- Ατομικισμός, ελευθερία και ανεκτικότητα.
Ο φιλελευθερισμός αποτελεί φιλοσοφική και πολιτική θεωρία που διακρίνεται για την προσήλωσή του στον ατομικισμό, η ανάλυση της κοινωνίας πραγματοποιείται με παράγοντα το άτομο όπου και η ίδια η κοινωνία αποτελεί σώμα ατόμων. Τα άτομα διακρίνονται για την αυτοτέλειά τους και την εγγενή αξία τους και αυτό εξηγείται, από την αρχική αντιπαράθεση του φιλελευθερισμού και την αντίθεσή του στην αριστοκρατική καταγωγή των ευγενών, κύριο χαρακτηριστικό της φεουδαρχίας. Με την αμφισβήτηση της κοινωνικής καταγωγής, επιδίωκε να προσδώσει την ίδια αξία και ισότητα στο σύνολο των ατόμων, καθώς θεωρούσε ότι όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ίσοι ανεξαρτήτως επιμέρους χαρακτηριστικών. Στα προνόμια των αριστοκρατών θέτει την καθολική αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα όλων των ανθρώπων, με διάσταση εξισωτική καθώς τα δικαιώματα της ισότητας και της αξιοπρέπειας είναι φυσικά καθολικά δικαιώματα, όπου δεν υπάρχουν εξαιρέσεις και προϋποθέσεις αλλά υφίστανται αναπαλλοτρίωτα για όλα τα κοινωνικά άτομα.[1]
Το ξεχωριστό άτομο είναι δρων υποκείμενο, με την ορθολογική ικανότητα της σκέψης και του πράτειν, με θεμέλιο την αυτονομία και τις επιθυμίες του. Σύμφωνα με τον φιλελευθερισμό τα μεμονωμένα άτομα διαθέτουν, ηθική αξία και ορθολογισμό, δυνατότητα που τους επιτρέπει να αποφασίζουν με κριτήριο τις δικές τους επιθυμίες και απόψεις, άρα δεν επιτρέπεται να παρεμβαίνουν εξωγενείς παράγοντες που να τους επιβάλλουν ασφυκτικό κανονιστικό πλαίσιο στην δράση τους και στους περιορισμούς της. Κρίνονται ως ανεπίτρεπτα τα εμπόδια, οι απαγορεύσεις και οι καταναγκασμοί που εισέρχονται στην αυτονομία και την δράση των ατόμων, στις ανθρώπινες κοινωνίες υπάρχει η έννοια του αγαθού και αυτό λογίζεται ως το ατομικό αγαθό. Οι φιλελεύθεροι στις απόψεις σχετικά με το αγαθό υποστήριξαν δύο απόψεις, η πρώτη θεωρεί ότι αυτό δεν υφίσταται απόλυτα και η δεύτερη που θεώρησε ότι το ατομικό αγαθό σχετίζεται με το κοινωνικό αγαθό, οι μεν πρώτοι αποτέλεσαν τους ελευθεριακούς φιλελεύθερους οι δε δεύτεροι του κοινωνικούς φιλελεύθερους. [2]
Ο κοινωνικός φιλελευθερισμός θεώρησε ότι η ευημερία του ατόμου που συνδέεται με το κοινό αγαθό, εφόσον οι πράξεις των μεμονομένων ατόμων διαχέονται στο γενικό καλό της κοινωνίας που δραστηριοποιούνται. Στην θεώρηση αυτή το άτομο δεν υπάρχει με το ωφελιμιστικό κριτήριο, που επιθυμεί την ευχαρίστηση και που δεν αποδέχεται τον πόνο και που αδιαφορεί για τις συνέπειες που θα έχουν οι ενέργειες του στα άλλα άτομα, αλλά επιθυμεί για την ολόπλευρη ανάπτυξη και την αυτοπραγμάτωσή του και η ανάληψη κοινωνικών πρωτοβουλιών συμβάλλει στην ατομική και την γενική ευτυχία και ευημερία.
