Δέσποινα Θεοφυλάκτου
Αφανίστηκε το αηδόνι
Απλώθηκε το σιωπηλό άσμα,
βυθίστηκε στο σκοτάδι η μελωδία,
μόνο τα δάκρυα κυλούν ακόμα,
βουβοί οι στίχοι δίχως σημασία.
Χαμένη η βάρκα στα νερά,
πλέει χωρίς πανιά,
γεμάτη σπασμένα κουπιά,
δεν φτάνει πουθενά.
Κανένας στίχος σαν εκείνον,
καμιά ερμηνεία αρκετή,
πουθενά η ίδια ζεστασιά,
μόνη τραγουδάω πια.
Πέταξε σαν αγέρωχο πουλί,
και η δικιά σου ηδονή,
μες τα συντρίμμια της ψυχής,
θα κρύβεται για να τη βρεις.
Πασχαλίνα Τσιακατούρα
Οι γυναίκες του παρελθόντος
Άοπλες μαχήτριες που αγωνίζονται με πείσμα και θάρρος να νικήσουν σ’έναν αγώνα οδυνηρό που οι άλλοι επέβαλαν σ’εκείνες. Μία «νεκρή» ζωή, βυθισμένη στο πένθος και την μοναξιά. Χαμένες ευκαιρίες εξέλιξης, διαλυμένα όνειρα, κενές αναμνήσεις, ένα βάρος που πλακώνει την καρδιά και ένα ουρλιαχτό που διαλύεται στην σιωπή της απομόνωσης. Πλάσματα πολλαπλής χρήσης μα αναλώσιμα, χωρίς καμία αξία. Ο μοναδικός προορισμός τους είναι να φέρουν σε πέρας τις συζυγικές και μητρικές τους υποχρεώσεις, θέλοντας και μη, ενώ έπειτα απλά θα μετρούν υπομονετικά αντίστροφα τον χρόνο, μέχρι να σημάνει το καμπανάκι της λήξης. Πράγματι λοιπόν, σε μία εποχή που το ανδρικό φύλο κυριαρχεί, το να είσαι γυναίκα δεν είναι τίποτα παραπάνω από σκλαβιά, ταπείνωση, κατάρα. Παγιδευμένη, δίχως το δικαίωμα της μάθησης, έτσι ώστε να μην σταθείς ποτέ στα πόδια σου, να μην τρέξεις ποτέ μακριά από τα βάσανα σου, φυλακισμένη, με τέσσερις τοίχους για κελί, αναγκασμένη να υπακούς σε εντολές και να ξεχνάς πως έχεις φωνή και επιθυμίες. Οι συγγραφείς της ιστορίας σου είναι οι άλλοι, αυτοί οι γνωστοί-άγνωστοι, όχι εσύ. Σαν ένα άβουλο πιόνι στο άδικο παιχνίδι της ζωής, κινείσαι, επιβιώνεις και κάποια στιγμή πέφτεις. Κανείς όμως δεν θα θυμάται τον ηρωισμό σου, ούτε θα θρηνήσουν για το επίγειο μαρτύριο σου. Τελικά, όταν η μάχη σου θα λάβει τέλος, όλες οι αποδείξεις ότι υπήρξες θα γίνουν στάχτη. Μόνο και μόνο επειδή είσαι γυναίκα…
Μια μέρα ακόμα
Ματώνω, ο πόνος αβάσταχτος και οξύς.
Να δείτε που τελικά δεν ήμουν προετοιμασμένη για το ταξίδι της ζωής.
Σαν ένας σχοινοβάτης
τις ισορροπίες μου αναζητώ εκεί και εδώ
μα κάτι μου λέει πως σύντομα θα πέσω στο κενό.
Αχ βρε παιδιά, κάποιος να με βοηθήσει
Ο θάνατος με γυροφέρνει
Κι εσείς όλοι τα μάτια έχετε κλείσει.
Πού να τρέξω, πού να πάω για να σωθώ;
Οι δυνάμεις μου με εγκαταλείπουν.
Για πόσο ακόμα θα παίζουμε κρυφτό;
Τις νύχτες πλέον δεν βρίσκω ηρεμία.
Με συντροφεύουν τα διαλυμένα όνειρα και οι κρυφοί μου οι καημοί.
Ξαφνικά μετατρέπονται σε τέρατα
Και μου καταβροχθίζουν λίγο, λίγο την ψυχή.
Καλύτερα να τελείωνε ο κόσμος
Χωρίς ενοχές, θα γλίτωνα μία και καλή
Τώρα ο δικός μου γκρεμίζεται κάθε βράδυ
κι εγώ αναγκαστικά τον ξαναχτίζω το επόμενο πρωί!
Είπα να πω ένα «γεια» πρίν φύγω
Είπα να πω ένα «γεια» πριν φύγω
Όχι για να ποτίσω με φαρμάκι την ψυχή σου
Αλλά γιατί θέλω να βεβαιωθώ πως σε βρήκα
Κι έτσι γλυκά να σβήσει η αγάπη που πλέρια για σένα είχα!
Είπα να πω ένα «γεια» πριν φύγω
Για να δω αν θα με θυμηθείς
Εμένα που χρόνια τώρα συναντιόμασταν στα όνειρα μου
Κι έτρεμα να ξυπνήσω
Αφού δεν άντεχα να στέκεις τόσο μακριά μου!
Είπα να πω ένα «γεια» πριν φύγω,
Έτσι για να σ’ευχαριστήσω
Που ενώ ευχόμουν η καρδιά μου να σταματήσει να χτυπά,
Τα μάτια σου μου έδιναν κουράγιο ώστε να μην λυγίσω.
Ένα χάρτινο καραβάκι κάνε καλέ μου
Και τα αποχαιρετιστήρια μου σκόρπισε τα στους ωκεανούς
Να μάθει ολάκαιρη η πλάση
Για έναν έρωτα που δεν τόλμησε να ανθίσει,
Για μια αγάπη που χτίστηκε από πόνο και λυγμούς!
Αντίο λοιπόν, αγαπημένε μου!
Ήρθε η στιγμή να σε αφήσω.
Πάω να αναμένω τον καιρό που εν τέλει
Θα μου επιτρέψει να σε αντικρίσω
The presence of the absence
The moment I walked out of the door that day, I couldn’t imagine what was going to follow. One book. That’s what pulled me out of my “hole”. And if it wasn’t for a broken wheel, I would have bought that book and return to my four walls without having to face the world for the weeks to come. But I fell down in the middle of the road, cursing at myself for my disability to just stand on my two feet and walk, step after step, like a normal human being. Sometimes I wish I would have just crawled back to my house instead of breaking down right there and then. I stayed still though and as they say every decision comes with a price. Because of my recklessness, I met you, stranger and you intruded my life without a single warning. Our time was limited but even after all those years I’m still here, loving you silently, traveling to all those faraway places with you in my imagination, waiting for you to appear at my doorstep with that unsettled expression of yours asking me to cook some food for you, living with the presence of your absence. There are moments I pray for our memories to disappear. Now I have to remember you for longer than I knew you.
Μελίνα Σούλα
Midnights
My midnights suddenly got more interesting.
Just as soon as the sun set , I got my candles ready to light them up , I got my stool , my book and headed out to my balcony.
The moon is out carrying the sky while the sun is resting.
The sky got ready for the night by painting itself the colour of sodalite.
It crushed the crystal into shivers and turned it into paint.
The moon might not be able to shine as bright as the sun but she has her own unique characteristic when it comes to lighting up the world.
She leaves small pieces of her throughout the whole sky and she likes to call these pieces , the sky’s stars.
Everything at this time is at peace.
Nothing is moving.
No one is outside.
It is so quiet that I can hear the faint voices of the spirits living across from me.
I love everything about nighttime.
It’s a completely different thing from daytime.
There’s no one expecting anything from you , there are no responsibilities , your mind can finally be at peace during nighttime.
Even though your physical body is in idle , your mind and your spirit awaken during this time.
Your imagination and inspiration expand and you can do marvelous things.
Most great artists and writers create their art during nightfall because that’s when their daily tasks are over and they can focus on what they love doing.
Everything moves at a slow pace but that’s what I love about it.
Μεσάνυχτα
Τα μεσάνυχτά μου έγιναν ξαφνικά πιο ενδιαφέροντα.
Με το που έδυσε ο ήλιος, ετοίμασα τα κεριά μου για να τα ανάψω, πήρα το σκαμνάκι μου, το βιβλίο μου και βγήκα έξω στο μπαλκόνι μου.
Η Σελήνη κουβαλάει τον ουρανό καθώς ο ήλιος ξεκουράζεται.
Ο ουρανός ετοιμάστηκε για τη νύχτα βάφοντας τον εαυτό του στο χρώμα του σοδαλίτη.
Συνέτριψε τον κρύσταλλο σε θρύψαλα και τον μετέτρεψε σε μπογιά.
Η Σελήνη ίσως δεν λάμπει τόσο φωτεινά όσο ο ήλιος, αλλά έχει το δικό της μοναδικό χαρακτηριστικό όταν πρόκειται να φωτίσει τον κόσμο.
Αφήνει μικρά κομμάτια της σε ολόκληρο τον ουρανό και της αρέσει να αποκαλεί αυτά τα κομμάτια, τα αστέρια του ουρανού.
Όλα αυτήν την ώρα είναι γαλήνια.
Τίποτα δεν κινείται.
Κανένας δεν είναι έξω.
Είναι τόσο ήσυχα που μπορώ να ακούω αμυδρά τις φωνές των ψυχών που ζουν απέναντί μου.
Λατρεύω τα πάντα για τη νύχτα.
Είναι τόσο διαφορετική από την ημέρα.
Κανένας δεν περιμένει τίποτα, δεν υπάρχουν ευθύνες, το μυαλό μου μπορεί επιτέλους να είναι ήσυχο τη νύχτα.
Παρόλο που το φυσικό σώμα είναι σε αδράνεια, το μυαλό και το πνεύμα αφυπνίζονται.
Η φαντασία και η έμπνευσή διευρύνονται και μπορώ να κάνω υπέροχα πράγματα.
Οι περισσότεροι σπουδαίοι καλλιτέχνες και συγγραφείς δημιουργούν την τέχνη τους το βράδυ, μπορούν να επικεντρωθούν σε αυτό που τους αρέσει να κάνουν.
Όλα κινούνται με αργό ρυθμό, αυτό μου αρέσει.
Χαρούλα Ζωζά
Το μωσαϊκό μου
Εξακολουθώ να μιλάω με τις ιδιομορφίες σου, ακόμη και αν δεν είσαι πλέον στην καθημερινότητα μου. Κρατάω κοντά μου τα αγαπημένα σου τραγούδια, τα κείμενα, τα ποιήματα, οτιδήποτε συνθέτει ποιος είσαι στο σύνολό σου.
Πολλοί άνθρωποι μπαινοβγήκαν από την ζωή μου· σημαντικοί, ασήμαντοι, άνθρωποι έτοιμοι να προσφέρουν και να πάρουν, άνθρωποι με και δίχως ανθρωπιά.
Με πήραν απ’ το χέρι και γέμισαν το ημιτελές ψηφιδωτό με τα δικά τους κομμάτια· λέξεις και εκφράσεις και στοιχεία τους ράβουν το κενό στο στήθος μου, και η καρδιά μου δεν έχει ξαναχτυπήσει με τόση ζωή. Πλημμυρίζω σύγκορμα από αυτήν, ξεχειλίζει από τις ρωγμές που βασανίζουν το υπόδειγμα μου.
Προσεχτικά δάχτυλα ξεριζώνουν τα κόκαλα και την σάρκα, κατεδαφίζουν το σώμα μου και πλέον στον καθρέφτη αντικρίζω έναν φορέα, ψευδή θεό, συναρμολογημένος από κομμάτια όσων έχει αγαπήσει.
