Αληθινή ιστορία που έγινε στα μέρη μας

Ένα παιδί ηλικίας 19 μεγάλωνε με την μητέρα του, την αδερφή του και τον πατριό του. Κάτω από το σπίτι τους είχε τον δικό του χώρο όπου εκεί πήγαινε με την κοπέλα του που ήταν από τα 15 μαζί και καμιά φορά με τους φίλους του. Ο πατέρας του δεν τον είχε δει ποτέ, ούτε εκείνον ούτε και την αδερφή του. Ένα καλοκαιρινό πρωί έπαιρνε την κοπέλα του τηλέφωνο για να την αποχαιρετήσει που θα έφευγε για διακοπές. Εκείνη όμως άφαντη. Την έψαξε παντού, ρωτούσε τους πάντες, μέχρι και στο σπίτι της πήγε. Η κοπέλα πουθενά. Θα έφευγαν το βράδυ και ήθελε να την δει τόσο πολύ. Το μεσημέρι η κοπέλα αυτή είδε τις τόσες κλήσεις που τις είχε κάνει το αγόρι και αποφάσισε να τον πάρει τηλέφωνο. Το αγόρι σαν τρελός το σήκωσε και του είπε πως θέλει να συναντηθούν. Εκείνος την άκουγε και ήξερε τι ήθελε περίπου να του πει, έτσι έγραψε ένα γράμμα στην μητέρα του και στην αδερφή του και είπε πως θα βγει για λίγο. Τελικά δεν πήγαν διακοπές. Δεν ήθελε κανείς τους. Είχαν φαίνεται το κακό προαίσθημα. Τ αγόρι συναντήθηκε με την κοπέλα εκείνη τον αγκάλιασε σφιχτά όπως και εκείνος. Της είπε πως ποτέ δεν τον είχε αγκαλιάσει έτσι. Η κοπέλα έκλαιγε με λυγμούς και το αγόρι δεν ήξερε τι να κάνει,προσπάθησε να την βοηθήσει όμως μάταια. Το κορίτσι λοιπόν του είπε πως δεν μπορεί άλλο να έχει τόσο πίεση από τους δικούς της δεν ήθελε να του το πει, γιατί τον αγάπαγε όμως δεν μπορούσε να το κρατάει άλλο μέσα της. Αυτός έφυγε τρέχοντας σαν τρελός, το κορίτσι τον ακολουθούσε, έπεσε, χτύπησε… το αγόρι όμως με δάκρυα και πόνο στην καρδιά έτρεξε χωρίς να δει πως η κοπέλα είχε χτυπήσει. Εκείνη του φώναζε όμως ήταν πολύ αργά. Πέρασαν δύο μέρες και δεν είχαν μιλήσει καθόλου. Η κοπέλα έβριζε τους γονείς της γιατί έχασε αυτόν που τόσο πολύ αγαπούσε. Το αγόρι έμεινε μόνος του. Ώσπου ένα πρωί είπε να βάλει τέλος στη ζωή του. Άφησε τα γράμματα στο δωμάτιο του και έφυγε. Είπε πώς δεν θα αργήσει, όμως δεν γύρισε καθόλου στο σπίτι του. Όλοι τον έψαχναν. Το κορίτσι μόλις το έμαθε άνοιξε το κινητό της να μάθει περισσότερα. Είχε ένα μήνυμα από εκείνον που της έλεγε πως όταν ανοίξει το κινητό της να πάει στο μέρος που φιλήθηκαν για πρώτη φορά. Εκείνη έτρεξε γρήγορα κοντά του. Τον είδε πεθαμένο. Άρχισε να ουρλιάζει, έπαιρνε τηλέφωνα μέχρι που τον φίλαγε έστω και νεκρό. Όλοι είχαν πάει στην κηδεία του. Ο πατριός του δεν έφευγε από το μνήμα. Η κοπέλα συνέχεια λιποθυμούσε. Δεν το άντεξε. Ήθελε να σκοτώσει τους γονείς της. Τρελάθηκε. Η μάνα του δεν άντεξε για πολύ και μετά από 1 χρόνο πέθανε. Την κοπέλα την έκλεισαν σε ένα ψυχιατρείο όμως εκείνη δεν άντεξε τον θάνατο του αγοριού της και πέθανε και εκείνη από υπερβολική δόση ασπιρινών. Όλοι έκλαιγαν για τις 3 ψυχές που έφυγαν άδικα.

Για αυτό καλό θα ήταν να μην πιέζουν οι γονείς τόσο πολύ τα παιδιά τους. Όλα με όριο. γιατί χάνονται πολλές ζωές. Είναι μια αληθινή ιστορία που έγινε στη Θεσσαλονίκη. Συγκλόνισε πολλούς ανθρώπους και το σχολείο των δυο παιδιών άνοιξε μετά από δυο μήνες, όλοι έκλαιγαν για το χαμό τους.                                                              Γιάννα Ρήγου Β2

Κατηγορίες: Κοινωνία. Ετικέτες: . Προσθήκη στους σελιδοδείκτες.

Αφήστε μια απάντηση