
Ο Νίκος Καζαντζάκης γεννήθηκε στο Ηράκλειο της τουρκοκρατούμενης Κρήτης. Σπούδασε Νομική στην Αθήνα (1902-1906), και μεταπτυχιακά στο Παρίσι (1907-1909), όπου επηρεάστηκε βαθύτατα από τις φιλοσοφικές αρχές του Μπερξόν και του Νίτσε. Την εποχή αυτή αρχίζει η συστηματική του ενασχόληση με τα γράμματα. Πραγματοποίησε πλήθος ταξιδιών στο εξωτερικό, αρκετές φορές ως ανταποκριτής εφημερίδων. Υπηρέτησε ως γενικός διευθυντής στο Υπουργείο Περιθάλψεως (1919), διορίστηκε Υπουργός άνευ Χαρτοφυλακίου (1945) και εργάστηκε ως σύμβουλος λογοτεχνίας στην UNESCO (1946). Διετέλεσε πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Συγγραφέων. Το 1956 τιμήθηκε με το Βραβείο Ειρήνης και προτάθηκε ως υποψήφιος για το Νόμπελ Λογοτεχνίας εννέα φορές.
Ο ίδιος θεωρούσε τον εαυτό του πρωτίστως ποιητή, έχοντας γράψει την Οδύσσεια, ένα μεγαλόπνοο έργο με 24 ραψωδίες και 33.333 στίχους. Διακρίθηκε στη δραματουργία (Προμηθέας, Καποδίστριας, Κούρος, Νικηφόρος Φωκάς, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, Χριστόφορος Κολόμβος, κ.ά.), στη συγγραφή ταξιδιωτικών εντυπώσεων (Ισπανία, Ιταλία, Αίγυπτο, Σινά, Ιαπωνία και Κίνα, Αγγλία, Ρωσία, Ιερουσαλήμ και Κύπρο), στα φιλοσοφικά δοκίμια (Ασκητική, Συμπόσιο, κ.ά.). Ωστόσο, ευρύτερα γνωστός έγινε από τα μυθιστορήματά του: Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά (1946), Ο Χριστός ξανασταυρώνεται (1948), Ο καπετάν Μιχάλης (1950), Ο τελευταίος πειρασμός (1951), Αναφορά στο Γκρέκο (1961), κ.ά. Το έργο του έχει μεταφραστεί και εκδοθεί σε περισσότερες από 50 χώρες και έχει διασκευαστεί για το θέατρο, τον κινηματογράφο, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. “Ποτέ δεν ντράπηκα για την ψυχή μου τόσο όσο μπροστά στον Ζορμπά”, γράφει ο Καζαντζάκης για τον συνεργάτη και συνοδοιπόρο του. Τον αληθινό άνθρωπο που ο συγγραφέας μετονόμασε από Γιώργη σε Αλέξη Ζορμπά, τον έπλασε στο χαρτί ως μυθιστορηματικό πρόσωπο και μετουσίωσε τον πληθωρικό από ζωτική ορμή χαρακτήρα του, χαρίζοντάς του τις μνημειώδεις διαστάσεις ενός ήρωα.
Περισσότερο αμήχανος παρά ανίδεος, επηρεασμένος από το ομώνυμο βιβλίο και την ομότιτλη ταινία του Μιχάλη Κακογιάννη, έμαθα ξαφνικά και εγώ πριν από καμιά 25αριά χρόνια ότι ο αυθεντικός Ζορμπάς δεν πάτησε ποτέ το πόδι του στην Κρήτη. Τι σημασία, όμως, είχε ο τόπος; Ο μύθος του ήρωα αφού κρυσταλλώθηκε πρώτα μέσα στον συγγραφέα μετά ταξίδεψε μέσα από τις σελίδες του έργου του στα πέρατα του κόσμου. Για την ιστορία και μόνο, στις αρχές του ’90 φιλοξενήθηκα για καλοκαιρινές διακοπές στο μικρό σπιτάκι δίπλα στο κύμα της οικογένειας του Ανδρέα Εξαρχουλέα που βρίσκεται πλάι στην πηγή με το τρεχούμενο νερό του Πρίντζιπα, στο ακρογιάλι της Καλογριάς, κοντά στη Στούπα.
