ΙΣΤΟΡΙΑ

Η Αναγέννηση[1] είναι μια περίοδος της Ευρωπαϊκής ιστορίας που σηματοδοτεί τη μετάβαση από τον Μεσαίωνα στη νεωτερικότητα και καλύπτει τον 15ο και τον 16ο αιώνα και χαρακτηρίζεται από μια προσπάθεια αναβίωσης και υπέρβασης ιδεών και επιτευγμάτων της κλασικής αρχαιότητας. Συνέβη μετά την Κρίση του Ύστερου Μεσαίωνα και συνδέθηκε με μεγάλες κοινωνικές αλλαγές. Εκτός από την τυπική περιοδοποίηση οι υποστηρικτές μιας «μακράς Αναγέννησης» τοποθετούν την αρχή της στον 14ο και το τέλος της στον 17ο αιώνα.[2].

Η παραδοσιακή άποψη εστιάζει περισσότερο στις πρώιμες νεότερες πτυχές της Αναγέννησης και υποστηρίζει ότι ήταν μια ρήξη με το παρελθόν, αλλά πολλοί ιστορικοί σήμερα εστιάζουν περισσότερο στις μεσαιωνικές πτυχές της και υποστηρίζουν ότι ήταν μια επέκταση του Μεσαίωνα.[3] [4] Ωστόσο οι απαρχές της περιόδου –η πρώιμη Αναγέννηση του 15ου αιώνα και η Ιταλική Πρωτοαναγέννηση από περίπου το 1250 ή το 1300– συμπίπτουν σημαντικά με τον Ύστερο Μεσαίωνα, που χρονολογείται συμβατικά περ. 1250–1500, και ο ίδιος ο Μεσαίωνας ήταν μια μακρά περίοδος γεμάτη με σταδιακές αλλαγές, όπως η νεότερη εποχή και, ως μεταβατική περίοδος μεταξύ των δύο, η Αναγέννηση έχει στενές ομοιότητες και με τις δύο, ειδικά στην όψιμη της πρώτης και την πρώιμη υποπερίοδο της δεύτερης.

Η διανοητική βάση της Αναγέννησης ήταν η εκδοχή της του ουμανισμού, που προήλθε από την έννοια της ρωμαϊκής humanitas και την εκ νέου ανακάλυψη της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας, όπως αυτή του Πρωταγόρα, που είπε ότι «ο άνθρωπος είναι το μέτρο όλων των πραγμάτων». Αυτή η νέα σκέψη εκδηλώθηκε στην τέχνη, την αρχιτεκτονική, την πολιτική, την επιστήμη και τη λογοτεχνία. Τα πρώτα παραδείγματα ήταν η ανάπτυξη της προοπτικής στην ελαιογραφία και η αναζωογόνηση της γνώσης κατασκευής σκυροδέματος. Αν και η εφεύρεση του μεταλλικού κινητού πιεστηρίου επιτάχυνε τη διάδοση των ιδεών από τον ύστερο 15ο αιώνα, οι αλλαγές της Αναγέννησης δεν ήταν ομοιόμορφες ανά την Ευρώπη: τα πρώτα ίχνη εμφανίζονται στην Ιταλία ήδη από τα τέλη του 13ου αιώνα, ιδιαίτερα με τα γραπτά του Δάντη και οι πίνακες του Τζιότο.

Ως πολιτιστικό κίνημα η Αναγέννηση περιλάμβανε την καινοτόμο άνθηση της λογοτεχνίας στα λατινικά και στις λαϊκές γλώσσες, ξεκινώντας με την αναβίωση της μάθησης του 14ου αιώνα με βάση τις κλασικές πηγές, που οι σύγχρονοί του απέδωσαν στον Πετράρχη, την ανάπτυξη της γραμμικής προοπτικής και άλλων τεχνικών απόδοσης μιας πιο φυσικής πραγματικότητας στη ζωγραφική και τη σταδιακή αλλά εκτεταμένη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση. Στην πολιτική η Αναγέννηση συνέβαλε στην ανάπτυξη των διπλωματικών διαδικασιών και συμβάσεων και στην επιστήμη σε μια αυξημένη εξάρτηση από την παρατήρηση και την επαγωγική λογική. Αν και η Αναγέννηση είδε επαναστάσεις σε πολλές πνευματικές και κοινωνικές επιστημονικές αναζητήσεις, καθώς και την εισαγωγή της σύγχρονης τραπεζικής και του τομέα της λογιστικής,[5] είναι ίσως περισσότερο γνωστή για τις καλλιτεχνικές της εξελίξεις και τη συμβολή πολυμαθών όπως ο Λεονάρντο Ντα Βίντσι και Μιχαήλ Άγγελος, που εμπνεύστηκε τον όρο «Αναγεννησιακός Ανθρωπος».[6] [7]

