Για ένα παιδί που κοιμάται, Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου

ΓΙΑ ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΠΟΥ ΚΟΙΜΑΤΑΙ (σελ.199)

Δήμητρα Χριστοδούλου

1η Ενότητα: (Νύχτα……………. εκεί μέσα)

Ο καθημερινός αγώνας για επιβίωση

Είναι νύχτα και το παιδί- μετανάστης αναγκάζεται να καταφύγει μέσα σε ένα κλειστό εργοστάσιο ανάμεσα στις μηχανές από τις οποίες κάποιες συνεχίζουν να κάνουν θόρυβο. Το παιδί ξεκουράζεται σ’ ένα ανθυγιεινό και θορυβώδες περιβάλλον, όπου δεν υπάρχει άνεση χώρου (στριμωγμένος), δεν υπάρχει κανονική θέρμανση (σκάρα του ατμού, με το παλτό του αδελφού σκεπασμένος). Η προσωποποίηση των μηχανών (αποσταμένες, άγρυπνες, επιβλέπουν) τονίζει την απουσία ανθρώπινης προστασίας άλλων προσώπων, όπως των γονιών του. Μας δείχνει, δηλαδή πως ο μικρός παραμένει μόνος και απροστάτευτος σ’ ένα ακατάλληλο για παιδί περιβάλλον. Ο ύπνος του παιδιού είναι πολύ δύσκολος και η ανθρώπινη απουσία έντονη. Η μοναξιά, η έλλειψη χώρου και θέρμανσης, το παλτό του αδελφού του με το οποίο σκεπάζεται το παιδί  φανερώνουν τις δύσκολες συνθήκες κάτω από τις οποίες το παιδί περνάει τη νύχτα. Γι’ αυτό άλλωστε η ποιήτρια δε χρησιμοποιεί το ρήμα κοιμάται, αλλά ξεκουράζεται.

Το παιδί περνάει τη μέρα του στα φανάρια περιμένοντας να κερδίσει κάποια χρήματα από τους οδηγούς και συχνά έρχεται αντιμέτωπο με την αγανάκτηση τους, τη σκληρότητα, την αδιαφορία και τον θυμό τους. Το παιδί με αυτόν τον τρόπο κερδίζει τίμια, αλλά κουραστικά το ψωμί του και το βράδυ μπορεί να ξεκουραστεί στο εργοστάσιο όπου του δίνει το δικαίωμα να κοιμηθεί ο νυχτοφύλακας, αφού βέβαια πάρει το μερίδιό του από το μεροκάματο του μικρού παιδιού εκμεταλλευόμενος τη δύσκολη θέση στην οποία βρίσκεται ο μικρός.

2η ενότητα: (Τα χιονισμένα…….από το στόμα του)

Η ξενιτιά, η ορφάνια και η κοινωνική περιθωριοποίηση.

Στη δεύτερη ενότητα η ποιήτρια κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν. Το παιδί θυμάται τα χιονισμένα βουνά της πατρίδας του, τα χέρια της μητέρας του και τον δάσκαλο του που του μάθαινε ελληνικά. Οι αναμνήσεις του εκφράζονται μέσα από τρεις εικόνες και μόνο, γιατί το σκληρό παρόν δεν αφήνει περιθώρια για πολλές νοσταλγικές αναδρομές και η ανάγκη της επιβίωσης έχει παραμερίσει το συναίσθημα. Η φράση Μόλις θυμάται δείχνει ότι αυτές οι αναμνήσεις είναι πλέον θολές – παρόλο που δεν έχουν περάσει πολλά χρόνια- εξαιτίας της σκληρής βιοπάλης. Το παιδί και στην πατρίδα του ζούσε μάλλον σε κατάσταση φτώχειας, αλλά οι μνήμες παραπέμπουν σε μια απλή και ευτυχισμένη ζωή. Η αναφορά στην ελληνική γλώσσα που διδασκόταν το παιδί μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι το παιδί πρέπει να ήταν ελληνικής καταγωγής.

3η ενότητα: (Που τώρα εδώ…το θερμό ατμό)

Η σκληρή πραγματικότητα της Ελλάδας

Μετά από την αναδρομή στο παρελθόν η ποιήτρια στρέφει ξανά τη ματιά της στο παρόν και στην πραγματικότητα που συνάντησε το παιδί όταν έφτασε στην Ελλάδα. Ο μικρός μετανάστης άκουγε στην πατρίδα του για μια λαμπρή και όμορφη Ελλάδα με ένδοξο και σπουδαίο παρελθόν. Αυτή η πλευρά της Ελλάδας παρουσιάζεται μέσα από δύο παρομοιώσεις: α) σαν βότσαλα γυαλιστερά μεγάλης θάλασσας: Αποδίδει τη φυσική ομορφιά της χώρας και β) σαν ποδοβολητό του αλόγου ενός ανίκητου στρατηλάτη: αποτελέι αναφορά στο ένδοξο ιστορικό παρελθόν της Ελλάδας.

