Δοκίμια γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη
17 Μάρτιος 2011
- Ὀδυσσέας Ἐλύτης- Ἡ μαγεία τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΥΨΙΛΟΝ.
- Guy Saunier – Ἑωσφόρος καὶ Ἄβυσσος. Ὁ προσωπικὸς μύθος τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΑΓΡΑ.
- Φ. Δημητρακόπουλος – Λεύκωμα Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ERGO.
- Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης – Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Αὐτοβιογραφούμενος, ἐκδόσεις ΕΣΤΙΑ.
- Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλος – Ἐπὶ πτίλων αὔρας νυκτερινῆς. Πέντε κείμενα γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ.
- Μαρία Μιχαήλ-Δέδε – Διαβάζοντας Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗΣ.
- Π.Δ. Μαστροδημήτρης – Ἡ ἐκκλησία ὡς τέλος καὶ ὡς ἀποκάλυψη στὸν Παπαδιαμάντη καὶ στὸν Πεντζίκη, ἐκδόσεις ΔΟΜΟΣ.
- Μαρία Γκασούκα – Ἡ κοινωνικὴ θέση τῶν γυναικῶν στὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗΣ.
- Συλλογικὸ – Ἡ κοινωνικὴ διάσταση τοῦ ἔργου τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΟΔΥΣΣΕΑΣ.
- Ἄν. Κελεσόπουλος – Ἡ λειτουργικὴ παράδοση στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις Π. ΠΟΥΡΝΑΡΑΣ.
- Μανώλης Βαρβούνης Νικολέτα Σουλιωτάκη – Ἡ παραδοσιακὴ θρησκευτικὴ συμπεριφορὰ τῶν συγχρόνων του στὸ ἔργο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΑΡΜΟΣ.
- Συλλογικὸ – Μὲ τὸν τρόπο τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ.
- Στρατὴς Μολινὸς – Μὲ τοὺς ἥρωες τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗ.
- Συλλογικὸ – Μνημόσυνο τοῦ Ἀλέξανδρου Παπαδιαμάντη. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ.
- Γ. Φαρινοῦ- Μαλαματάρη – Ἀφηγηματικὲς τεχνικὲς στὸν Παπαδιαμάντη 1887- 1910, ἔκδ. ΚΕΔΡΟΣ.
- Συλλογικὸ – Ἀφιέρωμα Παπαδιαμάντη Νέα Ζωή, ἐκδόσεις Ε.Λ.Ι.Α.
- Συλλογικὸ – Ἀφιέρωμα Παπαδιαμάντη Χαραυγή, ἐκδόσεις Ε.Λ.Ι.Α.
- Συλλογικὸ – Ἀφιέρωμα στὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη στὴ Νέα Ἑστία, ἐκδόσεις ΕΣΤΙΑ.
- Γ. Ι. Φουσάρας – Βιβλιογραφικὰ στὸν Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις Ε.Λ.Ι.Α.
- Ξενοφῶν Α. Κοκόλης – Γιὰ τὴ «Φόνισσα» τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις U.S.P.
- Παντελὴς Πάσχος – Παπαδιαμάντεια, ἐκδόσεις Ε.Λ.Ι.Α.
- Συλλογικὸ – Πρακτικὰ Α´ διεθνοῦς συνεδρίου γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΔΟΜΟΣ.
- Γεράσιμος Ρηγᾶτος – Τὰ ἰατρικὰ στὴ «Φόνισσα» τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΔΟΜΟΣ.
- Ε. Γ. Ἀσλανίδης – Τὸ μητρικὸ στοιχεῖο στὴ «Φόνισσα» τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΡΑΠΠΑ.
- Στέλιος Ράμφος – Τριώδιον «Τόπος ὑπερουράνιος- Ἡ παανῳδία τοῦ Παπαδιαμάντη. Μελέτη θανάτου», ἐκδόσεις ΑΡΜΟΣ.
- Εἰρήνη Ζαμάρου – Φύση καὶ ἔρωτας στὸν Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ.
- Ἇλ. Κοτζιᾶς – Τὰ Ἀθηναϊκὰ Διηγήματα καὶ δυὸ δοκίμια γιὰ τὸν χρόνο, ἐκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ.
- Φ. Δημητρακόπουλος – Ἄνθος τῆς Ἐδέμ. Παπαδιαμαντικὰ κείμενα καὶ μελέτες, ἐκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗΣ.
- Συλλογικὸ – Γωνιὰ τοῦ Παραδείσου. Μιὰ εὐλαβικὴ ἀνάγνωση τοῦ Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΑΡΜΟΣ.
- Ξ.Α. Κοκόλης – Γιὰ τὴ «Φόνισσα» τοῦ Παπαδιαμάντη. Δυὸ μελετήματα, ἐκδόσεις U.S.P.
- Ἄγγελος Καλογερόπουλος – Ὁ θροὺς τοῦ δέρατος. Ἡ μουσικὴ στὸν Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΑΡΜΟΣ.
- Συλλογικὸ – Χρυσὸς καὶ χρυσομηλιγγάτος. Δέκα ἀφηγήματα γιὰ τὸν Ἇλ. Παπαδιαμάντη, ἐκδόσεις ΑΡΜΟΣ.
- Συλλογικὸ – Ἡ ἀδιάπτωτη μαγεία, ἐκδόσεις ΙΔΡΥΜΑ ΓΟΥΛΣτρατὴς Μολινὸς – Ὁ Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης καὶ ἡ λεσβιακὴ ἄνοιξη, ἐκδόσεις ΦΙΛΙΠΠΟΤΗΣ.
- Μοναχὸς Θεόκλητος Διονυσιάτης – Ὁ κοσμοκαλόγηρος Παπαδιαμάντης, ἐκδόσεις ΑΣΤΗΡ.
- Μιχάλης Περάνθης – Ὁ κοσμοκαλόγερος, ἐκδόσεις ΕΣΤΙΑ. ΙΔΡΥΜΑ ΓΟΥΛΑΝΔΡΗ-ΧΟΡΝ.
- Φώτης Δημητρακόπουλος – Παπαδιαμάντης καὶ Σκιάθος, ἐκδόσεις ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ.
- Παντελῆς Πάσχος – Παπαδιαμάντης, μνήμη δικαίου μετ᾿ ἐγκωμίων, ἐκδόσεις ΑΡΜΟΣ.
- Γ.Κ. Κατσίμπαλης – Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ἐκδόσεις Ε.Λ.Ι.Α.
- Ἀλέξης Διαμαντόπουλος – Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ἐκδόσεις ΝΕΦΕΛΗ.
- Συλλογικὸ – Ἀλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Εἴκοσι κείμενα, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΦΙΛΩΝ.
- Κώστας Παπαχρίστου – Ὁ ἄγνωστος Παπαδιαμάντης, ἐκδόσεις Ε.Λ.Ι.Α.
>
17 Μάρτιος 2011
>
Στὸ παρακάτω περιστατικὸ ποὺ ἀφηγεῖται ὁ Παῦλος Νιρβάνας ὅταν τράβηξε τὴν γνωστὴ φωτογραφία στὸν κὺρ Ἀλέξανδρο, μποροῦμε νὰ διαγνώσουμε τὴν σεμνότητα τοῦ μεγάλου λογοτέχνη. Σὲ μιὰ ἐποχὴ ὅπου πλῆθος ἀσήμαντων «καλλιτεχνῶν» καὶ διανοουμένων περιφέρονται ἀπὸ κανάλι σὲ κανάλι καὶ ἀγωνιοῦν γιὰ μία φωτογράφηση καὶ μία συνεντευξούλα σὲ κάποιο περιοδικό, τὸ ἦθος τοῦ Παπαδιαμάντη μοιάζει ἐξωπραγματικό.
Ὁ καημένος ὁ Ἀλέξανδρος! Καινούργιες ἀνησυχίες θὰ εἶχε πάλι ἡ ἀσκητική του ψυχὴ μὲ τὴ συρροὴ τόσων ξένων καὶ δικῶν μας μουσαφιρέων στὸ ταπεινό του σπιτάκι τοῦ ὡραίου νησιοῦ. Τὸν ἐτρόμαζε τόσο πολὺ «ἡ περιέργεια τοῦ Κοινοῦ».
Εἶχα διηγηθεῖ ἄλλοτε τὴν ἀνησυχία του αὐτή, ὅταν πῆγα, κλέφτικα, μὲ χίλιες προφάσεις, νὰ τὸν φωτογραφίσω ἀπάνω στὸ καφενεδάκι τῆς Δεξαμενῆς. Δὲν ὑπῆρχε ὡς τότε φωτογραφία τοῦ Παπαδιαμάντη. Καὶ συλλογιζόμουν ὅτι ἀπ᾿ τὴ μιὰ μέρα στὴν ἄλλη μποροῦσε νὰ πεθάνει ὁ μεγάλος Σκιαθίτης, καὶ μαζί του νὰ σβύσῃ γιὰ πάντα ἡ ὁσία μορφή του. Καὶ πότε αὐτό; Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ δὲν ὑπάρχει ἀσημότητα ποὺ νὰ μὴν ἔχει λάβει τὶς τιμὲς τοῦ φωτογραφικοῦ φακοῦ. Καὶ πῶς θὰ μποροῦσε νὰ δικαιολογηθεῖ μία τέτοια παράλειψη τῆς γενεᾶς μας σ᾿ ἐκείνους ποὺ θὰ ῾ρθοῦν κατόπι μας νὰ συνεχίσουν τὸ θαυμασμό μας γιὰ τὸν ἀπαράμιλλο λυρικὸ ψυχογράφο τῶν καλῶν καὶ τῶν ταπεινῶν καὶ τὸν ἁγνότατο ποιητὴ τῶν νησιώτικων γιαλῶν; Ἀλλὰ ὁ ἁγνὸς αὐτὸς χριστιανός, μὲ τὴ ψυχὴ τοῦ ἀναχωρητῆ, δὲν ἐννοοῦσε, μὲ κανένα τρόπο, νὰ ἐπιτρέψη στὸν ἑαυτό του μιὰ τέτοια εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα. «Οὐ ποιήσεις σεαυτῷ εἴδωλον οὐδὲ παντὸς ὁμοίωμα» ἦταν ἡ ἄρνησή του καὶ ἡ ἀπολογία του. Ἀποφάσισα ὅμως νὰ πάρω τὴν ἁμαρτία του στὸ λαιμό μου. Ὁ Θεὸς καὶ ἡ μακαρία ψυχή του ἂς μοῦ συχωρέσουν τὸ κρῖμα μου. Ἕνας ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους τίτλους ποὺ ἀναγνωρίζω στὴ ζωή μου, εἶναι ὅτι παρέδωκα στοὺς μεταγενέστερούς τη μορφὴ τοῦ Παπαδιαμάντη.Μὲ τί δόλια καὶ ἁμαρτωλὰ μέσα ἐπραγματοποίησα τὸν ἆθλο μου αὐτό, τὸ διηγήθηκα, ὅπως εἶπα, ἀλλοῦ. Ἐκεῖνο ποὺ μοῦ θυμίζουν ζωηρότερα τώρα οἱ εὐλαβητικὲς γιορτὲς τῆς Σκιάθου, εἶναι ἡ ἀνησυχία του τὴ στιγμὴ ποὺ τὸν ἀποτράβηξα ὡς τὴν προσήλια γωνίτσα τοῦ μικροῦ καφενείου, γιὰ νὰ ποζάρῃ μπροστὰ στὸν φακό μου. Νὰ «ποζάρῃ» εἶναι ἕνας λεκτικὸς τρόπος. Εἶχε πάρει μόνος του τὴ φυσική του στάση ἀπάνω σὲ μιὰ πρόστυχη καρέκλα, μὲ τὰ χέρια σταυρωμένα στὸ στῆθος, μὲ τὸ κεφάλι σκυφτό, μὲ τὰ μάτια χαμηλωμένα, στάση βυζαντινοῦ ἁγίου, σὰν ξεσηκωμένη ἀπὸ κάποιο καπνισμένο παλιὸ τέμπλο ἐρημοκλησιοῦ τοῦ νησιοῦ του. Αὐτὴ δὲν ἦταν στάση γιὰ μία πεζὴ φωτογραφία. Ἦταν μία καλλιτεχνικὴ σύνθεση, καὶ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι ἕνα ἔργο τοῦ Πανσελήνου ἢ τοῦ Θεοτοκοπούλου. Ἀμφιβάλλω ἂν φωτογραφικὸς φακὸς ἔλαβε ποτὲ μιὰ τέτοια εὐτυχία.
Ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος ἦταν βιαστικὸς νὰ τελειώνουμε. Γιατί; Μοῦ τὸ ψιθύρισε, ἀνήσυχα στὸ αὐτί, καὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ τὸν εἶχα ἀκούσει – οὔτε φαντάζομαι πῶς θὰ τὸν ἄκουσε ποτὲ κανένας ἄλλος – νὰ μιλεῖ γαλλικά:
– Nous excitons la curiosité du public.