Ο φιλελεύθερος ατομικισμός συνδέεται με την ελευθερία η οποία νοείται ως η πραγμάτωση της ατομικής ελευθερίας και εμπεριέχει διάφορες μορφές, όπως είναι η ελευθερία της συνείδησης και της έκφρασης, η ελευθερία του τύπου, του συνέρχεσθαι και του συνεταιρίζεσθαι αλλά και της οικονομικής ελευθερίας. Κύριο χαρακτηριστικό είναι η αρχή της μη βλάβης που διατύπωσε ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ, όπου περιχαρακώνει τα όρια της ατομικής ελευθερίας ώστε να μην καταλήγει σε εκτροπές ασυδοσίας και αυθαιρεσίας. Το κάθε άτομο έχει την απόλυτη ελευθερία στις κινήσεις του με βάση τις επιθυμίες του, όταν με την ελευθερία του αυτή δεν προξενεί οποιαδήποτε μορφή βλάβης και κακού στην ελευθερία των άλλων δρώντων ατόμων που πράττουν το ίδιο ως προς την δική τους ελευθερία.[3]
- Οικονομική ελευθερία και ατομική ιδιοκτησία.
Η οικονομική ελευθερία και η ατομική ιδιοκτησία είναι οι κατεξοχήν ελευθερίες που ο φιλελευθερισμός υπερασπίζεται ανέκαθεν από την εμφάνισή του στο ιστορικό προσκήνιο, με την εναντίωσή του σε κρατικά μονοπώλια και κρατικούς σχεδιασμούς ή παρεμβατισμούς και την πλήρη υποστήριξή του στο ελεύθερο και ανοιχτό εμπόριο, την ανοιχτή και ελεύθερη αγορά και την προστασία της ατομικής ιδιοκτησίας. Τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν οι θεωρητικοί στοχαστές του είναι αρκετά, συνοπτικά είναι τα δύο παρακάτω. Το πρώτο σε σχέση με την ελεύθερη οικονομία είναι ότι αυτή είναι περισσότερο αποδοτική και παράγει μέγιστο πλούτο και οικονομικό όφελος προς χάριν των ατόμων και της κοινωνίας. Το κάθε άτομο με το να επιδιώκει τα βέλτιστα οικονομικά αποτελέσματα στην αγορά ή την ικανοποίηση των προσωπικών του συμφερόντων, επιδιώκει σε αφηρημένο επίπεδο, με την αλληλεπίδραση, τα καλύτερα αποτελέσματα που οφελούν το κοινωνικό σύνολο. Αν δεν υφίστανται κρατικά μονοπώλια και εμπόδια ή φραγμοί στην είσοδο της αγοράς, τότε ο ανταγωνισμός των παραγωγών για ποιοτικότερα και χαμηλού κόστους εμπορεύματα και σε συνδυασμό με τον μηχανισμό της προσφοράς και ζήτησης, θα υπάρξει το μέγιστο δυνατό αποτέλεσμα. Αν στα παραπάνω υπάρχει παρέμβαση του κράτους, το οποίο δεν διαθέτει καλύτερους μηχανισμού στην ελεύθερη διακύμανση των τιμών και της παραγωγής, ούτε το ίδιο μπορεί να παραγάγει αγαθά με αποτελεσματικότερο τρόπο, γιατί ακόμη και αν δεν υπάρχει μεροληψία αυτά θα είναι ακριβότερα και μη αποδοτικότερα, αλλά και κυρίως γιατί το κράτος διέπεται από μηχανισμούς γραφειοκρατίας, τότε το όφελος δεν θα είναι το ίδιο.[4]
Το δεύτερο επιχείρημα συνίσταται στο ότι η ελεύθερη οικονομία διακατέχεται από ηθικές αρχές αυτό είναι ανεξάρτητο από τα οικονομικά αποτελέσματα. Η λειτουργία της ελεύθερης αγοράς κατευνάζει τα πάθη και καλλιεργεί αστικές αρετές, ατομική υπευθυνότητα και αξιοκρατία. Ακόμη και το διεθνές εμπόριο ασκεί ευεργετική επίδραση για την επίτευξη παγκόσμιας ειρήνης, αφού η εμπορική δραστηριότητα μπορεί να αποβεί κερδοφόρα και επωφελείς για όλα τα κράτη, αφού θα κατευθύνουν την παραγωγή τους σε δραστήριους τομείς που θα έχουν συγκριτικό πλεονέκτημα έναντι άλλων κρατών αλλά και την αμοιβαία και επωφελή κάλυψη άλλων αναγκών με εισαγωγές από άλλα κράτη. Με τον τρόπο αυτό θα αναπτυχθούν κρατικές σχέσεις και δεσμοί που θα υποστηρίζουν τα αμοιβαία συμφέροντα τους και θα αποτρέπουν τις πολεμικές συγκρούσεις μεταξύ τους. Αυτό επιτυγχάνεται με την αφαίρεση των δασμών και των φραγμών των αγορών, της επιβολής φόρων σε εισαγόμενα προϊόντα, με άλλα λόγια τεχνητών κωλυμάτων που δεν χρειάζονται στην ελεύθερη οικονομική δραστηριότητα των διεθνών εμπορικών συναλλαγών και ανταλλαγών.