Αν και είχα δει, χωρίς να της δώσω ιδιαίτερη σημασία, μια μικρή μπρούντζινη προτομή του Καζαντζάκη στην αρχή του κατηφορικού παραθαλάσσιου μονοπατιού, δεν είχα ιδέα ότι έμενα μεσοτοιχία με ένα κλειδωμένο δωμάτιο που νοίκιαζε ο συγγραφέας πριν από 75 και βάλε χρόνια. Εναν στενό χώρο, επιπλωμένο λιτά, με ένα ράντζο εκστρατείας, μια καρέκλα και ένα τραπέζι πάνω στο οποίο βρισκόταν ένα λυχνάρι για να γράφει και να διαβάζει ο τότε νοικάρης. Η έκπληξή μου έγινε ακόμη μεγαλύτερη όταν πληροφορήθηκα ότι στον πετρόκτιστο χώρο με την κεραμιδοσκεπή όπου κοιμόμουν είχε ζήσει για δύο χρόνια, από το φθινόπωρο του 1916 έως το καλοκαίρι του 1918, ο πραγματικός Ζορμπάς. Οι απόγονοι του βαφτισιμιού του Γιώργου Εξαρχουλέα, γιου του τότε σπιτονοικοκύρη του, μου το επιβεβαίωσαν. Φανταζόμουν τότε τον Γιώργο Ζορμπά με την όψη και τη μορφή, αξύριστη, μονοκόμματη και πελώρια, που του είχε χαρίσει ο Αντονι Κουίν ο οποίος τον είχε υποδυθεί στην ταινία.
Η εικόνα του δεν απείχε πολύ από την παλιά φωτογραφία του ίδιου του πανύψηλου μουστακαλή, ελαφρά μαυριδερού Ζορμπά, την οποία και είδα, αφού κατά τα χρόνια της παραμονής του εκεί έκανε φιλίες και κουμπαριές με τους Μανιάτες της περιοχής. Κάποιοι απόγονοί τους μου διηγήθηκαν ότι ο γκριζομάλλης μεσήλικας και χήρος Γιώργος Ζορμπάς έφτασε στη Στούπα μαζί με τα 5 από τα 8 ορφανά από μάνα παιδιά του, για να μπει ως αρχιεργάτης στη δούλεψη του Καζαντζάκη, ο οποίος είχε αναμειχθεί σε μια επιχείρηση εκμετάλλευσης λιγνιτωρυχείου στην Πραστοβά, που ανήκε στα κτήματα Πατριαρχέα, λίγο πιο πάνω από την Καλογριά. Εμπειρος με πολύτιμες γνώσεις και ακούραστος δουλευταράς που είχε διανύσει στοές και λαγούμια σε διάφορα μεταλλεία κάνοντας όλες τις δουλειές ως εξορύκτης, ξυλοδέτης, ανιχνευτής μετάλλων, ο Ζορμπάς ήταν ο ιδανικός άνθρωπος στην κατάλληλη θέση. Γι’ αυτό και ο Καζαντζάκης που είχε μπλέξει προηγουμένως σε μια επιχείρηση εκμετάλλευσης ξυλείας στο Αγιον Ορος, όταν το 1915 γνώρισε εκεί τον μεταλλωρύχο τον προσέλαβε για τις καινούριες του μπίζνες στη μεσσηνιακή Μάνη. Η εξόρυξη κάρβουνου, ακόμη και χαμηλής ποιότητας, ήταν αναγκαία κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, ενώ η ενασχόληση μαζί του παρείχε τότε απαλλαγή από τη στράτευση.
Καζαντζάκης-Σικελιανός
Δύο άγνωστα ημερολόγια του Νίκου Καζαντζάκη και του Άγγελου Σικελιανού για το ταξίδι τους στο Άγιο Όρος.
