• Θεωρητικές πηγές και αρχές του οικονομικού φιλελευθερισμού.

Ο φιλελευθερισμός αποτελεί οικονομική και πολιτική θεωρία, είναι σύνολο ιδεών για την σχέση πολιτικής εξουσίας και οικονομικής πολιτικής. Η εμφάνισή του συνέπεσε με την ανάδυση της αστικής τάξης, την ιστορική περίοδο που άρχισε η ανοδική της πορείας καθώς είχε ξεκινήσει η αποσύνθεση της φεουδαρχικής κοινωνίας, με την ανάπτυξη του νέου κοινωνικού και οικονομικού τρόπου παραγωγής, του καπιταλισμού.[1] Ο φιλελευθερισμός εμφανίστηκε, στις ιστορικές συνθήκες με τον αγώνα που έδινε η αστική τάξη, για την κατάργηση των δικαιωμάτων της απόλυτης μοναρχίας αλλά και των εμποδίων που στέκονταν τροχοπέδη στην κεφαλαιοκρατική οικονομική ανάπτυξη, με κύριο πεδίο τον αγώνα για την κυριαρχία στην πολιτική εξουσία.[2]

Τόσο η φεουδαρχία όσο και ο καπιταλισμός, στηρίζονται στην ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και στην εκμετάλλευση της εργασίας, οι νέες σχέσεις οικονομικής παραγωγής, οι καπιταλιστικές, εμφανίστηκαν και αναπτύχθηκαν στην φεουδαρχία με την ανάπτυξη της νέας τάξης της αστικής, η οποία σταδιακά κυριαρχεί στην οικονομία και στην συνέχεια την πολιτική εξουσία, μέσα από επαναστάσεις. Στην εμφάνιση του φιλελευθερισμού συνέβαλαν, η ανάπτυξη της εμπορικής παραγωγής, το εξωτερικό εμπόριο, οι αποικίες, η βιομηχανική επανάσταση με την εκβιομηχάνιση αρκετών χωρών της Ευρώπης, ο μεγαλύτερος καταμερισμός της εργασίας, η έξοδος των αγροτών προς τις πόλεις, η διαμόρφωση του βιομηχανικού κεφαλαίου και η κεφαλαιοκρατική συσσώρευση.[3]

Ο φιλελευθερισμός, ως αναγκαία ιστορική εξέλιξη συνδέθηκε με την απελευθέρωσης του ατόμου, αλλά και με την ανάπτυξη των δυνατοτήτων και ικανοτήτων του, για αυτό συνδέεται αναπόσπαστα από το κίνημα του Διαφωτισμού, άλλων προοδευτικών πολιτικών και φιλοσοφικών ρευμάτων για την κατάκτηση δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών, και για την προστασία του ατόμου από αυθαιρεσίες και εξωτερικούς καταναγκασμούς. Ο φιλελευθερισμός συνέβαλε, με τις αρχές και τις ιδέες του, στην αντικατάσταση της φεουδαρχίας με τον καπιταλισμό όπου επήλθε η ανάπτυξη μιας ανοιχτής οικονομίας, του εμπορίου μεταξύ των κρατών και της προόδου, καθώς την εποχή αυτή η αστική τάξη έχει προοδευτικό ρόλο στην ιστορία και σε αυτό συμβάλλει ο προοδευτικός ρόλος του φιλελευθερισμού.[4]

Η ιστορική εμφάνιση του καπιταλισμού ανάγεται στον 16ο αιώνα,[5] σε αυτό συνέβαλε η απλή εμπορευματική παραγωγή με την προσωπική εργασία του παραγωγού, και η ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής. Εδώ, ρυθμιστής υπήρξε ο νόμος των τιμών με την συνεχή διακύμανσή τους στην αγορά, ο καταμερισμός της εργασίας και της ανταλλαγής των εμπορευμάτων, η διαφοροποίηση των παραγωγών και η ανάπτυξη των νέων δυνάμεων και σχέσεων στην παραγωγή, δηλαδή του καπιταλισμού καθώς ο νέος τρόπος παραγωγής διαφέρει από τον απλό της εμπορευματικής παραγωγής, τόσο στα μέσα παραγωγής όσο και στην εκμετάλλευση της εργασίας. Στην ιστορία εμφανίζεται το προλεταριάτο, η νέα τάξη, που διαθέτει οικονομική και νομική ελευθερία, αλλά δεν διαθέτει ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής και δεν έχουν προσωπική εξάρτηση, το μόνο που διαθέτουν και εμπορεύονται είναι η εργατική τους δύναμη στους κεφαλαιοκράτες.[6]