Η παραπάνω επιχειρηματολογία επιθυμεί ένα κράτος που δεν θα αναπτύσσει οικονομική
δραστηριότητα, αλλά θα έχει έναν εποπτικό ρόλο ως προς την εγγύηση, την ασφάλεια και την νομιμότητα των συναλλαγών, αλλά και της εξασφάλισης του ανταγωνισμού. Δεν θα πρέπει να φορολογεί υπέρμετρα αυτές τις συναλλαγές αλλά οι φόροι θα πρέπει να κατευθύνονται σε εισοδήματα από μη παραγωγικές δραστηριότητες. Το κράτος θα πρέπει να αναλαμβάνει δραστηριότητες μόνο σε περιπτώσεις όπου τα αγαθά δεν μπορεί να τα προσφέρει η ελεύθερη αγορά, όπως είναι τα δημόσια αγαθά. Αν εξασφαλιστούν αυτές οι προϋποθέσεις τότε τα αποτελέσματα προς τα άτομα θα είναι θεμιτά και εύλογα, αν δηλαδή, υπάρχει η ισότητα των ευκαιριών, τότε θα κερδίσει την ανταμειβή αυτός που εκ του αποτελέσματος εργάστηκε με επιμέλεια, υπήρξε επιμελής και άρα αξιοκρατικά απολαμβάνει τους καρπούς της εργασίας του, συνεπακόλουθα η ανισότητα που παράγεται στην αγορά να είναι δίκαιη με βάση την συλλογιστική αυτή.
Η ατομική ιδιοκτησία είναι από τα σημαντικότερα και αναπαλλοτρίωτα δικαιώματα στην φιλελεύθερη θεώρηση, κύριος εκφραστής της άποψης αυτής αναδείχθηκε ο Λοκ,[5] ο οποίος κασκευάζει τους ανθρώπους ως δρώντες σε μία υποθετική φυσική κατάσταση, είναι μια νοητή κατασκευή που προκύπτει με την αφαίρεση του πολιτικού περιεχομένου όπου αυτή δεν υφίσταται, τα ανθρώπινα όντα διαθέτουν ηθικότητα και ορθολογικότητα καθώς αναπτύσσουν κοινωνικές σχέσεις και ανταλλαγές, αλλά παραμένει το ερώτημα πως διευθετούνται αυτές οι ανταλλαγές, πως μοιράζονται τα αγαθά και τους φυσικούς πόρους σε αυτή την πρωταρχική φυσική κατάσταση. Η απάντηση βρίσκεται στο γεγονός ότι κάθε ανθρώπινο ον είναι αυτεξούσιο τόσο του εαυτού του όσο και της εργασίας του, αυτή η αυτεξουσιότητα είναι πρωταρχική ελευθερία που εμπεριέχει το στοιχείο της ηθικής ως προς την κρίση αν οι πράξεις είναι σωστές ή λανθασμένες, άρα κάθε αυτεξούσιο άτομο είναι ελεύθερο και ηθικό με την κριτική ικανότητα της ανάληψης της ευθύνης των πράξεών του. Με τον τρόπο αυτό θεμελιώνει την ατομική ιδιοκτησία με το δικαίωμα του να καρπώνεται τον κόπο της εργασίας του πάνω στα προϊόντα. Η εργασία στην φύση δημιουργεί αξία η οποία ανήκει σε οποίον εργάστηκε για να παραχθεί το αντικείμενο του κόπου, όποιος καλλιεργεί την γη αποκτά και τα προϊόντα.[6]
