Γυμνάσιο Κύμης

“αἰὲν ἀριστεύειν”

Αρχική » Ποταμία

Ποταμία

Στα βόρεια του οικισμού Ανω Ποταμιά υψώνεται ο ηφαιστιογενής λόφος του Αγ. Νικολάου του συμπλέγματος του ηφαιστείου Οξύλιθος, που καλύπτεται από οργιώδη βλάστηση και δεσπόζει σε όλη τη περιοχή. Στην κορυφή του τοποθετείται η ακρόπολη της αρχαίας Κύμης ή κάποιας άλλης άγνωστης κώμης της περιοχής και στην οποία σώζονται πολλά λείψανα. Ποιος οικισμός ήταν στο λόφο κατά την αρχαιότητα, δε μας είναι γνωστό. Σήμερα φέρει το όνομα “Καστρί” ή “Παλαιοκαστρί”.

Ο αρχαιολόγος Γ. Παπαβασιλείου ταυτίζει την ακρόπολη του λόφου με την Οιχαλία του Ευρύτου, παρασυρόμενος από τις οχυρώσεις των Κλασικών και Μεσαιωνικών χρόνων. Αντίθετα ο Phlippson και ο Κυμαίος Β. Γανώσης τοποθετούν εδώ την προμηρική Κύμη. Πιθανότατα εδώ να ήταν και η ακρόπολη της αρχαίας Κύμης, εάν υπήρχε, ή των κωμών της περιοχής της, καθώς και των κωμών της ποταμίας περιοχής του Οξυλίθου.

Οι ανασκαφές συνεχίστηκαν το 1976 και 1978 από τον αρχαιολόγο Α. Σάμψων. Αφθονία οστράκων και οψιανός βρέθηκαν στο λόφο από τη Νεολιθική έως τη Μεσαιωνική εποχή. Πολλά από αυτά είναι ερυθρόμορφα και μελανόμορφα Ελληνιστικά. Αποκαλύφθηκαν λείψανα τειχών των οχυρώσεων, συγκροτήματα κτιρίων, δεξαμενές, μεταλλουργικά εργαστήρια, που αναγνωρίστηκαν από τις σκουριές σιδήρου και από τα πολλά σιδερένια αντικείμενα.

Στη νότια απότομη πλευρά του λόφου και στον αυχένα των δυο λόφων, ανακαλύφθηκε Νεολιθικός οικισμός που άκμασε στα μέσα της Δ΄ χιλιετηρίδας π.Χ. μετά ο λόφος ερημώθηκε και ξανακατοικήθηκε τον Ε΄ π.Χ. αιώνα. Τον οικισμό τον περιβάλλει μεγάλο και ισχυρό οχυρωματικό τείχος, που πολλοί το χαρακτήρισαν Πελασγικό ενώ είναι Μυκηναϊκό, γιατί είναι κατασκευασμένο από μεγάλες ακανόνιστες και ακατέργαστες πολυγωνικές πέτρες. Πολλές από αυτές είναι γκρεμισμένες στην απότομη δυτική πλευρά του λόφου.

Δυτικά καθαρίστηκαν τρία κτίρια του Δ΄ και Γ΄ αιώνα π.Χ., που οι τοίχοι τους σώζονται σε ύψος 2 μέτρων. Επίσης, αποκαλύφθηκε πολυγωνικό τείχος, που έχει πάχος 2 μέτρων καθώς και η πύλη του φρουρίου με το κατώφλι της. Στο λίθινο κατώφλι της βρέθηκε αφιερωτική επιγραφή του Δ΄ αιώνα π.Χ., που ήταν αφιερωμένη στο θεό Ερμή και μαρτυρεί την ύπαρξη ιερού ή αγάλματος του Ερμή κοντά στην είσοδο του τείχους.
Σώζεται ακόμη ένα θολωτό δωμάτιο, που ήταν η δεξαμενή νερού του φρουρίου, η κατασκευή του αποτελεί σπουδαίο αρχιτεκτονικό μνημείο. Υπάρχουν και άλλες δεξαμενές νερού, που όλες τους είχαν επιμελημένη κατασκευή, γιατί το νερό για τον οικισμό ήταν πρωταρχικής σημασίας για την επιβίωσή του.

Χαμηλότερα και δυτικά σώζεται η βρύση του φρουρίου, η “Παλαιόβρυση”, στην οποία κατέβαιναν οι πολιορκημένοι με σκάλες μέσα σε πηγάδι σκαλισμένο στο βράχο, για να πάρουν νερό. Υπάρχει και δεύτερο κλεισμένο πηγάδι και βορειότερα υπήρχε άλλη βρύση. Στη σημερινή θέση του ναού του Αγίου Νικολάου φέρεται να ήταν ο ναός του θεού Ποσειδώνα.

