μωρέ ορνέ ξύπνα κουνήσου πάρε το αγκιό να μην πέσουνε οι καβαλίνες μέσα στον καρπό,κατάλαβα γώ να σου ‘ρχου…». Εκειδά αρπώ το αγκιό το χώνω από πίσω στο γάδαρο ίσα που ηπρόλαβε πριν τα ξαπολήσει. Έλα όμως που τον ήπιασε κι η μούμαντζη κι ήβαλε πόστα να τρέχει ο κερατάς γύρω-γύρω σαν το λάδι πες κι το βέλες νέφτι στα πισινά. Το αποτέλεσμα καρπός, καβαλίνες και εγώ γίναμε κουβάρι. Να σου και ξεκινά ο γέρος της ευλογημένης να μην ξέρει με ποιο να τα βάλει. Εντέλει πλάκωσε το γάδαρο στα ματσίδια κι εμένα γυρίζει με τσέρα και μου λέει: «Άμα σου ξαναρίστω έσενα φυλιέ θα πορέβγομαι μονάχος γιατί εσείς οι καινούργιοι… …ήσαστε ορνοί κοκκινοκώλοι.

Ιούνιος 1992, Μια ιστορία από τα παιδικά χρόνια της μάνας μου

 Πίρα Αρτούρ, Γ2 Γυμνασίου

Ο γάδαρος…

Μια Tετάρτη εγώ και ο πατέρας μου ήμα­σταν με το γάδαρο έξω από το αμπέλι. Ο γά­δαρος δεν ήταν φρόνιμος λόγω του ότι την προηγούμενη μέρα τον είχα πειράξει. Μου ρωτά ο πατέρας μου: «Ίντα έχει ο γάδαρος;» και του απαντώ: «δεν ηξέρω». Στη συνέχεια, όταν τεγειώσαμε τις δουγειές του αμπεγιού, πήγαμε σε ένα χωράφι για να μαντζέψουμε εγιές. Όμως ο γάδαρος πάλι δεν ήταν φρό­νιμος. Ο πατέρας εφώναξε στον γάδαρο και έτσι ησύχασε. Μετά αρχίσαμε την δουγειά αλ­λά εγώ ηβαρέθηκα γιατί δεν μου άρεσε. Όταν τεγειώσαμε πήγαμε στο σπίτι και μας περίμε­νε η μάνα με το φαγητό. Εγώ πάντως δεν ξε­τρελάθηκα επειδή ήταν μελιζάνα με πατάτες του φούρνου αλλά τις έφαγα. Μετά όταν τε­ γειώσαμε το φαγητό πήγα να ταΐσω την αλιά­δα. Την τάισα και πήγα στο σπίτι να ξεκουρα­στώ. Όταν πια ήρχε το βράδυ έκανα τα μαθή­ματα και ετοίμασα τη ζάντα για αύριο που θα πάω στο σκογειό.

Την επόμενη μέρα πήρα ένα κουλούρι και έφυγα προς το σκογειό. Είδα το φίλο μου κά­τω από μια θεμωνιά και του φώναξα: Ίντα κά­νεις εκεί; Αυτός δεν μου απάντησε. Του ξα­ναφωνάζω και πάλι δεν απαντάει. Εγώ γκρι­νιάτζω και φεύγω. Έφτασα στο σκογειό και ακούω ένα φίλο να λέει ένα τραούδι λυπη­ρό και τον ρωτάω. Γιάντα το τραουδάς; Αυ­τός μου λέει: «Άρχισε πάλι το σκογειό» και του απαντώ: «Έτσι κι αγιώς κάθε μέρα σχε­δόν σκογειό έχουμε. Άρα τσάμπα το τραού­δι το λυπηρό. Εγώ πάντως -του λέω- ότι κα­λύτερα να δουλεύγω παρά να κάτσω στο σκο­γειό». Και μου λέει: «Έχεις δίκιο». Τότε χτύ­πησε ο κώδων και έτσι κάναμε την προσευ­χή μας και μπήκαμε μέσα στην τάξη. Είχαμε γειώσαμε το φαγητό πήγα να ταΐσω την αλιά­δα. Την τάισα και πήγα στο σπίτι να ξεκουρα­στώ. Όταν πια ήρχε το βράδυ έκανα τα μαθή­ματα και ετοίμασα τη ζάντα για αύριο που θα πάω στο σκογειό.

