Η Παρηγορήτρια
Είναι η “αρχόντισσα” της σημερινής Άρτας, το αγλάισμα της άλλοτε ένδοξης πρωτεύουσας του Δεσποτάτου της Ηπείρου, και το καύχημα των Κομνηνοδουκάδων Δεσποτών της. Δεσπόζει στην πυκνοκατοικημένη δυτική πλαγιά του λόφου Περάνθη, υποδηλώνοντας με την επιβλητική της παρουσία το μεγαλείο της Βυζαντινής Άρτας. Η πρωτοτυπία του σχεδίου της, οι αρχιτεκτονικές της καινοτομίες και η πλούσια κεραμοπλαστική της διακόσμηση την καθιστούν μοναδικό δείγμα βυζαντινής ναοδομίας σ’ όλο τον ορθόδοξο χριστιανικό κόσμο. Κτίσθηκε σε δυο φάσεις: Αρχικά κατασκευάσθηκε ή άρχισε να κατασκευάζεται απ’ το Δεσπότη Μιχαήλ Β΄ και τη σύζυγό του Θεοδώρα, στην ίδια ακριβώς θέση, μικρότερος ναός αγνώστου σχήματος που εξακριβωμένα όμως η βάση του είχε τις διαστάσεις του σημερινού κυρίως ναού – χωρίς δηλαδή το νάρθηκα και τα παρεκκλήσια. Αν ολοκληρώθηκε η κατασκευή αυτού του ναού και ποια τύχη είχε, μας είναι παντελώς άγνωστο. Το βέβαιο είναι πως ο γιος και διάδοχος του Μιχαήλ Β΄ Νικηφόρος Α΄ Κομνηνός Δούκας και η σύζυγός του Άννα Παλαιολογίνα Καντακουζηνή, θέλοντας προφανώς να φτιάξουν μητροπολιτικό ναό αντάξιο μιας πρωτεύουσας, άλλαξαν τα σχέδια και ίδρυσαν τα έτη 1285 – 89 (κατά το Nicol το 1294 – 96) το σημερινό εντυπωσιακό μνημείο, όπως συνάγεται από σχετική κτητορική επιγραφή. Απ’ το αρχικό κτίσμα διατηρήθηκαν μεγάλα τμήματα της τοιχοδομής του και χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του σημερινού ναού. Εύκολα μπορεί κανείς να το διακρίνει αυτό στη συρραφή των τοίχων της ανατολικής πλευράς καθώς και στο εσωτερικό, στους πλαϊνούς τοίχους του κυρίως ναού απ’ την πλευρά των παρεκκλησίων, όπου υπάρχει κεραμοπλαστική διακόσμηση, απόδειξη ότι αποτελούσαν την εξωτερική όψη του αρχικού κτίσματος.
Απ’ την παλιά μεγάλη σταυροπηγιακή μονή σώζονται σήμερα, ο ναός του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, η επιμελημένης τοιχοδομής Τράπεζα της μονής στη Ν.Α γωνία του περιβόλου καθώς και 16 κελλιά κτισμένα ακανόνιστα και με λίθους από κτίρια της αρχαίας Αμβρακίας. Κελλιά και Τράπεζα κατασκευάστηκαν συγχρόνως με το ναό ή λίγο μεταγενέστερα, σώθηκαν δε μισοερειπωμένα και αναστηλώθηκαν απ’ τον Αναστάσιο Ορλάνδο, τον πρώτο συστηματικό μελετητή των Βυζαντινών μνημείων της Άρτας. Πρόσφατα έγινε αναπαλαίωσή τους.
Οι ανασκαφές αποκάλυψαν την ύπαρξη και άλλου παλαιότερου ναίσκου, του οποίου λείψανα καθώς επίσης και κιβωτιόσχημοι συλημένοι τάφοι βρέθηκαν στη Ν.Δ γωνία του μνημείου.
