Εργαστήριο δεύτερο
Αφήγηση Παραμυθιού:
Μέσα από την αφήγηση του παραμυθιού καλούνται τα παιδιά να κατανοήσουν βασικά μηνύματα σε περίπτωση που κάποιο παιδί βρεθεί στην θέση να έχει χάσει την μαμά , τον μπαμπά του ή τον άνθρωπο που το επιβλέπει.
Ο Δημήτρης είναι ένα παιδί που ακούει τις συμβουλές των γονιών του και προσπαθεί κάθε μέρα να τις καταλάβει και να τις ακολουθεί γιατί αισθάνεται ωραία με αυτό.
Μια μέρα ο Δημήτρης πήγε με τη μητέρα του/πατέρα του/ενήλικα στη λαϊκή……..
«Εδώ τα καλά μήλα, εδώ τα καλά πορτοκάλια» φώναζε ένας κύριος πίσω από το πάγκο του.
Μαμά:
« Έλα Δημήτρη μου να πάρουμε πορτοκάλια να σου κάνω φυσικό χυμό να πιεις» είπε η μαμά τραβώντας τον Δημήτρη προς τον πάγκο.
Αφηγητής :
H μαμά διάλεγε πορτοκάλια και μιλούσε με τον άνθρωπο και ο Δημήτρης κοιτούσε τριγύρω του. Kάποια στιγμή πέφτει το μάτι του στον πάγκο με τα παιχνίδια. Εκείνο το καφετί μαϊμουδάκι που κρατάει 2 πιάτα (αυτά που έχουν και στα ντραμς) και κάθε τόσο τα χτυπάει είναι πραγματικά πολύ αστείο. Ντόινγκ , ντόινγκ, ντόινγκ!
«Πω πω» σκέφτηκε « φοβερό είναι» και έτσι όπως το κοίταζε, άφησε το χέρι της μαμάς του.
Μαμά:
«Κοντά μου Δημήτρη» είπε κατευθείαν η μαμά που τρόμαξε που της άφησε το χέρι.
Δημήτρης:
«Ναι μαμά» είπε ο Δημήτρης.
Αφηγητής:
Ο κύριος που πουλούσε τα παιχνίδια του χαμογελούσε… εκείνος τον κοίταξε αλλά δεν έκανε κάτι. Η μαϊμού είχε πολλή πλάκα!
«Θα μου το πάρει η μαμά οπωσδήποτε» και γυρίζει να της το πει.
Όμως δεν την βλέπει. Που είναι; Ο κόσμος φαίνεται πιο πολύς τώρα και ο Δημήτρης αρχίζει να φοβάται.
Πού να είναι η μαμά;
Δεν μιλάει και αρχίζει και περπατάει γρήγορα μέσα στα στενά, για να την βρει.
Ούτε εδώ, ούτε εδώ. Μα που είναι τέλος πάντων;
Και τότε συνειδητοποιεί ότι δεν ξέρει που βρίσκεται. Ο κόσμος περπατάει γρήγορα και τον σπρώχνει συνέχεια. Κανείς όμως δεν του δίνει σημασία.
Φοβάται πολύ.
Πήγε σε μια γωνιά και άρχισε να κλαίει.
Τότε τον πλησίασε μια κυρία με κόκκινα μαλλιά και μ’ ένα αστείο πράσινο καπέλο. Ήταν λίγο περίεργη αλλά σκέφτηκε ότι ίσως τον βοηθούσε.
Άγνωστη κυρία:
« Τι έχεις μικρούλι; Γιατί κλαίς;»
Δημήτρης:
«Έχασα τη μαμά μου»
Άγνωστη κυρία:
«Μην στενοχωριέσαι» ,εγώ τη ξέρω τη μαμά σου, είμαστε φίλες. Θα έρθεις σπίτι μου και θα την περιμένουμε να έρθει να σε πάρει. Έλα σήκω να πάμε».
Αφηγητής:
Η κυρία είχε κάτι πάνω της, μια σιγουριά και ήξερε και τη μαμά. Ο Δημήτρης ήταν πολύ φοβισμένος και μπερδεμένος ταυτόχρονα. Σηκώθηκε και έπιασε το χέρι της που του το είχε απλώσει.
«Θα πάω με τη φίλη της μαμάς μου» σκέφτηκε. «όμως ποια φίλη; Δεν την έχω δει ποτέ στο σπίτι.
Δημήτρης:
«Κυρία.. πως σας λένε;»
Άγνωστη κυρία:
«ΕΕΕ.. Στρατούλα » του είπε αλλά του έσφιξε δυνατά το χέρι και τον τράβαγε με δύναμη.
Αφηγητής
Ο φόβος έγινε πιο μεγάλος τώρα… δεν ήξερε καμία Στρατούλα και σίγουρα θα θυμόταν αυτό το όνομα. Ο Δημήτρης προσπάθησε να σταματήσει αλλά εκείνη τον τράβηξε με δύναμη.
Θυμήθηκε τότε μια συμβουλή της μαμάς και του μπαμπά που του την έλεγαν συχνά «ΔΕΝ ΜΙΛΑΜΕ ΠΟΤΕ ΣΕ ΑΓΝΩΣΤΟΥΣ».
Ο Δημήτρης αντιστάθηκε και άρχισε να φωνάζει
Δημήτρης:
«Άφησε με, άφησε με, δεν θέλω να έρθω μαζί σου! και προσπαθούσε με το άλλο του χέρι να ελευθερώσει το χέρι που του κρατούσε η κυρία.
Αφηγητής:
«Τι γίνεται εκεί;» τι συμβαίνει
Και ενώ πριν κανείς δεν τον κοίταγε τώρα όλοι είχαν σταματήσει και τον κοιτούσαν. Κάποιοι πιο θυμωμένοι φώναζαν σε αυτή την κυρία η οποία του άφησε το χέρι και προσπαθούσε να φύγει. Πήγαν να τον πλησιάσουν κάνα δυο άνθρωποι αλλά ο Δημήτρης άρχισε να τρέχει γρήγορα….
Ντρεπόταν πολύ . Έτρεχε, έτρεχε και πήγε κάπου και κρύφτηκε.
Και τώρα τι θα κάνει ο Δημήτρης;;; είναι μόνος του και φοβάται.
Δημήτρης:
«Δεν έπρεπε να είχε αφήσει ποτέ το χέρι της μαμάς του».
«Πως θα την βρω την μαμά μου;
Πρέπει να σκεφτώ που μπορεί να είναι.
ΑΑΑ σκέφτηκε…μα βέβαια…. θα με ψάχνει και εκείνη, οπότε θα πάω στο τελευταίο σημείο που με είδε… στο μαϊμουδάκ»
Σηκώθηκε από εκεί που καθόταν και άρχισε να περπατάει. Σκεφτόταν ποιο δρόμο είχε πάρει… όλοι όμως ήταν τόσο ίδιοι.
Και να ….εκεί που περπατούσε … ο πάγκος με τα παιχνίδια!!! Ο Δημήτρης χάρηκε. Θα περιμένω εκεί μέχρι να με βρει η μαμά. Πλησίασε και έψαξε να βρει το μαϊμουδάκι… δεν ήταν εκεί. Σήκωσε τα μάτια και είδε τον κύριο που πουλούσε τα παιχνίδια … δεν ήταν ο κύριος που του χαμογελούσε. «Και τώρα τι κάνουμε;» Σκέφτηκε
Ο Δημήτρης ήταν πια χαμένος. Έπρεπε όμως να κάνει κάτι..
Θα μιλήσω σε κάποιον σκέφτηκε… ναι αλλά η μαμά και ο μπαμπάς λέει δεν μιλάμε σε αγνώστους. Και τότε πέρασε ένας αστυνομικός…. Ο Δημήτρης σκέφτηκε «οι αστυνομικοί πάνε τον κόσμο φυλακή και αν με δει μόνο μου θα με πάει φυλακή». Πήγε λίγο πιο πέρα για να μην το δει ο αστυνομικός. «Πρέπει όμως κάπου να μιλήσω… και αν όμως αυτός που μιλήσω είναι κακός και με πάρει μακριά, ακόμη πιο μακριά; Τι να κάνω;;;; Αχ γιατί ν’αφήσω το χέρι της μαμάς μου.
Και να … εκείνη την στιγμή είδε μια κυρία με 2 παιδάκια στο χέρι της. Το ένα παιδάκι το ξέρει. Είναι στο ίδιο σχολείο. Δεν είναι φίλοι, είναι πιο μικρός, αλλά τον γνωρίζει.
Δημήτρης:
«Κυρία;»
«Ορίστε αγόρι μου;;;»
«Να ξέρετε έχασα τη μαμά μου… δεν ξέρω που είναι…» και άρχισε να κλαίει γοερά.
Κυρία με 2 παιδιά: Εκείνη τον χάιδεψε – τρομαγμένη βέβαια – και του είπε «… ηρέμησε παιδί μου, θα την βρούμε τη μαμά…»
«Θυμάσαι που μένεις;»
Δημήτρης:«Στο σπίτι μου» απάντησε
Κυρία:«Διεύθυνση θυμάσαι;»
Δημήτρης «Όχι» της είπε ο Δημήτρης… «έπρεπε να το ήξερα αυτό. Και μου το ‘χανε πει όλοι»
Κυρίας:«Το τηλέφωνο της μαμάς; Το θυμάσαι;»
Δημήτρης «Όχι» απάντησε και πάλι… κάτι θυμόταν αλλά να φοβόταν τόσο πολύ τώρα που δεν θυμόταν όλους τους αριθμούς.
Κυρία:«Ξέρεις τι θα κάνουμε;;;» του είπε
«Θα μας βοηθήσει ο αστυνομικός»
Δημήτρης«Όχι όχι ο αστυνομικός» θα με πάει φυλακή!
Κυρία: Ηρέμησε καλό μου, οι αστυνομικοί αγόρι μου, βοηθάνε τα παιδιά, δεν τα πάνε φυλακή. Φυλακή πάνε οι άνθρωποι που έχουν κάνει κάτι κακό, που έχουν κάνει κακό σε άλλους ανθρώπους. Εσύ δεν έκανες τίποτα κακό».
Δημήτρης:«Έκανα… άφησα το χέρι της μαμάς»
Κυρία:«Βέβαια… αλλά δεν έβλαψες κανένα. ήταν ατύχημα, δεν ήταν κακή πράξη».
Και έτσι πήγαν στον αστυνομικό…. Και τότε συνέβη κάτι μαγικό. Μόλις του είπαν τι έχει συμβεί ο αστυνομικός είπε …
Αστυνομικός:«Έλα βρε Δημήτρη, που είσαι τόσες ώρες;;;; η μαμά σου σε ψάχνει παντού!!! Ξέρω που είναι, έλα να σε πάω»
Ο Δημήτρης έπιασε το χέρι του αστυνομικού και τον ακολουθούσε… και πίσω του το παιδί από το σχολείο με τη μαμά του.
Για ένα περίεργο λόγο ο Δημήτρης δεν φοβόταν τώρα….
Αστυνομικός: Που ήσουν τελικά Δημήτρη; Τι έγινε; ρώτησε ο αστυνομικός και ο ήρωας μας άρχισε να του λέει τι έχει συμβεί
Και τότε ο αστυνομικός του είπε:
«Όταν φοβόμαστε κάνουμε πράγματα που μετά μπορεί να είναι λάθος. Δεν πειράζει όμως. Έτσι κάνουν όλοι οι άνθρωποι. Εσύ θα πρέπει να θυμάσαι ότι έτσι όπως έτρεχες μέσα στη λαϊκή δεν μπορούσαμε να σε βρούμε γιατί έφευγες από το σημείο που ερχόμασταν να σε βρούμε εμείς. Θα μένεις σταθερός εκεί που είσαι και όπως πολύ σωστά έκανες δεν θα μιλάς σε κανένα άγνωστο. Θα μάθεις όμως το τηλέφωνο του σπιτιού σου και αν σου ξανασυμβεί ποτέ – που είμαι σίγουρος ότι δεν θα ξανασυμβεί, αλλά να άνθρωποι είμαστε- θα πας σε ένα αστυνομικό και θα του πεις την διεύθυνση σου ή το τηλέφωνο σου.
Η αν το πάθεις σε κάποιο κατάστημα ή στο λούνα παρκ, θα πας σε έναν υπάλληλο για να το πεις; Εντάξει Δημήτρη;»
Και αν σου συμβεί στο δρόμο συνέχισε ο αστυνομικός πάλι μπορείς να πάρεις από ένα καρτοτηλέφωνο το 100 ή το 116000 που εκεί είναι άνθρωποι που θα σε βοηθήσουν.
«Το 100 το γνωρίζω, τι είναι όμως το 116000 ;» ρώτησε ο Δημήτρης
«Το 11600 είναι το Χαμόγελο του Παιδιού… εκεί πάντα υπάρχουν άνθρωποι που ότι και να πάθεις, ότι και να σου συμβεί θα σε βοηθήσουν. Και μπορείς να πάρεις τηλέφωνο οποιαδήποτε στιγμή και χωρίς να έχεις λεφτά ή κάρτα. Απλά θα σηκώσεις το ακουστικό από το καρτοτηλέφωνο και θα πατήσεις 116000. Θα ακούσεις παιδικά τραγουδάκια και μετά θα το σηκώσει κάποιος και εσύ μπορείς να του πεις τι σου έχει συμβεί χωρίς να ντρέπεσαι ή να φοβάσαι…»
Δημήτρης: 116000 ,116000 ,116000 , επαναλάμβανε από μέσα του για να μην το ξεχάσει.
«Τι ανόητος, οι αστυνομικοί δεν είναι για να πηγαίνουν τον κόσμο φυλακή είναι για να βοηθάνε τον κόσμο. Άδικα τους φοβόμουν τόσο καιρό!
Και τότε ακούστηκε μια φωνή «παιδί μου» και χιλιάδες φιλιά βρέθηκαν στο πρόσωπο του Δημήτρη. Ήταν η μαμά του!
Μαμά:«Γιατί με άφησες καλό μου; …………………..«Είσαι καλά; Να σε δω» είπε η μαμά και τον κοίταγε λες και ήταν η πρώτη φορά. Ξέρεις τι πρέπει τώρα να κάνεις αν ξανασυμβεί αυτό το τόσο δύσκολο πράγμα. Τώρα πέρασε, ηρέμησε….»
Μαμά: «Σας ευχαριστώ πάρα πολύ» είπε η μαμά του Δημήτρη στην κυρία και στον αστυνομικό.
«Τι έγινε Δημήτρη μου; Πού ήσουν;» ρώτησε η μαμά
Και ο Δημήτρης σκέφτηκε όλα αυτά που έγιναν. Και τι να έγινε άραγε η κυρία που πήγε να τον πάρει….
Δημήτρης:«Θα σου πω μαμά, θα σου πω… πάμε σπίτι και θα σου πω»
– Αφού τελείωσε η αφήγηση του παραμυθιού μάθαμε και συζητήσαμε για τον αριθμό 116000, ο οποίος είναι η Ευρωπαϊκή Γραμμή στήριξης εξαφανισμένων παιδιών. Τα παιδιά πληκτρολόγησαν τους αριθμούς και πήραμε τηλέφωνο. Η κοπέλα που σήκωσε το τηλέφωνο μίλησε στα παιδιά για το έργο και τη σπουδαιότητα του αριθμού αυτού.
-Τα παιδιά ζωγράφισαν και κατασκεύασαν τηλέφωνα γράφοντας πάνω τους αριθμούς της αστυνομίας 100 και τον αριθμό 116000 και ζωγράφισαν ότι τους έκανε εντύπωση από το παραμύθι.
-Φτιάχνουμε με χαρτί κανσόν 3 θεματικούς κύβους . Σε κάθε πλευρά του κύβου κολλάμε εικόνες ανάλογα με το θέμα.
Ο κύβος με τους ήρωες: η κάθε πλευρά αυτού του κύβου απεικονίζει μια φιγούρα (Παιδί, Αστυνόμος, Μαμά, Ξένη Γυναίκα,)
Ο κύβος με τις αντιδράσεις: αντίστοιχα ή κάθε πλευρά απεικονίζει αντιδράσεις (φωνάζω, μένω σταθερός, μιλάω σε κάποιον, παίρνω τηλέφωνο)
Ο κύβος των συναισθημάτων: φόβος, χαρά, λύπη
Εργαστήριο τρίτο


























































































































































































































































