Τα πρώτα χρόνια
Γεννήθηκε στις 10 Μαΐου του 1905 στο συνοικισμό Σκαλί της Άνω Χώρας της Σύρου (άλλες πηγές αναγράφουν πως γεννήθηκε στον Δανακό, ένα χωριό στη δυτική πλευρά του νησιού) από τον Δομένικο και την Ελπίδα Βαμβακάρη, το γένος Προβελλεγγίου, Καθολικούς της Σύρου (για τον λόγο αυτό αργότερα απέκτησε και το παρατσούκλι «Φράγκος»). Οι γονείς τ
ου ήταν φτωχοί αγρότες και ήταν ο πρωτότοκος από έξι αδέλφια (ακολουθούν οι Λέανδρος, Φραγκίσκος, Γκράτσια, Ρόζα και Αργύρης) Ο παππούς του έγραφε τραγούδια και ο πατέρας του έπαιζε ζαμπούνα, ενώ από μικρή ηλικία ο μικρός Μάρκος συνόδευε τον τελευταίο παίζοντας τουμπί (νησιώτικο τύμπανο) σε διάφορα πανηγύρια. Λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης της οικογένειάς του, ο Μάρκος αναγκάστηκε να αφήσει το σχολείο και να εργαστεί ως λούστρος, εφημεριδοπώλης, εργάτης σε κλωστήρια, βοηθός σε οπωροπωλεία, κ.ά.
Το 1920 σε ηλικία 15 ετών έφυγε από τη Σύρο, αφού έριξε άθελά του ένα βράχο πάνω στη σκεπή ενός σπιτιού και πήγε στον Πειραιά, όπου αργότερα τον ακολούθησε και η οικογένειά του. Εκεί ασχολήθηκε με διάφορα επαγγέλματα, όπως λιμενεργάτης (φορτοεκφορτωτής, εργάτης γαιανθράκων στα λεγόμενα «καρβουνιάρικα») και περίπου από το 1925 μέχρι το 1935 ως εκδορέας στα δημοτικά σφαγεία Πειραιά και Αθηνών.
Στα 18 του έκανε τον πρώτο του γάμο. Παντρεύτηκε την Ελένη Μαυροειδή, τη «Ζιγκοάλα» όπως την αποκαλούσε.[2]
Εκείνη την εποχή, σύμφωνα με την αυτοβιογραφία του, άκουσε κατά τύχη τον Νίκο Αϊβαλιώτη να παίζει μπουζούκι, γεγονός που τον συνεπήρε και άλλαξε τη ζωή του. Έτσι άρχισε να μαθαίνει μπουζούκι και να γράφει τα πρώτα του τραγούδια.
Το τέλος
Ο Μάρκος Βαμβακάρης απεβίωσε στις 8 Φεβρουαρίου του 1972 σε ηλικία 66 ετών, στην Αθήνα, σε ένα διάδρομο του νοσοκομείου «Ερυθρός Σταυρός» όπου είχε εισαχθεί για νοσηλεία, συνεπεία νεφρικής ανεπάρκειας που του δημιούργησε ο σακχαρώδης διαβήτης. Την επόμενη μέρα του θανάτου του, κηδεύτηκε στο Γ’ Νεκροταφείο Αθηνών στη Νίκαια[3]. Όπως δήλωσε σε γνωστή τηλεοπτική εκπομπή ο γιος του Μάρκου, Δομένικος, για την κηδεία του πατέρα του η οικογένειά του αναγκάστηκε να καταφύγει σε δάνειο προκειμένου να καλύψει τα έξοδά της. Το 2020, μέρος των οστών του ενταφιάστηκαν στο καθολικό κοιμητήριο της γενέτειρας του, της Σύρου.[4]