Μυθιστόρημα Σεφέρης ΙΙ

Της Μαρίας Μπρισίμη

Τρεις ανεμοδαρμένοι και ηλιοκαμένοι βράχοι διάσπαρτοι στη θάλασσα  γυαλίζουν κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού. Τριγύρω στην παραλία  στέκονται τα αρμυρίκια. Λυγισμένα από τους αέρηδες αλλά ταυτόχρονα δυνατά και ανθεκτικά στο φύσημα τους και στο λιγοστό νερό. Η άμμος λαμπιρίζει και αυτή κάτω από τον φωτεινό ήλιο.  Μετά την παραλία αρχίζει ο χωμάτινος δρόμος. Οδηγεί τον μαγεμένο επισκέπτη στα σπίτια.  Μικρά, τετράγωνα σπίτια ασπρισμένα με ασβέστη με ξύλινες πόρτες και ξύλινα παράθυρα. Μέσα στη θάλασσα ένα δρομάκι από μαύρα βότσαλα οδηγεί στο εκκλησάκι. Μικρό και ασπρισμένο, προσεύχεται στο Θεό και συμπληρώνει το ειδυλλιακό τοπίο.

Τρεις έρημοι, ηλιοκαμένοι βράχοι, σαν πεταμένοι μέσα στην γαληνεμένη θάλασσα, λίγα ξερά, καμένα πεύκα που άλλοτε έστεκαν αγέρωχα κι ένα μικρό, ασπρισμένο, άγιο ερημοκλήσι και πάρα πάνω το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει.  Τρεις έρημοι, ηλιοκαμένοι βράχοι σε σχήμα αρχαίας πύλης, σκουριασμένοι και ξεχασμένοι από όλους τώρα πια, λίγα ξερά, καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα κι ένα τετράγωνο, μικρό σπιτάκι, θαμμένο στον ασβέστη, τον πολύχρηστο ασβέστη περιμένει τον ιδιοκτήτη του. Πολλές φορές το ίδιο μονότονο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά ως τον ορίζοντα, ως τον απέραντο ουρανό που βασιλεύει.

1

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων