«Μαρία», Ένα ποίημα του Μπέρτολντ Μπρεχτ
Η νύχτα της πρώτης της γέννας ήταν κρύα.
Στα χρόνια όμως τα κατοπινά
Ξέχασε, όσο έφτανε ο νους,
Την παγωνιά στα δοκάρια του πόνου
Και τον καπνό της λιγοστής φωτιάς
Και το πρωί το ύστερο το σφίξιμο της γέννας.
Προ πάντων όμως ξέχασε την πικρή ντροπή
Του να μην είσαι μόνη
Που την γνωρίζουν οι φτωχοί.
Ιδίως βέβαια γι’ αυτό
Από τα χρόνια τα παλιά γινόταν η Γιορτή
Με όλα τα καλά.
Οι τραχιές κουβέντες των βοσκών δεν ακουγόταν πια
Κι αργότερα έγιναν στην Ιστορία οι ίδιοι βασιλιάδες.
Ο άνεμος που ήταν κρύος πολύ
Έγινε το άσμα των αγγέλων.
Ναι, και στην τρύπα της σκεπής που άφηνε να μπει η παγωνιά έμεινε
μόνο
Το αστέρι που κοίταζε μες τη σκιά.
Όλα αυτά
Έρχονταν από το εύκολο πρόσωπο του γιού της που ήταν ελαφρύς
Αγαπούσε τα τραγούδια
Φώναζε κοντά του τους φτωχούς
Κι είχε τη συνήθεια να ζει ανάμεσα σε βασιλιάδες
Και να βλέπει πάνω του ένα αστέρι μες τη νύχτα.
————————————————-
Η ‘Μαρία’ του Μπέρτολτ Μπρεχτ γράφτηκε το 1922 και είναι ένα από τα τρία χριστουγεννιάτικα ποιήματα ενός των μεγαλυτέρων λυρικών ποιητών –ίσως κατά την άποψη του Μαρσέλ Ράιχ-Ρανίτσκι του μεγίστου – της Γερμανικής λογοτεχνίας. Η τρυφερή και παράλληλα υπερήφανη περιγραφή ενός μικρού θεού που γνωρίζει να μετατρέπει τους φτωχούς σε βασιλιάδες. Το περιεχόμενο του ποιήματος με τη Μαρία μητέρα δίπλα στο νιογέννητο θεό θυμίζει ένα δεύτερο, συμπληρωματικό αριστούργημα, τη ‘Μάνα του Χριστού’ του Κώστα Βάρναλη.
Νίκος Τζαβάρας (ψυχίατρος και πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας )
Πηγή: tvxs.gr



















































































