
…Όπως αναφέρει ο Γκάμπα «ο λόρδος Βύρων είχεν αρχίση να γράφη τα καθημερινά συμβάντα του ταξειδίου του. Αλλά δεν ηδύνατο να καταγίνεται τακτικώς εις την εργασίαν ταύτην. Τίποτε άλλο δεν έγραφε παρά μόνον επιστολάς. “H ποίησις, έλεγεν, αρμόζει ως ασχολία εις τους αργούς. Το να συνθετη κανείς στίχους εν τω μέσω πολύ σοβαρών ασχολιών εί τι εντελώς γελοίον».
Την ημέρα των τριακοστών έκτων γενεθλίων του, που έμελλαν να είναι τα τελευταία που θα γιόρταζε, ο Λόδρος Βύρωνας έκανε μια εξαίρεση.
«Παραπονείσθε προχθές ότι δεν γράφω πλέον στίχους. Σήμερον είνε η επέτειος της γεννήσεώς μου, έγραψα δε προ ολίγου κάτι τι, το οποίον νομίζω ότι είνε καλλίτερον αφ’ όσα γράφω συνήθως».
Το ποίημα αυτό βρέθηκε στο ημερολόγιο του Βύρωνα και το μετέφρασε ο Σπύρος Τρικούπης:
«22 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΣΗΜΕΡΟΝ ΣΥΝΕΠΛΗΡΩΣΑ ΤΟ ΤΡΙΑΚΟΣΤΟΝ ΕΚΤΟΝ ΕΤΟΣ ΤΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΜΟΥ
Η καρδιά μου καιρός έινε ανερώτευτη να ζη,
Αφού έπαυσε ν’ ανάφτη σ’ άλλους φλόγα ερωτική
Πλην αν έπαυσε ν’ ανάπτη σ’ άλλους φλόγα ερωτική
Η καρδιά μου πάντα θέλει με τον έρωτα να ζη
–
Μου εμαράθηκαν τα νειάτα, πάνε τ’ άνθη κι οι καρποί
Της αγάπης τώρα τάφος και καϋμός μ’ ακαρτερεί
Με θειαφότοπον ομοιάζει των στηθιών μου η φωτιά
Όπου καίεται και δεν καίει, είνε νεκρόκαυστη πυρά.
–
Φόβος, ελπίδες, πόνοι, ζάλαι την καρδιά μου δεν κινούν
Δεν ισχύει μήτε η αγάπη, στον ζυγόν πλην με κρατούν.
Μακρυά τώρα απ’ την ψυχή μου, μακρυά τέτοιοι στοχασμοί
Εις τον τάφο τώρα η δόξα τον ανδρείον ξεπροβοδεί.
–
Και του κλεί τα μάτια αν πέση θύμα της ελευθεριάς.
Τώρα γύρω μας τουφέκι, φλάμπουρο, δόξα, Ελλάς!
Ο Σπαρτιάτης βασταμένος στην ασπίδα ένα καιρόν
Πλειό ελεύθερος δεν ήτον απ’ τον τωρινό Γραικόν!
–
Ψυχή, ξύπνησε, ψυχή μου! Την Ελλάδα δεν ξυπνώ
Έξυπνη είνε η Ελλάς μου! Ψυχή, ξύπνα απ’ το βυθό.
Την αθάνατη στοχάσου, την ουράνια πηγή
Που ποτίζει το κορμί σου. Όθεν ήρθες τρέχα εκεί.
–
Πάθη όπου ξανανειώνουν καταπάτα τα ψυχή!
Άχρηστο για με του κάλλους είν’ το γέλιο κ’ η οργή.
Αν τη νειότη σου λυπάσαι, γιατί θέλεις πιο να ζείς
Της τιμής εδώ είνε ό τάφος, τρέξε αυτού να σκοτωθείς.
–
Δεν σου μένει παρά να εύρης ό,τι εγύρευες παντού.
Και αν το εύρης δεν μπορούσες, μνήμα ανδρός πολεμικού.
Βρίσκοντάς το, κύττα γύρω, πιάσ’ τη θέση που ποθείς.
Για τη δόξα πολεμώντας πέσ’ εκεί ν’ αναπαυθής.