Αθήνα, 11 Νοεμβρίου 1914. Ο Νίκος Καζαντζάκης πρωτανταμώνει τον Άγγελο Σικελιανό στα γραφεία του Εκπαιδευτικού Oμίλου. Από την πρώτη στιγμή οι δύο άντρες ένιωσαν μια ιδιαίτερη φιλική σχέση να τους κατακλύζει, αφού αναγνώρισαν αμέσως ο ένας τον άλλον ως πνευματικοί συνοδοιπόροι, ως «αδερφοί». Ύστερα από τρεις μέρες έφυγαν στο Άγιο Όρος για προσκύνημα που κράτησε σαράντα μέρες, όπως περιγράφεται σε δύο ημερολόγια: του Καζαντζάκη, που φέρει τον τίτλο «Άγιον Όρος, Νβρης-Δβρης 1914» και του Σικελιανού με τίτλο «Το αγιορείτικο ημερολόγιο». Μαζί μελετούν Τολστόι, Βούδα και Δάντη και σχεδιάζουν να ιδρύσουν μια καινούρια θρησκεία. Στις 29 Νοεμβρίου 1914, καθώς οι δυο φίλοι βρίσκονται στη Μονή Καρακάλου, ο Καζαντζάκης σημειώνει: «Το βράδυ στα κρεβάτια μιλούμε πάλι για την ουσία της υπέρτερης επιθυμίας μας –να δημιουργήσουμε θρησκεία. Τα πάντα ωριμασμένα. Α! Πώς να μπορέσουμε να εξωτερικεύσουμε ό,τι ιερότερο και βαθύτερο έχουμε». Μια θρησκεία κυριότατα ιδεολογικής και πνευματικής χροιάς, η οποία φυσικά θα αποτυπώνει τις ανησυχίες και τις πεποιθήσεις των δύο λογοτεχνών.
Στη συνέχεια, ταξιδεύουν και περιηγούνται μαζί σε πολλά ακόμα μέρη στην Ελλάδα, αναζητώντας «τη συνείδηση της γης και της φυλής τους»: Αθήνα, Ελευσίνα, Δελφοί, Κόρινθος, Μυκήνες, Άργος, Τεγέα, Σπάρτη, Μυστράς και αλλού.
Το 1923, οι δρόμοι του Καζαντζάκη και του Σικελιανού χωρίζουν, λόγω ορισμένων ιδεολογικών τους διαφορών. Σημειώνει εμφατικά ο Καζαντζάκης στην «Αναφορά στον Γκρέκο»: «Η μεγάλη διαφορά μας, Άγγελε, είναι ετούτη: Εσύ πιστεύεις πως βρήκες τη λύτρωση και λυτρώθηκες· εγώ πιστεύω πως λύτρωση δεν υπάρχει, και πιστεύοντάς το, λυτρώθηκα».
Η φιλία τους αναθερμαίνεται το 1942, 19 χρόνια μετά, ύστερα από μεσολάβηση του Παντελή Πρεβελάκη. Ο Καζαντζάκης ενθουσιασμένος από τη συνάντηση των τριών φίλων γράφει από την Αίγινα:
Αίγινα, 25.2.1942
Αγαπημένε αδερφέ,
Οι μέρες, που πέρασα σπίτι Σας, σίγουρα δε θα σβήσουν ποτέ από το νου μου· θερμές, μεστές, όλο ουσία˙ και το μεγάλο ευτύχημα για μένα είναι που την ένταση και τη γλύκα τους την ένιωθα και τη στιγμή που τις ζούσα…
Ο Θεός είναι μαζί μας, γιατί είμαστε μαζί του· δουλειά, γέλιο, βραδινές κουβέντες μπροστά από τη θάλασσα, ουρανός από πάνω, η γης στα πόδια μας, η εφήμερη στιγμή θα πάρει την αληθινή ουσία της – την αιωνιότητα
Εντωμεταξύ είχε γνωρίσει το 1924 την Ελένη Σαμίου, και τον Νοέμβριο του 1945, ο Νίκος και η Ελένη παντρεύονται στον Άι-Γιώργη τον Καρύτση με κουμπάρους τον Άγγελο και την Άννα Σικελιανού.
Στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο Νίκος Καζαντζάκης προτάθηκε μαζί με τον Άγγελο Σικελιανό για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας: το 1946 από την Ένωση Ελλήνων Συγγραφέων, το 1950 από τον Γιάλμαρ Γκούλμπεργκ της Σουηδικής Ακαδημίας και το 1951 από τον σουηδό συγγραφέα Σίγκφριντ Σίβερτζ.
Ο θάνατος του Σικελιανού, όμως, τον Ιούνιο του 1951 θλίβει βαθύτατα τον Καζαντζάκη, ομολογώντας το πένθος του στον σουηδό φίλο του Μπόργες Κνες: «Εδώ στη μοναξιά του βουνού προσπαθώ να γαληνέψω από το φοβερό χτύπημα. Σαράντα χρόνια φιλία ακατάλυτη μ’ έσμιγε με το Σικελιανό, είταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσα ν’ αναπνέω, να μιλώ, να γελώ και να σωπαίνω μαζί του˙ τώρα για μένα η Ελλάδα άδειασε…»
Ο Νίκος Καζαντζάκης, αν και δεν έγραψε ποτέ το βιβλίο που θα αφιέρωνε στον Άγγελο Σικελιανό, εντούτοις ο κρητικός λογοτέχνης έχει αφιερώσει στον Λευκαδίτη ποιητή ένα από τα είκοσι δύο κάντα του με τον τίτλο «Τερτσίνα» και αρκετές σελίδες του κεφαλαίου ΙΘ΄ της «Αναφοράς στον Γκρέκο» που φέρει τον τίτλο «Ο φίλος μου ο ποιητής-Άγιον Όρος».

Ημερολόγιο Ν. Καζαντζάκη
Ένα σημαντικό αρχειακό τεκμήριο κυκλοφόρησε πρόσφατα από το Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη με την εξαίρετη εκδοτική φροντίδα της Βαρβάρας Τσάκα, διευθύντριας του ΜΝΚ και την υποστήριξη της Περιφέρειας Κρήτης. Το ημερολόγιο του Νίκου Καζαντζάκη «Άγιον Όρος. Νβρης-Δβρης 1914» βγαίνει στο φως για πρώτη φορά και αποκαλύπτει το ταξίδι που έκανε ο Κρητικός λογοτέχνης με τον ποιητή Άγγελο Σικελιανό. Η Χριστίνα Ντουνιά, ομότιμη καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με αδιαμφισβήτητο ακαδημαϊκό ήθος, συνυπογράφει ισάξια την επιστημονική επιμέλεια αυτής της σπουδαίας έκδοσης με την Παρασκευή Βασιλειάδη, υποψήφια διδακτόρισσα του Πανεπιστημίου Αθηνών και υπεύθυνη Αρχείου του Μουσείου Καζαντζάκη.
Η Ντουνιά και Βασιλειάδη φανερώνονται μέσα από τη σπουδαία τους μελέτη, ως εξαίσιες αθλήτριες στον καζαντζακικό στίβο, υπερπηδώντας μεταγραφικά εμπόδια και επιστημολογικά ζητήματα. Στην εξαιρετικά εμπεριστατωμένη εισαγωγή τους αναδεικνύουν όχι μόνο τη ιδιαίτερη σχέση των δύο πνευματικών αντρών, αλλά και το πολυσυζητημένο ταξίδι τους στο Άγιον Όρος. Η έκδοση μπορεί να αποτελέσει πρότυπο για μετέπειτα δημοσιεύσεις ανέκδοτου καζαντζακικού αρχειακού υλικού, καθώς οι ερευνήτριες σχολιάζουν κατατοπιστικά κάθε σημείο που κρίνουν πως πρέπει να επισημανθεί, ώστε ο αναγνώστης να έχει μια ωραία αναγνωστική εμπειρία στο άδυτο των καζαντζακικών σημειώσεων.