ικής καμάρας στη βάση του τρούλλου, σώζονται λείψανα καθαρά βυζαντινής ψηφιδωτής διακόσμησης εξαιρετικής τέχνης, αλλά με πάρα πολλές φθορές. Στον τρούλλο δεσπόζει η γαλήνια μορφή του Παντοκράτορα, του οποίου οι πολύ μεγάλες διαστάσεις, λόγω του ύψους (20,28 μ.) δημιουργούν οφθαλμαπάτες και φαίνονται ως φυσιολογικές. (Ενδεικτικά σημειώνονται μερικές απ’ τις διαστάσεις αυτές: Διάμετρος φωτοστέφανου Χριστού 3,23μ, πλάτος κεφαλής Χριστού 2,22μ, μήκος παλάμης 1,45μ, διάμετρος ματιού 0,80μ, διαστάσεις Ευαγγελίου 1,55 Χ 1,35μ, εσωτερική διάμετρος τρούλλου 5,80μ, και ύψος παραθύρων τρούλλου 1,85 μέτρα). Λίγο πιο κάτω, στο τύμπανο, στέκουν οι ραδινές μορφές ολόσωμων προφητών και στα λοφία διακρίνονται μισοκατεστραμμένες οι μορφές των Ευαγγελιστών.
Για την κατασκευή των ψηφιδωτών χρησιμοποιήθηκαν ψηφίδες από πέτρα και μάρμαρο σε ποικίλα χρώματα, αλλά και τεχνητές ψηφίδες από ψημένο πηλό, υελόμαζα ανακατεμένη με χρώματα καθώς και ψηφίδες επενδυμένες με λεπτότατα φύλλα χρυσού ή αργύρου. Κατά τον Ορλάνδο τα ψηφιδωτά έγιναν συγχρόνως με την κατασκευή του ναού (γύρω στο 1290) είναι δε έργο βυζαντινών καλλιτεχνών που ήρθαν ειδικά γι’ αυτό απ’ την Κωνσταντινούπολη ή τη Θεσσαλονίκη.
Γραπτή διακόσμηση συναντούμε σε τρία στρώματα. Οι παλαιότερες σχετικά καλά σωσμένες τοιχογραφίες βρίσκονται στην κόγχη του Ιερού και -σύμφωνα με επιγραφή- έγιναν το 1558 απ’ το μοναχό Ανανία. Στον κυρίως ναό έγιναν -μετά την καταστροφή της ορθομαρμάρωσης- δύο στρώματα τοιχογραφιών, απ’ τα οποία το νεότερο κάλυψε πλήρως το αρχικό στρώμα. Οι τοιχογραφίες του δεύτερου στρώματος χρονολογούνται στο τέλος του 17ου αιώνα από άποψη δε τεχνοτροπίας ο ζωγράφος τους ακολούθησε την Κρητική παράδοση (φωτεινά χρώματα, αρκετή ακρίβεια στο σχέδιο και απόδοση της πλαστικότητας των μορφών). Στο μεταγενέστερο κτιστό τέμπλο βρίσκουμε τρία στρώματα τοιχογραφιών απ’ τα οποία, τα δύο πρώτα είναι αναγνωρίσιμα στην εικόνα του Αγίου Αθανασίου, στο δεξιό άκρο του τέμπλου. του τρίτου στρώματος (18ος αιώνας) έργο είναι η εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, ενώ ολόκληρη η ζωφόρος στο πάνω μέρος του τέμπλου είναι του δευτέρου στρώματος. Γραπτός διάκοσμος υπάρχει και στο νάρθηκα αλλά ο λαϊκός του χαρακτήρας προδίδει μέτριας ποιότητας τεχνίτη του 18ου αιώνα. Λείψανα τοιχογραφιών σώζονται επίσης και στα δύο παρεκκλήσια.
(Κείμενα και εικόνες από το βιβλίο του Κων/νου Θ. Γιαννέλου «Τα Βυζαντινά Μνημεία της Άρτας»)