Την επόμενη μέρα πήρα ένα κουλούρι και έφυγα προς το σκογειό. Είδα το φίλο μου κά­τω από μια θεμωνιά και του φώναξα: Ίντα κά­νεις εκεί; Αυτός δεν μου απάντησε. Του ξα­ναφωνάζω και πάλι δεν απαντάει. Εγώ γκρι­νιάτζω και φεύγω. Έφτασα στο σκογειό και ακούω ένα φίλο να λέει ένα τραούδι λυπη­ρό και τον ρωτάω. Γιάντα το τραουδάς; Αυ­τός μου λέει: «Άρχισε πάλι το σκογειό» και του απαντώ: «Έτσι κι αγιώς κάθε μέρα σχε­δόν σκογειό έχουμε. Άρα τσάμπα το τραού­δι το λυπηρό. Εγώ πάντως -του λέω- ότι κα­λύτερα να δουλεύγω παρά να κάτσω στο σκο­γειό». Και μου λέει: «Έχεις δίκιο». Τότε χτύ­πησε ο κώδων και έτσι κάναμε την προσευ­χή μας και μπήκαμε μέσα στην τάξη. Είχαμε τέγιεωσα έβαλα τα ρούχα, πήγα και βραδινό περπάτημα και όταν ήρχα στο σπίτι ο πατέ­ρας μου κι η μάνα μου κοιμόντουσαν και εγώ έκανα τα μαθήματα για την Παρασκευή.

 

Αλέξανδρος Δεπάστας, Α΄ Γυμνασίου

Το Πανηγύρι του Αη Λευτέρη του Κάμπα

Ήτανε 13 Δεκέμβρη του 1959, προπαρα­μονή του Άη Λευτεριού του Κάμπα. Όπως κά­θε χρόνο, πάπφου προς πάπφου, οι επιτρό­ποι ηπηαίνανε οικογενειακώς να ετοιμάσουν το φαΐ. Να βρέξουν τα ροβύθια και τον μπα­καγιάρο, να κόψουνε και το λάχανο γιατί το­τεσδά ηκάμανε μονάχα αυταδά τα φαγιά.

Στον ανεβασμό, ησταματήσανε στην πα­γιόμαντρα του Σταυριανού κ’ ημαντζέψανε κοντόπουλα για να στολίσουν την εκκλησκιά. Ήτανε μαντζί τους και δυο τρεις γέροι που ηπηαίνανε πιο γλήορα για να φχαριστηθούνε τον Αη Λευτέρη. Ημαντζέψανε και κάνα χει­ροβοσκουδάκι στο δρόμο.

Άμα ηφτάσανε εκεί πάνω ηξεφορτώσανε τα πράματα κ’ οι πιο μικροί ηπήανε στου Καρ­γιού για να μαντζώξουνε να κάνουνε τη μα­εργιά τωνε από χειροβοσκοί. Ύστερα όλοι μα­ντζί ηκάτσανε και τσε καθαρίσανε. Τοτεσδά, εν ήτανε το μεγάλο το κελί, μονάχα το μικρό. Ήτανε και κρύο κ’ είχανε βάλει κάρβουνα από την πανωστριά στη σίνγκλα για να τζεσταθεί το κοκχαλάκι τωνε.

Την ώρα που ήταν έτοιμοι να φάνε, σκοτει­νά πχια, ηκούσανε μια φωνή που ηφώναντζε: «Ω μα, καέ μα!» Ηκαταλάβανε πως ήτανε το Φι του Θεοχάρη. Ήφυε μονομιάς ένας άντρας να πάει να δει ηντά ’γινε. Στου Τράου τη μά­ντρα ηνέβαινε το Φι κ’ είχε γκρεμνοβολίσει κ’ ήπεσε μέσα στις απαλάθροι. Ήτανε ματθω­μένα τα χέρια του και γεμάτα αγκάθια. Ηκρα­τούσε και μια τσάντα με ψάρια που του’χε παντίξει στον ίσκιο δρόμο ένας ψαράς που ηνέβαινε απ’ την Καμάρα.

Αφού ο άντρας τον ηβοήθησε κ’ ηνεβήκα­νε, του πλύνανε τα χέρια του κι όπου αλλού ήτανε ματθωμένος. Καθαρίσανε τα ψάρια, ηβάλανε το τηάνι στην πανωστριά, ητηανί­σανε τα ψάρια, ηστρώσανε την τράπεντζα κ’ ηκάτσανε κι έλα να δεις! «Εΐβα Φι!», «Εΐ­βα Αη Λευτέρη!» Χειροβοσκοί ντζεστοί ντζε­στοί και ψαράκι της ώρας, εν υπήρχε καλύτ­θερο φαΐ.

