Τα παρακάτω ποιήματα είναι εργασίες (δημιουργική γραφή) μαθητών του Γ3, στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας.
Ποίημα του μαθητή Σπύρου Νάστα
Και το πουλάκι μήνυσε στη Λυγερή να τρέξει.
–Καημό έχει ο άντρας σου και πώς να τον αντέξει;
–Τι έχεις άντρα μου, ρωτά, μόλις εκείνη φτάσει.
–Το δαχτυλίδι έχασα και ποιος θα μου το πιάσει;
Και η Λυγερή κατέβηκε να βρει το δαχτυλίδι,
χωρίς να καταλάβαινε της μοίρας το παιχνίδι.
Βλέπει ο πρωτομάστορας τότε τους μαθητάδες,
που πέτρες ετοιμάζονταν να ρίξουνε χιλιάδες.
Εκείνος επικράθηκε, μαύρισε η ψυχή του.
Δεν ήθελε να σκέφτεται τι κάνουν στην καλή του.
Τότε το αποφάσισε πως δε θα την αφήσει
και μ’ ένα σάλτο τρομερό βρήκε αυτός τη λύση.
Βρέθηκε μαζί με αυτήν κι εκείνος στο γιοφύρι
και παίρνοντάς την αγκαλιά την φίλησε στα χείλη.
–Αγάπη μου, λατρεία μου, κατάρα να μην δώσεις,
μα τούτο το γιοφύρι μας με αγάπη να στεριώσεις.
Και θάφτηκαν κι οι δυο μαζί στης Άρτας το γιοφύρι,
που έμεινε αλύγιστο στα χρόνια που είχαν μείνει.
Ήταν ο έρωτας αυτός που το έκανε να αντέξει
και από πολέμους και σεισμούς ποτέ αυτό να πέσει!
Ποίημα του μαθητή Στάθη Λιόση
Και το πουλί το έξυπνο, αλλιώς πήγε και είπε:
–Κυρά καλή, κυρά χρυσή, κυρά μου παινεμένη,
σύρε στολίσου, να ντυθείς, ο κύρης σου προσμένει.
Να μαγειρέψεις όμορφα καλούδια, μυρωμένα,
για να φιλέψεις όποιον βρεις, στης Άρτας το γιοφύρι.
Να φτιάξεις νόστιμα γλυκά που να ανασταίνουν χάρο,
που να γλυκαίνουν τις καρδιές και να ποθούνε κι άλλο.
Όταν γευτούν οι μάστορες κι οι εξήντα μαθητάδες
καλούδια νόστιμα πολύ απ’ της κυράς το χέρι,
θα σου γυρεύουν όσο ζουν να έχουν λίγο ακόμα.
Του πρωτομάστορα θε να ζητούν να έρθει κάθε γιόμα.
Έτσι της είπε το πουλί και έτσι εκείνη κάνει.
Πήγε ντυμένη, πλουμιστή, με καλαθιά γεμάτη.
Κι όσοι γευτήκαν λιχουδιές απ’ της κυράς το χέρι
πλημμύρισαν χαρά πολλή μες της καρδιάς τα μέρη.
Κι έτσι για πρώτη του φορά γεφύρι εστεριώθη,
δίχως θυσία μιας κυράς, δίχως κακού το γρόσι.
Και από τότε το ακριβό της Άρτας το γεφύρι
αντί για θρήνο και κακό έκανε πανηγύρι!
Μπράβο και στους δυο μαθητές!