Jazz

Η τζαζ είναι ένα μουσικό είδος που αποτέλεσε εξέλιξη της λαϊκής αμερικανικής μουσικής κατά τον 19ο αιώνα, με αφρικανικές καταβολές. Περιλαμβάνει αρκετά μουσικά είδη που στηρίχτηκαν σε ένα κοινό σκεπτικό κατασκευής, τον μερικό ή και ολικό αυτοσχεδιασμό. Γνώρισε σημαντική ανάπτυξη και διεθνή αναγνωρισιμότητα κατά τη δεκαετία του 1920.

 κάποια βασικά χαρακτηριστικά γνωρίσματα της τζαζ :

  • Η τζαζ παρουσιάζει ιδιομορφίες σε σχέση με την Ευρωπαϊκή μουσική, καθώς δεν χρησιμοποιεί μόνο τις βασικές κλίμακες της Ευρωπαϊκής μουσικής δηλ. μείζονες και ελάσσονες (σύστημα που αντικατέστησε τον 17ο αιώνα τους Εκκλησιαστικούς Τρόπους της Δυτικής Εκκλησιαστικής Μουσικής), αλλά και πολλές άλλες κλίμακες με προέλευση από την Αφρική και αλλού, που χρησιμοποιούνται σε μίξη με τις ευρωπαϊκές αρμονίες. Συχνά οι μουσικοί της Τζαζ, τη στιγμή του αυτοσχεδιασμού, σκέφτονται και επιλέγουν νότες με βάση τις κλίμακες που αποδίδουν καλύτερα το αρμονικό πλαίσιο μιας συγχορδίας. Έτσι, καθώς οι συγχορδίες που χρησιμοποιούνται στην τζαζ είναι συχνά έντονα διάφωνες (7ης, 9ης, 11ης, 13ης, αυξημένες, ελαττωμένες, κλπ.), πολλές από τις κλίμακες περιέχουν επίσης διάφωνες νότες σε διάφορα σημεία της κλίμακας ώστε να αποδίδουν καλύτερα το αρμονικό υπόβαθρο της συνοδείας.
  • Η τζαζ στηρίζεται βαθύτατα σε ένα ακόμη αφρικανικό στοιχείο, το ρυθμό, ο οποίος αποτελεί θεμελιώδες συστατικό της καθώς οργανώνει τη μουσική. Οι ρυθμοί της τζαζ μουσικής είναι περισσότερο σύνθετοι και με συνεχείς παραλλαγές που εναλλάσσονται, συνήθως δύο ή τεσσάρων τετάρτων.
  • Στη τζαζ μουσική, ο ήχος των μουσικών οργάνων αλλά και η φωνή, χρησιμοποιούνται με έναν ξεχωριστό τρόπο. Το ιδιαίτερο “χρώμα” του τζαζ ήχου, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανορθόδοξη τεχνική παιξίματος από τους πρώτους και αυτοδίδακτους μουσικούς της. Κύριο χαρακτηριστικό της τζαζ είναι πως τα όργανα χρησιμοποιούνται σαν ανθρώπινες φωνές.
  • Η τζαζ έχει διαμορφώσει ειδικές μουσικές φόρμες και ένα ιδιαίτερο ρεπερτόριο. Οι δύο βασικές φόρμες που χρησιμοποιεί είναι το μπλουζ (ένα κύριο θέμα, κατά κανόνα δώδεκα μέτρων) και η μπαλάντα (τυποποιημένο είδος συνήθως 32 μέτρων)
  • Κυρίαρχο στοιχείο της τζαζ είναι ακόμη οι ίδιοι οι οργανοπαίκτες και οι προσωπικοί αυτοσχεδιασμοί τους πάνω στο κυρίως μουσικό θέμα. Η σύνθεση στην τζαζ είναι κατά κανόνα απλή για ενορχήστρωση και διάφορες παραλλαγές στα πλαίσια του ατομικού ή ομαδικού αυτοσχεδιασμού.                                                                                                                                                                                                                                      archeio lhpshs 2               

Rap

Η ραπ (rap) είναι κυρίως αφροαμερικανικό μουσικό είδος που ξεκίνησε να γνωρίζει άνθιση στα τέλη της δεκαετίας του 1970 με το πρώτο επίσημο ραπ τραγούδι “Rapper’s Delight” από τους The Sugarhill Gang άλλα πολλοί άλλοι καλλιτέχνες όπως o DJ Kool Herc η ο MC Εριχθόνιος είχαν ασχοληθεί με το συγκεκριμένο είδος μουσικής. Έχει τις ρίζες της στην αφρικανική μουσική την οποίαν έφεραν με τη βίαιη εκδούλευση και μετέπειτα μετακίνηση τους οι μαύροι στην Αμερική.

Επίσης, το Hip Hop το οποίο είναι μια μουσική που υποστηρίζει τη ραπ, εμπεριέχει ψηφιακή δειγματοληψία δηλαδή μουσική και ήχους που δημιουργούνται από άλλες ηχογραφήσεις όπου σ’ αυτές συγκαταλέγονται η Ραπ, Deejaying, ζωγραφικήγκράφιτι και BreakDancing.

Πρόκειται για είδος που δίνει έμφαση στους στίχους (ρίμες) και στο περιεχόμενο αυτών και η μουσική συνήθως είναι συνοδευτική και δευτερεύουσας μέριμνας. Οι στίχοι, αυτοσχέδιοι στην καθημερινή έκφραση αλλά επεξεργασμένοι στις παραγωγές, δεν τραγουδιούνται αλλά απαγγέλλονται, ενώ η μουσική δανείζεται στοιχεία από τη σόουλ, τη τζαζ,τη Ριθμ εντ μπλουζ όσο και από άλλα ποικίλα μουσικά ρεύματα. Αρκετοί καλλιτέχνες της ραπ έχουν υιοθετήσει λυρικό και ποιητικό ύφος γραφής. Ωστόσο η σύγχρονη ποπ ραπ βασίζεται πλέον πολύ και σε τραγουδιστά ρεφρέν και δίνεται περισσότερη έμφαση στον ρυθμό και την παραγωγή σε σχέση με τους πρωταρχικούς δίσκους του είδους, κάτι που βρίσκει αντίθετους τους οπαδούς της street rap (ραπ του δρόμου).

Οι ρίμες (στίχοι), οι οποίοι εκτείνονται στο μεγαλύτερο τμήμα του κομματιού και είναι στατιστικά περισσότεροι ανά κομμάτι σε σχέση με άλλα είδη, εκφράζουν κατά κανόνα καθημερινά βιώματα και εμπειρίες. Στους στίχους της ραπ ενυπάρχουν ως βασικά θέματα η βία, η οπλοχρησία, τα ναρκωτικά, ο ερωτισμός αλλά και πολιτική θεματολογία.

 

Rock

Ο όρος ροκ στη μουσική, χρησιμοποιείται για να περιγράψει τα είδη που προέκυψαν από την εξέλιξη του είδους του ροκ εντ ρολ. Η μουσική ροκ (rockστο σύνολό της, αποτελεί ένα είδος δημοφιλούς μουσικής που χαρακτηρίζεται συνήθως από έντονο ρυθμό και από ευδιάκριτη, χαρακτηριστική μελωδία φωνητικών η οποία συνοδεύεται συνήθως από ηλεκτρικές κιθάρεςηλεκτρικό μπάσο και ντραμς. Πολλές φορές χρησιμοποιούνται και πληκτροφόρα όργανα, όπως πιάνο ή συνθεσάιζερ.

Εμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 στην Αμερική και είχε ως βάση την τεχνοτροπία του rhythm and blues και το ρυθμό του ροκ εντ ρολ των αφροαμερικάνικων κοινοτήτων των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και το rockabilly, που ουσιαστικά ήταν η έκφραση των λευκών μέσω των προαναφερθέντων ειδών αφροαμερικανικής προέλευσης. Συνεισφορά στον ήχο που πρωτοχαρακτηρίστηκε ροκ, θεωρείται ότι είχε και η κάντρι μουσική. Αυτή, είχε στοιχεία μπλουζ και βασιζόταν στα παραδοσιακά είδη μουσικής των κατοίκων των ΗΠΑ και ήταν πολύ δημοφιλής, κυρίως μεταξύ των λευκών και στο Νότο.

Η μουσική ροκ επηρεάστηκε και επηρεάζεται ακόμη και σήμερα από τα άλλα είδη μουσικής που είναι δημοφιλή ανά περίοδο. Στη δεκαετία του 1960, η παραδοσιακή (folk) μουσική των λευκών κοινοτήτων των ΗΠΑ επηρέασε το υβρίδιο που ήταν γνωστό ως ροκ εκείνη την περίοδο, αλλά και επηρεάστηκε από αυτό με αποτέλεσμα τη δημιουργία του φολκ ροκ. Παράλληλα, γίνεται γνωστό το μπλουζ ροκ που αποτελεί την έκφανση του ροκ που δίνει μεγαλύτερη βαρύτητα στην ηλεκτρική κιθάρα και στις μπλουζ ρίζες της μουσικής αυτής. Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, εμφανίζεται το ψυχεδελικό ροκ, που φέρει στοιχεία από μουσικές της ανατολής. Λίγα χρόνια αργότερα, οι μουσικοί της ροκ που είχαν τζαζ παιδεία και μουσικοί τζαζ, δημιούργησαν το μείγμα που έγινε γνωστό ως τζαζ-ροκ φιούζιον, ή απλά φιούζιον. Στη δεκαετία του 1970 δημιουργηθηκαν τα υποείδη σοφτ ροκ, προγκρέσιβ ροκπανκ ροκ και χέβι μέταλ. Τη δεκαετία του 1980, γίνεται δημοφιλές το χαρντ ροκ και το εναλλακτικό ροκ (alternative rock) κάνει τα πρώτα του βήματα. Στην επόμενη δεκαετία, τα υποείδη της ροκ που εισάγονται είναι το γκραντζ, το μπριτ ποπ και το ανεξάρτητο ροκ

Hip hop

Το χιπ χοπ (αγγλικά: hip hop) είναι υποκουλτούρα και καλλιτεχνικό ρεύμα που σχηματίστηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τους Αφροαμερικανούς και Πουερτορικανούς του νότιου Μπρονξ της Νέας Υόρκης. Έγινε ευρύτερα γνωστό στα τέλη της δεκαετίας του 1980, ενώ στη δεκαετία του 2000 έγινε το πιο δημοφιλές είδος μουσικής στον κόσμο.

Ο DJ Afrika Bambaataa της Zulu Nation, που θεωρείται ως ένας από τους τρεις Ιδρυτές Πατέρες της χιπ χοπ κινήματος, υπογράμμισε τους ακρογωνιαίους λίθους της χιπ χοπ κουλτούρας, επινοώντας τους εξής όρους: το λεκτικό ρυθμικό ύφος MCing ή emceeing, το DJing, δηλαδή την αναπαραγωγη και εν μέρη αλλαγή τραγουδιών και ήχων με record players δηλαδή πικάπ και DJ mixers (ακουστικά) το b-boying/breaking (σωματικά) και η τέχνη γκράφιτι, την οποία χαρακτήρισε ως “γραφή με αερόλυμα” (οπτικά). Άλλα στοιχεία της χιπ χοπ υποκουλτούρας και τέχνης είναι, μεταξύ άλλων, η χιπ χοπ κουλτούρα και ιστορικές γνώσεις του κινήματος (διανοητικά και φιλοσοφικά), το beatboxing ένα είδος κρουστικών ήχων, ο χορός του δρόμου, η αφροαμερικανική αργκό, και το είδος χιπ χοπ μόδας και στυλ. 

Ο όρος “χιπ χοπ” χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά, γραπτά, από τον Στίβεν Χέιγκερ στην εφημερίδα The Village Voice.