Η Αναγέννηση ξεκίνησε στη Δημοκρατία της Φλωρεντίας, ένα από τα πολλά κράτη της Ιταλίας.[8] Διάφορες θεωρίες έχουν προταθεί για να εξηγήσουν την προέλευση και τα χαρακτηριστικά της, εστιάζοντας σε μια ποικιλία παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων των κοινωνικών και αστικών ιδιαιτεροτήτων της Φλωρεντίας εκείνη την εποχή: της πολιτικής της δομής, της προστάτιδάς της κυρίαρχης οικογένειάς της των Μεδίκων[9] [10] και της μετανάστευσης στην Ιταλία των Ελλήνων λογίων και των κειμένων τους μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους.[11] [12] [13] Άλλα μεγάλα κέντρα ήταν πόλεις-κράτη της βόρειας Ιταλίας όπως η Βενετία, η Γένοβα, το Μιλάνο, η Μπολόνια και η Ρώμη. Από την Ιταλία η Αναγέννηση εξαπλώθηκε σε όλη την Ευρώπη στη Φλάνδρα, τη Γαλλία, τα Βρετανικά Νησιά, την Ισπανία, την Πορτογαλία, τη Γερμανία και αλλού.

Η Αναγέννηση έχει μια μακρά και πολύπλοκη ιστοριογραφία και, σύμφωνα με το γενικό σκεπτικισμό των διακριτών περιοδολογήσεων, υπήρξε μεγάλη συζήτηση μεταξύ των ιστορικών που αντιδρούσαν στην εξύμνηση της «Αναγέννησης» και μεμονωμένων πολιτιστικών ηρώων ως «ανδρών της Αναγέννησης» κατά τον 19ο αιώνα, αμφισβητώντας τη χρησιμότητά της ως όρου και ως ιστορικής οριοθέτησης.[14] Ορισμένοι παρατηρητές έχουν αμφισβητήσει αν η Αναγέννηση ήταν μια πολιτιστική «πρόοδος» από τον Μεσαίωνα, θεωρώντας την αντίθετα ως μια περίοδο απαισιοδοξίας και νοσταλγίας για την κλασική αρχαιότητα,[15] ενώ οι ιστορικοί της κοινωνίας και της οικονομίας έχουν αντίθετα εστιάσει στη συνέχεια μεταξύ των δύο εποχών[16], οι οποίες συνδέονται, όπως παρατήρησε ο Πανόφσκι, «με χίλιους δεσμούς».[17]

Ο όρος rinascita («αναγέννηση») εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Ζωές των Καλλιτεχνών του Τζόρτζο Βαζάρι (περίπου 1550), που ονομάστηκε η Αναγέννηση στη δεκαετία του 1830.[18] Η λέξη έχει επίσης επεκταθεί σε άλλα ιστορικά και πολιτιστικά κινήματα, όπως η Καρολίγγεια Αναγέννηση (8ος και 9ος αι.), η Οθωνική Αναγέννηση (10ος και 11ος αιώνας) και η Αναγέννηση του 12ου αιώνα.[19]

Πορτρέτο Νέας Γυναίκας (περίπου 1480–85) (Σιμονέτα Βεσπούτσι) του Σάντρο Μποττιτσέλλι
Ο Ντεζιντέριους Έρασμος (1466 – 1536), Ολλανδός λόγιος, ουμανιστής και θεολόγος, που μετέφρασε εκ νέου την Καινή Διαθήκη στα λατινικά και τα ελληνικά, ασκώντας κριτική στην εξουσία του κλήρου και στη λατρεία ιερών λειψάνων, προετοιμάζοντας τη Μεταρρύθμιση στην Ευρώπη.

Η Αναγέννηση ως πολιτιστικό κίνημα άσκησε έντονη επίδραση στην πνευματική ζωή της Ευρώπης κατά την πρώιμη Σύγχρονη Εποχή. Με εφαλτήριο την Ιταλία, και έχοντας εξαπλωθεί στο σύνολο της ηπείρου μέχρι τον 16ο αιώνα, άφησε το σημάδι της στη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, την τέχνη, την πολιτική, την επιστήμη, τη θρησκεία, και σε άλλες πτυχές της πνευματικής αναζήτησης. Οι λόγιοι της εποχής επιστράτευσαν την ουμανιστική μέθοδο μελέτης, επιδιώκοντας παράλληλα τον ρεαλισμό και το συναίσθημα στην τέχνη.[20] Οι λόγιοι της εποχής αναζήτησαν στις βιβλιοθήκες των μοναστηριών, καθώς και στα εδάφη της καταρρέουσας Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, τα λογοτεχνικά, ιστορικά και ρητορικά κείμενα της αρχαιότητας, συνήθως γραμμένα στα λατινικά ή τα αρχαία ελληνικά, πολλά από τα οποία είχαν πέσει στην αφάνεια. Ακριβώς αυτή η εστίαση στα λογοτεχνικά και ιστορικά κείμενα διαφοροποιεί τους λόγιους της Αναγέννησης από τους προγενέστερους του 12ου αιώνα, οι οποίοι έδωσαν περισσότερη προσοχή στα ελληνικά και αραβικά κείμενα που πραγματεύονταν τις φυσικές επιστήμες, τη φιλοσοφία και τα μαθηματικά. Οι ουμανιστές της Αναγέννησης δεν απέρριπταν τον Χριστιανισμό, αντιθέτως, ορισμένα από τα σημαντικότερα έργα της εποχής αφιερώθηκαν σε αυτόν, ενώ η Εκκλησία χρηματοδότησε πολλά από αυτά. Εντούτοις, έλαβε χώρα μια λεπτή αλλαγή στον τρόπο που οι μορφωμένοι άνθρωποι προσέγγιζαν το θέμα της θρησκείας, κάτι που αντικατοπτρίστηκε σε πολλές εκφάνσεις της πνευματικής ζωής.[21]

Πορτραίτο του Νικολό Μακιαβέλλι (1469 – 1527), Ιταλού ιστορικού, φιλοσόφου, ουμανιστή και συγγραφέα, ο οποίος αποτελεί πρωτοπόρο της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης

Επιπροσθέτως, πολλά ελληνικά χριστιανικά συγγράμματα, ανάμεσα στα οποία και η Καινή Διαθήκη στα ελληνικά, ταξίδεψαν από το Βυζάντιο στη Δυτική Ευρώπη απασχολώντας τους λόγιους για πρώτη φορά μετά την όψιμη αρχαιότητα. Αυτή η στροφή προς τα ελληνικά χριστιανικά έργα, και κυρίως η μελέτη της Καινής Διαθήκης στην πρωτότυπή της γλώσσα, όπως προωθήθηκαν από τους ουμανιστές Λαυρέντιο Βάλλα και Έρασμο, άνοιξαν τον δρόμο για την Προτεσταντική Μεταρρύθμιση.

Καλλιτέχνες όπως ο Μαζάτσο προσπάθησαν να απεικονίσουν την ανθρώπινη μορφή με ρεαλιστικό τρόπο, αναπτύσσοντας τεχνικές ώστε να αποδίδονται η προοπτική και το φως με φυσικό τρόπο. Πολιτικοί φιλόσοφοι, και ιδιαίτερα ο Νικολό Μακιαβέλλι, εστίασαν στη ρεαλιστική περιγραφή της πολιτικής ζωής, ώστε να γίνει κατανοητή δια μέσου της λογικής. Σημαντική συμβολή στον αναγεννησιακό ουμανισμό αποτέλεσε το κείμενο του Τζοβάννι Πίκο ντέλλα Μιράντολα με τίτλο «De hominis dignitate» («Λόγος περί της ανθρώπινης αξιοπρέπειας»), που απαρτίζεται από μία σειρά θέσεων για τη φιλοσοφία, τη φυσική σκέψη, την πίστη και τη μαγεία. Πέρα από τη μελέτη της κλασικής αρχαιότητας, οι συγγραφείς της Αναγέννησης υιοθέτησαν τη χρήση της καθομιλουμένης γλώσσας, κάτι που σε συνδυασμό με την εφεύρεση της τυπογραφίας, επέτρεψε σε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους να έχουν πρόσβαση σε βιβλία, με πιο αξιοπρόσεκτη περίπτωση τη Βίβλο.[22]

Συνοψίζοντας, η Αναγέννηση μπορεί να θεωρηθεί ως μια προσπάθεια διανοούμενων να μελετήσουν και να βελτιώσουν τα εγκόσμια, τόσο μέσα από την αναβίωση των ιδεολογιών της αρχαιότητας, όσο και διαμέσου καινοτόμων προσεγγίσεων στη Σκέψη. Ορισμένοι μελετητές, όπως ο Ρόντνεϋ Σταρκ,[23] αποδίδουν λιγότερη σημασία στην Αναγέννηση εστιάζοντας στις καινοτομίες που εισήχθησαν στις ιταλικές πόλεις κράτη νωρίτερα, κατά την κορύφωση του Μεσαίωνα, οπότε και συνδυάστηκαν η λογοδοτική διακυβέρνηση, ο Χριστιανισμός και η γέννηση του καπιταλισμού. Αυτή η ανάλυση υποστηρίζει πως, την περίοδο που τα ισχυρά ευρωπαϊκά κράτη (Γαλλία και Ισπανία) είχαν απολυταρχικές μοναρχίες, ενώ άλλα βρίσκονταν υπό την εξουσία της Εκκλησίας, οι ανεξάρτητες ιταλικές δημοκρατίες, πατώντας στις αρχές του καπιταλισμού που πρωτοεμφανίστηκαν σε μοναστηριακά κτήματα, δημιούργησαν μια εμπορική επανάσταση χωρίς προηγούμενο, η οποία προηγήθηκε και χρηματοδότησε την Αναγέννηση.

Η Φλωρεντία, πόλη στην Τοσκάνη της Ιταλίας, από όπου θεωρείται ευρέως πως εξαπλώθηκε το πολιτιστικό ρεύμα της Αναγέννησης.

Η πλειοψηφία των ιστορικών συμφωνεί ότι οι ιδέες που χαρακτηρίζουν την Αναγέννηση πηγάζουν από τη Φλωρεντία του ύστερου 13ου αιώνα, ιδιαίτερα από το συγγραφικό έργο των Ντάντε Αλιγκιέρι (1265–1321) και Πετράρχη (1304–1374), καθώς και από τα έργα ζωγραφικής του Τζιόττο ντι Μποντόνε (1267–1337). Ορισμένοι μελετητές οριοθετούν χρονικά την Αναγέννηση με μεγάλη ακρίβεια: μια θεωρία τοποθετεί την αρχή στο έτος 1401, οπότε και οι ιδιοφυείς ανταγωνιστές Λορέντζο Γκιμπέρτι (1378–1455) και Φιλίππο Μπρουνελέσκι (1377–1446) συναγωνίστηκαν για την ανάληψη της κατασκευής των χάλκινων θυρών του Βαπτιστηρίου του Καθεδρικού Ναού της Φλωρεντίας (Cattedrale di Santa Maria del Fiore). Άλλοι ότι ο γενικότερος ανταγωνισμός μεταξύ καλλιτεχνών και πολυμαθών όπως οι Μπρουνελέσκι, Γκιμπέρτι, Ντονατέλλο και Μαζάτσο για την ανάληψη έργων πυροδότησε τη δημιουργικότητα που επέφερε την Αναγέννηση. Ωστόσο εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο αντιγνωμιών το γιατί το ρεύμα αυτό ξεκίνησε στην Ιταλία, και γιατί εκείνη τη συγκεκριμένη εποχή. Επομένως, πολλές θεωρίες επιστρατεύτηκαν για να εξηγήσουν την προέλευσή του.

Κατά τη διάρκεια της Αναγέννησης, τα χρήματα και η τέχνη συμβάδιζαν. Οι καλλιτέχνες εξαρτώνταν ολοκληρωτικά από προστάτες των τεχνών, ενώ οι τελευταίοι χρειάζονταν χρήματα για να συντηρούν ιδιοφυείς ανθρώπους. Πλούτος εισήλθε στην Ιταλία κατά τον 14ο, 15ο και 16ο αιώνα με την επέκταση των εμπορικών δρόμων προς την Ασία και την Ευρώπη. Η εξόρυξη ασημιού στο Τιρόλο αύξησε τη ρευστότητα σε χρήμα. Πολυτελή αντικείμενα από τον Ανατολικό Κόσμο, τα οποία ήρθαν στην πατρίδα κατά τη διάρκεια των Σταυροφοριών, αύξησαν την ευμάρεια της Γένοβας και της Βενετίας.[24]

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση