Δημοσιεύθηκε στην Φύση Και Περιβάλλον

Η επαφή με τη φύση στην παιδική ηλικία συνδέεται με καλή ψυχική υγεία στην ενήλικη ζωή

Καθώς το αστικό τοπίο κυριαρχεί πια στον πλανήτη μας, η έλλειψη φυσικού χώρου σύντομα θα έχει σοβαρές μακροχρόνιες συνέπειες στην ψυχική μας υγεία. Η ζωή κοντά σε πιο πράσινα τοπία έχει συστηματικά συνδεθεί με πολλά οφέλη για την υγεία και νέα έρευνα υποστηρίζει ότι αυτά τα οφέλη μπορεί να διαρκούν για μια ζωή.

Είναι μία από τις πρώτες επιδημιολογικές έρευνες που δείχνουν μια συσχέτιση ανάμεσα στη λιγότερη επαφή με τον φυσικό κόσμο στην παιδική ηλικία και την χειρότερη ψυχική υγεία στην ενήλικη ζωή.

Συλλέγοντας δεδομένα από περίπου 3.600 άτομα σε 4 διαφορετικές Ευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία, Ολλανδία, Λιθουανία και Ηνωμένο Βασίλειο), οι ερευνητές στο Ινστιτούτο για την Παγκόσμια Υγεία στη Βαρκελώνη βρήκαν ότι αυτές οι παιδικές εμπειρίες σχετίζονται με συναισθήματα νευρικότητας και κατάθλιψης στην ενήλικη ζωή.

Η κύρια ερευνήτρια, Wilma Zijlema, αναφέρει ότι εδώ φαίνεται η σημασία τόσο του μπλε όσο και του πράσινου τοπίου (νερό και γη), όχι μόνο για μια στάση εκτίμησης της φύσης, όσο και για μια πιο υγιή ψυχική υγεία στην ενήλικη ζωή.

Οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν για τη συχνότητα με την οποία επισκέπτονταν τη φύση ως παιδιά, κατά πόσο την επισκέπτονται σήμερα, πόσο ικανοποιημένοι νιώθουν σε φυσικό χώρο, αλλά και τη σημασία που δίνουν σε αυτούς.

Τα ευρήματα αποκαλύπτουν ότι οι ενήλικες που εκτίθονταν λιγότερο στη φύση στα πρώτα χρόνια της ζωής τους εμφάνιζαν και χειρότερη ψυχική υγεία στην ενήλικη ζωή, όπως συνεχή εκνευρισμό και κατάθλιψη.

Οι επιστήμονες σχολίασαν τα αποτελέσματα: «Σε γενικές γραμμές, οι συμμετέχοντες με μικρότερη έκθεση στη φύση ως παιδιά, αποδίδουν μικρότερη σημασία στα φυσικά περιβάλλοντα, αλλά χάνουν και πολλά οφέλη, όπως η χαλάρωση και το αίσθημα ευεξίας».

Φυσικά, αυτά τα ευρήματα έχουν μια πολύ λογική βάση, καθώς το φυσικό περιβάλλον του ανθρώπου είναι η φύση. Γι’ αυτό και όταν την επισκεπτόμαστε νιώθουμε μια πρωτόγνωρη, ξεχωριστή αίσθηση γαλήνης που κανένα τεχνητό περιβάλλον δεν μπορεί να μας προσφέρει.

 

 

Πηγή : Εναλλακτική Δράση

 

Δημοσιεύθηκε στην Πρόσωπα - Γνώση

H συμβουλή του Αϊνστάιν για τη σωστή ανάπτυξη των παιδιών

Mια νεαρή μητέρα ρώτησε τον Αϊνστάιν τι θα μπορούσε να κάνει για να προετοιμάσει καλύτερα το πεντάχρονο παιδί της για το σχολείο και τη ζωή. Ήρεμος και χαμογελαστός, ο μεγάλος φυσικός της απάντησε: «Να του λέτε παραμύθια». «Καλά τα παραμύθια, αλλά τι άλλο;» απόρησε η νέα μητέρα.

«Πολλά παραμύθια», επέμεινε ο άνθρωπος που σφράγισε τη σύγχρονη επιστήμη. Και όταν η μητέρα ρώτησε τρίτη φορά, κάπως δύσπιστα: «Καλά, εντάξει, αλλά και τι άλλο;», ο Αϊνστάιν είπε πως «δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο. Μονάχα κι άλλα παραμύθια. Πάρα πολλά παραμύθια».

Δεν έχουν όμως πειστεί όλοι ότι τα παραμύθια είναι τόσο σημαντικά για τα παιδιά. Έρευνα που έγινε σε γονείς στη Βρετανία αναφέρει ότι το 25% δε διαβάζουν παραμύθια σε παιδιά κάτω των 5 ετών, είτε επειδή θεωρούν ότι είναι πολύ τρομακτικά, είτε επειδή δε συμφωνούν με το πρότυπο ζωής που δίνουν στα παιδιά (τι πρότυπο δίνει η Ωραία Κοιμωμένη που περιμένει τον ωραίο πρίγκιπα να τη φιλήσει για να ξυπνήσει;).

Κάνει τόσο λάθος ο Αϊνστάιν λοιπόν; Μάλλον όχι. Ας δούμε γιατί τα παραμύθια είναι πολύτιμη πνευματική «τροφή» για τα παιδιά προσχολικής ηλικίας, ακόμη και τα πιο τρομακτικά:

Τα παραμύθια δείχνουν στα παιδιά πώς να λύνουν προβλήματα: Μικροί και μεγάλοι μαθαίνουν από τους πρωταγωνιστές μίας ιστορίας. Όπως συμβαίνει με μία διδακτική θεατρική παράσταση ή ένα καλό βιβλίο, έτσι ακριβώς τα παιδιά διδάσκονται από ένα κλασικό παραμύθι. Αυτές οι ιστορίες που συμβαίνουν «μια φορά κι έναν καιρό», βοηθούν τα παιδιά να αναπτύξουν την κριτική τους σκέψη. Να ξεχωρίζουν το καλό από το κακό και να δουν ότι με τη φαντασία, το θάρρος και την υπομονή λύνονται τα προβλήματα. Όπως ακριβώς έγινε και με την «Ωραία Κοιμωμένη».

Τα παιδιά νικούν το φόβο: «Τα παραμύθια δε λένε στα παιδιά ότι υπάρχουν δράκοι. Τα παιδιά ήδη γνωρίζουν ότι δεν υπάρχουν δράκοι. Τα παραμύθια λένε στα παιδιά ότι οι δράκοι μπορούν να ηττηθούν», είχε πει ο Βρετανός συγγραφέας G.K. Chesterton. Ο διάσημος συγγραφέας και παιδοψυχολόγος, Bruno Bettelheim, πίστευε ότι τα παραμύθια είναι σημαντικά για την ανάπτυξη των παιδιών, επειδή οι βασικοί χαρακτήρες–που είναι και οι ίδιοι παιδιά πολλές φορές–επιδεικνύουν θάρρος και νικούν σε έναν κόσμο γιγάντων και εχθρικών ενηλίκων.

Τα παραμύθια προετοιμάζουν τα παιδιά για τις δυσκολίες της ζωής: Μέσα από τα παραμύθια, τα παιδιά συναντούν προκλήσεις με τις οποίες παλεύουν και οι ενήλικες: την προδοσία, τις ίντριγκες, τους τσακωμούς και τη ζήλια. Είναι οι άσχημες πλευρές της ζωής, που δε λείπουν από τους παραδοσιακούς μύθους και τα παραμύθια. «Τα παραμύθια επεξεργάζονται τόσες πολλές φοβίες, όχι μόνο προσωπικές, αλλά όλης της κοινωνίας, αλλά το κάνουν με έναν τρόπο ασφαλή, γιατί όλα αυτά συμβαίνουν…μια φορά κι έναν καιρό», εξηγεί η Μαρία Τατάρ, καθηγήτρια στο Harvard College.

Δίνουν ευκαιρία για διάλογο: Τέτοιες ιστορίες «ελεγχόμενου φόβου» δίνουν μία θαυμάσια ευκαιρία στους γονείς να συζητήσουν με τα παιδιά τους τις πιο βαθιές τους ανησυχίες και ανασφάλειες από τον πραγματικό κόσμο. Οι φανταστικοί χαρακτήρες συνεισφέρουν θετικά στο διάλογο. Δεν μπορεί να γίνει το ίδιο με μία ταινία, ούτε καν με το θέατρο.

[Βιβλιοθήκη Κογκρέσου]