Με την εμφάνιση του καπιταλισμού αρχίζουν τα θεωρητικά και πολιτικά προβλήματα όπου και επιζητούσαν την λύση τους, τον 16ο και 17ο αιώνα εμφανίζονται οι πρώτες προσπάθειες για επιστημονική ερμηνεία και έρευνα των νέων φαινομένων, ο μερκαντιλισμός ή εμποροκρατία είναι το πρώτο ρεύμα της οικονομικής σκέψης και εκφράζει την εμπορική αστική τάξη. Ο μερκαντιλισμός προσπαθεί να ανακαλύψει στο τι συνιστά τον πλούτο των χωρών αλλά και με ποιον τρόπο αυξάνει, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο εθνικός πλούτος αποτελείται από το χρήμα, τον χρυσό και το ασήμι. Στην εξελικτική διαδικασία του καπιταλισμού και με την συσσώρευση κεφαλαίων, οι μερκαντιλιστές ζητούν την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία, οι απόψεις αυτές κυοφόρησαν την πολιτική του κρατικού παρεμβατισμού.[7]

Οι φυσιοκράτες αμφισβήτησαν τους μερκαντιλιστές, καθώς υπήρξαν θεωρητικοί της ελεύθερης οικονομίας στις νέες οικονομικές συνθήκες που δημιουργήθηκαν κατά τον 18ο αιώνα και γίνονται εκφραστές στης αστικής τάξης, την περίοδο που διαμορφώνεται το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα και κορυφώνεται ο αγώνας για την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας. Οι φυσιοκράτες αναλύουν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής και διαπιστώνουν ότι στην οικονομία υπάρχει φυσική τάξη, τα οικονομικά φαινόμενα υπόκεινται σε φυσικούς αντικειμενικούς νόμους και κίνητρο της οικονομίας είναι η υπεραξία, το κέρδος. Θεωρούσαν την φύση, την γη και την αγροτική παραγωγή ως τις πραγματικές πηγές πλούτου, εκεί που υπήρχαν φυσικές διαδικασίες.

Ο Κενέ, θεωρούσε ότι το χρήμα είναι αντιπαραγωγικό και η βιομηχανία μεταποίηση πρώτων υλών που υπάρχουν στην φύση, άρα ο πλούτος συνίσταται σε προϊόντα που υπάρχουν σε φυσική μορφή, στον αγροτικό τομέα παράγεται η πραγματική αξία το καθαρό προϊόν. Οι φυσιοκράτες πίστευαν ότι στην γεωργία υπάρχει η πραγματική παραγωγή και το κράτος όφειλε να συμβάλλει στην ανάπτυξή της. ο Β. ντε Γκουρνέ, ζητούσε να καταργηθεί ο παρεμβατισμός στα μονοπώλια, να επιτρέπεται μεγαλύτερη ελευθερία στο εμπόριο και στην βιομηχανία, καθώς το άτομο είναι από μόνο του ικανό να εξυπηρετήσει με τον μέγιστο τρόπο τα συμφέροντά του. Η κρατική παρέμβαση έπρεπε να περιορίζεται στην διευκόλυνση της ελεύθερης παραγωγής και κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, με τις απόψεις του οδηγεί στην οικονομική αντίληψη του φιλελευθερισμού.

Στον φιλελευθερισμό υπάρχουν δύο αρχές, η οικονομική και η πολιτική που συνδέονται αδιαχώριστα, υπερασπίζεται την αρχή της ελεύθερης οικονομίας με τους νόμους της αγοράς, της προσφοράς και της ζήτησης και του ελεύθερου ανταγωνισμού παραγωγών και καταναλωτών, και την μη παρέμβασης του κράτους στην οικονομική ζώνη της κοινωνίας. Επιδιώκει την ελαχιστοποίηση της κυβερνητικής οικονομικής δραστηριότητας καθώς, θεωρεί ότι το κράτος ως κάτι που υπάρχει έξω και πάνω από όλους, χωρίς να υπηρετεί συγκεκριμένες ομάδες και τάξεις.

Οι δύο αρχές του φιλελευθερισμού εκφράστηκαν με θεώρημα του  «laisser – faire, laisser – passer», που μεταφράζεται στο να αφήνονται τα γεγονότα να ακολουθούν την φυσική τους τάση. Ξεκινά από την αναγνώριση του φυσικού δικαίου και το προσωπικό συμφέρον αποτελεί το κίνητρο για την κίνηση της οικονομίας, άρα τα άτομα πρέπει να είναι ελεύθερα στην επιδίωξη και πραγμάτωση των συμφερόντων τους σε κάποια ελεύθερη κοινωνία που πραγματοποιούνται συναλλαγές. Οι ατομικές επιδιώξεις και οι σκοποί ταυτίζονται με το συνολικό κοινωνικό όφελος, άρα τα άτομα επιδιώκοντας την ικανοποίηση των συμφερόντων τους, βοηθούν είτε πράττοντάς το συνειδητά είτε ασυνείδητα, στην αποτελεσματική βελτίωση της κοινωνίας που ανήκουν οργανικά.[8]

Το κράτος δεν μπορεί να πράξει για τα άτομα όσα τα ίδια για τον εαυτό τους, ο ρόλος του κράτους και της κυβέρνησης βρίσκεται στο να διατηρεί την τάξη και την ασφάλεια της ελεύθερης οικονομίας, να αποφεύγει κάθε παρέμβαση στα άτομα που αγωνίζονται για το ατομικό τους όφελος. Σε μία ελεύθερη οικονομία της αγοράς, υπάρχει πληθώρα επιλογών για παραγωγούς και καταναλωτές, γιατί αποτελεί πεδίο ανταγωνισμού και συνεχών διακυμάνσεων των τιμών και από τις οποίες ωφελούνται όλοι αμοιβαία. Η αγορά έχει μέγιστη σημασία καθώς ο καταμερισμός της εργασίας εξαρτάται από την έκτασή της, και η ελεύθερη αγορά είναι μηχανισμός αυτορρυθμιζόμενος, λειτουργώντας από τον καθορισμό των τιμών και της προσφοράς με την ζήτηση.[9]

Οι φιλελεύθερες αντιλήψεις θεμελιώνονται πολιτικά και φιλοσοφικά στον Λοκ,[10] ο οποίος είχε αποδεχθεί τον ατομικισμό του Χομπς και την άποψή του για το κράτος που είναι μηχανική διευκόλυνση και όχι θεσμός με θεϊκή καταγωγή. Ο Λοκ θεωρεί ότι η πολιτική εξουσία συνίσταται στο δικαίωμα θέσπισης νόμων με την χρήση βίας και ποινών, για να ορίζονται οι ιδιοκτησίες, αλλά και η εφαρμογή του νομικού πλαισίου για να υπερασπίζεται το κράτος από εξωτερικές απειλές. Με την θεωρία, του επιχειρεί να τεκμηριώσει το αναπόφευκτο του κράτους ως θεσμού που έλκει την καταγωγή του από το φυσικό δίκαιο και η πολιτική εξουσία που δικαιώνεται είναι αυτή που ενεργεί για το κοινό συμφέρον. Τα άτομα δεν εκχωρούν όλα τα δικαιώματά τους στην πολιτική εξουσία, δεν είναι μόνο πολίτης που ζει σε κοινωνία με άλλα ανθρώπινα όντα και διαπράττει ποικίλες ανταλλαγές, αλλά φυσικό πρόσωπο που έχει δικαιώματα ατομικά που το κράτος δεν πρέπει να απαλλοτριώνει, άρα διακρίνει στα ατομικά δικαιώματα και τα κοινωνικά του πολίτη. Το άτομο με την πολιτική του ιδιότητα, εκχωρεί στο κράτος ορισμένα δικαιώματα και απαιτεί από την κυβέρνηση να προστατεύσει την ατομικότητά του, και κατ’ επέκτασιν τα αναπαλλοτρίωτα φυσικά του δικαιώματα.[11]