Το «Ημερολόγιο» αποτυπώνει όλους τους σταθμούς του ταξιδιού του Καζαντζάκη και του Σικελιανού από τις 14 Νοεμβρίου μέχρι και τις 25 Δεκεμβρίου 1914. Όπως τονίζουν οι επιμελήτριες, η ημερολογιακή καταγραφή είναι εξόχως συστηματική (με ημερήσιες χρονικές ενδείξεις), καθώς ο Καζαντζάκης «αποτυπώνει στιγμιότυπα από τη ζωή των μοναχών, μνημειώνει τα ονόματά τους και, σε ειδικές περιπτώσεις, αναδεικνύει τη μορφή και το ήθος τους, περιγράφει σπάνια χειρόγραφα, αγιογραφήσεις και εικονογραφήσεις βιβλίων, αντιγράφει φράσεις και αποσπάσματα από πατερικά κείμενα, φιλοσοφικά και λογοτεχνικά βιβλία ή σημειώνει φράσεις από μνήμης».
Ο 31χρονος τότε διανοούμενος Καζαντζάκης βιώνει μια δοκιμασία μοναξιάς (κι ας είναι παρέα με τον Σικελιανό), μια ασκητική, γεγονός που εύλογα μας προκαλεί να διατυπώσουμε την άποψη πως ίσως οι αγιορείτικες σημειώσεις του αποτελούν την αφετηρία μιας ουσιαστικής φιλοσοφικής του γέννησης, μέσα από μια ιδιότυπα ιδεολογική περιπλάνηση, μάλιστα αρκετά χρόνια πριν τα φιλοσοφικά ρεύματα της εποχής τον παρασύρουν στον προσωπικό του πνευματικό δρόμο.
Μέσα από τις γραμμές, λοιπόν, του ημερολογίου, με σημειώσεις σκέψεων και αισθήσεων, μπορούμε να «διαβάσουμε» απόκρυφες ιδέες και ανείπωτους συλλογισμούς του συγγραφέα, καθώς καλύπτονται από το γλωσσικό ένδυμα απλών λέξεων και εκφράσεων, χαράζοντας άτυπα τη μελλοντική δημιουργία του.

Ημερολόγιο Α. Σικελιανού
Η ιδέα της συνανάγνωσης των δύο ημερολογίων, έχει τον σπόρο του στα λεγόμενα του Π. Πρεβελάκη και στην κριτική άποψη του Θ. Αγάθου (στο περιοδικό «The Books’ Journal», Μάρτιος 2021). Το Ημερολόγιο του Σικελιανού φυλάσσεται στο Τμήμα Χειρογράφων της Εθνικής Βιβλιοθήκης και έχει ήδη εκδοθεί το 1988 από το Ίδρυμα Ουράνη, με φιλολογική επιμέλεια της Ιωάννας Κωνσταντουλάκη-Χάντζου. Η επιμελήτρια προσεγγίζει με προσοχή το αρχειακό τεκμήριο, παρουσιάζοντάς το με μια συνοπτική εισαγωγή, χωρίς όμως σχόλια επί των σικελιανών σημειώσεων. Σημαντική σημείο της «μικρής ατζέντας» του Σικελιανού είναι πως ο αναγνώστης κυριεύεται από λόγια ατάκτως ειρημένα, σκέψεις αρρήτως γεγραμμένες.
***
Ένα ιδιαιτέρως γοητευτικό σημείο της συνανάγνωσης των δύο ημερολογίων Καζαντζάκη – Σικελιανού είναι αποκάλυψη μιας «σημείωσης» που καταγράφεται και από τους δύο λογοτέχνες: είναι ένα όνειρο του που βλέπει ο Καζαντζάκης και προφανώς αποτελεί γεγονός συζήτησης μεταξύ τους.