Τώρα όμως ο μικρός είναι αντιμέτωπος με μια άλλη σκληρή πραγματικότητα: η Ελλάδα για αυτό το παιδί ταυτίζεται με τη ζητιανιά και τα λίγα κέρματα που κερδίζει για να επιβιώσει, με την αδιάφορη και ταπεινωτική συμπεριφορά που εισπράττει από τους οδηγούς, με τη σχάρα του ατμού που τον ζεσταίνει και που είναι η μόνη του παρηγοριά. Η αντίθετη αυτή πλευρά της Ελλάδας παρουσιάζεται με τρεις παρομοιώσεις: α) σαν τα κέρματα στην τσέπη: δηλώνεται ο σκληρός αγώνας της επιβίωσης, β) σαν το φτύσιμο στο βλέμμα του πελάτη: η περιφρόνηση, η ρατσιστική αντιμετώπιση), γ) σαν τούτο δω το βουητό της σκάρας, που όλο ανεβάζει το θερμό ατμό: οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων. Το εργοστάσιο είναι το μόνο μέρος στο οποίο αισθάνεται καλοδεχούμενος ο μικρός και στο οποίο δεν έχει να αντιμετωπίσει την κοινωνική απόρριψη και τα προσβλητικά βλέμματα των οδηγών. Από τα παραπάνω γίνεται εύκολα κατανοητή η αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στο παρελθόν του παιδιού με την εξιδανικευμένη εικόνα της Ελλάδας και στο σκληρό παρόν του με τη δύσκολη πραγματικότητα που καλείται να αντιμετωπίσει.

Ο τίτλος

Ο τίτλος είναι παραπλανητικός, καθώς παραπέμπει σε μια ήρεμη ζωή κατά την οποία το παιδί ζει την παιδική του ηλικία με εξασφαλισμένα τα βασικά του δικαιώματα, όπως αυτό του ύπνου. Το ποίημα όμως είναι εμπνευσμένο από τη σκληρή πραγματικότητα της εποχής μας που  αναγκάζει παιδιά πρόσφυγες και μετανάστες να ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης για να εξασφαλίσουν την επιβίωση τους.

Στιχουργική

Το ποίημα έχει τα χαρακτηριστικά της σύγχρονης ποίησης. Ο στίχος είναι ελεύθερος χωρίς μέτρο, ρυθμό και ομοιοκαταληξία, ενώ θυμίζει έντονα πεζό λόγο. Οι στροφές είναι άνισες, οι στίχοι δεν έχουν ορισμένο αριθμό συλλαβών.

Αφηγήτρια

Η αφηγήτρια είναι αμέτοχη στην ιστορία, είναι δηλαδή ετεροδιηγητική και γι’ αυτό χρησιμοποιεί το γ΄ ενικό πρόσωπο στην αφήγησή της.

Στόχος της ποιήτριας

Στόχος της ποιήτριας είναι να καταγγείλει τη στάση της ελληνικής κοινωνίας και του κράτους απέναντι στα παιδια-μετανάστες που ήρθαν στη χώρας μας για να ζήσουν καλύτερα, βρήκαν όμως την αδιαφορία, την περιφρόνηση και την εγκατάλειψη. Παράλληλα, το ποίημα αποτελεί ένα «κατηγορώ» απέναντι στην παιδική εργασία και εκμετάλλευση. Δεν είναι λίγα τα παιδιά που αντί να πηγαίνουν στο σχολείο και να χαίρονται την παιδικότητά τους, εργάζονται κάτω από συνθήκες δύσκολες και πολλές φορές επικίνδυνες, είτε επειδή πρέπει να επιβιώσουν τα ίδια και οι οικογένειές τους, είτε επειδή κάποιοι τα εκμεταλλέυονται και τα χρησιμοποιούν με στόχο το κέρδος.

 

 

CC BY-NC-ND 4.0 Αυτή η εργασία έχει άδεια χρήσης Creative Commons Αναφορά Δημιουργού – Μη Εμπορική Χρήση – Όχι Παράγωγα Έργα 4.0.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *