ΘΕΜΑΤΑ
- Στο ποίημα αποτυπώνεται η θλιβερή υποχώρηση του ελληνικού στρατού μετά την πτώση του αλβανικού μετώπου. Να αποδώσετε με δικά σας λόγια όσα καταγράφονται στο απόσπασμα. (μονάδες 6)
- Να βρείτε 2 παρομοιώσεις του ποιήματος, να τις αναλύσετε και να εξηγήσετε τη σημασία τους. (μονάδες 6)
- Να επιλέξετε το ένα από τα δύο θέματα που ακολουθούν:
α. Να παρουσιάσετε 3 εικόνες ερημιάς και καταστροφής που δίνονται γλωσσικά με προτάσεις αρηματικές (χωρίς ρήμα); Τι θέλει να πετύχει ο ποιητής με αυτή τη διατύπωση; (100-150 λέξεις) (μονάδες 8)
β. Σε ποια σημεία του ποιήματος εκφράζεται η αγωνιστική διάθεση και η αισιοδοξία των ηττημένων στρατιωτών; Να τα αναλύσετε σε ένα γράμμα που θα συντάξετε ως ένας από τους στρατιώτες που πολέμησαν στο αλβανικό μέτωπο προς την οικογένειά σας. (150-200λέξεις) (μονάδες 8)
ΚΕΙΜΕΝΟ
ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Ερημωμένα χωριά
Το παρακάτω απόσπασμα ανήκει στην ποιητική σύνθεση Η τελευταία π. α. εκατονταετία. O Ρίτσος έγραψε το ποίημα το 1942, ως άμεση αντίδραση στα σύγχρονα ιστορικά γεγονότα (πτώση του αλβανικού μετώπου, γερμανοϊταλική Κατοχή, προμηνύματα της Αντίστασης), το δημοσίευσε ωστόσο πολύ αργότερα, το 1961. Στο απόσπασμα αποτυπώνεται με ρεαλιστικό τρόπο η θλιβερή υποχώρηση του ελληνικού στρατού, κατά την οποία όμως, παρά τις δυσκολίες, διατηρούνται η ελπίδα και το αγωνιστικό φρόνημα.
Ερημωμένα χωριά, ξεροπόταμα σ’ ένα ανελέητο ξερό καλοκαίρι.
Βομβαρδισμένες εκκλησιές. Ένας άσπρος άνεμος σφύριζε
σαν τον τρελό ψάλτη που τραγούδαγε άγρια τροπάρια μες στο ντουφεκίδι
κι ο παπάς με τις μπότες του σκοτωμένου αξιωματικού
σήκωνε τα ράσα του και πηδούσε το φράχτη. Στους τοίχους
ήταν σβησμένα τα συνθήματα. Υπόκωφοι* κανονιοβολισμοί στο βάθος,
χαμηλά στον ορίζοντα η σιγαλιά του χαμένου πολέμου.
Ένα άλογο σκοτωμένο στην πλαγιά.
Είχε κολλήσει ο πάγος το παπούτσι στην κάλτσα, την κάλτσα στο πόδι.
Θα ξανάρθουμε – είπαν. Και δίχως πόδια θα ξανάρθουμε. Τρίζαν οι αραποσιτιές*
παράξενα σα να μας σκίζαν τα χαρτιά με τα πατριωτικά τραγούδια μας
σα να μας σκίζαν τις σημαίες μας. Δυο λιγνά* σύγνεφα
κρέμονταν πάνου στο βουνό σα δυο πλεξούδες σκόρδο δίπλα σ’ ένα τζάκι
σ’ ένα βομβαρδισμένο σπίτι. Να κρύψουμε τούτο το φως
μη μας το πάρουνε κι αυτό – πού να το κρύψουμε; – είπε.
O άλλος κοιτούσε τα νύχια του. Νύχτωνε.
Κατέβηκαν ξυστά, τοίχο τοίχο. Σκύψαν
πήραν τον ίσκιο τους και κουκουλώθηκαν. Χάθηκαν.
Μονάχα τα τσιγάρα τους μακριά πότε πότε μια κόκκινη λάμψη.
* υπόκωφοι: μακρινοί, μόλις που ακούγονταν * αραποσιτιές: καλαμποκιές * λιγνά: μικρά