Κατά τα ξημερώματα, ηρχίσανε δυο γριές, θες από το πολύ φαΐ, θες από τα κάρβουνα, κ’ ηξερνούσανε. Έλα δα τώρα; Ήντα να κάνα­νε; Ησηκωθήκανε όλοι, ήπιανε το καφεδά­κι τωνε και τσε φορτώσανε στις γαδάροι και τσε κατεβάσανε. Ηνεβήκανε για το πανηγύ­ρι, αλλά τελικά τσε φάανε οι χειροβοσκοί και τα ψαράκια. Θεός συγχωρέσοι τωνε ολονών και απ’όλη την παρέα μόνο τρεις τζούνε πια.

Όλα αυτά δα είναι αληθινά και μου τα ’πε η λαλά μου, η Βαγγελία, που ήτανε τοτεσδά μι­κρό παιδάκι του σκογειού.

 

Αντώνης και Φωτεινή Κακάκη, Β ΄ Γυμνασίου

Για τα πανηγύρια !!!!

Θες επειδή μου άρεσε, θες επειδή με βό­λευγε πήαινα από μικρή στο πανηγύρι του Ταξιάρχη του Βαθιού. Από νωρίς ήτρεχα γύ­ρω-γύρω στην εκκλησιά και στον μόλο, τσί­γκρωνα στις πετζούλες και στα σκαγιά. Ο πά­πφους μου ηφώνατζε:

-Μην πηαίνεις παραστιμό-παραστιμό γιατί θα γκρεμνοβολήσεις…. και θα σε πάρω να φύουμε.

Ήρχε η ώρα του εσπερινού και ο Φορτσά­ρης φώνατζε στον πάπφου μου:

-Έλα πιάσε τις καμπάνες, ησηκώθηκε η εικόνα. Έρχεται!! Βγόδωνε να προφτάσεις. Αφού χτύπησε τις καμπάνες κάμποση ώρα ήρχε η σειρά ενός άλλου πανηγυρά που αυ­τός ησήμανε με άλλο σκοπό: διπλοκάμπα­να… Στο τέλος σήμανα και γω με τη μια κα­μπάνα που μου ρεσε.

Γέμισε κόσμο η εκκλησία, η αυλή και ο μι­ σός μόλος. Ο εσπερινός τελείωσε και ο παπά Δημήτρης μας εξήγησε τι είναι ¨το Εν Χώ­ναις¨ (θαύμα του ταξιάρχη), ενώ η μυρωδιά της ροβυθάδας μας θύμισε ήντα θα ακουλου­θήσει και μας άνοιξε την όρεξη…

Πριν καλά-καλά να πούνε το <Δι Ευ­χών> είχε γίνει μια μεγάλη ουρά ώξω από την τράπεζα για φαγητό. Στην πρώτη τρά­πεζα ήμπηκε ο παπάς, οι ψάλτες και οι πα­νηγυράδες. Στις επόμενες όλοι οι υπόλοιποι προσκυνητές. Όλοι ήταν ενθουσιασμένοι με την ροβυθάδα και την μακαρονάδα και χτυ­πώντας τα πιάτα τους με το κουτάλι, εύχο­νταν στους πανηγυράδες Βοήθειά τους. Το εβίβα του πανηγυρά και το εβίβα των μα­γείρων ηκουούντανε σε όλο το Βαθύ. Είναι το μεγάλο ευχαριστώ στον πανηγυρά που κά­νει όλα τα έξοδα της τράπεζας, της εκκλησί­ας, του παπά και του ψάλτη. Ήβλεπα και τον μάγειρα που ημπρόβαλε στην πόρτα και ηξα­νούσε την ουρά του κόσμου για να κανονίσει τις μερίδες. Όσοι ηβγαίνανε από την τράπε­ζα φαωμένοι, πηαίνανε στην αυλή όπου τα βιογκιά και τα λαούτθα παίτζανε σιφνέικους σκοπούς και τραγούδια. Όλη η αυλή ηγέμι­σε χορευτάδες που τους κερνούσανε μεζέ­δες και κρασί. Ξανίοντας είδα μερικούς φί­λους μου να χορεύουν και ησάλταρα και γω στον χορό. Μετά από κάμποση ώρα, αφού προσκυνήσαμε, φύαμε για το αυτοκίνητο της επιστροφής. Μόλις όμως ηφτάσαμε στο αυ­τοκίνητο ψάχνει ο πάπφους μου για το κλει­δί, πούετα …γιατί είχει ξεχάσει τον ντρουβά του στην τράπεζα και στράφηκε να τον πάρει . Στην επιστροφή από μακριά τον άκουγα να μουγκρολοά αλαφιασμένος.

-Καέ, ήντα χεις; ήντα παθες;

-Α καμένη Φωτεινή, ηψόφησα. Εν είμαι πχια ούτε για τα πανηγύρια!!!

 

Παναγιώτα Μυλωνοπούλου και Δέσποινα Συνοδινού, Ε’ Δημοτικού

“Σιφνέικα”

Στράτα μου της Χερόνησος,

χώμα κοσκινισμένο, εσύ κρατάς

τον Αγγελέ κι εγώ τον περιμένω.

Πάρε ένα κοντολάμπαδο και ένα ροάκι λάδι

κι έλα το Σαββατόβραδο να μ’έβρεις στο Σελάδι.

Αγγελέτθο που γιορούσι πέντε χοίροι σου κλου­θούσι.

Στ’ Άη Νηγιά τις πουπουγκιές

κάνουν οι πέρδικες φωγκιές.

Αν θες Προφήτη-Ηλία μου ν’ ανάβω τα κεριά σου

να μου φιλάς την πέρδικα που’ναι στη γειτονιά σου.

 

Γιάννης Μάρκου, Ε’ Δημοτικού

“Σίφνος”

Σίφνος αγέρας σ’ έφερε

στα γαλανά νερά

και είσαι η ομορφότερη

απ’ όλα τα νησιά.

 

Στο χάρτη τον παγκόσμιο

είσαι μικρή κουκκίδα

μα μπόλικες οι ομορφιές

Σίφνο μικρή πατρίδα!

 

Αξάμπελα Καταβατή

Πετάλι κι Αρτεμώνας

Σταυρί Καμάρες Πιατιαλός

είναι χωριά….τυφώνας.

 

Καμπόσες είναι οι εκκλησιές

στης Παναγιάς τη Χάρη

προστάτης η Χρυσοπηγή

και του νησιού καμάρι.

 

Ροβύθια κάθε Κυριακή

μοσκομυρίζει ο τόπος

και το μαστέλο τη Λαμπρή

χαλάλι όλος ο κόπος.

 

Εκδήλωση Τσελεμεντέ

κάνουν μες στην πλατεία

ένα σωρό οι ποιητές

με ρίμες και αστεία.

 

Βιογκιά λαούτθα και χοροί

με κέφι και μεράκι

σε κάθε μας εξόρμηση

μεζέδες και κρασάκι.

 

 Αποστόλης Λεμπέσης, Στρατής Λεμπέσης, Κώστας Σκούλος,  Ε’ Δημοτικού

“Ιταλοί”

Όταν ήταν οι Ιταλοί επά, ήφυα από το σκο­λειό και ηδούλευγα. Δεν ήμαθα γράμματα, αλλά ήμαθα δουγειά.Πήγα στον Άη-Αρτίμη και δου­λεύγαμε μια δεκαριά κοπέλες στον αργαλειό.

Αντίς για ψωμί ητρώαμε χόρτα με το γά­λα (όσοι είχανε γάλα) γιατί το απαγόρευαν οι Ιταλοί. Είχαμε κάτι χειρόμυλους κι αλέθα­με σε κρυφό μέρος το κριθάρι και το φάβα. Η Μαρία η Ψωμού, η Ευγενία ηρχούντανε μια ώρα δρόμο για να αλέσουν δέκα κιλά κριθά­ρι και να μας εδούνε. Ο αδερφός πήγε στου Αντριτσάκη. Σήκωνε στον ώμο του λαλγιά του προβάτου και μετά του ηδώσανε μια κλο­τσιά οι Ιταλοί και όξω στο δρόμο για να του ηπάρουν τα πράματα που είχε στον ώμο του.

Ηκλειδωνούντανε ο κόσμος μέσα στα σπί­τια με κλειστά τα φώτθα για να μη νιώσουν φασαρία να μπούνε μέσα οι Ιταλοί.