Λαϊκή μουσική-Λαϊκό τραγούδι

Λαϊκό τραγούδι (λαϊκό/παραδοσιακό τραγούδι) ονομάζεται εκείνο το τραγούδι των Ελλήνων, δοσμένο σε ελληνική γλώσσα, που είναι εναρμονισμένο στο ύφος της ελληνικής αστικής λαϊκής μουσικής, τόσο από την αρχαιότητα, όσο και μεταγενέστερα, ιδιαίτερα μετά το τέλος της δεκαετίας του 1950, όταν μια νέα γενιά ουσικών αναπτύχθηκε από το ρεμπέτικο τραγούδι, στη λαϊκή μουσική της εποχής.[1]

Στη σημερινή εποχή το λαϊκό τραγούδι εξελίχθηκε από το δημοτικό με όλες του τις λαϊκές παραδόσεις και το ρεμπέτικο, και ενισχύθηκε με καινοτομίες όπως η χρήση των ενισχυτών ή κι άλλων οργάνων (τύμπανο και των τεσσάρων οργάνων σε συγχορδία μπουζούκιηλεκτρική κιθάρα και αργότερα αρμόνιο).

Στη Σμύρνη, την Πόλη και τα άλλα μεγάλα λιμάνια της αυτοκρατορίας ο Ελληνισμός ζει και δημιουργεί, αντλώντας κάθε παράδοσή του από την καλλιέργεια του πνεύματος του παγκόσμιου πολιτισμού. Σε αυτό το ισχυρό και πανάρχαιο ιστορικό δέντρο θα έρθει να ανθίσει περί τον 17ο αι. το σύγχρονο λαϊκό τραγούδι των πόλεων. Στην Ελλάδα της δεκαετίας του 1960, μια σειρά από διαφορετικά σχολεία προέκυψαν. Ένα μουσικό ρεύμα μεσογειακής καταγωγής (ή επιρροής) επηρέασε σημαντικά το λαϊκό τραγούδι, με έντονη χορευτική μουσική, των οποίων κύριοι εκτελεστές ήταν οι Στέλιος Καζαντζίδης, Πάνος Γαβαλάς, Δημήτρης ΜητροπάνοςΣτράτος ΔιονυσίουΓρηγόρης Μπιθικώτσης

Μιχάλης Μενιδιάτης, Μανώλης ΑγγελόπουλοςΣπύρος Ζαγοραίος, Πόλυ Πάνου, Ρίτα Σακελλαρίου, Γιώργος Μαργαρίτης, Πασχάλης Τερζής , Κατερινα Στανίση κ.α. Σε αυτό βοήθησε και η άνθιση των ελληνικών ταινιών, η περίφημη χρυσή κινηματογραφική εποχή των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Έχουμε λοιπόν, από τη μια το κοινό, ομογενοποιημένο ελληνικό λαϊκό τραγούδι, με όλα τα ιδιώματα της ελληνικής παραδοσιακής κουλτούρας κι από την άλλη το ιδιόμορφο μουσικό ρεύμα του αστικού ρεμπέτικου (τραγουδιού των πόλεων), δημιουργημένο από την ελληνική παράδοση, κυρίως των Ελλήνων προσφύγων.

 

 

Pop

Ποπ ονομάζεται ένα είδος μουσικής το οποίο σχετίζεται με ελαφριές μορφές ξένης μουσικής, ή αντίστοιχες ελληνικές δημιουργίες πάνω στα ίδια πρότυπα ρυθμού και μελωδίας (δεν θα πρέπει όμως να συγχέεται με την αντίστοιχη ελληνική ΄ΠΟΠ μουσική σκηνή). Ο όρος Ποπ προέρχεται από τον αγγλικό όρο popular, που σημαίνει δημοφιλής.

Κάποια από τα πιο κοινά θέματα στα οποία αναφέρεται η ποπ μουσική είναι τα συναισθήματα και η ρομαντική αγάπη. Τα κύρια μουσικά όργανα που χρησιμοποιούνται είναι η κλασική κιθάρα, η ηλεκτρική κιθάρα, το αρμόνιο και τα ντραμς.

