“ΤΖιτζι-φάρσα στη Χώρα των Ήσυχων Γραμμάτων!”

Στη Χώρα των Ήσυχων Γραμμάτων, όλα τα γράμματα μιλούσαν σιγανά και απαλά. Το “Τ” και το “Ζ” ήταν δύο καλοί φίλοι που ζούσαν σε μια μικρή, ήσυχη γειτονιά. Λάτρευαν την ηρεμία και τις γλυκές κουβέντες. Όμως, μια μέρα, άκουσαν έναν παράξενο, δυνατό ήχο από το δάσος.

“Τζτζτζτζτζ!” ακούστηκε ξαφνικά.

Τα γράμματα τρόμαξαν και κοίταξαν γύρω τους. “Τι ήταν αυτό;” αναρωτήθηκε το “Τ”.

“Δεν ξέρω, αλλά ακούγεται πολύ παράξενο!” απάντησε το “Ζ”.

Αποφάσισαν να ακολουθήσουν τον ήχο. Βαδίζοντας προσεκτικά ανάμεσα στα δέντρα, βρήκαν ένα χαρούμενο τζιτζίκι που καθόταν πάνω σε ένα φύλλο και τραγουδούσε.

“Εσύ κάνεις αυτόν τον ήχο;” ρώτησε το “Τ”.

“Μα φυσικά! Είναι το τραγούδι μου!” απάντησε γελώντας το τζιτζίκι.

“Μπορούμε να το μάθουμε κι εμείς;” ρώτησε το “Ζ” ενθουσιασμένο.

“Φυσικά! Δοκιμάστε να βγάλετε τον ήχο μου μαζί!” πρότεινε το τζιτζίκι.

Το “Τ” και το “Ζ” κοίταξαν το ένα το άλλο και δοκίμασαν να μιμηθούν τον ήχο: “Τζ… τζ… τζτζτζ!”

Μόλις το πέτυχαν, γέλασαν με την καρδιά τους. “Ξέρεις τι σκέφτομαι;” είπε το “Τ” στο “Ζ”. “Ας πάμε πίσω στη χώρα μας και ας κάνουμε μια πλάκα στα άλλα γράμματα!”

Το “Ζ” ενθουσιάστηκε με την ιδέα και έτσι, όταν επέστρεψαν, κρύφτηκαν πίσω από έναν θάμνο και άρχισαν να κάνουν τον ήχο του τζιτζικιού: “Τζτζτζτζτζ!”

Τα άλλα γράμματα πετάχτηκαν τρομαγμένα.

“Τι είναι αυτός ο θόρυβος;” φώναξε το “Π”.

“Μήπως είναι ένας τεράστιος τζίτζικας;” αναρωτήθηκε το “Χ”.

Το “Μ” έτρεξε να κρυφτεί πίσω από το “Λ”, ενώ το “Δ” φοβήθηκε τόσο που άρχισε να μιλάει πολύ γρήγορα.

Το “Τ” και το “Ζ” δεν άντεξαν άλλο και ξεκαρδίστηκαν στα γέλια! “Χαχα! Ήμασταν εμείς! Μιμούμασταν τον τζιτζικάκο!”

Τα άλλα γράμματα πρώτα αγανάκτησαν, αλλά μετά άρχισαν κι αυτά να γελούν. “Καλή πλάκα!” παραδέχτηκε το “Β”.

“Μα πόσο δυνατός και ζωντανός ήχος!” είπε το “Ρ”. “Νομίζω πως μόλις γεννήθηκε ο ήχος ‘ΤΖ’!”

Και έτσι, το “ΤΖ” έγινε ένας αγαπημένος ήχος στη Χώρα των Ήσυχων Γραμμάτων, γεμάτος σκανταλιές και γέλια!