Ἀκούσατε; Ἐρεθίζαμε τὴν περιέργειά του …Κοινοῦ! Ποιοῦ Κοινοῦ; Δὲν ἦταν ἐκεῖ κοντά μας παρὰ ἕνα κοιμισμένο γκαρσόνι τοῦ καφενείου, ἕνας γεροντάκος ποὺ λιαζότανε στὴν ἄλλη γωνία τοῦ μαγαζιοῦ, καὶ δυὸ λουστράκια ποὺ παίζανε παράμερα. Αὐτὸ ἦταν τὸ Κοινό, ποὺ ἀνησυχοῦσε τὸν Παπαδιαμάντη ἡ «περιέργειά» του. Κι᾿ αὐτὴ ἦταν ἡ διαπόμπευσή του, ποὺ βιαζότανε νὰ τῆς δώσῃ ἕνα τέλος, – Ἡ φιλία ἐνίκησε τὸ ζορμπαλίκι… μοῦ εἶπε – ἀντιγράφω τὰ ἴδια του τὰ λόγια – στὸ τέλος τοῦ μαρτυρίου του.
Μήπως δὲν ἦταν, στ᾿ ἀλήθεια, μιὰ πραγματικὴ θυσία ποῦ εἶχε κάνει στὴ φιλία μου; Μιὰ θυσία τῆς ἁγιότητάς του στὴν εἰδωλολατρικὴ ματαιότητα τῶν ἐγκοσμίων.
Καὶ συλλογίζομαι τώρα τὶς ἑκατοντάδες τῶν Γάλλων προσκυνητῶν τῆς ἑταιρείας Μπυντέ, καὶ τῶν δικῶν μας τοῦ «Ὁδοιπορικοῦ Συνδέσμου», ποὺ πέρασαν τὸ κατώφλι τοῦ ταπεινοῦ του ἐρημητηρίου, ὅπου πλανᾶται τώρα ἡ σκιά του στὰ γνώριμα καὶ ἀγαπητά της κατατόπια τῆς ζωῆς του καὶ τῆς ἐργασίας του. Συλλογίζομαι τὴν παράταξη τῶν ναυτικῶν ἀγημάτων, ποὺ παρουσίασαν ὅπλα μπροστὰ στὸ μνημεῖο του. Συλλογίζομαι τὶς στολές, τὰ ξίφη, τὶς χρυσὲς ἐπωμίδες ποὺ ἔλαμπαν κάτω ἀπὸ τὸν ἥλιο τοῦ νησιοῦ του, γιὰ τὴ δόξα του. Συλλογίζομαι τοὺς λόγους τῶν ἐπισήμων, τοὺς ἐθνικοὺς ὕμνους, τὰ στεφάνια τῆς δάφνης, τὶς πανηγυρικὲς κωδωνοκρουσίες, ποὺ ἔπλεξαν μὲ ἤχους καὶ χρώματα τὸ ἐγκώμιό του.
Συλλογίζομαι ὅλα αὐτὸ τὸ δοξαστικὸ πανηγύρι, καὶ ἡ σκέψη μου πετάει στὸ «Κοινὸν» τοῦ ἐρημικοῦ καφενείου τῆς Δεξαμενῆς – ἕνα γκαρσόνι, ἕνας γεροντάκος, δυὸ λουστράκια – ποὺ ἀνησυχοῦσε, τὴ μακρυνὴ ἐκείνη μέρα ὁ μακαρίτης μήπως «ἐρεθίσῃ τὴν περιέργειά των». Τί ἀνησυχία θὰ εἶχε νοιώσει τώρα, στὰ βάθη τοῦ ταπεινοῦ τάφου ὅπου «ἀναπαύεται ἐν Χριστῷ» ὁ χριστιανὸς ποιητὴς τῶν ταπεινῶν, ἀπὸ τὸ δοξαστικὸ αὐτὸ θόρυβο; Καὶ πόσο θὰ βιαζότανε πάλι νὰ τελειώσῃ; Ἂν σάλεψαν, ἀπὸ μυστικὲς αὖρες, αὐτὴ τὴ στιγμή, τὰ κυπαρίσσια τοῦ τάφου του, ἕνας στεναγμὸς θὰ βγῆκε ἀπὸ τὸ θρόϊσμά τους. Ἕνας ἦχος, ποὺ θὰ ξαναψιθύριζε τὰ παλιά του ἐκεῖνα ἀνήσυχα καὶ τόσο συμπαθητικὰ λόγια, σὲ μιὰ γλῶσσα ποὺ τὴν ἐννοοῦσαν τώρα, γιατὶ ἦταν δική τους, οἱ εὐλαβητικοὶ προσκυνητές του τῆς γαλλικῆς γῆς:
– Nous excitons la curiosité du public.
(Παῦλος Νιρβάνας, Νέα Ἑστία 1933, τεῦχος 163)