Καταγωγή ροκροκ εντ ρολφολκ, κάντρι, ντίσκο, electronic
Τόπος γέννησης Ηνωμένες Πολιτείες ΑμερικήςΗνωμένο Βασίλειο
Μουσικά όργανα κλασική κιθάραηλεκτρική κιθάραμπάσοντραμς.
Συναφή είδη ροκRhythm and blues
Μουσικοί Σελίνα ΓκόμεζΜπομπ ΝτίλανΣελίν ΝτιόνΑριάνα ΓκράντεΈλτον ΤζονΈλβις ΠρίσλεϊΛέιντι Γκάγκα , The BeatlesPrinceΈλτον ΤζονABBAΣίντι ΛόπερΜάικλ ΤζάκσονΜαντόναΤζορτζ Μάικλ , Σελίν ΝτιόνΤζάστιν ΤίμπερλεϊκΜαράια ΚάρεϊΓουίτνεϊ ΧιούστονΑντέλΣερΤζάνετ ΤζάκσονΜπρίτνεϊ ΣπίαρςΛάνα Ντελ ΡέιΡιάνναΜίτσκιΟλίβια Ροντρίγκο Κατηγορία:Ποπ συγκροτήματαΚατηγορία:Ποπ μουσικοί

Ηλεκτρονική μουσική

Η ηλεκτρονική μουσική είναι είδος μουσικής το οποίο χρησιμοποιεί ηλεκτρονικά μουσικά όργανα και γενικότερα ηλεκτρονική μουσική τεχνολογία για την παραγωγή της. Οι πρώτοι πειραματισμοί εμφανίστηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ στα τέλη του 20ού έγινε η κυρίαρχη μορφή μουσικής.

Μια γενική διάκριση αυτού του μουσικού είδους, είναι ο ήχος ο οποίος παράγεται μέσω ηλεκτρομηχανικών μέσων όπως η ηλεκτρική κιθάρα, το τελαρμόνιο, και το όργανο Χάμοντ, και αυτός που παράγεται από τη χρήση ηλεκτρονικής και ψηφιακής τεχνολογίας όπως από ηλεκτρονικό υπολογιστήπλήκτρα, και το θέρεμιν.[2]

Τα πρώτα στάδια

Οι πρώτες ηλεκτρονικές συσκευές για την αναπαραγωγή μουσικής –τελαρμόνιο– αναπτύχθηκαν στο τέλους του 19ου αιώνα, και σύντομα έπειτα τα μέλη του ιταλικού καλλιτεχνικού ρεύματος των φουτουριστών άρχισαν να πειραματίζονται με τις νέες αυτές ηχητικές κατευθύνσεις.

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1920 και του 1930, άρχισαν να παρουσιάζονται οι πρώτες μουσικές συνθέσεις για τα όργανα αυτά από μουσικούς, και κατά τη δεκαετία του 1940, γίνονταν πειραματισμοί με τις μαγνητοφωνήσεις των μελωδιών, αλλάζοντας την ταχύτητα περιστροφής των κυλίνδρων της κασέτας και επιταχύνοντας ή μειώνοντας τη συχνότητα της μουσικής αλλά και τη φορά της.

Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν στην ανάπτυξη της ηλεκτροακουστικής μουσικής ταινίας τη δεκαετία του 1940 σε Γαλλία και Αίγυπτο. Το είδος της musique concrète, δημιουργήθηκε στο Παρίσι το 1948 και βασίζονταν στον συνδυασμό ήχων από το φυσικό και από το βιομηχανικό περιβάλλον μαζί με επένδυση ηλεκτρονικών μελωδιών. Η πρώτη φορά που παράχθηκε μουσική αποκλειστικά με ηλεκτρονικά μέσα ήταν στη Γερμανία το 1953, ενώ ακολούθησαν και συνθέσεις στην Ιαπωνία και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και η αλγοριθμική σύνθεση μουσικής στην Αυστραλία κατά την ίδια δεκαετία.

Heavy metal

Το heavy metal (χέβι μετάλ, αναφέρεται και ως metal ή μέταλ) είναι υποείδος της ροκ μουσικής. Αναπτύχθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και τις αρχές 1970[1] και οι ρίζες τoυ εφορμούν από τη μπλουζ και το ψυχεδελικό ροκ. Τα μουσικά σχήματα που θεωρούνται ιδρυτές του heavy metal δημιούργησαν ένα βαρύτερο ήχο σε σχέση με το κλασσικό ή σκληρό ροκ, εστιασμένο στην κιθάρα, το μπάσο και τα ντραμς, έχοντας ως χαρακτηριστικό την σημαντική παραμόρφωση στον ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας καθώς και τα γρήγορα σόλο. Ο οδηγός κριτικής AllMusic αναφέρει χαρακτηριστικά πως «από τις μυριάδες μορφές ροκ εντ ρολ, το heavy metal είναι το πιο ακραίο στην ένταση, αρρενωπότητα και θεατρικότητα».Το heavy metal για περισσότερο από μισό αιώνα έχει οπαδούς σε όλο τον πλανήτη. Τα πρώτα συγκροτήματα του όπως οι Black Sabbath προσελκύουν ακόμα και σήμερα ένα ευρύ κοινό. Στα μέσα της δεκαετίας του 1970, οι Judas Priest, οι Iron Maiden και πολλά άλλα συγκροτήματα, εξέλιξαν περισσότερο το υποείδος, περιορίζοντας ή και αφαιρώντας τα μπλουζ στοιχεία, ενώ το New Wave of British Heavy Metal (Νέο Κύμα του Βρετανικού heavy metal) ακολούθησε τον ίδιο δρόμο, δίνοντας στη μουσική punk rock χροιά και μεγαλύτερη έμφαση στην ταχύτητα.Το heavy metal έγινε ευρύτερα γνωστό τη δεκαετία του 1980, κατά την οποία αναπτύχθηκαν πολλά από τα στυλ του. Εναλλαγές πιο ακραίες περιορίστηκαν τότε στην underground μουσική σκηνή, άλλες πάλι όπως το glam metal και το thrash metal γνώρισαν μεγάλη εμπορική επιτυχία. Μέχρι σήμερα, πολλά στυλ διεύρυναν την heavy metal μουσικήΤο heavy metal παραδοσιακά χαρακτηρίζεται από τον δυνατό, παραμορφωμένο ήχο της ηλεκτρικής κιθάρας, τους εμφατικούς ρυθμούς, τον πυκνό ήχο μπάσου και την έντονη χρήση των ντραμς.Η ηλεκτρική κιθάρα και η ηχητική ένταση και παραμόρφωση που της αποδίδει ο ενισχυτής αποτελεί βασικό στοιχείο στο heavy metal.[3] Στις αρχές της δεκαετίας του 1970 κάποια γνωστά συγκροτήματα άρχισαν να χρησιμοποιούν πλέον δύο κιθάρες στις συνθέσεις τους. Πρωτοπόρα συγκροτήματα όπως οι Judas Priest και οι Iron Maiden ακολούθησαν αυτή την τακτική διατηρώντας τη μια κιθάρα για τον ρυθμό και την άλλη για οδηγό και σόλο. Το σόλο της κιθάρας αποτελεί κεντρικό και σημαντικό στοιχείο μιας heavy metal σύνθεσης.

Βυζαντινή μουσική

Βυζαντινή μουσική είναι η εξέλιξη και καλλιέργεια της αρχαίας ελληνικής μουσικής και πήρε το όνομα αυτό από την περιοχή του Βυζαντίου, που είναι η πρώτη ονομασία της Νέας Ρώμης, πρωτεύουσας της νέας αυτοκρατορίας, κατά τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο.

Η Βυζαντινή Μουσική είναι η μουσική της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, που μεταφράζεται και απαρτίζεται αποκλειστικά από ελληνικά κείμενα ως μελωδία.[1] Έλληνες και ξένοι ιστορικοί συμφωνούν ότι αυτές οι μελωδίες, οι εκκλησιαστικοί Ήχοι και γενικά το όλο σύστημα της βυζαντινής μουσικής, συνδέεται στενά με το αρχαίο ελληνικό μουσικό σύστημα.[2][3] Οι αρχές της χρονολογούνται από ορισμένους μελετητές στον 4ο αιώνα μ.Χ, λίγο μετά τη μεταφορά της πρωτεύουσας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην Κωνσταντινούπολη από το Μέγα Κωνσταντίνο.

Η βυζαντινή μουσική που διασώζεται, είναι στο σύνολό της εκκλησιαστική, με εξαίρεση κάποιους αυτοκρατορικούς ύμνους, που και αυτοί έχουν θρησκευτικά στοιχεία. Το βυζαντινό άσμα ήταν μονωδικό, σε ελεύθερο ρυθμό και προσπάθησε συχνά να απεικονίσει μελωδικά την έννοια των λέξεων. Η γλώσσα που χρησιμοποιήθηκε ήταν η ελληνική. Ο βυζαντινός ύμνος, του οποίου υπήρξαν τρεις τύποι, ήταν η μέγιστη έκφανση αυτού του μουσικού είδους.

Μέρος της μουσικής του Βυζαντίου, κυρίως από το 1204 και μετά, μπορεί να θεωρηθεί το δημοτικό τραγούδι· διαφέρει από την εκκλησιαστική μουσική στο ότι έχει σταθερό μέτρο, ώστε να εξυπηρετείται και ο χορευτικός σκοπός. Αυτό δεν είναι τυχαίο: στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, από τον ίδιο πολιτισμό η μουσική είναι ενιαία. Η πρώτη φορά που διδάχθηκε (ευρέως) η δυτική μουσική στον ελληνικό χώρο, ήταν με την έλευση του Όθωνα. Μέχρι τότε η μουσική που εκτελείτο, ακουγόταν καταγραφόταν και διδασκόταν (εμπειρικά ή/και σε μουσικοδιδασκαλεία) ήταν η βυζαντινή.

Κλασική μουσική

Με τον όρο κλασική μουσική αναφέρεται ευρύτερα η δυτικοευρωπαϊκή μουσική παραγωγή που εκτείνεται σε μία αρκετά μεγάλη χρονική περίοδο, περίπου από το έτος 470 μ.Χ. μέχρι και τη σύγχρονη εποχή.

Το επίθετο «κλασικός» προέρχεται από τη λατινική λέξη –classicus, σηματοδοτεί δηλαδή κάτι εξαιρετικό. Διάφοροι ορισμοί συνδέουν τον όρο με την ελληνική και λατινική αρχαιότητα, ως «συμμόρφωση του ύφους ή της σύνθεσης με τα πρότυπα της ελληνικής και λατινικής αρχαιότητας» (Oxford English Dictionary). Οι ορισμοί αυτοί μεταφέρθηκαν στην μουσική για να δηλώσουν περισσότερο την διάκριση μεταξύ της «έντεχνης» μουσικής από την λαϊκή ή παραδοσιακή. Η έννοια της κλασικής μουσικής, παρέπεμπε επομένως σε μία «ανώτερη» μορφή μουσικής σύνθεσης, με «σοβαρούς» σκοπούς και πέρα από τον ψυχαγωγικό χαρακτήρα.

Ο όρος «Κλασική Σχολή» χρησιμοποιήθηκε αργότερα στη Γερμανία το 1830 για το έργο των ΧάυντνΜότσαρτ και Μπετόβεν.

Οι κύριες χρονικές διαιρέσεις της κλασικής μουσικής έως το 1900 είναι της πρώιμης μουσικής περιόδου η οποία αποτελείται από την Μεσαιωνική μουσική (500–1400) και την Αναγεννησιακή μουσική (1400–1600), και την περίοδο της κοινής πρακτικής η οποία αποτελείται από την Μπαρόκ μουσική (1600–1750), Κλασική μουσική περίοδο (1750–1830) και τη Ρομαντική μουσική (1804–1910). Από το 1900, η διαίρεση των περιόδων της κλασικής μουσικής άρχισε να υπολογίζεται περισσότερο ανά αιώνα παρά από τα συγκεκριμένα μουσικά χαρακτηριστικά τα οποία είχαν διασκορπιστεί και ήταν δύσκολο να οριστούν. Η κλασική μουσική της σύγχρονης περιόδου από τις αρχές έως τα τέλη του 20ού αιώνα διαιρείται σε αυτή της μοντερνιστικής μουσικής περιόδου (1890–1930), την ύστερη μοντερνιστική (έως τα μέσα του 20ού αιώνα), και την σημερινή και μεταμοντέρνα κλασική μουσική από το 1975 και έπειτα.

Οι χρονικές περίοδοι και η αντιστοίχηση τους με ημερομηνίες είναι ένα πεδίο όπου δεν υπάρχει ενιαία σύγκλιση απόψεων, καθώς συχνά υπάρχει αλληλοκάλυψη των διαφόρων ειδών στα ίδια χρονικά διαστήματα ή και διαμοιρασμός κοινών χαρακτηριστικών. Για παράδειγμα, η χρήση αντίστιξης και φούγκας είναι χαρακτηριστικά κυρίως της εποχής της μουσικής Μπαρόκ, ωστόσο συνεχίστηκαν από τον Χάυδν ο οποίος θεωρείται τυπικά ως εκπρόσωπος της Κλασικής περιόδου της μουσικής. Το ίδιο έκαναν και οι Μπετόβεν και Μπραμς οι οποίοι ανήκουν στη Ρομαντική περίοδο.

Το πρόθεμα νεο χρησιμοποιείται για να δηλώσει μια σύγχρονη μουσική σύνθεση η οποία είναι δημιουργημένη με βάση τα πρότυπα παλαιότερων εποχών, όπως της Κλασικής ή Ρομαντικής εποχής. Για παράδειγμα η Πουλτσινέλα του Στραβίνσκι, είναι δείγμα νεοκλασικής σύνθεσης καθώς μουσικοσυνθετικά είναι παρόμοια με τα έργα της Κλασικής εποχής.

Jazz

Η τζαζ είναι ένα μουσικό είδος που αποτέλεσε εξέλιξη της λαϊκής αμερικανικής μουσικής κατά τον 19ο αιώνα, με αφρικανικές καταβολές. Περιλαμβάνει αρκετά μουσικά είδη που στηρίχτηκαν σε ένα κοινό σκεπτικό κατασκευής, τον μερικό ή και ολικό αυτοσχεδιασμό. Γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και διεθνή αναγνωρισιμότητα κατά τη δεκαετία του 1920.

 κάποια βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τζαζ :

  • Η τζαζ παρουσιάζει ιδιομορφίες σε σχέση με την Ευρωπαϊκή μουσική, καθώς δεν χρησιμοποιεί μόνο τις βασικές κλίμακες της Ευρωπαϊκής μουσικής δηλ. μείζονες και ελάσσονες (σύστημα που αντικατέστησε τον 17ο αιώνα τους Εκκλησιαστικούς Τρόπους της Δυτικής Εκκλησιαστικής Μουσικής), αλλά και πολλές άλλες κλίμακες με προέλευση από την Αφρική και αλλού, που χρησιμοποιούνται σε μίξη με τις ευρωπαϊκές αρμονίες. Συχνά οι μουσικοί της Τζαζ, τη στιγμή του αυτοσχεδιασμού, σκέφτονται και επιλέγουν νότες με βάση τις κλίμακες που αποδίδουν καλύτερα το αρμονικό πλαίσιο μιας συγχορδίας. Έτσι, καθώς οι συγχορδίες που χρησιμοποιούνται στην τζαζ είναι συχνά έντονα διάφωνες (7ης, 9ης, 11ης, 13ης, αυξημένες, ελαττωμένες, κλπ.), πολλές από τις κλίμακες περιέχουν επίσης διάφωνες νότες σε διάφορα σημεία της κλίμακας ώστε να αποδίδουν καλύτερα το αρμονικό υπόβαθρο της συνοδείας.
  • Η τζαζ στηρίζεται βαθύτατα σε ένα ακόμη αφρικανικό στοιχείο, το ρυθμό, ο οποίος αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της καθώς οργανώνει τη μουσική. Οι ρυθμοί της τζαζ μουσικής είναι περισσότερο σύνθετοι και με συνεχείς παραλλαγές που εναλλάσσονται, συνήθως δύο ή τεσσάρων τετάρτων.
  • Στη τζαζ μουσική, ο ήχος των μουσικών οργάνων αλλά και η φωνή, χρησιμοποιούνται με έναν ξεχωριστό τρόπο. Το ιδιαίτερο “χρώμα” του τζαζ ήχου, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανορθόδοξη τεχνική παιξίματος από τους πρώτους και αυτοδίδακτους μουσικούς της. Κύριο χαρακτηριστικό της τζαζ είναι πως τα όργανα χρησιμοποιούνται σαν ανθρώπινες φωνές.
  • Η τζαζ έχει διαμορφώσει ειδικές μουσικές φόρμες και ένα ιδιαίτερο ρεπερτόριο. Οι δύο βασικές φόρμες που χρησιμοποιεί είναι το μπλουζ (ένα κύριο θέμα, κατά κανόνα δώδεκα μέτρων) και η μπαλάντα (τυποποιημένο είδος συνήθως 32 μέτρων)
  • Κυρίαρχο στοιχείο της τζαζ είναι ακόμη οι ίδιοι οι οργανοπαίκτες και οι προσωπικοί αυτοσχεδιασμοί τους πάνω στο κυρίως μουσικό θέμα. Η σύνθεση στην τζαζ είναι κατά κανόνα απλή για ενορχήστρωση και διάφορες παραλλαγές στα πλαίσια του ατομικού ή ομαδικού αυτοσχεδιασμού.                                                                                                                                                                                                                                      archeio lhpshs 2               

Rap

Η ραπ (rap) είναι κυρίως αφροαμερικανικό μουσικό είδος που ξεκίνησε να γνωρίζει άνθιση στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με το πρώτο επίσημο ραπ τραγούδι “Rapper’s Delight” από τους The Sugarhill Gang άλλα πολλοί άλλοι καλλιτέχνες όπως o DJ Kool Herc η ο MC Εριχθόνιος είχαν ασχοληθεί με το συγκεκριμένο είδος μουσικής. Έχει τις ρίζες της στην αφρικανική μουσική την οποίαν έφεραν με τη βίαιη εκδούλευση και μετέπειτα μετακίνηση τους οι μαύροι στην Αμερική.

Επίσης, το Hip Hop το οποίο είναι μια μουσική που υποστηρίζει τη ραπ, εμπεριέχει ψηφιακή δειγματοληψία δηλαδή μουσική και ήχους που δημιουργούνται από άλλες ηχογραφήσεις όπου σ’ αυτές συγκαταλέγονται η Ραπ, Deejaying, ζωγραφικήγκράφιτι και BreakDancing.

Πρόκειται για είδος που δίνει έμφαση στους στίχους (ρίμες) και στο περιεχόμενο αυτών και η μουσική συνήθως είναι συνοδευτική και δευτερεύουσας μέριμνας. Οι στίχοι, αυτοσχέδιοι στην καθημερινή έκφραση αλλά επεξεργασμένοι στις παραγωγές, δεν τραγουδιούνται αλλά απαγγέλλονται, ενώ η μουσική δανείζεται στοιχεία από τη σόουλ, τη τζαζ,τη Ριθμ εντ μπλουζ όσο και από άλλα ποικίλα μουσικά ρεύματα. Αρκετοί καλλιτέχνες της ραπ έχουν υιοθετήσει λυρικό και ποιητικό ύφος γραφής. Ωστόσο η σύγχρονη ποπ ραπ βασίζεται πλέον πολύ και σε τραγουδιστά ρεφρέν και δίνεται περισσότερη έμφαση στον ρυθμό και την παραγωγή σε σχέση με τους πρωταρχικούς δίσκους του είδους, κάτι που βρίσκει αντίθετους τους οπαδούς της street rap (ραπ του δρόμου).

Οι ρίμες (στίχοι), οι οποίοι εκτείνονται στο μεγαλύτερο τμήμα του κομματιού και είναι στατιστικά περισσότεροι ανά κομμάτι σε σχέση με άλλα είδη, εκφράζουν κατά κανόνα καθημερινά βιώματα και εμπειρίες. Στους στίχους της ραπ ενυπάρχουν ως βασικά θέματα η βία, η οπλοχρησία, τα ναρκωτικά, ο ερωτισμός αλλά και πολιτική θεματολογία.

 

Rock

Ο όρος ροκ στη μουσική, χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα είδη που προέκυψαν από την εξέλιξη του είδους του ροκ εντ ρολ. Η μουσική ροκ (rockστο σύνολό της, αποτελεί ένα είδος δημοφιλούς μουσικής που χαρακτηρίζεται συνήθως από έντονο ρυθμό και από ευδιάκριτη, χαρακτηριστική μελωδία φωνητικών η οποία συνοδεύεται συνήθως από ηλεκτρικές κιθάρεςηλεκτρικό μπάσο και ντραμς. Πολλές φορές χρησιμοποιούνται και πληκτροφόρα όργανα, όπως πιάνο ή συνθεσάιζερ.

Εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 στην Αμερική και είχε ως βάση την τεχνοτροπία του rhythm and blues και το ρυθμό του ροκ εντ ρολ των αφροαμερικάνικων κοινοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και το rockabilly, που ουσιαστικά ήταν η έκφραση των λευκών μέσω των προαναφερθέντων ειδών αφροαμερικανικής προέλευσης. Συνεισφορά στον ήχο που πρωτοχαρακτηρίστηκε ροκ, θεωρείται ότι είχε και η κάντρι μουσική. Αυτή, είχε στοιχεία μπλουζ και βασιζόταν στα παραδοσιακά είδη μουσικής των κατοίκων των ΗΠΑ και ήταν πολύ δημοφιλής, κυρίως μεταξύ των λευκών και στο Νότο.

Η μουσική ροκ επηρεάστηκε και επηρεάζεται ακόμη και σήμερα από τα άλλα είδη μουσικής που είναι δημοφιλή ανά περίοδο. Στη δεκαετία του 1960, η παραδοσιακή (folk) μουσική των λευκών κοινοτήτων των ΗΠΑ επηρέασε το υβρίδιο που ήταν γνωστό ως ροκ εκείνη την περίοδο, αλλά και επηρεάστηκε από αυτό με αποτέλεσμα τη δημιουργία του φολκ ροκ. Παράλληλα, γίνεται γνωστό το μπλουζ ροκ που αποτελεί την έκφανση του ροκ που δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην ηλεκτρική κιθάρα και στις μπλουζ ρίζες της μουσικής αυτής. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, εμφανίζεται το ψυχεδελικό ροκ, που φέρει στοιχεία από μουσικές της ανατολής. Λίγα χρόνια αργότερα, οι μουσικοί της ροκ που είχαν τζαζ παιδεία και μουσικοί τζαζ, δημιούργησαν το μείγμα που έγινε γνωστό ως τζαζ-ροκ φιούζιον, ή απλά φιούζιον. Στη δεκαετία του 1970 δημιουργηθηκαν τα υποείδη σοφτ ροκ, προγκρέσιβ ροκπανκ ροκ και χέβι μέταλ. Τη δεκαετία του 1980, γίνεται δημοφιλές το χαρντ ροκ και το εναλλακτικό ροκ (alternative rock) κάνει τα πρώτα του βήματα. Στην επόμενη δεκαετία, τα υποείδη της ροκ που εισάγονται είναι το γκραντζ, το μπριτ ποπ και το ανεξάρτητο ροκ

Hip hop

Το χιπ χοπ (αγγλικά: hip hop) είναι υποκουλτούρα και καλλιτεχνικό ρεύμα που σχηματίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τους Αφροαμερικανούς και Πουερτορικανούς του νότιου Μπρονξ της Νέας Υόρκης. Έγινε ευρύτερα γνωστό στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ενώ στη δεκαετία του 2000 έγινε το πιο δημοφιλές είδος μουσικής στον κόσμο.

Ο DJ Afrika Bambaataa της Zulu Nation, που θεωρείται ως ένας από τους τρεις Ιδρυτές Πατέρες της χιπ χοπ κινήματος, υπογράμμισε τους ακρογωνιαίους λίθους της χιπ χοπ κουλτούρας, επινοώντας τους εξής όρους: το λεκτικό ρυθμικό ύφος MCing ή emceeing, το DJing, δηλαδή την αναπαραγωγη και εν μέρη αλλαγή τραγουδιών και ήχων με record players δηλαδή πικάπ και DJ mixers (ακουστικά) το b-boying/breaking (σωματικά) και η τέχνη γκράφιτι, την οποία χαρακτήρισε ως “γραφή με αερόλυμα” (οπτικά). Άλλα στοιχεία της χιπ χοπ υποκουλτούρας και τέχνης είναι, μεταξύ άλλων, η χιπ χοπ κουλτούρα και ιστορικές γνώσεις του κινήματος (διανοητικά και φιλοσοφικά), το beatboxing ένα είδος κρουστικών ήχων, ο χορός του δρόμου, η αφροαμερικανική αργκό, και το είδος χιπ χοπ μόδας και στυλ. 

Ο όρος “χιπ χοπ” χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, γραπτά, από τον Στίβεν Χέιγκερ στην εφημερίδα The Village Voice.