Εδώ εμφανίζεται η αμφισβήτηση του Λοκ στον αυταρχισμό, καθώς την ελευθερία την εγγυάται η συνταγματική τάξη, με την νομοθετική εξουσία να ασκείται από εκλεγμένο αιρετό σώμα, η εκτελεστική από τον μονάρχη και με το δικαίωμα της λαϊκής κυριαρχίας να κατοχυρώνεται με την άρση της υποστήριξης στην εξουσία ακόμη και με την ανατροπή της, αν δεν ανταποκρίνεται πλέον στην εμπιστοσύνη του, αυτό αποτελεί τον δημοκρατικό επιμερισμό των εξουσιών. Στον Λοκ και στους φιλελεύθερους, το κυριότερο δικαίωμα του ατόμου είναι η περιουσία, η ατομική ιδιοκτησία και υπερασπιζόμενοι το δικαίωμα αυτό υπερασπίζονται τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο οικονομικής παραγωγής.[12]

Από τον Λοκ επηρεάστηκε ο Μοντεσκιέ, ο οποίος ερευνά την φύση και τις μορφές των πολιτευμάτων όπως η δημοκρατία, η αριστοκρατία και η μοναρχία. Τείνει προς το μοναρχικό πολίτευμα αλλά με περιορισμό της εξουσίας και των αυθαιρεσιών του μονάρχη, επιθυμώντας περισσότερο την συνταγματική μοναρχία με τον επιμερισμό και την διάκριση των εξουσιών μεταξύ τους.[13] Ο Μοντεσκιέ προσδιορίζει τον διαχωρισμό των εξουσιών με, την νομοθετική εξουσία να ασκείται από το κοινοβούλιο, η εκτελεστική από την κυβέρνηση και η δικαστική από την ανεξάρτητη δικαιοσύνη.

Από τον Λοκ επηρεάστηκε και ο Ρουσσώ, που σύμφωνα με την θεωρία του, ο φυσικός άνθρωπος ήταν ο καλύτερος τύπος ανθρώπου καθώς ήταν ελεύθερος στη φύση χωρίς τις αλυσίδες του πολιτισμού της κοινωνίας. Η κοινωνία είναι παραγωγή ενός κοινωνικού συμβολαίου, μιας ένωσης ατόμων που εκχώρησαν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους σε μια γενική βούληση, παραμένοντας ελεύθερα όπως υπήρχαν και στην πρωταρχική φυσική κατάσταση τους. Κάθε φυσικό άτομο αντικαθιστά την φυσική του ελευθερία με την πολιτική η οποία και τον εξυψώνει ηθικά. Στην κοινωνία κανείς δεν μπορεί να διαθέτει περισσότερη φυσική εξουσία επάνω στους συνανθρώπους του, η κυβέρνηση έχει την ιδιότητα της εξουσιαστικής σχέσης αλλά βρίσκεται υποταγμένη στην κυρίαρχη βούληση του λαού.[14]

Ενδιαφέρουσα είναι και η θεωρία του Μπένθαμ, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι από μόνος του ο καταλληλότερος κριτής των συμφερόντων του, άρα το να επιδιώκει την επίτευξη τους χωρίς να εμποδίζεται συνιστά τον ωφέλιμο βίο. Είναι νομοθέτης και καθορίζει τα όρια και τις αρμοδιότητες του κράτους σχετικώς με το τι οφείλει να πράττει και τι δεν οφείλει, και καταλήγει να θεωρεί ότι στους ανθρώπους υπάρχουν δύο κίνητρα, ο πόνος και η ευχαρίστηση όπου σύμφωνα με αυτά κυβερνούνται. Άρα το νομοθετικό πλαίσιο πρέπει να κατασκευάζεται σύμφωνα με τα δύο κίνητρα και που οφείλουν να περιέχουν, την μέγιστη ευδαιμονία του μεγαλύτερου δυνατού συνόλου ανθρώπων. Ο Μπένθαμ είναι ο θεμελιωτής της αρχής της ωφέλειας, της ωφελιμότητας, την οποία επεξεργάζεται στο πλαίσιο των θεωρητικών ιδεών του.