Την αγάπη τους την έδωσα στην καρδιά μου να γεμίσει τους κόλπους και τις κοιλίες της, και το εύθραυστο περικάρδιο αντικατεστημένο από κάτι άλλο με αλληγορική σημασία που αναπαριστά το μωσαϊκό μου.
Κοταρίδου Ελένη
Υδρογόνο
Ανέβηκες στο λάθος τρένο μα πήρες νωρίς την επιστροφή.
Δεν είσαι εσύ αγάπη μου φτιαγμένος για αυτή την εποχή.
Με ανθρώπους που δεν ζουν συζητάς τα βράδια(;)
Σε βαραίνουν αυτά τα μονοπάτια.
Μόνος. Σκληρή μοναξιά σε πνίγει.
Πας να βρεις τη Μούσα σου που έχει ξεφύγει.
Μα δίχως αυτή πώς θα μπορείς να παίρνεις Οξυγόνο;
Το Νερό χωρίς αυτό θα ήταν Υδρογόνο.
Και σαν Υδρογόνο περιφέρομαι μονάχος μου τη νύχτα.
Και ψάχνω να βρω τη ροή που κάποτε μαζί σου είχα.
Σωτηρία Σιόγκα
Το Αστέρι και το Φεγγάρι
Ένα αστέρι μικρό και λαμπερό
στον ουρανό ταξίδευε τρελό.
«Φεγγάρι, φεγγάρι, φίλε μου καλέ,
γιατί κάθε βράδυ λάμπεις πιο πολύ;»
Το φεγγάρι γέλασε, του είπε σιγανά:
«Η λάμψη μου κρύβει μυστικά παλιά.
Στον ήλιο μιλάω, παίρνω φως ζεστό,
και το χαρίζω στον κόσμο απλό!»
«Κι εγώ;» ρώτησε το αστέρι γοργά.
«Τι μπορώ να κάνω, μικρούλι και μοναχά;»
«Λάμψε!» του είπε το φεγγάρι γλυκά,
«Όλοι χρειάζονται φως, έστω μια ματιά!»
Κι από τότε το αστέρι, φωτίζει απαλά,
τραγουδάει στον άνεμο, χορεύει χαρωπά.
Γιατί έμαθε πως, όσα μικρό κι αν φανείς,
στον κόσμο το φως σου μπορείς να σκορπίσεις!
Αναστασία Πουπνάρα
Ψίθυρος στην Αιωνιότητα
Σε κοίταξα κι η γη σταμάτησε,
όχι απλώς να γυρίζει, αλλά να υπάρχει.
Κάθε βλέμμα σου, κάθε ανάσα σου,
μια υπόγεια φλόγα που καίει το είναι μου.
Τα χέρια σου, δρόμοι χαραγμένοι
στο δέρμα μου, βαθιά, ανήλεα τρυφεροί.
Περπατώ μέσα τους, χάνομαι,
σαν να μην υπάρχει χρόνος, σαν να μην υπάρχει τέλος.
Οι λέξεις που μου ψιθυρίζεις
δεν είναι λέξεις·
είναι νύχτες γεμάτες με φεγγάρι,
είναι παλίρροιες που σαρώνουν την ψυχή μου.
Πώς μπορώ να σε αγαπώ τόσο,
να σε νιώθω σαν πληγή και θεραπεία μαζί;
Σε κάθε άγγιγμά σου, γκρεμίζομαι,
κι ύστερα ξαναγεννιέμαι, ολοκαίνουργια, δικη σου.
Αν είσαι όνειρο, μη με ξυπνάς·
αν είσαι πραγματικότητα, κράτησέ με.
Γιατί η ζωή χωρίς εσένα
δεν είναι ζωή, αλλά ένα κενό που τρίζει.
Ας μείνουμε εδώ, αιώνια,
στο τώρα που απλώνεται σαν άπειρο.
Γιατί κάθε στιγμή μαζί σου
είναι αιωνιότητα με μορφή ανθρώπινη.