Στις ανασκαφές βρέθηκαν πολλά νομίσματα του Ευβοϊκού Κοινού, Χαλκίδας, Αθηνών, Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, Ερέτριας και Βυζαντινά. Τα περισσότερα όμως ανήκουν στο Γ΄π.Χ. αιώνα, τότε δηλαδή που σημειώθηκε μεγάλη ακμή. Τα πολλά νομίσματα Ερέτριας και του Ευβοϊκού Κοινού μαρτυρούν τις σχέσεις των πόλεων αυτών με τον οικισμό. Πιθανόν ο οικισμός να ήταν το κέντρο ενός σημαντικού δήμου της αρχαίας Ερέτριας, ίσως των “Κωμαίων”.
Βρέθηκαν και επιγραφές επάνω σε πώρινους βράχους με ακατανόητα σύμβολα, σχήματα λογχών και σταυρών.

Οι βράχοι και οι ογκόλιθοι της οχύρωσης χρησιμοποιήθηκαν σαν οικοδομικό υλικό από τους κατοίκους της περιοχής.
Στους πρόποδες του οχυρού λόφου, στις όχθες του Αχελώου ποταμού, βρέθηκε το 1911 από τον γυμνασιάρχη Κ. Παπαϊωάννου χάλκινο αγαλμάτιο χωρίς δεξί χέρι, που εικόνιζε τον Αχελώο ποταμό. Συγκεκριμένα, παρίστανε τη μορφή ώριμου άνδρα σε μετωπική στάση, ντυμένου με ιμάτιο. Στο αριστερό του χέρι κρατούσε το σύμβολο της Ευφορίας, το κέρας της Αμάλθειας. Ηταν έργο του Δ΄ π.Χ. αιώνα. Δυστυχώς χάθηκε πριν από τον πόλεμο.

Βρέθηκε και αναθηματική μαρμάρινη επιγραφή αφιερωμένη στον “Αχελώο και Αχαϊδες νύμφες” ή “Νύμφες Αχελώου” που προέρχονταν από ιερό, που βρισκόταν κοντά στο Ζωοδότη ποταμό.

Από τις άφθονες αγνήθες που βρέθηκαν, συμπεραίνεται ότι σε όλα τα σπίτια υπήρχαν αργαλειοί και χειρόμυλοι, που μαρτυρούν ότι η οικονομία του οικισμού ήταν αγροτική.

Η οχύρωση του λόφου έγινε βιαστικά στο τέλος των Κλασικών χρόνων, όπως μαρτυρούν οι ακατέργαστοι ογκόλιθοί του. Στην περιφέρεια του λόφου βρίσκονται τεράστιοι ομοιόμορφοι κυκλικοί ογκόλιθοι, που έχουν λειανθεί κυκλικά και πολλοί από αυτούς εκτείνονται μέχρι τις παρυφές του λόφου, όπου ήταν το αρχαίο λιμάνι του οικισμού, που επιχώθηκε από τις προσχώσεις του Αχελώου ποταμού. Φαίνεται ότι οι ογκόλιθοι είχαν σχέση με τη λατρεία του θαλάσσιου θεού Ποσειδώνα, που λατρευόταν στον οικισμό και στην περιοχή.

Από τα παραπάνω συμπεραίνεται ότι στον λόφο άκμασε ένας μεγάλος οικισμός με οχυρή και απροσπέλαστη ακρόπολη που σημείωσε σημαντική άνθιση στα Κλασικά και Ελληνιστικά χρόνια.

Στην πρώιμη βυζαντινή εποχή το φρούριο κατοικήθηκε από βυζαντινή φρουρά, που επιδιόρθωσε μερικά κτίρια για να διαμένει και το χρησιμοποίησε για σκοπιά. Φέρεται ότι ερημώθηκε τελείως και εγκαταλείφθηκε τον 8ο και 9ο μ.Χ. αιώνα ύστερα από τις ληστρικές επιδρομές των Σαρακηνών πειρατών.
Χρησιμοποιήθηκε ξανά από τους Λομβαρδούς κατά τον 13ο και 14ο αιώνα που το επισκεύασαν. Εγκαταλείφθηκε τέλος οριστικά όταν έγιναν κύριοι του νησιού οι Τούρκοι

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση