Το μοναστήρι του Φωτοδότη Χριστού βρίσκεται στην ανατολική πλευρά του νησιού, σε μικρή απόσταση από το χωριό Δανακός. Πρόκειται για ένα από τα αρχαιότερα και πλουσιότερα μοναστήρια της Νάξου, κτισμένο σε πανέμορφη περιοχή κατάφυτη από αιωνόβιες βελανιδιές, με θέα προς τον όρμο της Μουτσούνας, τα νησάκια Δονούσα και Μάκαρες.
Η επωνυμία της μονής αποδίδεται στην παράδοση για το κτίσιμο της, η οποία διασώζει ότι κατασκευάστηκε κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο, εκεί όπου οι κτήτορες μετά από θαυματουργική σωτηρία τους στη θάλασσα είδαν το πρώτο φως. Το καθολικό, το οποίο είναι αφιερωμένο στη Μεταμόρφωση του Σωτήρος, έχει αλλάξει σχέδιο και μορφή πολλές φορές στη μακραίωνη ιστορία του. Σήμερα – μετά από τις αλλεπάλληλες προσθήκες και επεμβάσεις που έχει υποστεί – έχει τη μορφή του ιδιότυπου τρουλλαίου τετρακιόνιου με νάρθηκα ναού, ενώ το μοναστηριακό σύνολο παρουσιάζει την εικόνα ενισχυμένου πύργου αμφίπλευρα από βαριές αντηρίδες (βοηθητικές κατασκευές στατικής ενίσχυσης).
Ο κυρίως ναός είναι τρίκλιτος, έχει εσωτερικές διαστάσεις 12,55 x 7,30 μ. και καλύπτεται με τρούλο, υποβασταζόμενο από τέσσερις μαρμάρινους κίονες. Στα νότια υπάρχει καμαροσκεπές παρεκκλήσιο αφιερωμένο στον Άγιο Νικόλαο ενώ στα βόρεια διατηρείται βοηθητικός χώρος που πιθανότατα χρησίμευε ως δεξαμενή. Το τέμπλο είναι ολομάρμαρο και φέρει θαυμάσια ανάγλυφα σκαλίσματα και παραστάσεις ζώων, ζωγραφισμένο με τη σπανιότατη τεχνική της κηρομαστίχης. Διασώζει και τοιχογραφίες ανεικονικές που χρονολογούνται στον 9ο αιώνα και απεικονίζουν ελικοειδείς βλαστούς. Στους ορόφους του μοναστηριακού συγκροτήματος έχουν κατασκευαστεί τράπεζα, μαγειρείο, εσωτερικός περίβολος με πυρήνα τον τρούλο, κελιά περιμετρικά ώστε να αποτελούν τον εξωτερικό αμυντικό τοίχο, αποχωρητήρια και εσωτερικές σκάλες επικοινωνίας. Η μονή του Φωτοδότη είναι ανοικτή και επισκέψιμη την καλοκαιρινή περίοδο (Ιούνιος – Σεπτέμβριος, 11:00-14:00) και λειτουργείται περιστασιακά.








Τα παιδιά στην Ευρώπη βρίσκονται στο διαδίκτυο 88 λεπτά κάθε μέρα (2 ώρες για τις ηλικίες 15/16 ετών), ξεκινώντας κατά μέσο όρο στην ηλικία των 9 ετών, αλλά υπάρχουν και περιπτώσεις κατά τις οποίες τα παιδιά ξεκινούν πολύ πιο νωρίς, κατά την προσχολική ηλικία. Το πρώτο ζήτημα που χρήζει αντιμετώπισης εξακολουθεί να είναι το ψηφιακό χάσμα, που στο πλαίσιο της τρέχουσας οικονομικής κατάστασης απειλεί όλες τις λιγότερο προστατευμένες ηλικίες, μεταξύ των οποίων τα παιδιά, με αρνητικές επιπτώσεις για το οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό τους μέλλον. Η πρόσβαση στον ψηφιακό κόσμο και στο λεξιλόγιό του απαιτεί παρακολούθηση, την οποία μόνο μια εκπαιδευτική συμμαχία μεταξύ οικογένειας, σχολείου και κοινωνίας μπορεί να προσφέρει.