Φυσικά θέτει και κάποιους περιορισμούς στην απόκτηση αγαθών που αφορούν όμως την περιορισμένη ιδιοκτησία όπως αναπτύσσεται στην σκέψη του Λοκ, όπως στο να υπάρχει επάρκεια αγαθών για όλους, τα προϊόντα που συσσώρευσε κάποιος να μην καταστρέφονται ή να μην κινδυνεύουν να αλλοιωθούν στην κατοχή του ιδιοκτήτη. Οι περιορισμοί δεν υφίστανται στην απεριόριστη ιδιοκτησία, που εδώ αφορά την ανταλλαγή με την χρήση χρήματος ή πολύτιμων μετάλλων, αυτά δεν κινδυνεύουν από φθορά στα χέρια του παραγωγού, όπου η ανταλλακτική αξία του επιτρέπει την συναλλαγή με χρήματα στο πλεόνασμα των αγαθών που συσσώρευσε με τον κόπο του.[7]
Στην φυσική κατάσταση δεν υπάρχει εξουσία και κυβέρνηση που να εξασφαλίζει την ειρήνη και την ασφάλεια των ατόμων, που να λειτουργεί και κατευναστικά όταν προκύπτουν διαφορές και παρουσιάζεται μια φυσική αστάθεια στις σχέσεις, εδώ δεν επικρατεί πολεμική διάθεση και οι άνθρωποι εμφανίζονται να έχουν καλές και αγαθές σχέσεις μεταξύ τους. Αυτό δεν τους εγγυάται ότι θα επικρατεί για πάντα, για να αποτραπούν δυσάρεστες εξελίξεις τα ορθολογικά δρώντα άτομα θα αναζητήσουν μια νέα συνθήκη, μια νέα συμφωνία όπου θα γίνεται δεκτή η ίδρυση πολιτικής κοινωνίας που θα προλαμβάνει τις αναταράξεις που πιθανόν εκδηλωθούν στις σχέσεις τους. Μέσα σε αυτήν την νέα πολιτική κοινωνία, όπου υπάρχει η αμοιβαία συμφωνία τήρησης του κοινωνικού συμβολαίου που τα ελεύθερα άτομα σύναψαν αναμεταξύ τους, νομιμοποιείται η ατομική ιδιοκτησία και οι ανισότητες που προκύπτουν στην κατανομή της, το κράτος έχει ως κύριο σκοπό και επιδίωξή του την προστασία των ατόμων και της ιδιοκτησίας τους, αυτά συνιστούν τον πυρήνα της ουσίας του κράτους.[8] Εδώ διακρίνεται και η διαφορά του Λοκ από τον Χομπς,[9] ως προς την φυσική κατάσταση και την κατασκευή του κράτους, με τον δεύτερο να θεωρεί ότι για χάρη της επιβίωσης και της βιαιότητας που επικρατεί στην φυσική κατάσταση οι άνθρωποι δημιουργούν πολιτική κοινωνία μέσω του συμβολαίου, ενώ ο πρώτος θεωρεί ότι στην φυσικά κατάσταση τα ανθρώπινα όντα διακατέχονται από ηθικό αίσθημα ευθύνης και σεβασμού προς τον συνάνθρωπό τους.[10]
[1] Βλ., Μ. Αγγελίδης, Φιλελευθερισμός: κλασικός και νέος. Ζητήματα συνέχειας και ασυνέχειας στο φιλελεύθερο επιχείρημα.
[2] Βλ., Δ. Δρόσος, «Αγορά, πολιτεία και πολιτική απόφαση: τα όρια του νεοφιλελεύθερου αντι-κρατισμού», Αξιολογικά 11-12 (1988), ό. π., σ. σ., 326-367.
[3] Βλ., Λοκ, Επιστολή περί Ανεξιθρησκείας, 1669, όπου παρόμοια με την ατομική ελευθερία είναι και η ανεκτικότητα, που διατυπώνεται με τον διαχωρισμό κράτους και εκκλησίας αφού είναι δύο διακριτά πεδία, της κοσμικής εξουσίας που αφορά στην επίγεια ζωή, την ελευθερία και την ιδιοκτησία, και της θρησκευτικής που είναι προσωπική υπόθεση των ατόμων για την πίστη στην σωτηρία της ψυχής.
[4] Βλ., Σ. Βανδώρος, Εισαγωγή στις Πολιτικές Ιδεολογίες, ό. π., σ. σ., 29-51.
[5] Βλ, Λοκ, Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως, 2, 6, «η φυσική κατάσταση διέπεται από έναν νόμο που δεσμεύει τους πάντες, και αυτός ο νόμος, που είναι η ορθολογική σκέψη, διδάσκει σε λολους όσοι τον συμβουλεύονται ότι είναι ίσοι και ανεξάρτητοι και ότι κανείς δεν έχει το δικαίωμα να βλάπτει τη ζωή, την υγεία, την ελευθερία ή την περιουσία του συνανθρώπου του».
[6] Λοκ. Πραγματεία, 5, 29, «αν και το νερό που αναβλύζει από την πηγή είναι για όλους, ποιος μπορεί να αμφιβάλλει ότι το νερό που βρίσκεται μέσα στο κανάτι ανήκει σε αυτόν που το έφερε; Η εργασία του το αφαίρεσε από την δικαιοδοσία της φύσης, όπου ήταν κοινό και ανήκε εξίσου σε όλα τα πλάσματα, και με αυτόν τον τρόπο το ιδιοποιήθηκε».
[7] Λοκ, Πραγματεία, 9, 124, όπου αντιλαμβάνεται το κράτος και την πολιτική κοινωνία σαν μια κοινότητα ιδιοκτητών.
[8] Λοκ. Πραγματεία, 16, 190, «κάθε άνθρωπος γεννιέται έχοντας ένα διπλό δικαίωμα. Πρώτον, το δικαίωμα στην ελευθερία του ατόμου του, πάνω στο οποίο δεν έχει εξουσία κανένας άλλος άνθρωπος, και του οποίου η αυτοδιάθεση εξαρτάται μόνο από το ίδιο το άτομο. Δεύτερον, το δικαίωμα, έναντι οποιουδήποτε άλλου ανθρώπου, να κληρονομήσει μαζί με τα αδέλφια του την περιουσία του πατέρα του».
[9] Το 1651 ο Χομπς εκδίδει τον Λεβιάθαν, ό. π., σ. σ., 113-116, 198-200, 199-278, εκδ, Γνώση 1989, όπου παρουσιάζει μια αρνητική αντίληψη για την φύση των ανθρώπων, των οποίων ο εγωισμός και η καχυποψία θα τους οδηγήσει σε μια ζωή σύντομη και δυστυχισμένη όταν είναι στην φυσική κατάσταση. Για να ξεπεράσουν αυτές τις θλιβερές συνθήκες οι άνθρωποι συναίνεσαν στην δημιουργία του κράτους, που θα ασκούσε απόλυτη εξουσία πάνω τους με αντάλλαγμα τη διασφάλιση της ειρήνης και της ασφάλειας. Η υποταγή σε αυτό το παντοδύναμο κοινωνικό δημιούργημα (τον Λεβιάθαν) επανορθώνει τη φυσική ροπή του ανθρώπου στην ασυδοσία και την απανθρωπιά: «ο άνθρωπος είναι λύκος για τον συνάνθρωπό του». Ο Λοκ θεωρεί ότι ο φυσικός νόμος αμβλύνει την αρχική κατάσταση ανασφάλειας, ο Χομπς πιστεύει ότι η εξουσία του μονάρχη πρέπει να είναι απόλυτη, ακόμη και αν προκύπτει από συναίνεση, το σύνολο των ατόμων αποφασίζει να υποταχθεί και δεν υπάρχει θεϊκή παρέμβαση που να δικαιολογεί τη νομιμοποίηση του στέμματος. Η εξουσία του μονάρχη του επιτρέπει να επιβάλλει κυρώσεις αφού ο φόβος είναι για τον Χομπς το μοναδικό μέσο που αναγκάζει τους υποτελείς να πειθαρχούν στο νόμο.
[10] Βλ., Κ. Λάβδας, Φιλελευθερισμοί των πολιτών. Σύμφωνα με τον Λάβδα, ο «φιλελευθερισμός δεν είναι κάποιο καθαρό δόγμα αλλά μια εξελικτική στον χρόνο παλέτα ιδεών που δημιουργεί το πολιτειακό εκείνο περιβάλλον των κατάλληλων θεσμών και της συναφούς παιδείας των πολιτών προκειμένου να μπορούν να αναπτυχθούν οι ελεύθερες επιλογές των τελευταίων. Κι εδώ είναι η δύναμη και η αδυναμία του».