Πως θυμούνται οι μαθητές τους δασκάλους και καθηγητές τους, αρκετά χρόνια μετά;
Δεν είχα ποτέ την ευκαιρία να πω «ευχαριστώ» στους δασκάλους και στους καθηγητές μου…
Λόγω ιδιαίτερων περιστάσεων, εγώ μαζί με ένα φίλο και συμμαθητή, δώσαμε Πανελλήνιες οκτώ χρόνια αφότου αποφοιτήσαμε από το Λύκειο (τότε εξατάξιο Γυμνάσιο). Την ημέρα που γράφαμε Έκθεση, έπαθα ένα μικρό «σοκ»: ο ένας επιτηρητής ήταν καθηγητής μας στο Λύκειο. Φυσικά, δεν μας θυμόταν…
Εγώ όμως τον θυμήθηκα με την πρώτη ματιά. Όταν «παρέδιδε» το μάθημα δεν ακουγόταν «κιχ» στην τάξη, απαιτούσε απόλυτη ησυχία, η τάξη ήταν «νεκροταφείο». Ήταν «φόβος και τρόμος» για όλους μας, εκτός από τα δύο – τρία «φυτά» της τάξης. Όταν άνοιγε το μπλοκάκι του για να εξετάσει, μας έπιανε όλους ταχυπαλμία και περιμέναμε με αγωνία να ακούσουμε το όνομα του «τυχερού» μαθητή που θα τον «ξεσκόνιζε» (= λεπτομερής εξέταση) ο καθηγητής. Κάποιες φορές δεν άνοιγε το μπλοκάκι αλλά άρχιζε να περπατάει για ένα – δυο λεπτά, παράλληλα με τον πίνακα, ώσπου ξαφνικά σταμάταγε και μας κοίταγε με βλέμμα που «σκοτώνει»… Τότε νοιώθαμε να μας λούζει κρύος ιδρώτας γιατί ξέραμε τι θα ακολουθούσε. Πρώτη περίπτωση, δευτερόλεπτα μετά, η φωνή του θα έσκιζε τη σιωπή της τάξης: «Βγάλτε μια κόλλα χαρτί, για να γράψετε»!
Υπήρχε και η περίπτωση όμως, ακόμα πιο τρομακτική από την προηγούμενη, να δώσει την εντολή: «Αυτή η σειρά, όλοι να έρθετε στον πίνακα»! Φανταστείτε, οκτώ με δέκα μαθητές όρθιους στον πίνακα, να περιμένουν τη σειρά τους για να περάσουν από την «Ιερά Εξέταση» ! Όταν πλησίαζε η μέρα για να πάρουμε βαθμούς, μας «προετοίμαζε» ψυχολογικά λέγοντας τη φράση «Θα κλάψουν μανούλες … » ! Οι βαθμοί ξεκίναγαν από οκτώ και για τους περισσότερους μαθητές κυμαίνονταν μεταξύ έντεκα και δεκαπέντε. «Είκοσι παίρνει ο Θεός, δεκαεννιά ο καθηγητής και δεκαοκτώ ο σημαιοφόρος»: αυτές ήταν οι αντιλήψεις της εποχής…
Όσα περιέγραψα βέβαια δεν αφορούσαν έναν μόνο καθηγητή. Για τα δεδομένα της εποχής (δεκαετία 1970 – 1980) ήταν αναμενόμενη και αποδεκτή η συγκεκριμένη συμπεριφορά, η «διδακτική μεθοδολογία» και το «επικοινωνιακό στυλ ». Λίγο – πολύ όλοι οι διδάσκοντες συμπεριφέρονταν με τον ίδιο τρόπο. Μικρή εξαίρεση αποτελούσαν ίσως όσοι δίδασκαν τα «δευτερεύοντα» μαθήματα, χωρίς να φτάνουν όμως στο αντίθετο άκρο. Να τονίσω μάλιστα ότι, οι γονείς εκείνη την εποχή δεν υπήρχε περίπτωση να μη σεβαστούν τον θεσμό του σχολείου, τη θέση και το ρόλο του Διευθυντή και των καθηγητών, ούτε να κατακρίνουν, να αμφισβητήσουν τον καθηγητή και να απαιτήσουν υψηλούς βαθμούς όπως συμβαίνει σήμερα.
Τόσο εγώ όσο και ο συμμαθητής φίλος μου αποδώσαμε τις άριστες επιδόσεις μας στις Πανελλήνιες (χωρίς φροντιστήριο) στις «γερές βάσεις» που είχαμε αποκτήσει στο σχολείο μας. Εννοώ όχι μόνο τις γνώσεις αλλά κυρίως τις αξίες που μας μετέδωσαν οι καθηγητές μας, όπως της επίπονης και επίμονης προσπάθειας που πρέπει να καταβάλλει κανείς για να πετύχει ένα σημαντικό στόχο. Οι άνθρωποι λοιπόν πρέπει να κρίνονται με βάση την εποχή τους. Γιατί, αν οι καθηγητές μου κρίνονταν με τις αντιλήψεις που επικρατούν τα τελευταία χρόνια, τότε σχεδόν όλοι θα χαρακτηρίζονταν «αυταρχικοί», «κακοί» και γενικά «ακατάλληλοι» για το λειτούργημα του εκπαιδευτικού.
Διαβάστε ένα σχετικό άρθρο: Βαθμοθηρία: επιθυμία των παιδιών ή ανάγκη των γονιών;