Σημειώνει ο Καζαντζάκης (11.12.1914): «Απόψε είδα στον ύπνο μου της εξήγηση της Αγίας Τριάδας, της χτεσινής, που ανησυχούσε ολημέρα. Οι τρεις άγγελοι = τα ρεύματα της ζωής (ένα ανώτατο εμπρός και δυο δεξόζερβα αντίθετα) κρατούν και προφυλάσσουν σαν εστία το σπέρμα τους αντρός και της γυναικός, την ελπίδα της γης. Ο μεσαίος άγγελος = (μπλε και πορφυρός) είδα την επομένη το πρωί κρατά κλάδον φοίνικος (αθανασία), ο δεξιός = (μοβ και πορφυρός) κρατά λαμπάδα αναμμένη, ο αριστερός = (πράσινος) δείχνει το στρωμένο τραπέζι (την ανάγκη της υλικής θεραπείας του σώματος). Ο μεσαίος = συνισταμένη των δύο άλλων, της ύλης και του πνεύματος. Ο Ιωσήφ = γέρος, βαθύς, όργανο μιας μοίρας. Η Παναγία αριστερά = παθητική, ευλαβής, συγκεντρωμένη σε οδυνηρό μυστήριο. Η εικόνα αυτή διατυπώνει τέλεια την ανώτατη σκέψη μου».
Στη συνέχεια ο Σικελιανός μεταγράφοντας την αφήγηση του Καζαντζάκη σημειώνει στο δικό του ημερολόγιο: «Το όνειρο του Κ. για την Αγία Τριάδα του Διονυσίου. Οι τρεις άγγελοι, τα τρία ρεύματα που συγκρατούν το σπέρμα της ζωής, ανδρός και γυναικός. Εθυμήθηκα το Spiess. Physiologie. La vérité sur Nietzsche. L’âme et le corps. Στους τρεις αγγέλους της Αγίας Τριάδος ο ένας στη μέση κρατεί κερί, ο αριστερά κερί, ο δεξιά ευλογεί τα κλάσματα του άρτου, δηλαδή την ασώματη επιρροή της θείας κοινωνίας. Ο Ιωσήφ και η Μαρία (ο Ιωσήφ γέρος) φαίνονται βαθιά υποταγμένοι στη θεία δύναμη».
Πόσο σπουδαίος θησαυρός η θέαση μιας εικόνας από δύο σημαντικούς λογοτέχνες του αιώνα μας, προσφέροντας ερεθίσματα στοχασμού από τον αναγνώστη. Και πώς συμπλέκονται μια πραγματική εικόνα με μια ονειρική κατάσταση με τις απόψεις, άμεσες ή έμμεσες, δύο διαφορετικών ανθρώπων. Εμπράκτως αναδεικνύεται η αναγκαιότητα επανάγνωσης της ζωής και του έργου των λογοτεχνών μέσα από αρχειακές καταγραφές, και ακόμη πιο αναγκαία η συνανάγνωση των συγκεκριμένων ημερολογίων για να φέρει στην επιφάνεια το πολύχρωμο μωσαϊκό της σχέσης του Καζαντζάκη με τον Σικελιανό.
Αξιοσημείωτο γεγονός όμως σε τέτοιες εκδόσεις δεν είναι να τονίζουμε ή να επισημαίνουμε μικρές αβλεψίες ή ανούσιες παραλείψεις, αλλά να επιβραβεύουμε σθεναρά τους ερευνητές που αφοσιώθηκαν ψυχή τε και σώματι και αναμετρήθηκαν με τον εαυτό τους, προκειμένου να φωτίσουν άγνωστες πτυχές σημαντικών αρχειακών τεκμήριων για να δώσουν τη σκυτάλη σε επόμενους μελετητές να συνεχίσουν το αέναο επιστημονικό ταξίδι αναζήτησης της αθάνατης πηγής, όπως είναι η γνώση. Άποψη που έχω διατυπώσει επανειλημμένως, αναφορικά με τον Νίκο Καζαντζάκη είναι πως με την εκπνοή των πνευματικών δικαιωμάτων του Κρητικού συγγραφέα ανέκδοτα και αδημοσίευτα χειρόγραφά του θα αποτελέσουν τον πυρήνα πολλών σημαντικών και πρωτότυπων μελετημάτων για τη ζωή και το έργο του. Η συγκεκριμένη λοιπόν έκδοση του Μουσείου Νίκου Καζαντζάκη αποτελεί μια πραγματική αποκάλυψη και μια πολύτιμη συμβολή στον χώρο των καζαντζακικών σπουδών.