Ο Α. Σμιθ θεωρείται από τους σημαντικότερους φιλελεύθερους στοχαστές, αντιπαρατάχθηκε στην εμποροκρατική θεώρηση και υποστήριξε τον ελεύθερο ανταγωνισμό και το εμπόριο, καθώς δίαχυτη ήταν η αντίληψή του ότι τα στοιχεία αυτά θα προωθούσαν μέγιστα την οικονομική ανάπτυξη ενός έθνους. Στην ελεύθερη οικονομία τα άτομα παράγουν αγαθά τα οποία άλλα άτομα επιθυμούν να αποκτήσουν, με την συναλλαγή δημιουργείται κέρδος από το οποίο ωφελείται όλη η κοινωνία καθώς αυτός διαχέεται σε αυτήν. Ο πλούτος μιας χώρας δεν υπάρχει στο χρήμα, αλλά στην συνολική εμπορευματική παραγωγή όπου και αποτελεί την πηγή του πλούτου με την ωφέλιμη εργασία που δημιουργούν οι αξίες των συναλλαγών. Η βιομηχανική παραγωγή δημιουργεί το περισσότερο πλούτο, όχι η ο αγροτικός τομέας, και θεωρεί επιβλαβές τον κρατικό παρεμβατισμό, όπως για παράδειγμα οι δασμοί.

Είναι υποστηρικτής της ιδέας της ελάχιστης κρατικής παρέμβασης στην οικονομία χωρίς να απορρίπτει εντελώς τον ρόλο του κράτους, όπου θα παρέχει βασικά αγαθά περιορισμένης ευρύτητας. Θεωρούσε ότι αν τα άτομα είχαν επαρκή ελευθερία στις οικονομικές αποφάσεις τους, χωρίς διαμεσολάβηση του κράτους, το διάχυτο αποτέλεσμα θα ήταν μια αρμονική κοινωνία ισότητας με ευημερία και ευμάρεια που θα μεγαλώνει αενάως. Είναι το έναυσμα για να επικρατήσουν οι απόψεις για την μετάβαση προς τον καπιταλισμό και τον περιορισμό του μερκαντιλισμού, προς το τέλος του 18ου αιώνα. Καθορίζει στην κυβέρνηση και την πολιτική εξουσία τρεις αρμοδιότητες, την κατασκευή και την συντήρηση δημοσίων έργων και ιδρυμάτων, το κόστος των δαπανών αυτών δεν μπορεί να αναλάβει ούτε μεμονωμένο άτομο ούτε ομάδα και επιθυμεί το κράτος να δημιουργήσει εκπαιδευτικό σύστημα. Η προστασία των πολιτών από την αδικία που μπορεί να υφίστανται από άλλα άτομα αποτελεί την δεύτερη αρμοδιότητα του κράτους και τρίτη την προστασία της πολιτείας από τους εξωτερικούς εχθρούς.[15]

Ο Σμιθ πίστευε ότι στο κράτος ανήκει ο ρόλος της παροχής αγαθών που αφορούν κατασκευές όπως δρόμοι και γέφυρες, σχολεία, τα οποία δεν μπορούν να δημιουργούν ιδιωτικοί φορείς. Επιθυμούσε την αναλογική αποπληρωμή των αγαθών αυτών σύμφωνα με την κατανάλωση, δρόμοι με διόδια, υποστήριζε τους αντιδασμούς για την ανάπτυξη του ελεύθερου εμπορίου, τα πνευματικά δικαιώματα και τις ευρυσιτεχνίες για να αναπτυχθεί η καινοτομία. Οι απόψεις του Σμιθ και η ορολογία του όπως, εργασία, κεφάλαιο, μισθός, κέρδος, υπεραξία, καθώς και αρκετές άλλες αποτέλεσαν την θεωρητική πηγή του Μαρξ, σύμφωνα με τον οποίο ο Σμιθ δεν περιέγραψε την εξωτερική πτυχή των οικονομικών φαινομένων, αλλά διείσδυσε στην εσωτερική τους σύνδεση.[16]

Οι φιλελεύθερες ιδέες φτάνουν στην κορύφωσή τους από το 1830 έως και το 1870, κυρίως με τον στοχασμό του Τζων Στιούαρτ Μιλλ,[17] στα τέλη του 19ου αιώνα συντελούνται σημαντικές αλλαγές στον καπιταλισμό και τον οικονομικό φιλελευθερισμό. Εισέρχεται στο ιμπεριαλιστικό στάδιο, ακολουθούν πόλεμοι και οικονομικές κρίσεις αλλά και επαναστάσεις, το θεώρημα της απόλυτης ελευθερίας της αγοράς αποδεικνύεται ανεπαρκέστατο, δέχεται έντονη κριτική και περί το 1930 εμφανίζεται η κεϋνσιανή θεώρηση του κρατικού παρεμβατισμού, ο φιλελευθερισμός περνά στο περιθώριο και αναβιώνει προς το τέλος του 20ου αιώνα με την μορφή του νεοφιλελευθερισμού.[18]

Η εμφάνιση του νεοφιλελευθερισμού αμφισβήτησε την συνύπαρξη της ελεύθερης αγοράς με το ανεπτυγμένο σύστημα οικονομικής προστασίας, και επικράτησε ως το κυριότερο αφήγημα της πολιτικής των κυβερνήσεων σε παγκόσμιο επίπεδο. Πυρήνας αυτής της πολιτικής θεώρησης είναι οι αναδιαρθρώσεις στην οικονομία με τις ιδιωτικοποιήσεις των δημόσιων επιχειρήσεων, αλλά και δημόσιων τομέων που προσφέρουν υπηρεσίες παιδείας, υγείας και πρόνοιας, ελαστικοποίηση των εργασιακών σχέσεων, την κοινωνική ασφάλιση, την επικράτηση της ιδιωτικής και ατομικής πρωτοβουλίας και το τέλος κατακτήσεων και δικαιωμάτων που κατοχυρώθηκαν μεταπολεμικά, με βάση τα Συντάγματα των χωρών και την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας. Η οικονομική κρίση του 2008 ενέτεινε τις εξελίξεις με την παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων και του ίδιου του Συντάγματος, με την αλλοίωση των βασικών χαρακτηριστικών του.[19]

[1] Βλ., Μ. Αγγελίδης  – Θ.  Γκιούρας, Θεωρίες της Πολιτικής και του Κράτους.

[2] Βλ., Δ. Δρόσος, Αγορά και Κράτος στον Α. Σμιθ.

[3] Βλ., Μ. Φρίντμαν, Καπιταλισμός και Ελευθερία, όπου παρατηρεί ότι οι φιλελεύθερες αρχές διατυπώθηκαν στο πλαίσιο μιας διαδικασίας η οποία ξεκίνησε με τον επινοημένο τεχνητό χρόνο, την φυσική κατάσταση και κατέληξε στην επινοημένη και τεχνητή αχρονικότητα, τον ορθό λόγο.

[4] Βλ, Μ. Αγγελίδης, Η Γένεση του Φιλελευθερισμού

[5] Βλ, Γ. Ρούσης, Το Κράτος, από τον Μακιαβέλι στον Βέμπερ, ό. π., κεφ., για τον Μακιαβέλι.

[6] Βλ., Cain, P. J, – Hopkins, A. G. (1980) – «The political economy of British expansion overseas, 1750 – 1914». Economic History Review, 2nd ser, vol. 33, no, 4.

[7] Βλ., Θ. Νουτσόπουλος, Η Φιλοσοφία ως Ανταποκριτής, σύμφωνα με τον Μαρξ, οι μερκαντιλιστές ξεκινούσαν από απλά φαινόμενα όπως το εμπόριο και η παραγωγή, δεν κατάφεραν να φτάσουν στην ουσία των οικονομικών φαινομένων, οι απόψεις τους αντανακλούν το χαμηλό επίπεδο της οικονομικής ανάπτυξης της εποχής τους.

[8] Βλ., Cain, P. J. – Hopkins, A. G. (1986a) – «Gentlemanly capitalism and British expansion overseas. I: The old colonial system, 1688-1850». Economic History Review, 2nd ser, vol. 39, no, 4.

[9] Βλ., Α. Σμιθ, κεφ., V, VI, VII, βιβλίο Ι.

[10] Βλ., Δύο Πραγματείες για την Διακυβέρνηση, 1690.

[11] Βλ., Λοκ, Δεύτερη πραγματεία περί κυβερνήσεως, ΧΙΧ, «Όταν ένας αθώος και έντιμος άνθρωπος είναι υποχρεωμένος να σιωπά και να εγκαταλέιψει ό,τι κατέχει, απλώς και μόνο για να μην διαταραχθεί η ειρήνη, και αναγκάζεται να υποχωρεί μπροστά σε όποιον ασκεί βία πάνω του, εγώ θα του ζητούσα να αναλογιστεί τι είδους ειρήνη θα υπήρχε στον κόσμο: μια ειρήνη που θα βασιζόταν στην βία και στη λεηλασία, και που θα έπρεπε να διατηρηθεί προς αποκλειστικό όφελος των ληστών και των καταπιεστών».

[12] Βλ., Γ. Χρυσάφης, Ηθική φιλοσοφία και πολιτική οικονομία στον κλασικό φιλελευθερισμό.

[13] Βλ., Μοντεσκιέ, Το Πνεύμα των Νόμων, 1748.

[14] Σύμφωνα με τον Ρουσσώ στο Κοινωνικό Συμβόλαιο, ο λαός νοείται ως τα συγκεκριμένα πρόσωπα που τον αποτελούν, ο καθένας είναι φορέας ενός αντίσοτιχου τμήματος της όλης λαϊκής κυριαρχίας.

[15] Βλ., Γ. Χρυσάφης, Ηθική φιλοσοφία και πολιτική οικονομία στον κλασικό βρετανικό φιλελευθερισμό.

[16] Βλ., Δ. Δρόσος, Αγορά και Κράτος στον Α. Σμιθ.

[17] Βλ., Τ. Σ. Μιλλ, Περί Ελευθερίας, 1859. Ελευθερία σημαίνει κατά τον Μιλλ, α) ελευθερία σκέψης και συνείδησης, β) ελευθερία των προτιμήσεων και των επιδιώξεων, γ) ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι που περιλαμβάνει και τις πολιτικές ελευθερίες. Μέσα από την συμμετοχή των πολιτών διευρύνονται οι δυνατότητες να βρεθούν καλύτερες λύσεις και να υπάρξει αύξηση της γενικής ευημερίας.

[18] Βλ., Cain, P. J. – Hopkins, A. G. (1986b) – «Gentlemanly capitalism and British expansion overseas. II: New imperialism, 1850 – 1945». Economic History Review, 2nd ser, vol. 40, no, 1.

[19] Βλ., Κ. Πολάνυι, Ο Μεγάλος Μετασχηματισμός, όπου αναλύει την εμφάνιση της οικονομίας της αγοράς, τα έθνη κράτη και τις αγορές, την ανάδυση των οικονομιών της αγοράς με την διαδικασία της αγοραιοποίησης, δηλαδή την φιλελεύθερη περίοδο και την έλευση του οικονομικού φιλελευθερισμού. Ο Πολάνυι βρίσκεται ανάμεσα στον μαρξισμό και τον φιλελευθερισμό. Το σημαντικό στοιχείο στο έργα του, αποτελεί η θέση για τον μετασχηματισμό της κοινωνίας, όπου η οικονομία της αγοράς και η θεσμική διάρθρωση του κράτους ενοποιήθηκαν σε μια δομή την οποία αποκάλεσε «οικονομία της αγοράς».